Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

Ο ΛΥΚΟΣ

   

Να τι μάς διηγήθηκε ο γερο - μαρκήσιος Ντ' Αρβίλ, ύστερα απ' το δείπνο στο Σαιν - Υβέρτ, στο σπίτι του βαρώνου ντε Ρεβέλ:
   Είχανε κυνηγήσει ένα ελάφι τη μέρα εκείνη. Ο μαρκήσιος ήταν ο μόνος απ' τους καλεσμένους που δεν είχε λάβει μέρος σ' αυτή την καταδίωξη, ποτέ του δεν κυνηγούσε.
   Σ' όλη τη διάρκεια του δείπνου δε μιλήσανε για τίποτε άλλο παρά μόνο για το κυνήγι. Οι γυναίκες μάλιστα δείχνανε εξαιρετικό ενδιαφέρον για τις αιμοχαρείς διηγήσεις, που ήταν σχεδόν απίστευτες, και οι ομιλητές παρουσίαζαν παραστατικά τις επιθέσεις και τις μάχες των ανθρώπων με τα ζώα με έντονες χειρονομίες και όλα αυτά τα διηγούνταν με βροντερή φωνή.
   Ο κύριος Ντ' Αρβίλ μιλούσε όμορφα, λίγο ποιητικά, λίγο βραχνά, και τους ικανοποιούσε όλους. Ήταν φανερό πως τον ευχαριστούσε να επαναλαμβάνει όσο το δυνατόν συχνότερα αυτή την ιστορία,γιατί την διηγούνταν χωρίς παύση, χωρίς δισταγμούς για τις λέξεις που έπρεπε να χρησιμοποιήσει, με παραστατικότητα προκειμένου να κάμει εντύπωση.
   «Κύριοι, εγώ ποτέ μου δεν κυνήγησα, ο πατέρας μου λιγότερο και ακόμα λιγότερο ο προπάππος μου. Αυτός ο τελευταίος ήτανε γιος ενός ανθρώπου που κυνήγησε περισσότερο απ' όλους σας. Πέθανε στα 1764 και θα σάς εξηγήσω με ποιον τρόπο. Τον έλεγαν Ζαν ήτανε παντρεμένος και πατέρας ενός μονάκριβου παιδιού, του προπάππου μου, και κατοικούσε με τον δευτερότοκο τον αδερφό του Φρανσουά Ντ' Αρβίλ στον πύργο της Λωραίνης που βρίσκεται στη μέση του δάσους. 
   »Ο Φρανσουά Ντ' Αρβίλ δεν είχε παντρευτεί εξαιτίας της αγάπης που έτρεφε για το κυνήγι. Κυνηγούσανε μαζί και τα δυο αδέρφια απ' την αρχή ως το τέλος της κάθε χρονιάς χωρίς να ξεκουράζονται καθόλου, χωρίς να σταματούν, χωρίς να βαριούνται. Δεν είχαν άλλα ενδιαφέροντα παρά μόνο το κυνήγι, δεν καταλάβαιναν τίποτ' άλλο παρά μόνο αυτό, γι' αυτό μιλούσαν και γι' αυτό ανέπνεαν. Είχανε ριζωμένο βαθιά στην καρδιά τους αυτό το φοβερό πάθος. Αυτό τούς αναζωογονούσε, τούς είχε κυριέψει και δεν άφηνε τόπο για κανένα άλλο αίσθημα.
    »Είχανε απαγορεύσει να τούς ανησυχούν για οποιοδήποτε λόγο την ώρα που κυνηγούσαν. Ο προπάππος μου μάλιστα γεννήθηκε την ώρα που ο πατέρας του κυνηγούσε μια αλεπού κι ο Ζαν Ντ' Αρβίλ, μόλις έμαθε για τη γέννηση του γιου του, όχι μόνο δεν άφησε το κυνήγι του, αλλά βλαστήμησε κιόλας για την ενόχληση: “Αυτός ο μικρός παλιάνθρωπος μπορούσε να περιμένει λίγο!”
   »Ο αδερφός του ο Φρανσουά έδειχνε για το κυνήγι περισσότερο πάθος απ' αυτόν. Από τα χαράματα πήγαινε να επιθεωρήσει τα σκυλιά, ύστερα τ' άλογα κι έπειτα πήγαινε και κυνηγούσε πουλιά γύρω απ' τον πύργο μέχρι την ώρα που θα 'φευγε για να κυνηγήσει κανένα αγρίμι.
   »Στα μέρη τους τούς αποκαλούσανε: «ο κύριος Μαρκήσιος» και «ο κύριος Δευτερότοκος». Οι ευγενείς τότε δε μοιάζανε με τους ευγενείς της εποχής μας που θέλουν να διατηρήσουν στους τίτλους ευγενείας μια ιεραρχία που θα πηγαίνει από γενιά σε γενιά· κι είναι φυσικό, γιατί ο γιος του μαρκήσιου δε γίνεται πια κόμης ούτε ο γιος του υποκόμη βαρώνος, ούτε ο γιος του στρατηγού είναι συνταγματάρχης απ' της μάνας του την κοιλιά. Αλλά η μικροφιλοδοξία κερδίζει αυτούς τους ανθρώπους.
   »Ξαναγυρίζω στους προγόνους μου. Ήταν, καθώς φαίνεται, υπερβολικά ψηλοί, αδύνατοι, τριχωτοί και γεμάτοι ορμή όπως ταιριάζει σε παλικάρια. Ο μικρότερος, που ήταν ακόμη πιο ψηλός απ' τον μεγάλο, είχε μια τόσο δυνατή φωνή που, αν λάβουμε υπόψη τη φήμη της που γι' αυτήν υπερηφανευόταν, όλα τα φύλλα του δάσους σείονταν σαν εφώναζε. Κι όταν στη σέλα καθότανε κι οι δυο τους για το κυνήγι, ήταν μια εξαιρετική απόλαυση να βλέπει κανένας αυτούς τους δύο γίγαντες να ιππεύουνε.
   »Στη μέση, λοιπόν, του χειμώνα του 1764 μεγάλες παγωνιές πιάσανε κι οι λύκοι στα δάση αγριέψανε. Έκαναν επιθέσεις στους χωρικούς που είχαν αργοπορήσει να γυρίσουν απ' τα χωράφια, τη νύχτα τριγυρίζανε γύρω απ' τα σπίτια, ουρλιάζανε απ' το βασίλεμα ως την ανατολή του ήλιου κι άρπαζαν τα ζώα απ' τις στάνες. Κι ύστερα από λίγο μια φήμη εξαπλώθηκε στην περιοχή. Όλοι μιλούσανε για έναν γιγάντιο λύκο με γκρίζο τρίχωμα, το οποίο σ' ορισμένα σημεία άσπριζε, για έναν λύκο που είχε ήδη κατασπαράξει δυο παιδιά, είχε κατακομματιάσει το χέρι μιας γυναίκας και είχε πνίξει όλα τα μαντρόσκυλα της περιφέρειας, ένα θηρίο που άφοβα έμπαινε σ' όλες τις αυλές για να πάει να μυριστεί κάτω απ' τις πόρτες. Όλοι οι χωρικοί βεβαιώνανε πως είχαν ακούσει την αναπνοή του που έκανε και τους λύχνους να τρεμοσβήνουν. Και σιγά - σιγά η φήμη για τη δράση του θηρίου είχε εξαπλωθεί σε όλη την επαρχία. Ποιος τολμούσε μετά να βγει έξω μόλις βράδιαζε; Το σκοτάδι φαινόταν ένα με τη μορφή του τρομερού αυτού ζώου. 
   »Οι αδερφοί Ντ' Αρβίλ διαβεβαίωναν τους πάντες ότι θα βρουν και θα σκοτώσουν το θηρίο και γι' αυτό το σκοπό διοργάνωσαν μεγάλες κυνηγετικές εξορμήσεις, στις οποίες καλέσανε όλους τους ευγενείς της χώρας. Μα όλες απέβησαν άκαρπες. Άδικα κυνηγούσανε σ' όλα τα γύρω δάση, στα χαμένα αναστάτωσαν όλους τους θάμνους, πουθενά δεν τον εύρισκαν. Ναι, σκότωσαν αρκετούς λύκους, μα όχι εκείνον! Και το ζώο, κάθε νύχτα που το κυνήγι τελείωνε, σαν να το 'κανε για εκδίκηση, είτε έκανε επίθεση σε κάποιους χωρικούς είτε κατασπάραζε κανένα πρόβατο ή γίδι, αλλά πάντα μακριά απ' τον τόπο που το αναζητούσαν.
   »Ένα βράδυ μάλιστα μπήκε στο στάβλο των χοίρων του πύργου των Ντ' Αρβίλ κι έφαγε τα δύο πιο παχιά, τα πιο διαλεχτά γουρούνια. Τα δυο αδέρφια άναψαν από οργή, γιατί θεωρήσανε αυτή την επίθεση σαν μια πρόκληση σχεδόν ανθρώπινη του τέρατος, μια άμεση προσβολή, μια περιφρόνηση προς τους ίδιους. Ξαναρχίσανε τις κυνηγετικές εξορμήσεις, θέτοντας σ' εφαρμογή όλες τους τις ανιχνευτικές ικανότητες, που είχαν αποκτήσει σε βάθος χρόνου κυνηγώντας και τα πιο επικίνδυνα ζώα, ρίχτηκαν και πάλι στο κυνήγι με ακόμη μεγαλύτερο πάθος και μανία. Από την αυγή ως την ώρα που ο ήλιος βασίλεψε και πορφύρωσε πίσωθέ του τα ψηλά γυμνά δέντρα κυνηγούσανε τ' αγρίμι, μα χωρίς να βρούνε πουθενά κάποιο ίχνος του. Κι οι δυο, τέλος, ξαναμμένοι απ' την οργή και γεμάτοι λύπη πήραν την απόφαση να ξαναγυρίσουν στον πύργο, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που είχαν πάρει το πρωί, μέσα από ένα μονοπάτι τριγυρισμένο από θάμνους, κι ήταν θυμωμένοι που οι ικανότητές τους  δεν έπιαναν μία μπροστά στην πονηριά του λύκου, ενώ τούς είχε κυριέψει κι ένας ξαφνικός μυστηριώδης φόβος.
   »Ο πρωτότοκος είπε κάποια στιγμή: “Αυτό το ζώο δεν είναι καθόλου απ' αυτά που έχουμε συνηθίσει να κυνηγάμε. Θα 'λεγε κανένας πως σκέφτεται σαν άνθρωπος”.
   »Ο μικρότερος αποκρίθηκε: “Θα 'πρεπε ίσως να ευλογήσουμε καμιά σφαίρα με τη βοήθεια του ξαδέρφου μας του δεσπότη ή να καλέσουμε έναν παπά να μάς διαβάσει καμιά ευχή”. 
   »Ύστερα σώπασαν. Ο Ζαν πάλι είπε: “Κοίταξε τον ήλιο! Φαίνεται σαν να 'ναι ματωμένος. Νιώθω πως ο μεγάλος λύκος θα κάμει κάποιο κακό τούτη τη νύχτα”. Δεν είχε ακόμη προλάβει να τελειώσει το λόγο του, όταν τ' άλογό του αφήνιασε ξαφνικά, ενώ τ' άλογο του Φρανσουά άρχισε να χρεμετίζει ξαναμμένο. 
   »Ένα πλατύ αυλάκι σκεπασμένο με ξερά φύλλα ανοίχτηκε μπροστά στα μάτια τους κι ένα γιγάντιο ζώο γκρίζο ήταν ξαπλωμένο μέσα σ' αυτό, μα μόλις τούς πήρε χαμπάρι εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος. Τα δυο αδέρφια αφήσανε ταυτόχρονα μια κραυγή χαράς, σκύψανε μπροστά πάνω στον τράχηλο των μεγαλόσωμων αλόγων τους και τα πιέσανε να τρέξουν μπροστά, σπρώχνοντάς τα μ' όλο τους το σώμα σ' έναν ξέφρενο καλπασμό, παροτρύνοντάς τα, τραβώντας τα,  ερεθίζοντάς τα με τις φωνές, τις χειρονομίες και τα σπιρούνια, έτσι που οι θαρραλέοι αναβάτες φαινόντουσαν σαν να έσπρωχναν τα βαριά ζώα και να τα σήκωναν ψηλά σαν για να πετάξουν.
   »Κάλπαζαν έτσι με των αλόγων τις κοιλιές σχεδόν ν΄ακουμπούν στο χώμα, κόντρα στον άνεμο, περνώντας μέσ' από χαράδρες, σκαρφαλώνοντας σε λόφους, κατηφορίζοντας από υψώματα, ανεβαίνοντας σ' απόκρημνα μονοπάτια, σαλπίζοντας με τα βούκινα μ' όλη τη δύναμη των πνευμονιών τους για να καλέσουνε κι άλλους άντρες κυνηγούς με τα σκυλιά τους.
   »Και να! Μέσα στον ξέφρενο καλπασμό του ο παππούς μου χτύπησε κατά μέτωπο πάνω σ' ένα γιγάντιο κλαδί που τού 'σχισε σε δυο κομμάτια το κρανίο. Έπεσε ακαριαία στο χώμα νεκρός, ενώ τ' άλογό του εξαφανιζότανε αφηνιασμένο μέσα στο πυκνό σκοτάδι που σκέπαζε το δάσος. Ο μικρότερος Ντ' Αρβίλ σταμάτησε αμέσως τ' άλογό του, ξεπέζεψε, έτρεξε προς τον αδερφό του, άρπαξε μέσα στα δυο του χέρια το νεκρό κορμί κι είδε -αλίμονο!- πως τα μυαλά του τρέχανε απ' την πληγή μαζί με τα αίματα.
   »Κάθισε τότε σε μια πέτρα πλάι στο νεκρό κουφάρι του αδερφού του, ακούμπησε το παραμορφωμένο και καταματωμένο κεφάλι πάνω στα γόνατά του κι έμεινε ακίνητος και σιωπηλός, παρατηρώντας τη χλωμή και παγωμένη όψη του. Και ξάφνου ένας φόβος τον κυρίεψε, ένας αλλόκοτος φόβος που ποτέ δεν είχε νιώσει μέχρι τότε, ο φόβος για το σκοτάδι της νύχτας, ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος για το ερημικό δάσος και πιο πολύ ο φόβος για τον λύκο που θα ερχόταν να κατασπαράξει τον αδερφό του για να τους εκδικηθεί.
   »Το σκοτάδι πύκνωσε κι ο διαπεραστικός αέρας έκανε τα δέντρα να τρίζουν. Ο Φρανσουά σηκώθηκε πάνω ανατριχιάζοντας. Δε μπορούσε να μείνει άλλο σ' εκείνο το μέρος κι ένιωθε πως ήταν έτοιμος να τρελαθεί. Στ΄αυτιά του δεν έφτανε πια κανένας ήχος, ούτε τα γαυγίσματα των σκυλιών ούτε ο ήχος απ' τα βούκινα, τα πάντα όλα ήταν γι' αυτόν σιωπηλά μέσα στο δάσος.  Κι αυτή η λυπητερή σιωπή της παγωμένης βραδιάς είχε κάτι το φρικιαστικό και το παράξενο.
  »Άρπαξε μέσα στα στιβαρά του χέρια το κουφάρι του Ζαν και το ξάπλωσε φαρδύ πλατύ πάνω στη σέλα για να το μεταφέρει στον πύργο. Ύστερα άρχισε να κινείται αργά με την ψυχή του ταραγμένη σαν μεθυσμένος, ενώ τον κυρίευαν οι πιο τρομερές κι απροσδόκητες οπτασίες.
   »Και ξάφνου μέσα στο σκοτεινό μονοπάτι διέκρινε μια μεγάλη σκιά να περνάει. Ήτανε το ζώο. Ένα ρίγος συντάραξε τον κυνηγό. Μια σταγόνα κρύου ιδρώτα κύλησε στη ραχοκοκκαλιά του και σαν τον καλόγερο, που 'χει πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο, σταυροκοπήθηκε ταραγμένος από την αναπάντεχη επιστροφή του τρομερού περιπλανώμενου θηρίου. Μα τα μάτια του πέσανε πάλι στο άψυχο σώμα που 'χε πλαγιασμένο μπροστά του και τότε, με τα συναισθήματά του να μεταλλάσσονται απότομα από φόβο σε οργή, μια λύσσα ανεξέλεγκτη τον έπιασε. Σπιρούνισε ευθύς αμέσως τ' άλογό του και ρίχτηκε πίσω απ' το λύκο.
   »Ακόμα και τ' άλογό του έδειχνε πιο ψυχωμένο με δύναμη κι ορμή απίστευτη. Κάλπαζε με το λαιμό τεντωμένο ίσια μπροστά, αποφεύγοντας τα εμπόδια των δέντρων και των βράχων, με το κεφάλι και τα πόδια του νεκρού να κρέμονται απ' τη μια και την άλλη μεριά της σέλας.
   »Κάποτε ζώο και καβαλάρης βρέθηκαν έξω απ' το δάσος, συνεχίζοντας τον καλπασμό τους μέσα σε μια κοιλάδα, την ώρα που το φεγγάρι άρχισε να ξεπροβάλει απ' την κορφή των βουνών. Ήταν μια κοιλάδα με πετρώδες έδαφος, κλεισμένη από τεράστιους βράχους, χωρίς, ίσως, δρόμο διαφυγής, κάτι που έκανε τον λύκο να σταματήσει την τρεχάλα του.
   »Ο Φρανσουά τότε άφησε μια κραυγή χαράς, που η ηχώ την επανέλαβε σαν παρατεταμένο κρότο βροντής, ύστερα πήδηξε κάτω απ' τ' άλογο του με το μεγάλο του το μαχαίρι μέσα στο χέρι. 
   »Το ζώο με τις τρίχες του ορθωμένες και το σώμα κουλουριασμένο, έτοιμο για μάχη, τον περίμενε, τα μάτια του αστράφτανε στο σκοτάδι σαν δυο αστέρια λαμπερά.  Μα προτού ριχτεί στο θηρίο ο γενναίος κυνηγός πήρε τον νεκρό αδερφό του και τον κάθισε πάνω σ' ένα βράχο και, αφού στήριξε το κεφάλι του, που ήταν πια μια αιμάτινη μάζα, με πέτρες, τού φώναξε μέσα στ' αυτί σαν να μιλούσε σε κανέναν κουφό: “Κοίταξε, Ζαν, κοίταξε εδώ”.  
   »Ύστερα ρίχτηκε πάνω στο ζώο. Ένιωθε στο κορμί του μια τέτοια δύναμη, με την οποία θα μπορούσε να ρίξει κάτω ένα βουνό, να σπάσει σίδερα με τα χέρια του. Το ζώο προσπάθησε να τον δαγκώσει, μα αυτός το 'χε αρπάξει κιόλας απ' το λαιμό χωρίς καν να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι του και το 'σφιγγε αργά, με δύναμη, νιώθοντας το σταμάτημα της αναπνοής του και τους χτύπους της καρδιάς του. Και γελούσε μ' απόλαυση, μ' έκσταση σχεδόν, σφίγγοντας όλο και περισσότερο το λαιμό του θηρίου, φωνάζοντας με παραφορά κι ενθουσιασμό:
   »“Κοίταξε, Ζαν, κοίταξε!” Κάποια στιγμή το ζώο έπαψε ν' αντιστέκεται και το σώμα του απέμεινε πλαδαρό στα χέρια του κυνηγού. Ήτανε πια νεκρό.
   »Τότε ο Φρανσουά, παίρνοντάς το στα χέρια, πήγε και το 'ριξε μπροστά στα πόδια του μεγαλύτερου αδερφού του και με μια φωνή γεμάτη συγκίνηση είπε: “Να, να, να, μικρέ μου Ζαν, δες τόνε!...”
   »Ύστερα έβαλε πάνω στη σέλα τα δυο νεκρά κορμιά, το ένα πάνω στ' άλλο, και ξεκίνησε για τον πύργο.
   »Επέστρεψε στον πύργο με ανάμεικτα συναισθήματα, άλλοτε γελώντας κι άλλοτε κλαίγοντας, όπως ο Γαργαντούας στη γέννηση του Παντάγκρουελ, είτε αφήνοντας φωνές θριάμβου και χτυπώντας τα πόδια απ' τη χαρά του, όταν έλεγε την ιστορία για το πώς σκότωσε το θηρίο, είτε αναστενάζοντας και τραβώντας τα μαλλιά του, όταν έλεγε για τον άδικο θάνατο του αδερφού του.
   »Κι όταν αργότερα ξαναμιλούσε για κείνη τη μέρα, την ανέφερε με δάκρυα στα μάτια: “Μακάρι ο δυστυχισμένος ο Ζαν  να μπορούσε να μ' έβλεπε να πνίγω τον λύκο! Θα πέθαινε ευχαριστημένος. Είμαι βέβαιος”. 
   »Η χήρα του παππού μου έκτοτε ανέθρεψε το γιο της με κυρίαρχο το φόβο του κυνηγιού, έναν φόβο που μεταβιβάστηκε σ' εμένα», είπε ο μαρκήσιος Ντ' Αρβίλ, δίνοντας τέλος στην ιστορία του. Και τότε κάποιος τον ρώτησε:
   «Αυτή η ιστορία είναι δημιούργημα της φαντασίας σας, έτσι δεν είναι;» 
   «Σάς ορκίζομαι πως είναι πέρα για πέρα αληθινή».
   Μια κυρία παρενέβη στη συζήτηση με μια φωνή λεπτή και γλυκιά:
   «Δεν έχει καμιά σημασία! Είναι όμορφο το να μπορεί κανείς να διηγηθεί τέτοια παθήματα».
 
Μωπασσάν Γκυ Ντε 
Περιοδικό «Αθήνα»,
τεύχος 15, Ρέθυμνο, Ιούλιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου