Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

ΜΠΗΚΑΝ ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ

   
   Τι χινοπωριάτικη ξάστερη βραδιά ήταν εκείνη η βραδιά! Ο ουρανός αφέγγαρος και καταγάλαζιος, ήταν στολισμένος με χίλια μύρια κατάλαμπρα αστέρια, άλλα μεγάλα κι άλλα μικρά, άλλα με σταθερό φως, κι άλλα με τρεμάμενο, κρέμονταν από τον ουράνιο θόλο και φαίνονταν σαν να γλυκομιλούσαν άλλα πλάγι  - πλάγι, σαν ταίρια αγαπημένα, άλλα το ένα πίσω από τ' άλλο, σαν στρατοκόποι (1), κι άλλα κοπαδιαστά δώθε - κείθε, σαν χρυσαφένια πρόβατα μέσα σ' απέραντο λουλουδόσπαρτο λιβάδι, και μέσα σ' όλον αυτόν τον αστερόκαμπο ξεφάνταζε απ' όλα τ' άλλα, σαν αστροβασιλιάς τριπλόσωμος το πλιό (2) λαμπρό απ' όλα, ο υπέρλαμπρος Αποσπερίτης, κρεμασμένος ψηλά στο δύσμα (3), σαν χρυσαφένια καντήλα μπροστά στην εικόνα του Θεού!
   Το χωριό, φωλιασμένο ψηλά στην ράχη, σκεπάζονταν με τα θολά σκοτάδια του απόσπερνου (4)· τα σκυλιά, άλλα αλυχτούσαν, άλλα κλιαφάνιζαν, κι άλλα βάβιζαν (5) από τες φράχτες των αυλών τους ανθρώπους, τα πράμματα και τα σπιτιάρικα γιδοπρόβατα, που περνούσαν στον δρόμο, τα παράθυρα φεγγοβολούσαν, σαν επίγεια αστέρια, και πάνω από τες ράχες και τα ραχοβούνια και κάτω από τα λακκώματα και τες πλαγιές έρχονταν ένα αρμονικό λάλημα κουδουνιών και κυπριών (6) των κοπαδιών, που άλλα κατηφορούσαν, άλλα ανηφορούσαν, κι άλλα ισοδρομούσαν αγάλια - αγάλια προς τ' απόγωνα (7) μαντριά, κι η Σιγαλιά της Νύχτας προχωρούσε, σαν καμαρωμένη Βασίλισσα, απ' όλες τες μεριές, κι έρχονταν να θρονιαστεί στον σκοτεινό της θρόνο.
   Λίγο - λίγο  άρχισαν να παύουν τα γαυγίσματα των σκυλιών, τα χλιμιτρίσματα των φορτηγών, τα μουγκρίσματα των βοδιών, οι φωνές των ανθρώπων, κι ο ποδοβολητός όλης της κινούμενης Πλάσης· και πέρα από την όμορφη ράχη έστησε τον αγέρα ένα χιλιαρμόνιο φλογερολάλημα, σαν θεϊκή ευλογία, σαν να 'βγαινε μέσ' από τα δεντρόφυτα και λουλουδόσπαρτα περιβόλια του Παραδείσου. Νόμιζε κανείς ότι ο Ουρανός από πάνω μ' όλα τ' άστρα του, κι η Γη από κάτω μ' όλα της τα βουνά, τες ράχες, τους κάμπους και τα λακκώματα, στάθηκαν ν' ακούσουν τον νέο Ορφέα.
   Μια σκιά με περπάτημα αέρινο ξέβηκε (8) από το χωριό και προχωρούσε προς τους ήχους της μελωδικής φλογέρας, πλιό γλυκούς από το μέλι του Υμηττού κι από τα σύκα της Ιωνίας. Μιλούσε η μαγική φλογέρα μέσα στην ψυχή του καθενός, που την άκουε κι έλεγε τραγούδια της Αγάπης, παναρμόνια, που δεν μπορούσε ποτέ να ειπεί γλώσσα ανθρώπου και κελάιδημα πουλιού, κι η σκιά προχωρούσε ανάερα προς την όμορφη ράχη. Στάθηκε εκεί. Η φλογέρα έπαψε απότομα, κι η μια σκιά έγιναν δύο. Έπεσε η μια στην αγκαλιά της άλλης και διαδέχτηκαν λόγια φλογερά της Αγάπης το ουράνιο φλογερολάλημα. 
   «Αχ! Λάμπρο μου! Μού σκίζεις την καρδιά μ' αυτή σου την φλογέρα! Άμα την άκουσα, έτρεξα στην αγκαλιά σου, σαν πως τρέχει το διψασμένο αλάφι στην γαργαρόνερη βρύση, για να σβήσει την φλογερή του δίψα».
   «Γκόλφω μου! Ψυχή μου, Γκόλφω! Και τι άλλο με κάνει να λαλάω έτσι την φλογέρα μου, παρά η αγάπη, που σού 'χω, κι ο πόνος που σού τραβώ; Δεν λαλούσα ποτέ μου την φλογέρα έτσι, όπως την λαλάω, αφόντας σε γνώρισα!»
   «Λάμπρο μου! Λεν ότι δεν κρύβεται η Αγάπη, κι είναι αλήθεια ότι δεν κρύβεται. Ανάγκη να βάλεις το γληγορότερο έναν δικό σου να με ζητήσεις από τον πατέρα μου. Φοβούμαι, Λάμπρο μου, μην μάθει ο κόσμος την αγάπη μας κι ύστερα αλίμονο! Το χωρίο θα μού βγάλει τραγούδι, η μάνα μου θα με καταραστεί, κι ο πατέρας μου θα πάρει το ντουφέκι και θα με σκοτώσει, και θα γένει το μολόγημα!»
   «Μην το λες αυτό, Γκόλφω μου! Μην το λες! Είμαι ικανός να γένω θηρίο... να...»
   «Μην πεις τίποτε για την μάνα μου και για τον πατέρα μου, Λάμπρο μου! Δεν θέλω ν' ακούσω από τα χείλια σου κακόν λόγο για τους γονέους μου! Θα μού φανείς άσκημος και θα χάσεις για πάντα την αγάπη μου! Μην πεις τίποτε κακό για την μάνα μου και για τον πατέρα μου!...» 
   «Κι αν η μάνα σου κι ο πατέρας σου δεν θελήσουν να μού σε δώσουν;»
   «Διώξε, Λάμπρο μου, τες κακές ιδέες από τον νου σου! Γιατί ν' αναγορεύεις το κακό, πριν το ιδείς; Μπορεί, όπως λες, να μην σε θελήσουν, αλλά μπορεί και να σε θελήσουν».
   «Καλά το λες, Γκόλφω μου... Ας καλομελετούμε κι ο Θεός βοηθός».
   «Φεύγω, Λάμπρο μου!... Πέρασε η ώρα!»
   «Αχ! Πώς περνούν γλήγορα οι ευτυχισμένες ώρες! Τόσο γλήγορα, σαν να 'ναι καβάλα απάνω στ' άλογο της Αστραπής!»  
   «Καλή νύχτα, ψυχή μου, Λάμπρο!»
   «Καλή νύχτα, ψυχή μου, Γκόλφω!»
   Ξεχωρίστηκαν τα δυο τ' αγαπημένα με την καρδιά βαλαντωμένη απ' αγάπη και πόνο, από ελπίδα κι απελπισιά. Αγάπη και πόνος, ελπίδα κι απελπισιά έβραζαν μέσ' στην καρδιά τους και χούχλαζαν (9) και τούς έκαιγαν τα σωτικά (10) με μιαν αλλιώτικη κάψα, γλυκιά και πικρή.
   Η Γκόλφω ξεπετούσε για το χωριό, κι ο Λάμπρος άρχισε πάλε να λαλάει την φλογέρα, σαν και πριν, αλλά με πλιότερο πάθος και με πλιότερη δύναμη. Όλος ο πόνος του, που αιστάνονταν για την χιλιόκαλλη Γκόλφω του, μεταμορφώνονταν σε μια άρρητη μελωδία, και χύνονταν από την φλογέρα, σαν ξαστερογάργαρο νεράκι βουνίσιας βρυσούλας, σαν μυρωμένο και μαγικό αγέρι, σαν ουράνιος ρυθμός απάνω στες ράχες, στα πλάγια και στα λακκώματα.
 
   Πέρασε ένας ακέριος μήνας έτσι, που ανταμώνονταν κάθε απόσπερνο η Γκόλφω με τον Λάμπρο στο σύδεντρο πλάγι της όμορφης ράχης, χωρίς να τους βλέπει κανείς, και μόνον τ' αστέρια και τα σύννεφα, τα γιδοπρόβατα και τα μαντρόσκυλα τούς έβλεπαν να σφιχταγκαλιάζονται και να γλυκοφιλιούνται, σκεπασμένοι με το μαύρο σιντόνι των σουρουπωμάτων του απόσπερνου, μόνον αυτά, που δεν παραδίνουν ποτέ τους ερωτεμένους στην καταλαλιά (11) του κόσμου.
   Πέρασε ο γλυκός κι ο ήμερος χινόπωρος, και μπήκε ο άγριος και φοβερός χειμώνας, με τα κρύα, με τ' ανεμοβόρια και με τες μεγάλες βροχές. Οι λακκιές και τα ποταμάκια, που ήταν γύρα, άρχισαν να βουίζουν και να κατεβάζουν και να κόβουν κάθε συγκοινωνία, να συμμαζεύεται ο κόσμος τ' απόσπερνα στο χωριό βασίλεμα ηλιού, και να μη βγαίνει με τα σουρουπώματα τ' απόσπερνου καμιά σκιά για τα πλάγια της όμορφης ράχης, κι ούτε να χύνει τους μαγικούς ήχους της η μαγική φλογέρα του πιστικού. Τα σουρουπώματα, συννεφιασμένα και θλιβερά, χωρίς κανένα αστέρι να λάμπει πλιά στον ουρανό, η Γκόλφω βρίσκονταν κλεισμένη στο σπίτι, χωρίς να 'χει καμιά αφορμή να βγει έξω από την αυλόθυρά της, κι ο Λάμπρος περιορισμένος στο μαντρί με τα γιδοπρόβατα, μαντρισμένα, κι έλεγαν κι οι δυο ο ένας μακρυά από τον άλλον:
   «Αχ! Πότε να φύγει ο άχαρος χειμώνας, για ν' ανταμωνόμαστε πάλε  τα σουρουπώματα του απόσπερνου στα πλάγια της όμορφης ράχης!»
   Μια νύχτα, νύχτα σκοτεινή κι ήσυχη, που είχαν κουραστεί να παλεύουν στήθος με στήθος τα στοιχειά του Χειμώνα, και χύνονταν μια γαλήνη στην ανεμοδαρμένη και νεροποντισμένη γη, ένα φλογερολάλημα υψώθηκε στην σιγαλιά του μεσονυχτιού ως τ' αστέρια, κι η Γκόλφω, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον πόνο της αγάπης και ξαγρυπνούσε κουβεντιάζοντας με το φάντασμα του Λάμπρου, αλαφιάστηκε και πετάχτηκε απάνω από το στρώμα. Αφηκριέται (12). Ήταν η φλογέρα του Λάμπρου της! Δεν λαλούσε, σαν και πριν, παθητικά, μελαγχολικά, ήμερα, γλυκά, αλλά λαλούσε άγρια και φοβερά, σαν να κιντύνευε αυτός και το μαντρισμένο κοπάδι! Αφηκριώνταν, αφηκριώνταν με πόνο και λαχτάρα κι ένιωθε στην καρδιά της μαχαίρια, κι αιστάνονταν να τής δαγκάνουν φίδια τα σωτικά της. Αφηκριώνταν, αφηκριώνταν και τής γένονταν λόγια στ' αυτιά της οι εναγώνιοι ήχοι της φλογέρας!
   Ξαναφηκριέται και πάλε η φλογέρα τής έλεγε καθαρά και ξάστερα:
Έβγα, Γκόλφω μ' , στον πλοκό (13),
Έχω λόγο να σού ειπώ,
Να τον πεις του κύρη σου,
Να τον πεις της μάνας σου,
Μπήκαν κλέφτες στο μαντρί,
 Κι άρπαξαν το Λαγιαρνί,
Πο 'χει το χρυσό μαλλί,
Τ' ασημένιο κέρατο...
Αχ! Προβατάκια μ'!
Αχ! Γιδαράκια μ'!
Λαγιαρνί μου!
Παν, μανούλα μ', παν!
   Σαστισμένη η Γκόλφω απ' τα λόγια της φλογέρας που έσκιζαν τα σκοτάδια της νύχτας, ξυπνάει τον πατέρα της, ξυπνάει την μάνα της και τους λέει μ' απελπισιά:
   «Μπήκαν κλέφτες στο μαντρί!»
   «Ποιος σού το είπε, κόρη μου;» την ρωτάει ο πατέρας της.
   «Μπήκαν κλέφτες στο μαντρί. Η φλογέρα το λαλεί».
   Κι ενώ έλεγε αυτά στους γονέους της η Γκόλφω, εξακολουθούσε η φλογέρα  να κλαίει, να κλαίει μ' απελπισιά.
   Παίρνει ο πατέρας της Γκόλφως  το ντουφέκι του, φωνάζει το χωριό, παίρνουν κι οι χωριανοί τ' άρματά τους και τρέχουν - τρέχουν στο μαντρί και βρίσκουν τους κλέφτες μαγεμένους από τους ήχους της φλογέρας του Λάμπρου, που λάλαε και ξαναλάλαε κι έλεγε στην Γκόλφω:
Έβγα, Γκόλφω, στον πλοκό!
Έχω λόγο να σού ειπώ,
Να τον πεις του κύρη σου,
Να τον πεις της μάνας σου,
Μπήκαν κλέφτες στο μαντρί...
    «Φτάνει πλιά!» είπε ο αρχηγός των κλεφτών. «Σηκωθείτε να πάρωμε το κοπάδι και να φύγωμε! Μάς μάγεψε  με την φλογέρα του αυτός ο πιστικός. Σηκωθείτε, γιατί αργήσαμε!»
   «Λίγο ακόμα,  καπετάνιε! Λίγο ακόμα και σηκωνόμαστε!» είπαν τα παλικάρια, μεθυσμένα από το φλογερολάλημα του Λάμπρου.
   Στην στιγμή, μια ομοβροντία έπεσε απάνω στους κλέφτες. Ήταν ο πατέρας της Γκόλφως κι οι χωριανοί του, που την έριξαν. Πέντε λαβωμένοι και τρεις σκοτωμένοι μαζί με τον καπετάνιο! Κι έτσι:
Γλιτώσανε τα πρόβατα,
Γλιτώσανε τα γίδια,
Γλίτωσε και το λαγιαρνί,
Της στάνης το καμάρι,
Που 'χε ασημένιο κέρατο
 Και το μαλλί χρυσάφι...
   Χρειάζεται να το πούμε τώρα για να τελειώσει η ιστορία;
   Ας το πούμε!
   Την άλλη την ημέρα ο πατέρας της Γκόλφως είπε στον Λάμπρο:
   «Λάμπρο! Έχω την ευχαρίστηση να σε κάνω... παιδί μου!»
   «Κι εγώ... πατέρα μου!»
   Κι ύστερα απ' αυτά τα λόγια αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σαν πατέρας με παιδί.
 
Χρηστοβασίλης Χρήστος
 «Ημερολόγιο Σκόκου», Αθήνα 1918
 
Λεξιλόγιο:
(1) στρατοκόπος: οδοιπόρος, αυτός που περπατά 
(2) πλιό: πιο 
(3) (το) δύσμα: η δύση 
(4) (το) απόσπερνο: το δειλινό 
(5) βαβίζω: μουγκρίζω 
(6)  (το) κυπρί: μεγάλο χάλκινο κουδούνι που φορούν τα αιγοπρόβατα
(7) απόγωνος: απάγκιος, αυτός που δεν τον πιάνει ο αέρας 
(8) ξεβαίνω: βγαίνω από κλειστό σε ανοιχτό χώρο, απομακρύνομαι, ξεπροβάλλω
(9) χουχλάζω: κοχλάζω 
(10) σωτικά: σωθικά
(11) καταλαλιά: συκοφαντία, κατακραυγή 
(12) αφηκριέμαι: αφουγκράζομαι, εντείνω την προσοχή μου
(13) πλοκός: φράχτης, χώρισμα κήπου συνήθως από βάτους που λόγω των αγκαθιών τους είναι αδιαπέραστοι από ανθρώπους και ζώα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου