Σάββατο 1 Απριλίου 2023

ΤΡΑΥΜΑ ΔΙΑΜΠΕΡΕΣ

  
   Βράδυ Γεναριού μέσ' στο τσαντήρι. Ύστερα από τις σκληρές μάχες τόσων ημερών οι φαντάροι, όσοι γλιτώσαν απ' το θάνατο, ξεκουράζονται και ζεσταίνουν γύρω από τη θράκα τα παγωμένα μέλη τους. Το χιόνι έξω πέφτει πυκνό  και μπαμπακωτό. Γεμίζει αθόρυβα τις βαθιές χαράδρες και τις ψηλές κορφές τις μπαρουτοκαπνισμένες από τον άγριο πόλεμο της ημέρας, σα για να τις εξαγνίσει από τα πάθη των ανθρώπων.
   Είναι η ώρα της ανάπαυλας και οι στρατιώτες, άλλος με το κεφάλι ακουμπισμένο σ' ένα λιθάρι, άλλος πρόχειρα διορθώνοντας την αρβύλα του ή δοκιμάζοντας την κάνη  του τουφεκιού του, αφήνουν το νου τους να ταξιδεύει μακρυά, γύρω απ' τους αγαπημένους τους. Οι αναλαμπές που βγαίνουν από τα κούτσουρα της φωτιάς ρίχνουν μεγάλες λαμπερές πλάκες στα κουρασμένα πρόσωπα, σχεδιάζουν μεγάλους ίσκιους στα βαθουλωμένα μάτια και στις απόμερες γωνιές της σκηνής. Ανάμεσα στα παιδιά είναι κι ο Πότης Μάλαρης που λαχταριστή αφήνει την ψυχή του και τη σκέψη του να φτερουγίζουν κει κάτω στην Αθήνα σ' ένα απόμερο δρομάκι μιας φτωχικής γειτονιάς. Μια γριά μάνα, μια νέα γυναίκα τον συλλογιούνται αυτή την ώρα, πλέκοντας γι' αυτόν μάλλινες κάλτσες και γάντια, κάτω από τ' αδύνατο φως της λάμπας. Ένα κοριτσάκι τριώ χρονώ κοιμάται παρέκει αμέριμνο. Τούς φέρνει μπρος του με στοργή, με πόνο, μα κυρίαρχη διαγράφεται στο αχνόφωτο της σκέψης του της γυναίκας του η μορφή. Αρπάζει γρήγορα ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι: «Ελένη μου, αγαπημένη μου γυναίκα. Ύστερα από τη γλυκιά μου Πατρίδα εσύ 'σαι η πιο γλυκιά μου αγάπη  στον κόσμο. Έπειτα έρχεται το παιδί μας κι η μάνα μου. Σάς φέρνω τούτες τις ώρες κοντά μου και σού μιλώ και σ' αγκαλιάζω και σε φιλώ, μ' όλη τη θέρμη που νιώθω για σένα. Κι αυτό μού δίνει ακόμη πιότερη δύναμη και με πιότερη χαρά ρίχνουμαι στη μάχη. Όταν τελειώσει ο πόλεμος κι αν δεν σκοτωθώ, θα 'ρθω πετώντας στην αγαπημένη μας φωλιά που, όσο κι αν είναι φτωχική, κρύβει τους θησαυρούς της αγάπης μας. Τότε, ύστερα από τόσους αγώνες, θα βρω την αληθινή ευτυχία κοντά στην ξανθή μου νεράιδα, τη γυναικούλα μου, και στα δυο άλλα  αγαπημένα μου πλάσματα». Και τελείωνε το γράμμα μ' ένα σωρό μελλοντικά όνειρα και με τις θερμότερες εκφράσεις.
   Ένα χειμωνιάτικο πρωί καθώς το πούσι ανάμεσα στις χαράδρες των βουνών ήταν πολύ πυκνό και μόλις είχε αρχίσει απ' αντικρύ το πυροβολικό να βάλλει απάνω στις γραμμές μας, ο Πότης δέχτηκε ένα καυτό βόλι στο μηρό. Στην αρχή δεν το κατάλαβε καλά - καλά κι ο ίδιος. Μα όταν ο γύρω παγωμένος αέρας έφτασε στην πληγή του, ο πόνος τον ελύγισε κι έπεσε σφίγγοντας τα δόντια του σ' ένα βαθύ χαντάκι. Μέσα στο σάλο της μάχης δεν τον είχαν δει, όπως και τόσους άλλους, για να τους πάνε στην πρόχειρη σκηνή του ιατρείου. Κι εκεί πεσμένος, ακούοντας γύρω του δαιμονικά να σφυρίζουν οι σφαίρες και οι μπόμπες περίμενε το θάνατο. Κι έφερνε μπρος του Εκείνην που δεν θα ξανάβλεπε πια, αφού ο Χάρος στεκόταν δίπλα του να τού θερίσει τη ζωή. Ο Θεός όμως τού φύλαγε ημέρες. Σαν κόπασε για μια στιγμή η μάχη και ξεκαθάρισε ο αέρας απ' την ομίχλη και τους καπνούς, ο Πότης μεταφέρθηκε μισολιπόθυμος, με άλλους τραυματίες, στο τσαντήρι της περιθάλψεως. «Τραύμα διαμπερές», είπε ο γιατρός εξετάζοντάς τον, «το κόκκαλο του μηρού έχει σπάσει σε πολλά σημεία και θ' απαιτήσει μακρά νοσηλεία».
   Με την πρώτη αποστολή των τραυματιών στην Αθήνα, έφεραν και τον Πότη σ' ένα νοσοκομείο. Τι ήταν εκείνη η συνάντηση των παιδιών με τους δικούς τους; Να σπαράζεται η ψυχή σου απ' τη συγκίνηση. Αλλά η λαχτάρα του Πότη ήταν κάτι το αφάνταστο. Η καρδιά του, στο αντίκρυσμα της Ελένης, του παιδιού και της μητέρας του, έτρεμε σαν το κυνηγημένο πουλάκι που βρίσκει τέλος τη φωλιά του ύστερ' από άγριο χαροπάλεμα με το γεράκι. Τους έσφιγγε στην αγκαλιά του και δεν ξεκόλλαγε από πάνω τους. Μα πιο πολύ την Ελένη, δε χόρταινε να την κοιτάζει, να τής διηγιέται. Κι όσο αυτή τον έβλεπε σα σαστισμένη, τόσο εκείνος κρατώντας το χέρι της μέσ' στα δικά του, τής έλεγε, τής έλεγε ατέλειωτα, μισοκομμένες από τη βία του ιστορίες για τη ζωή του στο μέτωπο, σα να ήθελε να προφτάσει κιόλας να τής τα ειπεί σε λίγη ώρα μόλις την είδε. Η φωνή του ήταν λαχανιασμένη και τα μαύρα ζωηρά του μάτια αντιφέγγιζαν τις φλόγες του πολέμου.
   Το ίδιο βράδυ τού μπήκε δυνατός πυρετός. Ο γιατρός το απόδωσε στην απογευματινή του συγκίνηση. Γι' αυτό και δεν άφησε την άλλη μέρα την Ελένη, ούτε την παρά άλλη, να πάει κοντά του. Την είδε μόνο από μακρυά. Την τρίτη μέρα ξαναπήγε κι έκατσε λίγο μαζί του γιατί δεν έπρεπε και πολύ να τού μιλεί. Σιγά - σιγά ο πυρετός έπεφτε, αλλά το τραύμα έφερνε νέες απορροφήσεις στον οργανισμό του κι ο πυρετός πάλι ξανάρχιζε. Ο νέος άντρας παράδερνε ανάμεσα στους δυνατούς πόνους που τού 'φερναν οι αλλαγές, αλλά και είχε την γλυκιά παρηγόρια να βλέπει τρεις - τέσσερις φορές την βδομάδα τη γυναίκα του, αφού επίμονα το ζητούσε ο ίδιος από το γιατρό του, ως ψυχικό φάρμακο. Τότε οι πόνοι γίνονταν ελαφρότεροι κι ο ύπνος του ησυχότερος. Με την καλοσύνη του, την ευγενική έκφραση της μορφής του και με την κάποια μόρφωσή του, είχε κατακτήσει όλων τη συμπάθεια. Έτσι ξαπλωμένος κι ακίνητος στο κρεβάτι του πόνου άφηνε όλη τη δύναμη της ψυχής του να καθρεφτίζεται έντονη στα μεγάλα του μάτια που διψούσαν αγάπη, αλήθεια, ομορφιά. Πολλές πονετικές αδελφές είχαν παρασταθεί κοντά του και τον περιποιόντουσαν, νέες, όμορφες, ίδιοι ξανθοί άγγελοι, όπως και άλλες μεγάλες και ηλικιωμένες σαν στοργικές μητέρες. Το ίδιο και οι διάφορες κυρίες που πήγαιναν δώρα στους τραυματίες. Ο Πότης τις τραβούσε παράξενα κοντά του σα να είχε μαγνήτη.
   Όσο κι αν όλες αυτές οι συμπάθειες τον ευχαριστούσαν και τον κολάκευαν, πάντα την απόλυτη βεβαίωση της αληθινής, της στέρεης αγάπης που ήταν το ασάλευτο θεμέλιο της ζωής του και των ονείρων του, ο Πότης τη ζητούσε μέσα στα μάτια της Ελένης. Και είχε πιστέψει ότι σωστά ήταν ατράνταχτη αυτή του η πεποίθηση, γι' αυτό κι όλο πιο φωτεινό γινότανε το βλέμμα του σα  τα μελλούμενά του ονείρατα.
   Ενάμιση χρόνο πέρασε ο Πότης κατάκοιτος στο  νοσοκομείο. Είχα πολύν καιρό να τον ιδώ. Τελευταία τον συνάντησα στο δρόμο με τις πατερίτσες. Ήρθε και στο σπίτι να μ' επισκεφτεί. «Σε λίγες ημέρες», μού λέει, «θα μού βγάλουν το γύψο από το πόδι και θα μού βάλουν μηχάνημα. Τότε θα μπορώ να περπατώ χωρίς τα δεκανίκια».  Χάρηκα γιατί, ύστερα από τόσα βάσανα, το ηρωικό αυτό παιδί θα ξανάβρισκε την υγεία του.
   Κάτι όμως σα σύννεφο ίσκιωνε την έκφραση της μορφής του. Τα μάτια του σα να 'χανε χάσει τη σταθερότητα του βλέμματος και η φωνή του τη διαφάνειά της. Πήγα να τον ρωτήσω τι έχει, τι τού συμβαίνει. Σα να μάντεψε τη σκέψη μου και, ίσως για ν' αλαφρώσει την καρδιά του, άρχισε να μού λέει με φωνή μισοπνιγμένη: «Ξέρετε, έχω μεγάλα βάσανα». Χαμήλωσε το κεφάλι κι ύστερ' από μικρή σιωπή πρόσθεσε αποφασιστικά: «Διάλυσα το σπίτι μου. Το παιδί μου το 'βαλα σ' ένα άσυλο φιλανθρωπικό, τη μάνα μου την έστειλα στον αδερφό της, στο χωριό». Εδώ σταμάτησε. «Και η γυναίκα σου;» τού λέω με δισταγμό. Η όψη του σκοτείνιασε και κόμπιασε πάλι η φωνή του. «Αυτή δεν ξέρω πού βρίσκεται... Όσες φορές πήγα στο σπίτι το βρήκα κλειστό. Καθόμουν ώρες απ' έξω και την περίμενα με ψώνια, με γλυκό, μα δεν ερχόταν. Έμαθα πως γύριζε με άλλους κι ερχόταν αργά τη νύχτα. Παραφύλαξα και την έπιασα. Σα μαύρο κύμα μ' έπνιξε ο θυμός, θέλησα να τη σκοτώσω και να σκοτωθώ, μα σκέφτηκα το παιδί μου. Σαν τρελός πήρα τα πράγματά μου κι έφυγα. Τώρα είμαι ξεσπιτωμένος και χωρίς οικογένεια. Μού πλήρωσε με προδοσία την  τόση μου αγάπη, μού σύντριψε τη ζωή μου, μού γκρέμισε ό,τι καλό είχα μέσα μου. Τώρα περνώ το σκληρότερο ηθικό μαρτύριο».
   Πέρασε κάμποσος καιρός από τότε. Πριν λίγες μέρες πήγα σ' ένα νοσοκομείο όπου θα γινόταν μνημόσυνο «υπέρ των εν πολέμῳ πεσόντων». Ανάμεσα στον κόσμο είδα σε μια γωνιά τον Πότη να στέκεται χωρίς τις πατερίτσες. Τού χαμογέλασα και τον χαιρέτισα από μακρυά. Ανάμεσα στους λυπημένους και κοντά στον παπά που 'ψελνε την επιμνημόσυνη δέηση, ξεχώριζαν τρεις νέες γυναίκες, ψηλές σαν λυγερές φεργάδες (1). Τρεις χήρες με τις μακριές πλερέζες στα καπέλα τους. Από λεπτή χρυσή αλυσίδα κρεμόταν στο λαιμό τους ένα μικρό μενταγιόν με την εικόνα του σκοτωμένου άντρα. Δεν ξέρω αν ήταν αδερφές ή ξένες αναμεταξύ τους. Γονατιστές κι οι τρεις, σκυμμένες με κατάνυξη, ένωναν, κάτω από τα μαύρα τους πέπλα, τον πόνο και την περηφάνια τους για τους ωραιοθάνατους νεκρούς. Κι όταν άρχισαν να βγάζουν συγκινητικούς λόγους, όλοι σχεδόν νιώθαμε στα μάτια μας ν' ανεβαίνουν τα δάκρυα. Σε μια στιγμή είδα απ' αντίκρυ τον Πότη να κοιτάζει πονεμένα τις τρεις χήρες κι ύστερα να σκεπάζει τα μάτια του με το μαντήλι. Έκλαιγε βαθιά, σιωπηλά, κι οι ώμοι του τραντάζονταν απ' το πνιγμένο του αναφιλητό.
   Σαν έφευγα πήγα κοντά του, τον είδα πιο ψύχραιμο, μ' όλο που ακόμη τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. «Χαίρομαι», τού λέω, «που σε βλέπω και περπατάς χωρίς στήριγμα. Έκλεισε το τραύμα σου εντελώς;» -«Αυτό έκλεισε, αλλά άνοιξε άλλο διαμπερές που ποτέ του δεν θα κλείσει κι ούτε πια θα γιατρευτώ», μού λέει. Και σαν για ν' αλλάξει κουβέντα, ενώ η σκέψη του, γύρω απ' το ίδιο πάντα ζήτημα παράδερνε, είπε με συγκρατημένο πόνο δείχνοντάς μου τις τρεις χήρες που πέρναγαν κείνη την ώρα από μπροστά μας: «Μακαρίζω τις ψυχές αυτών που σκοτώθηκαν κι άφησαν πίσω τους τέτοιες γυναίκες τιμημένες. Δεν ήταν να είχα κι εγώ την ίδια τύχη μ' αυτούς κι ας έχανα τη ζωή μου. Η ψυχή μου θα ζούσε την αληθινή της ζωή, ενώ τώρα ζω μέσα σ' ένα σώμα που η ψυχή του έχει νεκρωθεί». Τι να τού πω; Τον κοίταξα βαθιά στα μάτια και τού 'σφιξα το χέρι σε βουβή απόκριση. Σωπαίνοντας τώρα, βλέπαμε τις τρεις μαυροφόρες, ίδιες με τρεις αγγέλους του πόνου και της αγάπης, να κατεβαίνουν ανάλαφρες τη σκάλα του νοσοκομείου. Έφευγαν  προς τον κατηφορικό το δρόμο, κάτω απ' τους ψηλούς ευκάλυπτους, ενώ τα μαύρα πέπλα τους σιγοανεμίζονταν στο πρωινό τ' αγέρι.
 
Ταρσούλη Αθηνά 
Εφημερίδα «Φιλολογική Κυριακή» 
Αθήνα, Αύγουστος 1943
 
Σημειώσεις:
(1) φεργάδα: (φρεγάτα): εύσωμη και καμαρωτή γυναίκα, νταρντάνα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου