Σάββατο 13 Μαΐου 2023

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ

   
   (1341 - 1354)
   Ήτανε τότε χρόνοι δύσκολοι και ταραγμένοι. Στου Κωνσταντίνου την ξακουσμένη πόλη βασίλευε γυναίκα, γυναίκα ξένη. Ο Ανδρόνικος ο βασιλιάς τής άφησε για να στηρίξει την αδύνατη γνώμη της και να προστατεύσει τα ανήλικα παιδιά του ένα φρόνιμο και γενναίο σύμβουλο.
   Η χώρα όλη γνώριζε τις χάρες και τις αρετές του άρχοντα του Καντακουζηνού. Μάνας ευγενικής θρέμμα, της αρχόντισσας Θεοδώρας της Παλαιολογίνας, είχε καρδιά λεονταριού, πίστη στο βασιλέα και στη γενεά του, λατρεία στην πατρίδα του, γνώμη ισχυρή, ακαταπόνητη.
   Αν η βασίλισσα ήθελε να στηριχτεί με εμπιστοσύνη σε τέτοιον δυνατό στύλο, δεν θα κλονιζόταν ποτέ η βασιλεία της, και ήσυχα και ειρηνικά θ' ανέτρεφε τ' αγόρια της, έως που να έρθει η ώρα να πάρουν την κληρονομιά του βασιλιά πατέρα τους.
   Μα η μοίρα το ηθέλησεν αλλιώς! Η βασίλισσα ήταν ξένη. Από της Σαβόιας τα παλάτια την είχαν φέρει νύφη πριν δεκαπέντε χρόνια για το βασιλιά. Άννα αντί Ιωάννα οι Ρωμαίοι την ονόμασαν, και ενόμισαν πως θ' αλλάξουνε  μ' αυτό και τη γνώμη της!
   Ξένο πουλί όταν φέρνεις εις τον τόπο σου, συχνά το βλέπεις δυστυχισμένο και ανήσυχο, και η λαχτάρα για τον ουρανό που πρωτοείδε σαν γεννήθηκε, το κάνει πολλές φορές κακό και άδικο και άσπλαχνο για τον καινούργιο τόπο που το ανάγκασες να ζει.
   Η Ιταλίδα περιφρόνησε τη ζηλεμένη χώρα των Ρωμαίων, που τόσοι και τόσοι βασιλιάδες, τόσες καμαρωτές πριγκίπισσες εζήσανε μακαριστές!
   Η Ιταλίδα ονειρευόταν τη χώρα τη δική της, τους πατριώτες της, τους ιππότες της πατρίδας της με τα βαριά τους άρματα που τής εφαίνονταν πιο ευγενικοί από τους δικούς μας.
   Όλα τής έφταιγαν στον ευλογημένο αυτόν τόπο.
   Δεν εμπιστεύθηκε τον άρχοντα τον Καντακουζηνό, που ήταν τότε μέγας δομέστικος (1)  και είχε όλη την εμπιστοσύνη του μακαρίτη βασιλιά, μόνο επίστεψε τα λόγια του παρακοιμώμενου (2) του πανούργου του Απόκαυκου, που ήξερε ν' αλλάζει τη γνώμη της με κολακείες.
   Αυτός τής σφύριζε αδιάκοπα στ' αυτί: «Μη θαρρεύεσαι, βασίλισσα, σ' αυτόν· ο Καντακουζηνός γυρεύει να σε ξεθρονίσει. Δε βλέπεις τη φιλοδοξία του; Αυτός για σένα και για τα παιδιά σου δε δουλεύει, μόνο για τον εαυτό του και για τη φαμίλια του!»
   Κι ο πατριάρχης Ιωάννης ο Καλέκας είπε κι εκείνος το λόγο του. Άσχημα το 'καμε ο ευλογημένος. Δεν ήταν δουλειά της αγιοσύνης του αυτή ν' ανακατώνεται σε πράγματα επίγεια.
   Ποιος ξέρει τι της έψαλλε και η πιστή αγαπημένη συντρόφισσά της η Ισαβέλλα, που την έφερε μαζί από την πατρίδα της για παρηγοριά!
   Αχ! Τα μυαλά των γυναικών, που δεν ξέρουν τον εαυτό τους να διοικήσουν, είναι άδικο να τα βάζει η μοίρα να κυβερνήσουν ολόκληρο ένα έθνος.
   Και σε όλα αυτά, θαρρώ, το μεγάλο φταίξιμο ήταν του Απόκαυκου!
 
   Μια βραδιά, του Καντακουζηνού η μάνα, η αρχόντισσα Θεοδώρα Παλαιολογίνα Καντακουζηνή, ανέβηκε στον αψηλό της πύργο.
   Ήτανε μεσάνυκτα κοντά και είχαν φύγει όλοι οι άρχοντες, που, συναγμένοι εκείνο το βράδυ στο παλάτι της, μιλούσανε για όλα αυτά τα έκτροπα που γινότανε στην παινεμένη Πόλη εξαιτίας της κακοκεφαλιάς της βασίλισσας. Εψιθυρίζανε πολλά, ελέγανε πως πολλοί ήτανε δυσαρεστημένοι με τον Καντακουζηνό και όλους αυτούς τούς εξεσήκωνε ο Απόκαυκος. Ο μέγας δρουγγάριος (3) ο Γαβαλάς, ο μέγας στρατοπεδάρχης ο Χούμνος, ως και ο πεθερός του ο Ασάν, όλοι εσηκώθηκαν εναντίον του.
   Ο Καντακουζηνός είχε πολλούς εχθρούς και όμως ένας Θεός το ξέρει πως εκείνος κανένα δεν αδίκησε. Θλιβερό είναι, μα την αλήθεια, να βλέπεις τη διχόνοια να σκορπά τόσα φαρμάκια γύρω της.
   Συλλογισμένη η αρχόντισσα για όσα άκουσε ανέβηκε στο δώμα του πύργου της για να χαρεί τη βραδινή δροσιά.
   Ήταν ανήσυχη για τον γιο της. Τον ήξερε ορμητικό και τολμηρό κι ατρόμητο, ήξερε πως, αν τού εναντιώνονταν, θα έσπαγε κάθε φραγμό και ίσως δεν θα τον εκρατούσανε πια ούτε οι όρκοι οι παλιοί, ούτε οι υποσχέσεις.
   Και θλιβότανε η καρδιά της, της ευγενικής γυναίκας, από μια αόριστη ανησυχία για τις έχθρες που ένιωθε τριγύρω της και που ήξερε πόσες συμφορές αυτές γεννοβολούν.
   Μα ήτανε ήρεμη η βραδιά εκείνη. Στον ορίζοντα χρυσή λάμψη φάνηκε, για να μηνύσει πως ανεβαίνει η βασίλισσα του ουρανού ασημοφορεμένη. Και σε λίγο αστράψανε με χίλια διαμάντια τα νερά του κόλπου και μισοσβήσανε τα ταπεινότερα από τα άστρα του ουρανού, όσα δεν τολμούσανε ν' αντικρύσουνε την όψη της.
   Ήτανε μαγεία η βραδιά.
   Η πόλη κοιμότανε ήσυχη και δεν εφαίνετο στη γαλήνη εκείνης της ώρας πως έκρυβε μέσα της τόσα πάθη, τόσες κακίες, τόσες ανήσυχες, αχαλίνωτες ορμές.
   Και έριξε η αρχόντισσα μια ματιά τριγύρω της και αισθάνθηκε σα μια γαλήνη να απλώνεται για λίγο στη βαρεμένη της ψυχή.
   Εκεί μακρυά οι πύργοι με τα οδοντωτά στεφάνια τους έλαμπαν στο φως του φεγγαριού και μόνο πού και πού μια μαυρίλα έδειχνε την τρύπα της πολεμίστρας.
   Ο μεγάλος υδραγωγός απλώνονταν κατάμαυρος ανάμεσα σε δυο λόφους του Βυζαντίου και πίσω από τις χίλιες καμάρες του έλαμπε ο ουρανός.
   Οι μεγάλες σκιές, που έκοφταν από τη φεγγαροφώτιστη έκταση τα περήφανα κτίρια εκεί κάτω, ήτανε σαν ένα παράδειγμα πως έτσι στον κόσμο εναλλάζουνε σκοτάδι και λάμψη, λύπη και χαρά.
   Μα έξαφνα! Τι βλέπει; Στον περίβολο του πύργου της, που τον εφώτιζε το κατάλευκο φως του φεγγαριού, ένας μαύρος καβαλάρης, σύρριζα στον τοίχο του πύργου, τον είδε καθαρά, που μετρούσε με τη λόγχη του το ύψος του κάστρου!
   Τι γύρευε εκεί, την ώρα αυτή, ο μαύρος καβαλάρης, που μετρούσε με τη λόγχη του τον πύργο τον πανύψηλο;
   Τρομαγμένη η αρχόντισσα κατέβηκε από τον πύργο. Αμέσως έκραξε όλους τους δούλους της, εσήκωσε στο πόδι τους ανθρώπους όλους, να ψάξουνε παντού, να βρουν τον άγνωστο τον καβαλάρη.
   Οι πόρτες ήτανε καλά κλειστές, γερά αμπαρωμένες· ο περίβολος καλά φραγμένος με τοίχους δυνατούς. Στις σιδερένιες πόρτες οι αλυσίδες κρεμόντανε ανέγγιχτες στους κρίκους τους...
   Δε βρέθηκε κανένας καβαλάρης πουθενά.
   Μην ήτανε της φαντασίας της γέννημα; Αδύνατο. Τον είδε τόσο καθαρά!
   Και κατάλαβε τότε του Καντακουζηνού η μάνα πως ήτανε υπερφυσικό το όραμα και κατάλαβε πως ήταν ένα θεόπεμπτο σημείο που προμηνούσε μεγάλη συμφορά. Και η θλιμμένη αρχόντισσα δεν ξανανέβηκε στο δώμα του πύργου.
   Τι να εσήμαινε άραγε ο μαύρος καβαλάρης της φεγγαρόφωτης νυχτιάς όπου μετρούσε με τη λόγχη του τον πύργο τον πανύψηλο;
 
   Ωστόσο ο Καντακουζηνός με τις ραδιουργίες του παλατιού αναγκάσθηκε να φύγει.
   Το μέγαρό του το ερήμαξαν οι εχθροί του, το γιο του τον φυλάκισαν, φυλάκισαν ως και τη γριά μητέρα του, που από την τρομάρα και τη λύπη της πέθανε η δυστυχισμένη.
   Τότε κι εκείνος πήρε τη μεγάλη απόφαση!
   Θα πει κανείς, αν ήτανε αληθινός πατριώτης δεν έπρεπε να κάμει αυτό που έκαμε. Δεν έπρεπε να τραβήξει το στρατό με το μέρος του για να πολεμήσει τη βασίλισσα. Μα ο θυμός ο δίκαιος τι δεν κάνει; Να προσπαθείς για το καλό της χώρας σου και να σε λένε προδότη, σφετεριστή, κακούργο! Μα τη φιλία που είχε στον Ανδρόνικο, κατά τον όρκο που έκαμε στη μνήμη του, ποτέ εκείνος δεν έβαλε στο νου του να ξεθρονίσει τη γενεά του. Μόνο θα ήταν ο πιστότερος του θρόνου στηρικτής, καθώς τού το ανέθεσε πεθαίνοντας ο βασιλιάς, γιατί ήταν και ο αξιότερος του τόπου κυβερνήτης.
   Μα τον έσπρωξαν στα έσχατα.
   Τώρα πρέπει να νιώσουν πόσο βαραίνει η οργή του.
   Κατάρα στον Αλέξη τον Απόκαυκο! Εκείνου ήτανε το φταίξιμο το πιο μεγάλο!
 
   Πέρασαν χρόνοι και καιροί. Καθώς το έλεγαν οι γνωστικοί άρχοντες της Πόλης, έτσι και έγινε. Το ένα κακό έφερε το άλλο.
   Ο σπαραγμός ο εμφύλιος κατέστρεψε τη χώρα.
   Ερήμωσαν τις εκκλησίες από κάθε ασήμι και χρυσάφι. Τα πλούτη, τα στολίσματα του παλατιού, όλα, έγιναν νόμισμα, για να διατηρηθεί ο στρατός, και τα περισσότερα, αλίμονο, τα κρατούσε η βασίλισσα για τον εαυτό της, γιατί εθησαύριζε εκείνη από τα καλά του έθνους.
   Μέρες σκοτεινές είδανε του Βυζαντίου οι κάτοικοι, μέρες αλησμόνητες. Οι φόροι τους επιπίλιζαν ως το κόκκαλο. Παντού ο φόβος κι ο διωγμός.
   Ο Καντακουζηνός δεν άφηνε να τον καταπονέσουν εύκολα. Με του στρατιού την αγάπη κατόρθωσε πολλά. Δεν τον εφόβιζαν οι κίνδυνοι και η δυνατή του θέληση εσύντριβε το κάθε εμπόδιο και τού έβαζε στο νου κάθε μέσο, καλό ή κακό, για να επιτύχει το σκοπό του. Για να τον  βοηθήσει ο Στέφανος ο Δουσάν, πρίγκιπας της Σερβίας, τού εχάρισε τόσα κάστρα θεόρατα στη Μακεδονία. Για να τον βοηθήσει ο Ορχάν, τού έδωσε γυναίκα την κόρη του τη Θεοδώρα. Η βασίλισσα πάλι έκαμε συμμαχία με τον Εμίρη του Αϊδινίου και οι εχθροί της χώρας περνούσανε ελεύθερα τον Ελλήσποντο και ρημάζανε τη Θράκη.
   Και ο πόλεμος εξακολουθούσε.
   Γιατί να τον φέρουν στα έσχατα τον Καντακουζηνό; Θα τούς δείξει τώρα τη δύναμή του όλη.
   Και ήτανε του Απόκαυκου το φταίξιμο το μεγάλο· πάλι θα το πω. Μα ηύρε και αυτός σιγά - σιγά την τιμωρία του.
   Με τις κολακείες, τις ψευτιές και τις ραδιουργίες του κατόρθωσε ν' απομακρύνει τον Καντακουζηνό και να κυβερνά εκείνος τη βασίλισσα. Μα ακόμη ελογάριαζε πιο αψηλά να φθάσει.
   Στον ερημιό τον πύργο που έκτισε στους Επιβάτες, κάστρο θεόρατο σιδερόκτιστο, κρυβότανε σαν το κακοποιό θηρίο μέσ' στην τρώγλη του, όσες φορές φοβότανε πως οι ανομίες του θα ξεσήκωναν τους άπειρους εχθρούς του.
   Μα τον εμώρανε ο Κύριος μια μέρα, γιατί τον εβαρέθηκε και ήθελε να τον απωλέσει.
   Και έτσι στην πελώρια φυλακή, που έβαλε να κτίσουν δίπλα στα ανάκτορα για να χωρέσει όλους τους άρχοντες που καταδίκαζε η σιδερένια του παλάμη, πήγε μια μέρα μοναχός να κάμει την επιθεώρηση των φυλακισμένων. Δε χάσανε καιρό κι αυτοί, καθώς τον είδαν άοπλο, χύμιξαν επάνω του και, με τον πέλεκυ ενός εργάτη που επιδιόρθωνε τη φυλακή, τού έσπασαν την άτιμή του κεφαλή. Κατάρα στον Αλέξη τον Απόκαυκο, εκείνου ήτανε το φταίξιμο το μεγάλο!
 
   Μα οι συμφορές δεν έπαυαν από την Πόλη.
   Ήρθαν πάλι χρόνοι άλλοι και νίκησε ο Καντακουζηνός και έγινε βασιλιάς της Πόλης και, πιστός καθώς ήτανε πάντα στον όρκο που έκαμε στον Ανδρόνικο, δεν εξεθρόνισε τη χήρα του, δεν αδίκησε τα βασιλόπουλα, γιατί δεν ήτανε σφετεριστής. Τούς άφησε λοιπόν τις μεγαλύτερες τιμές στ' ανάκτορα και πήρε εκείνος για τον εαυτό του τα βάρη της βασιλείας, γιατί ήτανε άξιος να κυβερνήσει. Μα από τον εμφύλιο πόλεμο αυτό είδε η Πόλη η περήφανη μύριες καταστροφές.
   Αυτές τις καταστροφές, τις έβαζε άραγε στο νου της η γριά αρχόντισσα μέσα στα βάσανα της φυλακής, στην αγωνία του ψυχομαχητού της, όταν προσπαθούσε να μαντεύσει ποιο ήταν το κακό που της μηνούσε το όραμα το υπερφυσικό που είδε εκείνη τη νυχτιά από το δώμα του πύργου της!
   Εσήμαινε άραγε την καταστροφή του σπιτικού της, εσήμαινε την φυλακή που θα την έτρωγε άδικα, εσήμαινε τη δυστυχία του έθνους, τους σπαραγμούς του πολέμου;
   Προμηνούσε την απογοήτευση του Καντακουζηνού, που ύστερα από τόσους κινδύνους που αντιμετώπισε θαρραλέα, αφού επέτυχε το σκοπό του και στεφανώθηκε βασιλιάς και έκαμε γαμπρό του το νέο βασιλιά τον Ιωάννη, στα υστερνά βλέποντας και αυτού την αμείλικτη έχθρα, που φώναξε τους Φράγκους για να τον ξεθρονίσουν, κουρασμένος από τις ατέλειωτες ραδιουργίες του παλατιού, από του γιου του Ματθαίου τις απαιτήσεις, απελπισμένος να σώσει το κράτος αυτό, που τα πάθη το έσπρωχναν στον όλεθρο, προτίμησε να κόψει κάθε δεσμό με τα εγκόσμια και να τελειώσει τη ζωή του, στην ησυχία του μοναστηριού;
 
   Αφού περάσανε χρόνοι κοντά εκατό από τις διχόνοιες αυτές βγήκαν ακόμη μεγαλύτερες καταστροφές και από τα συμβάντα αυτά βγήκαν άλλα πάλι γεγονότα μοιραία και αμετάκλητα κι αυτά.
   Και οι γενεές που έζησαν στα χρόνια εκείνα τα ακόμη πιο δύσκολα και πιο ταραγμένα, κατάλαβαν καλά το μεγάλο κακό που προμηνούσε για την Πόλη στην προφητική της αρχόντισσας φαντασία, ο μαύρος καβαλάρης της φεγγαρόφωτης νυχτιάς, που μετρούσε με τη λόγχη του τα κάστρα τα πανύψηλα!
 
Αλεξανδρίδου Ευρυδίκη 
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»
Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1931
 
Σημειώσεις:
(1) μέγας δομέστικος: το υψηλότερο στρατιωτικό αξίωμα στην ύστερη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο επικεφαλής του στρατού
(2) παρακοιμώμενος: αξίωμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, "φύλακας της βασιλείου κλίνης", περπατούσε πίσω από το βασιλιά, φορούσε σκαραμάγγιο και σπαθί. Ήταν αξίωμα μεγίστης εμπιστοσύνης και δινόταν στους κατ' εξοχήν ευνοούμενους του Αυτοκράτορα και μαζί με τον κουροπαλάτη λάμβανε την εξουσία όταν ο αυτοκράτορας ήταν ανήλικος 
(3) δρουγγάριος: στρατιωτικός βαθμός της ύστερης ρωμαϊκής και βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο διοικητής ενός στρατιωτικού σχηματισμού που ήταν γνωστός ως δρούγγα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου