Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

   
   Μεσ' στ' αμάξι, ο νεαρός παπάς με το γλυκό και σκεπτικό πρόσωπο σηκώνει τα μάτια του από τη μικρή σύνοψη. Τα πρώτα καλντερίμια του δρόμου τόν τράνταξαν.
   «Από τώρα;» ρωτά.
   «Νάτο, κοιτάξτε, αυτό το ωραίο σπίτι».
   Καθώς πλησιάζει στο μεγάλο οικοδόμημα, νιώθει την καρδιά του να χτυπά όπως και στην πρώτη λειτουργία.
   «Θα ξοδέψανε λεφτά!» λέει ο χωρικός. «Χιλιάδες και χιλιάδες! Μα είν' ωραίο δεν είν' έτσι;»
   Τ' αμαξάκι στάθηκε στην είσοδο του μεγάλου σπιτιού.
   «Βλέπεις; Αυτός εκεί με τα γαλόνια είναι ο πορτιέρης. Τού λες τ' όνομά σου και σ' οδηγεί απάνω. Εγώ θα πάω στην πόλη και θα γυρίσω σε μισή ώρα να σε πάρω».  
   Ακίνητος ο νέος τον άκουγε χωρίς να καταλαβαίνει.
   «Τα γαλόνια», «τ' όνομα».
   Κατεβαίνει τώρα σιγά δαγκώνοντας τα χείλη.
   Γρήγορα τ' αμαξάκι φεύγει, αφήνοντάς τον μονάχο στο κατώφλι.
   Συνέρχεται.
   «Φραντζέσκο Φεράι από την Πιάνα», λέει στον πορτιέρη.
   Αυτός φεύγει για μια στιγμή, και σε λίγο ξαναφαίνεται.
   «Είναι χειρότερα, πρέπει να πάτε στο νοσοκομείο».
   «Χειρότερα; Πώς; Από πότε; Μού γράψανε πως ήταν αδιάθετος».
   «Μα... Ελάτε, πάτερ μου, να σάς συνοδεύσω».
   Ο γιατρός βγαίνει από το γραφείο.
   «Ελάτε μαζί μου».
   Διασχίζουν έναν απέραντο διάδρομο, κατεβαίνουν μια σκάλα. Ένας νοσοκόμος τούς ανοίγει μια πόρτα με χρωματιστά τζάμια και τούς οδηγεί σε μια αίθουσα με μεγάλα σιδερένια παράθυρα. Τούς υποδέχεται μια βοή που τούς ξεκουφαίνει. Ταραγμένος ο παπάς γυρεύει ν' ανακαλύψει το γιατρό.
   «Φραντζέσκο Φεράι από την Πιάνα», ξαναλέει με χαμηλή φωνή. Ο γιατρός επαναλαμβάνει τ' όνομα στο νοσοκόμο, που τεντώνει τ' αυτί γιατί η βοή τον έχει τρελάνει.
   «Τέταρτο κρεβάτι κοντά στην πρώτη σειρά».
   Μια βαριά και ολόφωτη γαλήνη γεμίζει τη μεγάλη αίθουσα.
   Ο νέος αναζητά το κρεβάτι, μα στη μέση της σειράς αντιλαμβάνεται πως το προσπέρασε.
   «Δεν θα με είδε», σκέπτεται. «Τέταρτο κρεβάτι...»
   Ένα τραχύ και κιτρινιασμένο χωριάτικο πρόσωπο, καμμένο από τ' αλκοόλ, ορθώνεται επιθετικά πάνω στα μαξιλάρια. Ένα μπράτσο άσαρκο απλώνεται σ' αυτόν.
   «Σού είπα να μού δώσεις αυτή τη μπουκάλα. Κλέφτη!»
   Ο παπάς οπισθοχωρεί φοβισμένος.
   «Ω! Πατερούλη!»
   «Ω! Ποιος είσαι; Ο νεκροθάφτης;»
   «Εγώ είμαι, πατερούλη, εγώ, ο Αντόνιο. Η μαμά, ξέρεις, δεν μπορούσε...» 
   Ο άνθρωπος δεν απαντά. Κοιτάζει τριγύρω με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα βαριά του μάτια, διώχνοντας από το κρεβάτι του ένα κοπάδι από αόρατες μορφές.
   Από την άλλη μεριά, ένα γέλιο περίεργο τού σφίγγει απότομα την ψυχή. Γονατιστός πάνω στο κρεβάτι, ένας άντρας ψηλός, ρωμαλέος, με την κουβέρτα στο κεφάλι, γελά και ψάλλει με τα χέρια ενωμένα:
   «Κύριε ελέησον... Κύριε ελέησον...»
   Το σώμα του λυγίζει ώστε ν' αγγίξει το κρεβάτι, έπειτα πέφτει ανάσκελα, ξεσκέπαστο, γυμνό.
   «Νάτος ο Πάπας! Κύριε ελέησον... Κύριε ελέησον!... Οέ... Οέ!...»
   Με τα μάτια μισόκλειστα, ο παπάς κοιτάζει ταραγμένα εδώ κι εκεί σα να 'χει χάσει το δρόμο.
   Στο βάθος της αίθουσας, ένας άνθρωπος θεόγυμνος προχωρεί καταπάνω του, ταλαντευόμενος και ψελλίζοντας, γεμάτος ευτυχία, σα να τον είχε αναγνωρίσει:
   «Εκατομμύρια... εκατομμύρια... Και για σένα... εκατομμύρια... Απόψε κοιμήθηκα με τη βασίλισσα...»
   Μα ταλαντεύεται περισσότερο, κι ένας νοσοκόμος τώρα τον βοηθά.
   Αλλά κι ο νέος θα ποθούσε να τρέξει σ' αυτόν μα τού είν' αδύνατο να κινηθεί.
   Και μια σκέψη -σχεδόν φανερή- περνά από το μυαλό του:
   «Μα είναι ψυχές λοιπόν αυτές;»
   Στρέφει στον πατέρα του σαν να τού ζητά βοήθεια, όπως ένα παιδί.
   Συγκεντρώνει όλες του τις δυνάμεις χωρίς ούτε ένα δάκρυ, ούτε μια προσευχή, κι αναζητά με το βλέμμα την πόρτα.
   Στο κατώφλι, ένας νέος βρώμικος από κοπριά τον κοιτάζει ατενώς και δεν καταλαβαίνει κανείς αν κλαίει ή αν γελάει.
   Στη σκάλα, ο παπάς, με μεγάλη προσοχή, παρατηρεί τα πόδια του που γλιστυρούν στα σκαλοπάτια.
   Τώρα που βρίσκεται έξω, γυρεύει με μάτια όλο αγωνία τ' αμαξάκι.
   Ο χωριάτης, κόκκινος απ' το πιοτό, κοιμάται μ' ένα τσιγάρο σφιγμένο ανάμεσα στα δόντια του. Ο παπάς τον σκουντά.
   «Στο σπίτι, τρέχα, πήγαινε!» 
   Να φύγει, να φύγει. Όλες του οι κινήσεις προδίδουν αυτή τη σκέψη, φαναρώνουν το κρυφό του μαρτύριο.
   Πηδά βιαστικά στ' αμαξάκι, μαζεύει το ράσο του στα γόνατα, αποφεύγοντας να κοιτάξει «το σπίτι». Από το μέτωπό του ως τα φρύδια του, η θέλησή του τού φωνάζει ένα «όχι» τρομαχτικό, σα να υπερασπίζει την ταχτοποιημένη εικόνα του κόσμου που φωλιάζει μέσα στην  απλοϊκή ψυχή του.
   «Ονειρεύτηκα, όλ' αυτά δεν ήταν αλήθεια, πρέπει να λησμονήσω...»
   Και ρίχνει τα μάτια του στη λατινική του σύνοψη, ενώ αναπηδά με την απότομη αναχώρηση του αλόγου που ο χωριάτης οδηγεί με μια καμτσικιά και μια βλαστήμια.
 
Τουμιάτι Κορράντο
(μετφρ. Γεώργιος Πράτσικας)
Περιοδικό «Νέα Εστία»
Αθήνα, Μάιος 1933

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου