Έξω η μέρα ήτανε λιόχαρη, πλημμυρισμένη στο απριλιάτικο φως, που φιλτραριζότανε στα πεύκα του μικρού δάσους κι έδειχνε στη φυλλωσιά τους όλη τη σκάλα του πράσινου: από το βαθύ σκούρο ως το ανοιχτό λαχανί. Τα πλατάνια της ρεματιάς ήταν γεμάτα αηδόνια και κοτσύφια. Όμως στη στενόμακρη αυλή του Μοναστηριού πλήθαινε η σιωπή κι η σκιά και ο αέρας μύριζε λιβάνι· γιατί τώρα θα είχε τελειώσει η λειτουργία και οι καλόγεροι αποτραβιόντανε στα κελιά τους, γραμμή, σα χάντρες κομπολογιού.
Έμεινα μόνος με τον Ηγούμενο, ένα γεροντάκο λιγνό, με ιερατική γενειάδα κι ένα χρώμα προσώπου καφετί, που θύμιζε αμέσως το κόνισμα του Άη - Θοδόση του Κουνοβιάρχη στο τέμπλο. Με φωνή μαλακιά, που θα την έλεγα κι αυτή φερμένη από κόσμο ξένο, μού εξηγούσε το 'να και τ' άλλο, με κατατόπιζε πρόθυμα στα χρονικά της Μονής και στις χιλιόχρονες περιπέτειές της. Περπατούσαμε αργά - αργά στο πλακόστρωτο, μπροστά από τα ισόγεια κελιά, σα μονωτήρια φυλακής, καθένα με την πορτούλα του, κανελλιά βαμμένη, τον αριθμό του απ' έξω, κι ένα μικρό άνοιγμα σε κάθε πορτούλα, σε σχήμα σταυρού, για να μπαίνει τάχα ο αέρας που χρειάζεται ο άνθρωπος, να μην πεθάνει.
Μερικές πόρτες στέκαν ανοιχτές. Έβλεπα ένα φτωχικό κρεβάτι σε δυο ξύλινα στρίποδα, ένα τραπεζάκι με λίγα βιβλία, ένα σκαμνί. Και στον τοίχο, ανατολικά, το κονισματάκι και την καντήλα. Οι καλόγεροι, στο πέρασμα του Ηγούμενου, στεκόνταν και προσχαιρετούσαν βάζοντας την απαλάμη στο στήθος και λυγίζοντας τη μέση. Και ο Ηγούμενος μού εξηγούσε:
«Ο αδελφός Αγάπιος».
«Ο αδελφός Νεκτάριος».
«Ο αδελφός Ισίδωρος ο Αγιολαυρίτης... Αυτός είναι μουσαφίρης».
Άλλοι απ' αυτούς νέοι άνθρωποι ακόμη, άλλοι μισόκοποι, μερικοί γέροι. Με το μάλλινο ράσο τους, με το σκούφο τους, με τα χοντρά τους παπούτσια, μοιάζανε ο ένας με τον άλλο, σαν πιόνια πάνω στο σκάκι της ίδιας Μοίρας. Στους ορθόστενους ετούτους τάφους, ας σαλεύανε οι άνθρωποι με τα μαύρα ρούχα. Εγώ τούς έβλεπα νεκρούς, θαμμένους, που περίμεναν έναν λυτρωτή, να τούς φωνάξει: «Λάζαρε, δεῦρο έξω!» Και περιμέναν.
Στο φόντο της αυλής, μπροστά στο πιο ακρινό κελί, σύρριζα στον τοίχο, καθόταν ένας νέος με ντυσιά κοσμική: Σακάκι, παντελόνι και πουκάμισο γκρίζο, μα χωρίς λαιμοδέτη. Το συμπαθητικό πρόσωπό του ήταν κορνιζαρισμένο με μαλλιά και γενάκια σγουρά και μαύρα. Καθότανε σε σκαμνί και διάβαζε σκυφτός, με το βιβλίο στα γόνατα. Καθώς άκουσε τα βήματά μας, σήκωσε το κεφάλι και, βλέποντάς μας να 'ρχόμαστε, αναπετάχτηκε όρθιος, με το βιβλίο κλειστό στο χέρι.
«Μην πάμε ως εκεί», μουρμούρισε ο Ηγούμενος, «θα τόνε στενοχωρήσουμε. Θα πάει να κρυφτεί».
«Γιατί; Δεν είναι αδελφός αυτός;»
«Όχι ακόμη, μα ως το Πάσχα θα πάρει το αγγελικό σχήμα... Είναι δόκιμος». Και πιο χαμηλόφωνα: «Πάμε στο Ηγουμενείο. Θα σάς πω την παράξενη ιστορία του».
Το Ηγουμενείο, στο επάνω πάτωμα, με τη μακριά του ξελόντζα (1) και τα πλατιά του δώματα: Να το φως, ο αέρας, η χαρά του βουνού και του λόγγου! Από τα τεράστια παράθυρά του, που έβλεπαν μεσημβρινά στη σύδεντρη ρεματιά, ψηλά είκοσι - τριάντα μέτρα, θαύμαζα το εξαίσιο πανόραμα της φύσης τυλιγμένης στο ανοιξιάτικο ξαναγέννημά της. Μέσα στην απλόχωρη τούτη σάλα όλα ήτανε μια παρηγοριά: το μεγάλο τραπέζι, που έπιανε όλο το μάκρος, οι δεσποτικές πέτσινες πολυθρόνες, τα κάδρα που εικόνιζαν επεισόδια από την Αγία Γραφή, κείνη η ατμόσφαιρα της πάστρας και της αγιότητας που τα τύλιγε όλα.
Καθίσαμε.
«Να πάρουμε τον καφέ μας», διέταξε ο Ηγούμενος τον υποταχτικό του.
Δυο πεταλούδες μπήκαν από 'να παράθυρο, κυνηγώντας η μία την άλλη, δυο πεταλούδες άσπρες σα φύλλα γιασεμιού αγκαλιάστηκαν, στριφογύρισαν κι έφυγαν από τ' άλλο παράθυρο.
«Εδώ είναι πιο καλά», μουρμούρισα.
Ο Ηγούμενος δεν είπε τίποτα, μόνο, παίζοντας το κομπολόι του, έδινε κι άλλες οδηγίες για το σερβίρισμα του καφέ, που έπρεπε να συντροφευτεί και με τσίπουρο και παξιμάδια και γλυκό τριαντάφυλλο της Μονής.
«Φτιάχνετε και γλυκά του κουταλιού;» ρώτησα.
«Μόνο ροδοζάχαρη. Άλλοτε κάναμε και λεμονάνθι και νεραντζάκια, μα από τότε που τα χιόνια κάψανε τα ξινά μας, περιοριστήκαμε στο τριαντάφυλλο... Ε, γι' αυτό, δεν υπάρχει φόβος να λείψει. Όλη τούτη η ρεματιά, ως δυο ώρες δρόμο, γεμίζει τον Απρίλη από αγριοτριαντάφυλλα... Πρώτα, φτιάχναμε λιγοστό γλυκό, για τους επισκέπτας, να πούμε, μα σαν περισσεύει και οι πατέρες έχουν ζήλο να εργασθούν, στέλνουμε και στας Αθήνας, στο εμπόριο».
«Μού είπαν πως η Μονή έχει εισοδήματα, προοδεύει;»
«Ας έχει δόξαν ο Κύριος! Τα τελευταία χρόνια πηγαίνουμε πολύ καλά... Τώρα μάλιστα η περιουσία της Μονής θ' αυξηθεί και με μια ιδιωτική δωρεά, πολύ σημαντική. Εκείνος ο νέος που είδατε...»
«Α! Α!...» και τέντωσα τ' αυτιά μου.
«Ε, λοιπόν, δεν έχει οικογένεια και θ' αφήσει όλη του την περιουσία στο Μοναστήρι. Είναι, αλήθεια, μια ψυχή βασανισμένη, που ο Θεός ευδόκησε να τη σώσει από τας πλεκτάνας του Σατανά και οδήγησε 'δω τα βήματά της». Συλλογίστηκε λιγάκι και ξακολούθησε: «Να μη μού ζητήσετε όμως τ' όνομά του... Ξέρετε, είν' ένα φοβερό οικογενειακό μυστικό... Αν κι έχω εμπιστοσύνη σε σάς, που σάς γνωρίζω από παιδί, θα σάς τα πω έτσι... ανωνύμως».
«Καλύτερα, αφού το προτιμάτε».
«Λοιπόν, που λέτε, ο νέος αυτός είναι, δηλαδή ήταν, φοιτητής της Ιατρικής. Έμεινε στον κόσμο ορφανός, γιατί ο πατέρας του, έπειτα από μια τρομερή εγκεφαλική κρίση, έβαλε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Από τη λύπη της, η μητέρα του νέου πέθανε, μακριά, σε κάποιο κτήμα τους στη Ρουμανία, νομίζω... Είχε κάποτε κι άλλον αδερφό, μεγαλύτερο, που, παράδοξο, τέλειωσε κι αυτός με τον ίδιο ανίερο τρόπο, την αυτοχειρία... Το παράδοξο δηλαδή δεν είναι ότι αυτοκτόνησε, αλλ' ο τρόπος της αυτοκτονίας: Ο Σατανάς τού είχε σκοτίσει τόσο το μυαλό, που πίστευε πως όλοι οι φίλοι του τον απατούν, όλοι επιβουλεύονται την οικογενειακή του τιμή και την περιουσία του... Θέλησε να τους καλέσει σ' ένα γεύμα και να τους δηλητηριάσει όλους».
«Μανία καταδιώξεως, δέσποτα».
«Μανία... Ζητούσε, λοιπόν, να βρει το κατάλληλο σε ποσότητα δηλητήριο, κι επειδή δεν τού στάθηκε εύκολο και η ταραχή του ολοένα περίσσευε, κλείστηκε μια νύχτα στην κάμαρά του και πυροβολήθηκε. Το γράμμα που άφησε τα εξηγούσε όλα: “Αυτοκτονώ”, έγραφε, “γιατί δεν μπορώ ν' απαλλαγώ από τους εχθρούς μου, που με καταδιώκουν παντού”. Τι περίεργο, λοιπόν, που ύστερα από μερικά χρόνια, ο πατέρας έγραφε, κάτω από το γράμμα του γιου του, τη σημείωση αυτή: “Κι εγώ επίσης. Ο κόσμος είναι μια απάτη. Φιλία δεν υπάρχει!” Έπειτ' από τη δεύτερη αυτή αυτοχειρία, ο γιος...»
«Αυτός ο νέος;»
«Αυτός που είδατε κάτω συγκέντρωσε όλη του την περιουσία και βάλθηκε να τελειώσει τας σπουδάς του. Η ιατρική τον τραβούσε. Οι καθηγηταί του, οι συμφοιτηταί του, όλοι, είχαν να κάνουν με την επιμέλειά του και μάλιστα με το τάλαντόν του... Λένε πως η επιστήμη του Ιπποκράτους είναι τάλαντον;»
«Βεβαίως. Προπάντων η Διαγνωστική».
«Λοιπόν, αυτός είχε τόση επίδοση, ώστε ένας καθηγητής του τον επήρε, φοιτητή ακόμη, ως Επιμελητή στην Κλινική του... Τα χρόνια περνούσαν, έγινε τελειόφοιτος. Τότε πια μελετούσε νύχτα - μέρα, κούραζε υπερβολικά το μυαλό του». Ο Ηγούμενος στάθηκε λίγο, κι ύστερα αποφθεγματικά και σα να μιλούσε στον εαυτό του: «Ο εγκέφαλος είναι η έδρα της ψυχής. Δεν πρέπει να τον καταπονούμε πολύ, γιατί κάμπτεται, θολώνεται, και τότε το Πνεύμα του Κακού βρίσκει ανίσχυρη τη συνείδησή μας και μπαίνει μέσα, να κυριαρχήσει... Έτσι και σ' αυτόν τον νέο που, μελετώντας μ' ένταση τα επιστημονικά συγγράμματα, επηρεάστηκε. Τού γεννήθηκε η ζωηρή επιθυμία να εξηγήσει με την Επιστήμη το μυστήριο της οικογενειακής του τραγωδίας. Ήξερε πως όχι μόνο ο αδελφός του πρώτα κι ο πατέρας του ύστερα, μα κι ο παππούς του πρωτύτερα, κι ακόμη ένας θείος του, είχαν οι ίδιοι βάλει τέλος στη ζωή τους, από αφορμές σχεδόν ανεξήγητες... Σκυμμένος, λοιπόν, ετούτος επάνω στα βιβλία της Ψυχιατρικής και της Νευρολογίας, ελληνικά και ξένα, βεβαιωνότανε, κάθε μέρα και περισσότερο, πως η κατάρα της κληρονομικότητος κρέμεται πάνω στην οικογένειά του. Η ιδέα αυτή καρφώθηκε μέσα του, τού έγινε μόνιμη. Ψυχή ευγενική, όπως είναι, δε φοβήθηκε, λέει, τόσο για τον εαυτό του, όσο για τους άλλους. Τα προηγούμενα των συγγενών του που, κυριευμένοι από τη μανία, απεπειράθησαν, πριν αυτοχειριασθούν, να σκοτώσουν τους φίλους τους, τα περιστατικά που εσημειώθησαν στη φαμίλια του, τον ετάραξαν. Ζήτησε να βρει άγκυρα σωτηρίας στη μοναξιά, στη γαλήνη. Έκλεισε τα βιβλία, εγκατέλειψε και Κλινικές και Πανεπιστήμια και ήρθε να περάσει λίγο καιρό εδώ, να τονώσει το σώμα του στο βουνό, στον καθαρό αέρα. Σε μάς ήρθε συστημένος από το κέντρο, από τον Επίσκοπο. Είπε ότι θα έμενε ένα - δυο μήνες και τού παραχωρήσαμε κείνο το κελί, το ακρινό, γιατί ήθελε να βρίσκεται παράμερα από τους άλλους... Στην αρχή φαινότανε μελαγχολικός, ιδιότροπος, απέφευγε πολλές κουβέντες με τους μοναχούς, με τον καιρό όμως έγινε πιο ομιλητικός, πιο κοινωνικός. Έβγαινε σε περιπάτους μακρινούς, στο λόγγο, ή και ως πέρα στη θάλασσα, στους βράχους. Άρχισε μάλιστα να 'ρχεται ταχτικά και στην Εκκλησία, πρώτα στη Λειτουργία, έπειτα και στους όρθρους. Μάς προξενεί εντύπωση η ευλάβειά του». Και με τόνο χαράς: «Α, είναι φανερόν πως η Θεία Χάρις έκαμε το θαύμα της! Πνεύμα γαλήνης έπνευσε μέσα του εκείνο που λέει ο Απόστολος Παύλος: “Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμέ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ με”».
«Και τώρα;» ρώτησα.
«Τώρα πια ο νέος δε θέλει ν' απομακρυνθεί από τη Μονή. Την περασμένη βδομάδα, σε μια συνομιλία μας διεξοδική, μού εδήλωσε καθαρά ότι στην ψυχή του έγινε τελεία μεταβολή: Απεφάσισε ν' απαρνηθεί τα εγκόσμια και ν' αφιερωθεί στη διακονία του Θεού».
«Και σεις δεχτήκατε την αίτησή του;» είπα με ζωηρή έκπληξη.
«Γιατί όχι; Αφού ο ίδιος το θέλει με τόσο ζήλο; Αφού το νομίζει σωτηρία του; Αυτός τρέμει σύγκορμος στην ιδέα ότι, μέσα στην τύρβη (2) της κοσμικής ζωής και στον εκνευρισμό της, δε θα μπορέσει ν' αποφύγει την εκδήλωση της απαισίας κληρονομικότητος. Εκείνο που φοβάται, προ πάντων, είναι να μη γίνει φονιάς... Και για τη Μονή πάλι είναι μια θεία οικονομία. Ο νέος αδελφός θα κληροδοτήσει την περιουσία του στη Μονή και, σα γιατρός σχεδόν που είναι, θα φαίνεται χρήσιμος, εν ώρα ανάγκης, σε όλους εδώ γύρω: στους σκηνίτες, στους περαστικούς, στους ψαράδες. Εδώ, τρεις ώρες δρόμο, δε βρίσκεται γιατρός».
«Και στους αδελφούς», χαμογέλασα.
«Φυσικά και στους αδελφούς, αφού όλοι είμεθα υποκείμενοι εις την ασθένειαν». Και συλλογισμένος: «Αρκεί να συμφιλιωθεί εντελώς μαζί τους, γιατί αυτές τις ημέρες δεν τα πάει με όλους καλά. Κλείστηκε πάλι στο κελί του και στον εαυτό του. Δεν κουβεντιάζει, παρά μόνο μαζί μου».
«Ώστε, ούτε 'γω θα μπορούσα ν' αλλάξω δυο λόγια με τον αδελφό... πώς θα τον ονομάσετε;»
«Μα... ακόμα έχει το κοσμικό του όνομα, αλλά φαίνεται πως θα είναι ο αδελφός Ειρηναίος... Σάς λέω όμως ότι θα ματαιοπονήσετε, αν ζητήσετε να μιλήσετε μαζί του. Δεν εδέχτηκε κανένα ως τώρα. Ούτε τον καθηγητή του, που ήρθε επίτηδες από τας Αθήνας. Ούτε μια κυρία... συγγένισσά του, είπε αυτή... που ήρθε τρεις φορές να τον ιδεί και την εδιώξαμε. Μόλις μαθαίνει πως ζητούν να τού μιλήσουν, αποσύρεται στο κελί του και κλειδώνεται. Ω, έχει ένθεον ζήλον ο νέος αυτός!»
«Και πώς περνά τις ώρες του;» ρώτησα.
«Διαβάζει. Έφερε τα συγγράμματά του και διαβάζει. Τού τα επέτρεψα, γιατί σκέπτομαι ότι δεν πρέπει να χάσει την επαφή με την Επιστήμη, που είναι και αυτή αποκάλυψις Θεού στους ανθρώπους. Μελετά όμως και τα ιερά κείμενα που τού έδωσα. Και προετοιμάζεται για τη χειροτονία, με ήρεμη και αποφασιστική πίστη».
Όταν άφησα το Μοναστήρι, ο ήλιος μεσουρανούσε στον καταγάλανο ουρανό. Φεύγοντας, δε μπόρεσα να ιδώ το δόκιμο μοναχό, μα η σκέψη μου ήταν ολοένα σ' αυτόνε, καθώς επήγαινα στη δημοσιά, κορνιζαρισμένη με ανθισμένους βάτους και χίλιω λογιών αγριολούλουδα. Και η καμπάνα της Εκκλησίας, που δεν ξέρω γιατί σήμαινε κείνη τη μεσημερνή ώρα, αντηχούσε μέσα μου σαν για ετοιμοθάνατο. Μεθαύριο, δε θα βρισκότανε κανείς να πει και γι' αυτόνε: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!»
Περάσανε τρία χρόνια από τότε.
Ένα πρωί, κοιτάζοντας την εφημερίδα μου, είδα σε μιαν άκρη: «Πυρκαϊά Μονής». Φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν διάβασα ότι η Μονή που είχε μισοκαεί από ξαφνική φωτιά, ήταν η δική μου, δηλαδή εκείνη που είχα επισκεφθεί τότε, κυνηγώντας νέες εντυπώσεις, μακριά από την Αθήνα. Ο αγαθός Ηγούμενος, ο μυστηριώδης τελειόφοιτος που θέλησε να γίνει καλόγερος, τα τραγικά πρόσωπα της γενιάς του, που φυλλορροούσε και ξεκληριζότανε με την αυτοκτονία, όλα κείνα, φανερώθηκαν αμέσως μπροστά μου, σ' ένα φόντο μαυροκόκκινο.
Χινόπωρο ήταν κι είχα, ωστόσο, καιρό στη διάθεσή μου. Αποφάσισα να πάω στο Μοναστήρι.
Έτσι, την άλλη βδομάδα, ύστερ' από τρεις ώρες δρόμο με το τραίνο κι άλλες τόσες με το αυτοκίνητο, έβλεπα τα πεύκα της Μονής και ξεχώριζα τα τείχη της, κοντά στη ρεματιά. Πέρα, από ένα ξάγναντο, άσπριζε η θάλασσα φουρτουνιασμένη, φυσώντας την κακή της ανάσα στο δυσμικόν ουρανό.
Κατέβηκα στο τρίστρατο, αφήνοντας το αυτοκίνητο να συνεχίσει το δρομολόγιό του για την πρωτεύουσα της Κοινότητας. Κι όπως την άλλη φορά, εβάδιζα πεζός για το Μοναστήρι.
Όσο εζύγωνα, τόσο τ' αχνάρια της φωτιάς φαινόνταν καλύτερα: Δέντρα καψαλισμένα, άλλα πεσμένα χούρβαλα (3), κι από μερικά παράθυρα του απάνω πατώματος έβλεπα κομμάτια ουρανό. Φτάνοντας στη μεγάλη ξώπορτα -καπλαντισμένη με μπρούτζινες πλάκες και χοντρά καρφιά- πήρα γενική ιδέα της καταστροφής. Τα περισσότερα κελιά ήταν καμμένα, όμως ο ναός έστεκε απείραχτος. Πίσω, η πυρκαγιά είχε τσουρουφλίσει κάμποσο το δάσος.
Και τώρα, να τι μού διηγήθηκε, με ιερή φρίκη, ο γεροντότερος από τους αδελφούς, ο πάτερ Ακεψιμάς, που τόνε βρήκα να κάθεται στον πρόναο, μόνος, και να διαβάζει με βαθιά προσοχή ένα βιβλίο, ενώ οι άλλοι καλόγεροι καταγίνονταν να περιμαζέψουν τα καμμένα δοκάρια από τα κελιά, άλλοι να κουβαλούν πέτρες και λάσπη στους χτίστες, κι όλοι να βοηθούν στην επιδιόρθωση της Μονής, «να εξοικονομήσουν τα πράγματα».
Δε θα τα γράψω στη γλώσσα του πιο γέρου από τους μοναχούς, που ήταν όλο κατάρες για τον αίτιο, όλο επικλήσεις στους αγίους και προπάντων όλο παρεκβάσεις από το θέμα.
Η νυχτερινή τραγωδία είχε ξεσπάσει χωρίς να την περιμένουν. Ο μοναχός Ειρηναίος είχε να φανεί δυο βδομάδες στη Λειτουργία. Αφού πιάστηκε με όλους τους αδελφούς, αφού έκλεισε την πόρτα του κελιού του κατάμουτρα στον Ηγούμενο, άρχισε να βλαστημάει θεούς και δαίμονες και να λέει πως όλοι τον κυνηγούν, όλοι θέλουν το κακό του, πως εφαρμάκωσαν το ψωμί του και το νερό του, και να τούς ρίχνει, από τη σταυρωτή τρύπα της πόρτας του, φριχτούς αναθεματισμούς.
Αυτά γινήκανε κατά το βράδυ, ανάβοντας τα φώτα. Ο Ηγούμενος διάταξε να χτυπήσουν το σήμαντρο και, όταν συνάχτηκαν όλοι οι μοναχοί, είπε με συγκινημένη φωνή ότι «ὁ ἐν Κυρίῳ ἀδελφός Εἰρηναῖος ἐδαιμονίσθη» κι έπρεπε να κάνουν ολονύχτια δέηση γι' αυτόν, «μετά γονυκλισίας και μεγάλης παρακλήσεως». Αμέσως άναψαν τα μανουάλια, η Εκκλησία φωτίστηκε, οι ψάλτες πιάσανε τα στασίδια τους και η ψαλμωδία άρχισε.
Όμως οι καλόγεροι, που ήταν γονατισμένοι στις πλάκες, στύλωναν πιο πολύ έξω τ' αυτί και αφουγκραζόνταν τα ξεφωνητά του «δαιμονισμένου», τις βλαστήμιες και τις φοβέρες του...
Επάνω στο «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τον Κύριον», γίνηκε έξω ησυχία. Ο Ηγούμενος εκεί πάντα, χαιρότανε η καρδιά του. Η ώρα προχωρούσε έτσι, γεμάτη ελπίδες... Ήρθε η στιγμή του εξορκισμού. Ο Ηγούμενος παρουσιάστηκε στην Ωραία Πύλη και, κρατώντας ανοιχτό το Μέγα Ευχολόγιο, άρχισε να διαβάζει δυνατά:
«Ὁ Κύριος, ἐπιτιμᾱ σε, Διάβολε, διά τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ ὀνόματος: φρίξον, τρόμαξον, φοβήθητι, ἀναχώρησον, ἐξολοθρεύθητι, φυγαδεύθητι! Ὓπαγε κατ' ἀνέμων, πνεῦμα πονηρόν, πνεῦμα ἀσελγείας, πνεῦμα ἡμερινόν, νυκτερινόν, μεσονυκτικόν!... Ὓπαγε ἐν φάραγξιν, ἐν διόδοις και τριόδοις, ἐν λίμνῃ, ἐν θαλάσσῃ, ἐν κρημνῷ καί ἀβύσσῳ! Ἀναχώρησον ἀπό τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ, ἀπό τοῦ νοός, ἀπό τῆς ψυχῆς, ἀπό τῆς καρδίας, ἀπό τῶν αἰσθήσεων αὐτοῦ...»
Άξαφνα, ο πάτερ Μηνάς ο κελάρης μπαίνει κουτσαίνοντας στο ναό, ανάστατος:
«Φωτιά!» φωνάζει. «Φωτιά! Ο Ειρηναίος έβαλε φωτιά!»
Κόψανε τη λειτουργία, πετάχτηκαν έξω, και τι να ιδούν; Από τρία κελιά του κάτω πατώματος να βγαίνουν φλόγες, άλλες φλόγες να ξεπηδούν από την αποθήκη του σανού, που τ' άλογα του Μοναστηριού χλιμιντρίζανε θρηνερά, και ανάμεσα στους καπνούς και στις φλόγες, βλέπουνε τον τρελό να τρέχει ξυπόλυτος, ξεσκούφωτος και μ' ένα δαυλί στο χέρι.
Προτού βγουν από τη σαστιμάρα τους οι καλόγεροι, ο τρελός έτρεξε στη οξώπορτα, τράβηξε το σύρτη κι έφυγε σαν αστραπή, αφήνοντας πίσω του τον Ηγούμενο πεσμένο στις πλάκες, μισοπεθαμένο, και τους άλλους να τρέχουν εδώ κι εκεί, να σώσουν ό,τι είναι βολετό να σωθεί. Έφυγε τρεχάτος, μέσα στην ασβολερή (4) νύχτα, χάθηκε κατά το δρόμο που φέρνει στη θάλασσα, στους βράχους.
«Όμως να! Σε κείνη τη θανάσιμη ώρα», λέει ο πάτερ Ακεψιμάς, «η Παναγία έκανε το θάμα της: Αστραπές και βροντές χαράκωσαν τον ουρανό, που άνοιξε τους καταρράχτες του κι έπεφτε η βροχή κατακλυσμός, παιδί μου!... Εκείνος ο μιαρός χανότανε, αφήνοντας πίσω το σατανικό έργο του, όμως η χάρη της έσβηνε τη φωτιά. Κοιτάχτε: Τίποτα δεν έπαθε ο ιερός ναός. Και τα κελιά και το Ηγουμενείο θα τα επιδιορθώσουμε εμείς».
«Και... κείνος τι απέγινε;» ρώτησα.
Ο πάτερ Ακεψιμάς εσήκωσε τους ώμους.
«Δεν ξέρουμε», είπε αγαναχτισμένος, «δεν τόνε βρήκαμε πουθενά. Κάποιοι τσοπαναραίοι είπανε τάχα πως είδανε κείνη την ώρα, ανάμεσα στις αστραπές και τα μπουμπουνητά, έναν καβαλάρη να τρέχει κατά τη θάλασσα, κατά τον εγκρεμό, και τα ρουθούνια τ' αλόγου του βγάζανε φωτιές και τα πέταλά του. Κι όθε περνούσε, είπανε, ο αγέρας βρώμαγε δειάφι!... Λοιπόν, κι εγώ πιστεύω πως αυτός, που μάς έφερε τέτοια συφορά στο Μοναστήρι, δεν ήταν άνθρωπος». Και κοιτάζοντάς με στα μάτια, επρόσθεσε: «Μάθαμε ποτέ τ' όνομά του; Όχι. Λοιπόν, ήτανε συνεργός του Σατανά, που στο τέλος ο Διάβολος τον πήρε καβάλα και φύγανε. Πάνε αγυρισιά τους!»
«Μα τι;» χαμογέλασα. «Τέτοια πράματα τώρα;»
«Για σάς, που είστε λιγόπιστοι», είπε ζαρώνοντας τα φρύδια ο γερο - καλόγερος. «Για μάς, όμως, τα εξηγεί όλα το βιβλίο τούτο».
Και ανοίγοντας την Αποκάλυψη Ιωάννου του Θεολόγου, επρόσθεσε με τη συγκινημένη φωνή του:
«Ακούστε, κύριε. Ο Διάβολος κάθε στιγμή έρχεται να μάς πειράξει. Ακούστε: “... Καί ἐστάθην ἐπί τήν ἅμμον τῆς θαλάσσῃς, καί εἶδον ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀνεβαῖνον, ἔχον κεφαλάς ἑπτά καί κέρατα δέκα· καί ἐπί τάς κεφαλάς αὐτοῦ ὄνομα βλασφημίας. Καί εἶδον μίαν τῶν κεφαλῶν αὐτοῦ ὡς ἐσφαγμένην εἰς θάνατον!...”»
Δεν ερώτησα περισσότερα. Και τον Ηγούμενο δεν μπόρεσα να τόνε δω. Τον είχαν μεταφέρει στην πόλη να τον γιατρέψουνε σε κλινική. Έτσι, δεν κατόρθωσα να μάθω αν ο άνθρωπος «που τον πήρε ο Διάβολος καβάλα» άφησε τουλάχιστον τα επίγεια αγαθά του στο Μοναστήρι αυτό, όπου η ψυχή του δε μπόρεσε να βρει τη γαλήνη και να ξεφύγει τη μοίρα της γενιάς του.
Δάφνης Στέφανος
Περιοδικό «Νέα Εστία»
Αθήνα, Μάιος 1935
Σημειώσεις:
(1) ξελόντζα: πρόχειρη κατασκευή για το σταβλισμό των αιγοπροβάτων, εξωτερικό χαγιάτι σκεπαστό
(2) τύρβη: θόρυβος, φασαρία που δημιουργεί ένα πλήθος ανθρώπων που βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση
(3) χούρβαλο: καθετί που δε βρίσκεται σε καλή κατάσταση, που είναι διαλυμένο, ερειπωμένο, αχρηστευμένο
(4) ασβολερός: σκοτεινός, μαύρος σαν την ασβόλη (=καπνιά, μαύρη σκόνη που κάθεται πάνω στους τοίχους από καπνό φωτιάς, η συμφορά, η δυστυχία, το μαύρισμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου