Κυριακή 7 Μαΐου 2023

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ

  
   «Κόσμος χαλάει απόψε  στ' Αρτεμέικα. Βιολιά και λαγούτα, χορός και τραγούδια, αχ μανούλα μου. Παντρεύουν την Αννιώ την καλογριά με του μακαρίτη του Παπαρτέμη το γιο».
   «Και ξέρεις σήμερ' αύριο θα χειροτονηθεί κι αυτός παπάς».
   «Ναι το ξέρω, γι' αυτό βιάστηκε να κάμει και το γάμο».
   «Γάμος και τούτος, πρωτάκουστος!»
   «Δε βαριέσαι, τι έχει, καλός κι άξιος είναι. Η Αννιώ έκανε την καλύτερη δουλειά και πέταξε τα ράσα, κορίτσι σαν τα κρύα νερά, γεμάτο ευρωστία κι ομορφάδα πήγε και μπαμπουλώθηκε κάτω από το μαύρο μαντήλι και φόρεσε και τη μακριά πόλκα (1) ως κάτω στον αστράγαλο, κουταμάρα της μεγάλη».
   «Δε φταίει αυτή, κορίτσι πράμα, ξεγελάστηκε. Φταίει εκείνος ο ψευτοκαλόγερος που την πήρε στο λαιμό του, όπως πήρε και τόσα άλλα κορίτσια, νοικοκυροπούλες, που άλλες χτικιάσανε από τις νηστείες κι άλλες γίνηκαν νευρικές απ' την κλεισούρα, όπως καλή ώρα η Ελένη».
   «Μα οι πιο έξυπνες, όπως η Μαριγούλα του Παυλή, πήγανε στ' αδέρφια τους στην Αμερική κι είδανε πώς ζει ο κόσμος. Την είδα τις προάλλες στην εκκλησιά με στόφα (2) μεταξωτή, με φέσι, μωρέ μάτια μου, κι ο αρραβωνιαστικός στο πλάι της, ένας λεβέντης ως εκεί απάνω, από κει που είχε φύγει  κιτρινιάρα και μαυροφορεμένη...»
   Αυτά λέγανε ο Αλέκος με τη γυναίκα του, τρώγοντας κάτω από το υπόστεγο της καλύβας τους το ήσυχο εκείνο καλοκαιρινό βράδυ του Αυγούστου.
   «Η Αννιώ στάθηκε πιο έξυπνη απ' όλες και χωρίς να πάει στην Αμερική το 'κανε το θάμα της. Του κάκου πάσκισε η φιλενάδα της η Ελένη ναν τήνε σταματήσει, μπάρε μου (3), να μην παντρευτεί μια κι είχε φορέσει κι αυτή το ράσο, και για την ψυχή της αλλά και για το ρεζιλίκι του κόσμου».
   «Η Ελένη; Τι λες εκεί, γι' αυτό τις άλλες σήκωσε όλο το χωριό στο πόδι από τις φωνές και τα σκουξίματα. Σα ναν τη σκότωναν μούγκριζε και τιναζότανε χεροπόδαρα. Την έπιασε το νευρικό, που την πιάνει, και την τράνταξε».
   «Μού 'λεγε η Χρίσταινα πως οι συγγενείς της φωνάξανε το γιατρό και τους είπε ότι είναι στερικιά, όλο τα ίδια τους λέει, μα τι θα πει στερικιά;... Και το παθαίνει γιατί περιόρισε το φυσικό, μαθές. Αλλ' αυτή σαν ήρθε στα σύγκαλά της έλεγε πως είναι δαιμονική πείραξη, και πως έτσι πείραζε τους Αγίους ο οξ' αποδώ».
   «Κολοκύθια. Παντρειά θέλει κι όλα θαν τής περάσουνε», λέει ο Αλέκος. «Όλα τα θεραπεύει βλέπεις αυτούν' η παντρειά, παναθεμάτηνε. Κοντζάμ νταρντάνα που αν έστυβε την πέτρα θα τής έβγαζε ζουμί, κάθεται να διαβάζει την αμαρτωλή σωτηρία, κλεισμένη σε μια κάμαρη, και να μετράει τις χάντρες  του κομπολογιού!»
   «Είδες όμως αν και καλογερεύανε μαζί, τρία χρόνια τώρα, η Αννιώ φαινότανε πάντα πιο σκεφτικιά και διάβαινε χαμηλοβλέποντας με τη μπαμπούλα ριγμένη χαμηλά και τα χέρια της σταυρωμένα μές απ' τα φαρδομάνικα της πόλκας της. Ωστόσο  τα 'φτιαξε με το παπαδοπαίδι η καλή σου χωρίς να το πάρουμε μυρουδιά».
   «Αμ από κάτι τέτοιες να φοβάσαι...»
 
   Το βραδινό απαλό αεράκι, που ανάλαφρα γλιστρούσε μες απ' τ' αμπελόφυλλα της τρυγημένης σταφίδας, σκόρπιζε τους ήχους των βιολιών και τα ξεφωνητά των τραγουδιών στη βραδινή γαλήνη του χωριού. Κι ήταν μια νύχτα φεγγαρόλουστη και γλυκιά, λες κι ο ουρανός με τ' αστέρια του γιόρταζε, γιατί η φύση, η μεγάλη και σοφή, κέρδιζε για εκατομμυριοστή φορά τη νίκη της και κυριαρχικά παραμέριζε τη στενοκέφαλη θρησκοληψία των ανθρώπων για να στήσει το θρόνο της αλήθειας της, της απέραντης θρησκείας, στη νεοφώτιστη τώρα ψυχή της πλανεμένης από την κουταμάρα της Αννιώς. Γι' αυτό στη στέγη του σπιτιού, που απόψε γινόταν ο γάμος, καθώς και στην αυλή και στο χαγιάτι, το φεγγάρι σπάταλα έριχνε τ' ασημένια του νάματα και πλημμύριζε τον τόπο γύρω ως τις απόμακρες γωνιές. Μα κι ο Αλέκος ήπιε κάτι παραπάνω κείνο το βράδυ στην υγειά της Αννιώς και του γαμπρού, κι ας μην τον είχανε καλέσει στο γάμο. Τι, όλο το χωριό πια θα καλνούσανε! Κι έτσι λίγο στο κέφι καθώς ήτανε έλεγε στη γυναίκα του:
   «Άντε, μωρέ γυναίκα, σα δε σε πήρε και σένα το ρέμα της καλογεροσύνης και σ' έχω τώρα και σε χαίρομαι, λεβέντισσα».
   «Όρεξη έχεις λέω 'γω...» τού απαντούσ' εκείνη χαμογελώντας. Και δεν ακούστηκαν διόλου κείνο το βράδυ ούτε του γκιώνη το κρώξιμο ούτε της κουκουβάγιας το νιαούρισμα, που σχεδόν κάθε βράδυ τάραζαν τη γαλήνη της εξοχής δίνοντάς της έναν τόνο μελαγχολικό. Λες και τα νυχτοπούλια πήγαν και κούρνιασαν στις τρύπες τους φοβισμένα στο άκουσμα της απροσδόκητης χαράς που γέμιζε τον αέρα με τον τρανταχτό της αντίλαλο, και μ' ένα δικαίωμα αναμφισβήτητο, διώχνοντας της νύχτας τα φαντάσματα, θριαμβευτικά περνούσε αυτή, η χαρά, ακολουθούμενη  από τα καλόκαρδά της τ' αδέρφια: την αγάπη, το γέλιο, το τραγούδι, το μεθύσι.
   «Ακούς τον παλιοκαλόγερο τι πήγε να κάνει; Ήρθε σ' αυτό τον κουτότοπο και μάς πέρασε για Άγιος. Τις μάζεψε όλες σ' ένα σκοταδιερό του κάστρου, κι εκεί τις δασκάλεψε ότι όλα είναι μάταια, πως τα σκουλήκια θα μάς φάνε, πως μέσα σ' όλα τα πράματα της ζωής είναι κρυμμένος ο οξ' αποδώ, πως πρέπει να τυραννάμε το σώμα μας κι η κοιλιά μας να παίζει ταμπουρά».
   «Δεν τ' αφήνεις τώρα, τα ξέρουμε».
   Μα ο Αλέκος που 'χε όρεξη για λίμα (4) εξακολουθούσε.
  «Τι να σού πω, βρε γυναίκα, μ' αυτά τα λίγα γραμματάκια που ξέρω, τόνε κατάλαβα τι θεομπαίχτης είναι. Μια μέρα, για να τούς δείξει πώς είναι ο χάρος τι έκατσε κι έφτιασε; Σ' ένα ραβδιστήρι μακρύ κάρφωσε απάνω μια νεκροκεφαλή κι έριξε ένα μαύρο πανί ως κάτω και είχε ειδοποιήσει ένα παιδί την ώρα που θα τους έλεγε και “θ' ανοιχτούν οι θύρες της κόλασης και τότε εκείνος θα έλθει να ζητήσει τις ψυχές μας” ν' ανοίξει μια παράμερη πόρτα και να φανερωθεί, μα να βαστάει ψηλά το ξύλο κι αυτός να 'ναι από κάτω σκεπασμένος και να το περπατάει μες στο σκοταδιερό! Έτσι κι έγινε. Των κοριτσιών κόπηκε το αίμα, μια έγκυος που πήγε κι αυτή ν' ακούσει το λόγο του Θεού απόβαλε, και το μικρό αδερφάκι της Βαγίτσας, που το 'χε πάρει μαζί της, έπαθε συγκοπή  και πέθανε το κακόμοιρο».
   «Τα ξέρω, τα ξέρω».
   «Κάποιος μού 'λεγε πάλι τις άλλες πως έχει στο κελί του δυο τρεις απ' αυτές τις δόκιμες καλογριούλες και τούς λέει να κοιμούνται κάθε βράδυ στην κάμαρά του έτσι για να νικάνε, λέει, της σάρκας τον πειρασμό. Ακούς εσύ πράματα, γυναίκα μου;»
   «Φτου στον κόρφο μου, με κόλασες απόψε με δαύτονε. Πάψε πια γιατί μού φούσκωσε το πλεμόνι μου. Τι τόνε φυλάνε και δεν τόνε τσακίζουνε;»
   «Το 'παν στο δεσπότη και τον έστειλε στο μοναστήρι μακριά εξορία».
   «Στον αγύριστο, στον αμελέτητο να πάει».
   Αυτή τη στιγμή περνώντας  ο κουμπάρος ο Πανάγος σταμάτησε να τούς πει μια καλησπέρα. Είχε πάει κι αυτός στο γάμο κι η κουβέντα, όπως ήταν φυσικό, γύρ' απ' αυτόν αρχίνησε. «Πανηγύρι τρικούβερτο, καίγεται το σπίτι. Τι σφαχτά, τι γλέντι!... Παπαδόγαμος σωστός. Όλ' οι παπάδες, απ' τη χώρα, απ' το μοναστήρι ο Παπά Στέλιος, ο διάκος τ' Άη Δημήτρη κι ο γέρο παπά - Φράγκος θέριεψε κι αυτός. Να δείτε χορό που κάνουνε, ανεμίζονται τα ράσα τους, πετάνε τα καβάδια (5) τους,  τα μαλλιά τους κολλήσανε στο σβέρκο τους απ' τον ιδρώτα. Κόσμο χαλάνε, ακούτε τα τραγούδια; Αυτουνών είναι, βγάζουνε το άχτι τους».
   «Καλά κάνουνε. Να ζήσουνε οι νιόνυφοι και να καλογεράσουνε. Να κάνουνε και μια στάνη παιδιά. Όσο για τους παπάδες, ας ξεσκάσουνε κι αυτοί. Βλέπεις το φυσικό του ανθρώπου ένα είναι και στους παπάδες και σε μάς τους λαϊκούς».
   «Καλό και τούτο, πρώτη μου φορά τ' άκουσα να χορεύουν κι οι παπάδες», λέει η γυναίκα του Αλέκου. «Πώς κατάντησε ο κόσμος! Άει αύριο να πάρεις κι αντίδωρο απ' το χέρι τους. Αμ δε!»
   
   Το φεγγάρι τ' ολόγιομο αφού πέρασε απ' όλες τις ρεματιές, τ' αμπέλια, τις αμμουδιές και σκόρπισε μαζί με το ευλογημένο του φως και τη χαρμόσυνη είδηση πάνω από στεριές και θάλασσες, πήγε τώρα πίσω απ' τα βουνά να ξαποστάσει σε καμιά απόμερη γωνιά τ' ουρανού. Έτσι σιγά σιγά το χωριό βυθίστηκε σ' ένα γλυκύτατο κι απαλό σκοταδάκι. Στον αέρα πλανιόντανε ακόμη οι τελευταίοι ήχοι του βιολιού και του λαγούτου κι όλοι κείνοι που γλέντησαν με την καρδιά τους στο πανηγύρι της αγάπης, γύριζαν στα σπίτια τους να κοιμηθούνε αφήνοντας χίλιες καλές ευχές στο ταιριασμένο ζευγάρι.
   Αργά, πολύ αργά, κατά τα ξημερώματα, που όλοι είχαν αποκοιμηθεί, από το σπίτι της Ελένης της καλόγριας ακούστηκαν μουγκρητά κι ύστερα φωνές άγριες και σπαραχτικές, που έκαναν τους ξενυχτισμένους γειτόνους να ξεπεταχτούνε τρομαγμένοι, μόλις λίγη ώρα τον είχανε πάρει. Την είχε πιάσει το νευρικό που την έπιανε, η διαβολική πείραξη. Απόψε βρέθηκε;
   Τ' άκουσε κι η Αννιώ, που γλυκά είχ' αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του αντρός της.
   Και σα μέσα σ' όνειρο ψιθύρισε, σα να παραμιλούσε.
   «Άμοιρη Ελένη! Αφού ο Κύριος ευλόγησε το γάμο, τι κάθεσαι κουτή και σκούζεις άδικα;...»
 
Ταρσούλη Αθηνά
Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 778 - 779, Αθήνα 1918 
 
Λεξιλόγιο:
(1) πόλκα: μακριά ζακέτα
(2) στόφα: είδος πολυτελούς υφάσματος με ανάγλυφα σχέδια που χρησιμοποιείται συνήθως σε ταπετσαρίες
(3) μπάρε μου: τότε, τουλάχιστον, φίλε μου
(4) λίμα: φλυαρία 
(5) καβάδι: μακρύ ένδυμα ανοικτό κατακόρυφα ή σταυρωτό, με άλλοτε στενά κι άλλοτε φαρδιά μανίκια, το οποίο φοριόταν τα παλαιότερα χρόνια πάνω από τη βράκα και το πουκάμισο κι ήταν φτιαγμένο από ριγωτό βαμβακερό ή στολισμένο με χρυσαφί ύφασμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου