Στο στενό ασήμαντο δρόμο, το ψηλό χτίριο στεκόταν ορθό, ανάρμοστο και περιφρονητικά φανταχτερό. Το χρώμα κανελί ανοιχτό, μάρμαρα πράσινα στην είσοδο, θύρα με ξόμπλια χρυσά. Τα μπαλκονάκια σαν περιστεριώνες επανωτά. Και το χειρότερο ο μπόι. Πανύψηλο εκεί που γυροτρόγυρα μονοκατοικίες φαντάζουν ταπεινές, ξεφλουδισμένες με τα παλιά παντζούρια και τα στενόμακρα παράθυρα. Δείχνανε οι κακόμοιρες μια φτώχεια, μια φτώχεια για κλάματα. Όμως γινόταν τούτο το πολύ περίεργο. Μόλις πατούσες το πόδι μέσα στην καινούργια χρωματιστή πολυκατοικία, σ' έπιανε από το στήθος η στενάδα. Μικρή είσοδος, το θυρωρείο ένα κομμάτι ξύλο και πίσω μόλις να βαστιέται ορθός ένας άνθρωπος. Η σκάλα σκοτεινή και απότομη. Στο πρώτο σκαλί η φτώχεια, στο παρέκει η μιζέρια. Έπειτα οι φτηνές λαδομπογιές, τα ψεύτικα κάγκελα, οι αντικριστές πορτίτσες στο κάθε πάτωμα, η τέλεια μιζέρια η εσωτερική.
Αυτή που τσιγκουνεύεται το χώρο και δεν τολμά να τον ξοδέψει. Που μετρά με το μιλίμετρο μη σπαταληθεί ρούπι, γιατί όλα εδώ πληρώνονται, πληρώνονται. Πρέπει να ειπωθεί «δωμάτια τέσσερα, χολ, μπάνιο, κουζίνα κ.λ.π.» και όμως ο χώρος να 'ναι ο σωστός για ένα αληθινό δωμάτιο.
Από κείνα των ξεφλουδισμένων σπιτιών έξω, με τ' αρχαία τους γύψα στη στέγη. Από κείνα που καθώς ανεβαίνεις και τα αναλογίζεσαι, σού φαντάζουν σπάταλα σαν παλάτια, ευρύχωρα σαν εκκλησιές.
Έπρεπε ν' ανεβώ στο διαμέρισμα 12. Εκεί έμενε. Ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινα. Μάθαμε πως ήταν άρρωστος και ήθελα να τον δω. Δεν μπορούσα να το υποφέρω. Να 'ναι άρρωστος κι εγώ να μην ενδιαφερθώ. Θα 'πρεπε να μην ενδιαφέρομαι για να δείξω αδιαφορία. Μα εγώ λαχταρούσα να μάθω, το επιθυμούσα μ' όλη μου την ψυχή. Τον σκεπτόμουν αδιάκοπα. Ό,τι έγινε, έγινε. Η κακιά μοίρα έτσι το θέλησε. Τι φταίνε οι άνθρωποι, είναι τόσο αδύναμοι όταν η μοίρα σπρώχνει!
Θυμόμουνα τη συζήτηση της μητέρας με τη μεγάλη αδελφή της τότε:
«Δε μπορούσε να γίνει αλλιώς», είπε η μητέρα σαν τ' άκουσε.
«Ώστε έτσι... τον δικαιώνεις... πήγαινε να τον συγχαρείς», απάντησε η θεία ταραγμένη.
«Δε θα πάω διόλου να τον συγχαρώ, όμως δεν μπορώ και να τον αδικήσω...»
«Μα βέβαια εσύ πάντα έβρισκες σωστό ό,τι έκανε».
«Δεν έβρισκα πάντα σωστό», είπε πολύ ήσυχα η μητέρα, «αλλά δεν το 'βρισκα πάντα λάθος. Αυτή είναι η διαφορά».
Έγινε σιωπή κι ύστερα πάλι η ίδια απόσωσε:
«Τι ήθελες; Να σέρνεται εδώ κι εκεί έρημος δίχως σπιτικό... μονάχος;...»
«Σαν ήθελε σπιτικό», έκανε πιο θυμωμένη ακόμη η θεία, «γιατί δεν έμενε μαζί μας;...»
«Τού ήμασταν ξένοι πια... αφού εκείνη έλειψε... Εκείνη μάς έδενε μαζί του...»
«Να την καλέσεις λοιπόν αυτή την άλλη, αυτήν που πήρε τη θέση της αδελφής μας», έκανε τότε η θεία και βγήκε από το δωμάτιο συγχισμένη και αδιάλλαχτη.
Τα μάτια της μανούλας βούρκωσαν.
«Να την καλέσω! Αν είναι δυνατό ποτέ... όμως τι φταίει ετούτη η ξένη, η άγνωστη, τι φταίει;...»
Και δεν ξανάγινε κουβέντα πια για την υπόθεση του γάμου του.
Χτυπούσα στο διαμέρισμα 12 μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά σα να πνιγόμουν. Είχα θυμηθεί τη συζήτηση.
Μού άνοιξε η ίδια. Χωρίς να τη γνωρίζω, το κατάλαβα. Εκείνη θα 'ταν. Το αντρεδάκι (1) ήταν κατασκότεινο. Τής είπα τ' όνομά μου.
Μια δυνατή φωνή, η φωνή του, από μέσα ακούστηκε να ρωτά: «Ποιος είναι; Τι συμβαίνει;» Εκνευρισμένα, θυμωμένα, απότομα.
Η γυναίκα μ' άφησε και βιαστική χώθηκε στη μισάνοιχτη θύρα δίπλα μου.
«Να περάσει, να περάσει, τι με ρωτάς;» φώναξε πάλι η ανυπόμονη φωνή. Και μπήκα.
Είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι και κοιτούσε με απορία: «Εσύ», έλεγε, «εσύ;» Σα να μην πίστευε τα μάτια του.
Έκανα την αδιάφορη κι όσο μπορούσα γελαστά:
«Ναι εγώ, γιατί σάς φαίνεται περίεργο;» έλεγα και προσπαθούσα να μη φανεί η ταραχή μου. Μην ακουστεί ο χτύπος της καρδιάς μου.
Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι. Η γυναίκα στάθηκε ορθή ακουμπώντας στο κάγκελο. Ήταν νέα, παχιά, με θαμπό ωραίο χρώμα, κατάμαυρα μαλλιά και πρασινωπά μάτια.
«Μ' ενοχλείς», είπε εκείνος, «στηρίζεσαι και μού κινείς το κρεβάτι, κάθισε, μ' ενοχλείς...»
Η γυναίκα γέλασε και κάθισε παρέκει στο στενό πέρασμα. Σ' ένα κάθισμα. «Δεν το σκέφτηκα», είπε, «δεν το σκέφτηκα».
«Σού το 'πα χίλιες φορές», γύρισε απότομα εκείνος, «και πάντα το ξεχνάς». Ύστερα έστρεψε την πλάτη και γύρισε προς εμένα. Θαρρείς κι ήθελε να μην τη βλέπει.
Ήταν αδυνατισμένος, γερασμένος, με τους κροτάφους βουλιαγμένους, τα μάτια κόκκινα από τον πυρετό.
«Να σού δώσω το φάρμακό σου, είναι ώρα», μίλησε η γυναίκα κι ανασηκώθηκε.
«Θέλει ακόμα δέκα λεπτά, ποτέ σου δε θυμάσαι ακριβώς την ώρα...»
«Φοβούμαι μην αργήσω σαν την άλλη φορά», γέλασε πάλι εκείνη.
«Θα 'ταν καλύτερα να μού 'κανες ένα ζεστό», είπε, χωρίς να την κοιτάξει.
«Τι προτιμάς;»
«Τι προτιμώ; Το ξέρεις... το 'πε ο γιατρός... τίλιο... όλο ρωτάς αδίκως...»
«Καλά, τίλιο, όπως θες... εγώ ρώτησα για καλύτερο». Και ξαναγέλασε.
Καθώς έβγαινε, τής φώναξε: «Μη μάς αφήσεις την πόρτα ανοιχτή... Πρόσεξε!»
Έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του που έκαιε.
«Ω!» έκανε, κλείνοντας τα μάτια. «Τι δροσερό, τι δροσερό, πόσο μάς χρειάζεται ένα χέρι στο μέτωπο, ένα χέρι φιλικό... δικό μας...»
«Όταν είμαστε άρρωστοι», χωράτεψα θέλοντας να μην καταλάβω.
«Κι όταν είμαστε καλά, κι όταν είμαστε καλά, πάντοτε μάς χρειάζεται, πάντοτε», μουρμούρισε κι έκλεισε τα μάτια γαληνεμένος. Μεμιάς πάλι τινάχτηκε: «Θα βγω αύριο, θα βγω... δεν μπορώ άλλο...»
«Κάνει κρύο», προσπάθησα να τον ησυχάσω μιλώντας του σιγά. «Κάνει κρύο φοβερό, δεν είναι να βγείτε πριν γίνετε ολότελα καλά».
«Κάλλιο ο θάνατος από το κρύο παρά να τρελαθώ εδώ μέσα». Και τα μάτια του λάμψανε άγρια. «Δεν μπορώ άλλο 'δω μέσα, σ' αυτή τη φυλακή».
Έκανε μια κίνηση σα να 'δειχνε όχι μόνο το δωμάτιο μα όλο το σπιτικό μαζί.
Η κάμαρη ήταν στενόχωρη· τα έπιπλα πολλά, επανωτά, χωρίς διάστημα ανάμεσά τους, τη δείχναν ακόμα πιο μικρή. Κοντά στο παράθυρο φαινόταν στριμωγμένο ένα κρεβατάκι παιδικό.
«Ν' αλλάξετε δωμάτιο, ξαπλωθείτε σ' ένα ντιβάνι κάπου ν' αλλάξετε παράσταση, θα σάς ξεκουράσει αυτό, πολύ θα σάς αναπάψει», έλεγα εγώ.
«Τίποτε δε με ξεκουράζει», απάντησε πικρά. «Δε φταίνε μόνο τα δωμάτια, δε φταίνε... δεν μπορώ άλλο...» Και σώπασε.
Η γυναίκα μπήκε με το ζεστό. Τής πήρα το δίσκο από το χέρι. Ο άρρωστος ζήτησε να τον βοηθήσει ν' ανασηκωθεί. Τού διόρθωσε τα μαξιλάρια, τα σεντόνια.
Σ' όλο το διάστημα αυτός γκρίνιαζε δυσαρεστημένος: «Όχι έτσι ψηλά, όχι έτσι, το άλλο πρώτα, με κούρασες, δεν καταλαβαίνεις...» Και κείνη σκυμμένη προσπαθούσε κι από τη βιάση της να τον ευχαριστήσει τα μπέρδευε.
Όταν, επί τέλους, πήρε το φλιτζάνι στο χέρι, ρώτησε κοφτά: «Μήπως μού 'βαλες ζάχαρη;»
«Έβαλα», τού απάντησε μουδιασμένα και τότε το βλέμμα της μού φάνηκε σα να μού ζήτησε βοήθεια.
«Δεν το θέλω, πάρε το», έκανε να το αφήσει, μα μη βρίσκοντας τόπο απόμεινε να το κρατά. «Δε σού το 'πα πως δε θέλω ζάχαρη;»
«Μα εσύ μού λες», γέλασε η κοπέλα, «πως είναι η ζάχαρη θερμαντική και τ' αγαπάς όλα γλυκά».
Ξαναγέλασε μ' ένα γέλιο γαλήνιο, ευτυχισμένο. Είπα και γελάστηκα πως τάχα πριν το βλέμμα ζητούσε βοήθεια.
«Δεν καταλαβαίνεις ποτέ σου τι σού λένε», φώναξε ο άντρας με μανία, «δεν προσέχεις όταν σού μιλούν, δεν ενδιαφέρεσαι... Θέλω να βάζω εγώ τη ζάχαρή μου, μοναχός, όχι εσύ, κατάλαβες; Όχι εσύ...»
Αυτό το «όχι εσύ» το λέει τόσο δυνατά που πέφτει σα γροθιά -έτσι μού φαίνεται- πάνω στο ωραίο μαύρο κεφάλι της γυναίκας.
Η ταραχή, που είχα όταν ερχόμουν, μού μοιάζει τώρα χάδι μπροστά στην αγωνία τούτης της στιγμής.
«Η μαμά», αρχίζω, «η μαμά, ξέρετε... η μυωπία της μεγάλωσε τώρα τελευταία... Το ένα μάτι δέκα, το άλλο έντεκα...»
«Τι δέκα, τι έντεκα;»
Και η φωνή του καταπέφτει σε ψίθυρο.
«Διοπτρίες (2)... διοπτρίες», απαντώ και ψάχνω να βρω κάτι άλλο, κάτι που να τον διασκεδάσει. Τότε θυμούμαι το φάρμακο.
«Α», έκαμε, «να σε είχα όλο εδώ να με φροντίζεις. Να 'χα κάποιον να με αγαπά...»
Στη στιγμή χτυπά η πόρτα και παρηγοριούμαι πως ίσως η γυναίκα καθώς έτρεξε δεν άκουσε... Να 'χα κάποιον να μ' αγαπά... Ίσως, λέω, και δεν το πήρε το αυτί της.
Γύρισε πίσω μεταμορφωμένη. Τής είχε φωτιστεί το πρόσωπο σαν τις εικόνες εκείνες όπου βάνουν μια ηλεχτρική λάμπα από μέσα και φαντάζουν διαφορετικές.
«Η Μπέμπα», είπε, «ήρθε και πήρε το πανωφόρι του παιδιού».
«Χωρίς πανωφόρι το έστειλες;»
«Μα φορούσε το πουλόβερ του, τι το 'θελε το πανωφόρι μέσα στο σπίτι;»
«Και τώρα τι το θέλει;» επέμενε σκληρά, κουραστικά εκείνος.
«Θα βγούνε», λέει, «μια βόλτα, κάτι έχει να ψωνίσει».
«Στέλνουμε το παιδί μας στα ξένα σπίτια για να το ξεφορτωνόμαστε...»
Από το φωτισμένο πρόσωπο η εσωτερική λάμπα θάμπωνε, χαμήλωνε, όσο που σιγά - σιγά έσβησε.
«Δεν το στέλνουμε», απαντάει τότε αργά, «αυτοί έρχονται και το ζητούν... Το αγαπούνε τούτοι, δεν τους ενοχλεί, δεν τους εκνευρίζει...»
Και πάλι γέλασε το γάργαρο ξέγνοιαστο γέλιο που τής ξαναφώτισε τη μορφή σα μιαν αστραπή. Μια κακιά όμως αστραπή.
Άνοιξε καλά τα μάτια και την πρόσεξε, σαν να την κοιτούσε πρώτη φορά καταπρόσωπο. Δεν τής μίλησε. Ήτανε τόσο περιττά τα λόγια. Η όψη του τα 'λεγε καλύτερα αυτά που δεν ειπώθηκαν.
«Την έκαμες την κρέμα ή την ξέχασες;» είπε μόνο γυρίζοντας το βλέμμα αλλού.
«Δεν ξεχνώ ποτέ, ποτέ εγώ», πρόφερε με έμφαση η γυναίκα και βγήκε βιαστική.
Πετάχτηκα πίσω της. Δεν άντεχα περισσότερο. «Έρχομαι να σάς βοηθήσω», είπα. Δε γύρισε να δει. Έτρεξε το στενό διάδρομο, άνοιξε μια πόρτα κι έπεσε γονατιστή μέσα στο σκιερό δωμάτιο.
«Γιατί πέθανες; Γιατί πέθανες;» φώναζε κοιτάζοντας ψηλά και σήκωσε τα χέρια σα να παρακαλούσε.
Είπα πως τρελάθηκε. Δεν καταλάβαινε. Έψαχνα να βρω τίνος μιλούσε. Ήτανε μια εικόνα μεγάλη που άσπριζε. Δεν καλόβλεπα από την ταραχή, μα δεν είχε και αρκετό φως εκεί μέσα.
«Γιατί πέθανες και βασανίζομαι εγώ; Τι έφταιξα εγώ, τι έφταιξα;»
Τότε τη γνώρισα. Ήταν εκείνη η μεγάλη εικόνα της θείας, της πρώτης γυναίκας. Μάς κοιτούσε με οίχτο, με γαλήνη, μ' εκείνο το μελαγχολικό χαμόγελο που έχουν οι εικόνες πάντοτε.
«Σηκωθείτε», παρακαλούσα εγώ, «μη φωνάζετε, θα σάς ακούσει... Δεν είναι κακός...»
«Τι έφταιξα;» έκλαιε η γυναίκα δίχως να δίνει σημασία στα παρακάλια μου.
Γύρισα πίσω βιαστική στον άρρωστο. Μού φάνηκε πως φώναξε.
«Τι έχεις;» με πρόσεξε ύποπτα. «Τι έπαθες;»
Ξανακάθισα δίπλα του, πάνω στο κρεβάτι, τού έπιασα το φλογισμένο μέτωπο. Ένιωθα κάτω από τα δάχτυλά μου το χτύπο στα μηλίγγια, την ταραχή, τον αναβρασμό. Μέσα στο στέρνο άκουα την καρδιά του να βροντά, να μεγαλώνει, να μού γεμίζει αντάρα τ' αυτιά.
Ήταν μισοσκότεινα, ήσυχα, κανένας θόρυβος στο σπίτι, καμιά κίνηση στον ασήμαντο δρόμο.
Πήρε το άλλο μου χέρι και το έσφιξε.
«Αν μάθετε πως τρελάθηκα μην απορήσετε», είπε πικρά. « Αυτό το γέλιο θα 'ναι. Μ' ακούς; Αυτό το γέλιο θα 'ναι... Δεν το αντέχω... Έτσι να πεις της μητέρας... Κανένας δεν πλήρωσε το λάθος του πιο ακριβά... μεγάλο λάθος ασυχώρετο... Μια άλλη γυναίκα, πώς ήτανε δυνατό;... Πώς ήτανε δυνατό;...»
Γύρισα κι έριξα ένα βλέμμα στο ψηλό χτίριο. Τα παράθυρά του όλα φέγγανε. Μού φάνηκε σα φυλακή, όπως της Ακροναυπλίας που τής ανάβανε τα φώτα όλη νύχτα. Μην το καταφέρει και το σκάσει στο σκοτάδι κάνας κατάδικος.
Κι εδώ θα 'ναι δύσκολο, σκέφτηκα, οι κατάδικοι του 12 να λύσουνε το μίσος που τους δένει και να το σκάσουνε.
Πολύ δύσκολο.
Σταύρου Τατιάνα
Εφημερίδα «Φιλολογική Κυριακή»
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1943
Σημειώσεις:
(1) αντρέ (ς): είσοδος, χόλ
(2) διοπτρία: οπτική μονάδα μέτρησης της ισχύος ενός φακού, αντίστροφης της εστιακής απόστασης, που χρησιμοποιείται στην οπτική κυρίως για να εκφραστεί η μορφή των διορθωτικών φακών (για τα μάτια)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου