Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

ΤΑ ΠΑΡΑΠΟΝΑ

  
   Μόλις είχα καθίσει εις το γραφείο μου -ήμην Επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων του νομού Κ.- και έξωθι της κλειστής θύρας με τους χρωματιστούς υαλοπίνακας, ηκούσθησαν συρτά βήματα και λεπταί φωναί, χαμηλοφώνως λαλούσαι.
   - Πρωί πρωί άρχισεν η πελατεία, εσκέφθην και μετά δυσφορίας εφώναξα: «Εμπρός».
   Ήσαν οι πρώτοι μήνες της υπηρεσίας μου, και η απότομος μεταβολή από τον ήσυχον και μονοειδή βίον του καθηγητού εις τον  ταραχώδη και πολυπράγμονα βίον του Επιθεωρητού μού είχε προξενήσει ίλιγγον. Ιδίᾳ με εξήντλουν αι ατελεύτητοι ακροάσεις ανθρώπων, οι οποίοι ήρχοντο πολλάκις να με ενοχλήσωσι με υποθέσεις ουδόλως εξ εμού εξαρτωμένας ή και τελείως ασχέτους προς την υπηρεσίαν μου. Εν τούτοις συνησθανόμην την υποχρέωσιν να μη αποπέμπω κανένα, και δια τούτο, παρ' όλον τον όγκον των εγγράφων, τα οποία είχα ενώπιόν μου, και παρ' όλην την βαρυθυμίαν μου, εφώναξα και δευτέραν φοράν: «Εμπροοοός... Άνοιξε».
   Χειρ αδεξία περιέστρεψε τον στρόφαλον (1) της θύρας, και μετ' ολίγον ενεφανίσθησαν μετά δειλίας δύο μορφαί.
   Η μία ήτο γραίας χωρικής δυσειδούς (2) και τραχείας, αλλά καλά ενδεδυμένης· η άλλη, η ακολουθούσα όπισθεν αυτής και οιονεί (3) κρυπτομένη εις τας βαθείας πτυχάς  του ρακέτου (4) της γραίας, ήτο η μορφή παιδίου ρυπαρού, αλλά με ζωηρούς οφθαλμούς και κόκκινα χείλη.
   «Αυτός είναι», είπε το παιδίον, ωθούν δια των χειρών την γραίαν.
   «Ελόου σου, γιε μου, είσαι ο κύριος Πιθεωρητής;» ηρώτησεν η γραία.
   «Ελόου μου, κυρά. Τι αγαπάς;»  
  «Με την υγεία σου, παιδί μου. Εγώ, να ουρίσω (5), ήρθα να σού κάμω ένα λεμέντιο (6) γι' αυτή την προκομμένη τη δασκάλα, που μάς έχεις στο χωριό, την κυρά Λουίζα δα, που το θέλει να τη λένε και κυρίγια τα παιδιά. Αυτή, αφέντη μου...»
   «Από ποιο χωριό είσαι κυρά;» την ηρώτησα.
   «Από το Λιθιασμένο, αφέντη μου, λίγο παρέκει από το Ξάκρι».
  «Δήμος Διακρίας», εψιθύρισε το παιδίον, το οποίον είχε τώρα λάβει το θάρρος να αποκαλυφθεί.
   «Καλά. Και τι παράπονο λοιπόν έχεις από τη δασκάλα;»
   «Παράπονο, αφέντη μου; Και τι άλλο  παράπονο να 'χω απ' αυτό; Που μ' έχει βάλει σε σκοτωμό με το γέροντά μου; Ημείς  να ουρίσω ειμάστενε ξεχωρίταις (7) ανθρώποι, δεν ξέρομε από τέτοιες ντροπές. Και τώρα τζα που ο Θεός μάς έχασε από λάδι, δε μπάσαμε νιάγκα (8)  για φαΐ...»
   «Λέγε κυρά», είπα ανυπομονών. «Τι σού έκαμε η δασκάλα;»
  «Συμπάθειο, αφέντη μου, το λεμέντιό μου θα πω. Όρσε τι μου 'καμε, αφέντη μου· τι άλλο να μού κάμει! Φέρε, μωρ' Αρσένη» -απετάθη προς το παιδίον- «τα γράμματα ναν τα διαβάσει ο κύριος Πιθεωρητής».
   «Ποια; Της δασκάλας θέλεις;» ηρώτησεν ο Αρσένης.
   «Ναίσκε, μωρέ. Ύστερα δείχνομε και του παππού σου».
   Το παιδίον  εξήγαγεν εκ των θυλακίων του και παρέδωκεν εις την γραίαν ορμαθόν ρυπαρών και εσχισμένων επιστολών,  τας οποίας  η χωρική  ενεχείρισεν εις εμέ.
   «Να, διάβασε, ντούνκουε (9) να καταλάβεις τι σπέζα (7) είναι η δασκάλα μας, που το θέλει να τήνε λένε και κυρίγια οι κοπέλες μας».
   Ήνοιξα την πρώτην, την δευτέραν, την τρίτην επιστολήν, έπειτα άλλας κατά τύχην, μέχρι της τελευταίας. Ήσαν όλαι γραμμέναι με λεπτόν και φιλόκαλον γυναικείον χαρακτήρα, περιείχον δε  τρυφεροτάτας εκφράσεις  έρωτος διαπύρου, εξικνουμένας πού και πού μέχρι ύψους καλλιτεχνικού. Η Καρλότα του Βέρτερ δε θα έγραφεν αισθηματικοτέρας επιστολάς, αν ήτο Ελληνίς διδασκάλισσα.
   «Γλυκέ μου, δικέ μου, ταίρι μου, μοναδικέ μου», ήσαν αι συνήθεις επί κεφαλής προσφωνήσεις. Έπειτα τον εξόρκιζε να την αγαπά, να μη την λησμονεί, να μη  τον πλανέσουν αι τέρψεις και αι ηδοναί της μεγαλουπόλεως. Αλλού τον παρότρυνε ν' ατενίζει κατά τα μεσάνυχτα τον πολικόν αστέρα, δια να συναντώνται εκεί τα βλέμματά των, να ζητεί από την αύραν  τα φιλιά που τού στέλλει, γλυκά, αθάνατα, σφιχτά φιλιά, βγαλμένα από τα φυλλοκάρδια. Κάπου τον εβεβαίου ότι όλος ο κόσμος είναι κενός δι' αυτήν, ανούσιος, άχαρος, σαχλός, καταθλιπτικός και ότι ζει μόνον δι' αυτόν, μόνον με την ελπίδα να τον σφίξει γρήγορα στην αγκαλιά της, τη θερμή, τη γλυκιά, να τον κοιμίσει με τα χάδια της, να τον ξυπνήσει με τα φιλιά της.
   Άλλοτε τον επληροφόρει ότι την τριανταφυλλίτσα του την όμορφη και μοσχομυρισμένη σαν αυτόν, την ποτίζει με τα δάκρυά της, την ανασταίνει με τα φιλιά της, και προσέθετε και δυο - τρεις αναπήρους μεν αλλά θερμούς στίχους. Ηρώτα η πιστή φίλη τα λουλούδια, ερωτούσε τα βουνά, τα κύματα, τα μαύρα σύγνεφα, τον γαλάζιον ουρανόν, ανέπνεε με πάθος τον αέρα της σπηλιάς, που είχαν άλλοτε αναπνεύσει μαζί, κουβέντιαζε με τα χελιδόνια και κάποτε τής εφαίνετο ότι με τα ματάκια των τα συμπαθητικά, με τη γουργουριστή φωνούλα των τής απαντούσαν και την ησύχαζαν. Τής έλεγαν να κοιμάται ήσυχα, γιατί ο καλός της, ο δικός της, την αγαπά και την θυμάται. Και εκοιμάτο και εξυπνούσε προφέρουσα το αρμονικόν όνομά του, και αυτό ήτο το φως της, αυτό η χαρά της, αυτό η ζωή της.
   Και υπεγράφετο συνήθως «η δική σου, η Λουίζα σου, η γλυκιά σου γυναικούλα».
     
   Την γραμματίστριαν (8) Λιθιασμένου, του δήμου Διακρίας, Λουίζαν Παδέλα δεν εγνώριζα κατ' όψιν, διότι δεν είχα ακόμη επισκεφθεί το σχολείον της, ουδ' αυτή είχεν έλθει εις το γραφείον. Εν τούτοις επεκράτει εν τῃ υπηρεσίᾳ αρίστη γνώμη περί αυτής ως υπαλλήλου ευσυνειδήτου και ως κόρης σεμνοτάτης. Αλλ' ιδού τώρα ότι είχα εις χείρας μου τεκμήρια ανηθικότητος αναμφισβήτητα. Κατελήφθην υπό υπηρεσιακής αγανακτήσεως, από την οποίαν -το ομολογώ σήμερον με εντροπήν μου- δεν ήτο ξένη και τις ζηλοτυπία προς τον ευτυχή θνητόν, προς ον απηυθύνοντο αι επιστολαί, ωσανεί (9) δε ήθελα να συλλάβω και την σωματικήν μορφήν της ρομαντικής ηρωίδος μου, ηρώτησα την γραίαν:
   «Είναι νέα η δασκάλα σας;»
   «Αν είναι νέα! Ακούς εκεί! Κοπελίτσα! Μα γι' αυτό δα είναι και άμυαλη και κάνει τέτοια άπρεπα πράμματα! Α! Μια φορά ήτανε δασκάλες, όχι τώρα. Είχαμε μια φορά την κυρα - Μαριόγκα, που λέει ο λόγος να την έβλεπες μοναχά ετρόμαζες. Εκείνη να κάμει τέτοιες ντροπές! Μπα, Θεός φυλάξοι! Τώρα σού βάνουν δασκάλες  δεκάξι και δεκαφτά χρονών κοπέλες, τι γνώση  θέλεις να 'χουνε!»
   «Είναι και ωραία;» ηρώτησα με ταπεινοτέραν την φωνήν και δυσχερώς κρύπτων ποιάν τινά ταραχήν μου.
   «Πολύ ωραία», εψιθύρισε το παιδίον.
   «Και σαν είναι ωραία, τι να την κάμω εγώ!» είπεν η γραία.  «Κάλλιο να τής έλειπε η πολλή ομορφιά και να 'χε λίγη γνώση».
   «Και σε ποιον τα έγραφεν αυτά τα γράμματα;» ηρώτησα, ενώ η φαντασία μου έπλαττεν (10) ήδη κομψόν τινά και ρωμαλέον νεανίαν, ναύτην ίσως ή υπαξιωματικόν ή φοιτητήν, υιόν της γραίας, μεθ' ου η ωραία κόρη έπλεκε το πρώτον ερωτικόν της ειδύλλιον, εμπνευσθέν ίσως από μίαν πρωινήν συνάντησιν, τραφέν δια των βλεμμάτων και εξαφθέν εις τοιούτον βαθμόν δια του χωρισμού από τον αγαπημένον της.
   «Σε ποιόνε τα 'γραφε;» απήντησεν η χωρική, «δε σού είπα; Στο γέροντά μου τα 'γραφε και κόντεψε να με φέρει σε χωρισμό».
   «Στο γέροντά σου!» είπα και δια του βλέμματος ηρώτησα και το παιδίον.
   «Ναίσκε, στο γέροντά μου».
   «Ναίσκε, στον πάππο μου», απήντησε συγχρόνως η μάμμη και ο εγγονός.
   Το μυθιστόρημα εθολούτο σφόδρα. Τι συνέβαινε λοιπόν;
  Αστραπηδόν διήλθον δια της φαντασίας μου αι άπειροι ιδιοτροπίαι της ανθρωπίνης καρδίας, τα τόσα ερωτικά παράδοξα, όσα γεννά η μοναξιά, η έξαψις της φαντασίας, η στρέβλωσις των αισθημάτων και των αισθήσεων ίσως. Και η μνήμη μου εσταμάτησεν εις τον «Πρώτον έρωτα» του Τουργκένιεφ. Και εκεί μία  αξιέραστος νέα -Ζηνωίς ονομάζεται, νομίζω- λατρευομένη από χορείαν όλην νεαρών εραστών, αγαπά έναν ηλικιωμένον άνθρωπον, τον πατέρα ακριβώς του θερμοτέρου των  λατρευτών της. Εκείνος, αγέρωχος και σκληρός υλιστής, δέχεται  τον έρωτα και καταφρονεί την ερωμένην εις τοιούτο σημείον, ώστε κάποτε την μαστιγώνει ως ζώον δυσήνιον (11) και οχληρόν (12).  
   «Και ο γέροντάς σου τι απαντούσε λοιπόν;» ηρώτησα την γραίαν.
   «Να, τι απαντούσε. Διάβασε κι αυτά».
   Έλυσα την άλλην δέσμην και ανέγνωσα δυο - τρεις επιστολάς του υποτιθεμένου εραστού. Ήσαν και αυταί γραμμέναι δια καλού γραφικού χαρακτήρος και μεθ' ικανής ορθότητος συντεταγμέναι. Αλλ' οποία ωμότης εκφράσεων! Οποία κατάχρησις της ανδρικής δυνάμεως και υπεροχής! Οποία κτηνώδης καταφρόνησις της τόσης τρυφερότητος, της τόσης αφοσιώσεως της δυσμοίρου νεάνιδος!
   «Δεν θα έλθω στο χωριό και ήλθα!» έλεγε κάπου. «Θα σού δώσω ξύλο, κακομοίρα, που θα χάσεις το θεό του θεού σου. Μ' έκαμες ρεντίκολο στ' αφεντικά και γελούνε όλοι με μένα, γέροντα άνθρωπο τώρα, να μού λες πως κοιτάζεις το μούλικο αστέρι για να συναντηθούν τα βλέμματά μας, και αναστενάζεις για να μού φέρει η λαύρα  τους αναστεναγμούς σου, και άλλες τέτοιες πομπές, που ντρέπομαι να βγω στην κοινωνία και θα με κάμεις να χάσω το ψωμί μου, για να 'ρθω αυτού να σού δείξω εγώ πόσα απίδια πιάνει ο σάκος, ξετουρλωμένη (13), κ.λπ.».
   Κατ' αρχάς η εικών του αγερώχου ήρωος του Τουργκένιεφ, του μαστιγούντος την Ζηνωίδα, μού εφάνη ακριβώς επαναλαμβανομένη. Όσον όμως ανεγίνωσκον περισσότερον, τόσον  ηύξανεν η σύγχυσις εν τῃ διανοίᾳ μου, διότι ο εραστής απεκάλει το θύμα του γριάν  ξεμωραμένην και ομίλει περί τέκνων και εγγόνων, επαναλαμβάνων μεθ' εκάστην σχεδόν περίοδον την απειλήν του ξύλου και την αρίθμησιν των απιδιών του σάκου.
   Η γραία χωρική, οσάκις ήκουεν αναγινωσκομένην μεγαλοφώνως υπ' εμού την απειλήν ταύτην, ανεστέναζε και υπέκρουε στερεοτύπως:
   «Και το 'καμε τζια ο ευλογημένος κι αυτός, χωρίς να ξετάξει, μού μαύρισε το κορμί μου στο ξύλο. Πέστο, μωρ' Αρσένη, στον κύριο Πιθεωρητή».
   «Μα σένα έδειρε;» ηρώτησα τέλος.
   «Ναίσκε, αφέντη μου, εμένα έδειρε, αντίς να δείρει αυτή την ξεδομένη».
   «Μα εσύ έγραφες τα γράμματα;»   
   «Εγώ, αφέντη μου, να γράψω τέτοιες ντροπές; Μπα!  Θεός φυλάξοι! Και πού να ξέρω η κακομοίρα! Εγώ την παρακαλούσα αυτήν την προκομμένη  να τού γράφει. Τής έλεγα να τού γράφει να κάνει οικονομία, να μη μεθάει συχνά, να συλλογιέται τα παιδιά του που δεν έχουνε ψωμί. Κι αυτή καθόντανε και τού 'γραφε για τ' αστέρια. Ακούς καμώματα! Αυτός πα να πει, γράμματα δεν ήξερε, τα 'δινε να τα διαβάζουν τ΄αφεντικά του και γινόντανε ρεντίκολο, πως γριά γυναίκα εγώ τού γράφω, λέει ο λόγος, για έρωτα. Μού 'γραφε το λοιπόν αυτά που διάβασες. Εγώ τα 'δινα στην προκομμένη τη δασκάλα να μού τα διαβάσει. Άλλα έγραφε ο γέροντάς μου, άλλα μού διάβαζε αυτή. Όσο που κίνησε και ήρθε από την ξενιτιά που δούλευε, άγριος - άγριος σα φονιάς. Εγώ έτρεξα να τον χαιρετίσω και ναν τον ρωτήσω αν ήφερε κανένα καψοόβολο, αυτός με πήρε σα σκυλί. Μωρή, ποίσα δείξα, μ' έκαμες ρεντίκολο στ΄αφεντικά μου με τα γράμματά σου. Όσο που πήρε κι ένα ξύλο της φωτιάς  και μού το 'σπασε στην πλάτη μου. Πέστα, μωρ' Αρσένη, ψέματα λέω;»
   «Όχι. Αλήθεια!» εβεβαίωσεν ο εγγονός.
  «Μα Λουίζα σε λένε και σένα κυρα - θειά;» ηρώτησα εισδύων πλέον εις το μυστήριον.
  «Ναίσκε, αφέντη μου, Λουίζα που να μη με λέγανε. Λουίζα  πα να πει, εγώ η σκοτωμένη, Λουίζα κι η αφεντιά της η ξεδομένη, που την ώρα του σκοτωμού καθόντανε στη φανέστρα (14) της και κοίταζε, κι έκανε  πως εχλιβόντανε (15). Μα τι το θέλω εγώ σαν εχλιβόντανε. Την είχα καλή να μην το κάμει. Α! Να τήνε τιμωρήσεις βαριά, αφέντη μου, δε σού λέω να τής δώσεις όσο ξύλο έφαγα εγώ, μα να τής κάμεις ένα γερό φοβέρισμα, γιατί, μα τον άγιο που προσκυνάμε, αν ήτανε άλλη από μένα, θα 'χε κρεβατωθεί τώρα από το ξύλο».
   Φαντάζεσθε τώρα τον αγώνα, τον οποίον κατέβαλον  δια να μη εκραγώ εις γέλωτας εκ της απογοητευτικής ταύτης αποκαλύψεως.
   «Καλά, κυρά», είπα εις την χωρικήν, «μείνε ήσυχη. Εγώ θα την τιμωρήσω και δεν θα σού το ξανακάμει αυτό. Θα σού γράφει ό,τι τής λες και όχι ό,τι θέλει αυτή να γράψει».
   «Κύριε ελέησον», είπεν η γραία, «μηδά εγώ, αφέντη μου, τής λέω άλλη φορά να μού γράψει γράμμα! Κάλλιο ο Αρσένης κουτσά στραβά, όσο ξέρει, να μού τα γράφει, παρά αυτό το κακό που μού 'καμε».
    «Καλά, εγώ θα την τιμωρήσω».
   «Μα... πα να πει», είπεν η γραία, ενώ απεχώρει εκ του γραφείου, «όχι και πολύ βαριά, γιατί το μετάνιωσε κι αυτή η θλιμμένη κατόπι. Μού 'ριξε βεντούζες, μού 'φερε γάλα, έκλαψε, επήρε συχώρεση από το γέροντά μου. Ε! Παιδί είναι, τόσο της κόβει βλέπεις... και να με συμπαθάς, αφέντη μου, που σε σεκάρισα (16) μπονόρα μπονόρα (17)».
   Βραδύτερον, ότε μετέβην εις το Λιθιασμένον προς επιθεώρησιν του σχολείου, είδα κατά πρώτον την κακοπράγμονα  αυτήν Λουίζαν. Ήτο γλυκυτάτη κορασίς, ούπω εικοσαέτις, προικισμένη δια σπανίας νοημοσύνης, κοσμουμένη δε ου μόνον δια πολλής και ποικίλης μορφώσεως, αλλά και δι' αξιεράστου σεμνότητος ήθους. Μού παρουσίασε τας άριστα κατηρτισμένας υπό πάσαν έποψιν μαθητρίας του νομού, η δε περί αυτής έκθεσίς μου προς το Εποπτικόν Συμβούλιον ήτο ενθουσιώδης, όπως ήσαν και αι εκθέσεις των προκατόχων μου.
   Η γραία ή ο εγγονός της είχαν, ως φαίνεται, διηγηθεί εις αυτήν την σκηνήν του γραφείου μου, και δια τούτο ήτο σφόδρα τεταραγμένη και εφαίνετο από στιγμής εις στιγμήν περιμένουσα βαρείαν επίπληξιν.
   Μετά το τέλος της επιθεωρήσεως, εξέφρασα προς αυτήν την ευαρέσκειάν μου διά την εργασίαν της, τής έκαμα όμως την παρατήρησιν ότι από τα υπηρεσιακά της βιβλία έλειπεν έν πολύ σπουδαίον, το οποίον όφειλε να τηρεί, κατ' ιδίαν, όμως, και χωρίς να το δεικνύει εις κανένα.
   «Ποίον;» μού είπε θορυβηθείσα. «Ο άλλος κύριος Επιθεωρητής αυτά μόνον μάς είχε επιβάλει».
   «Έν ημερολόγιον», τής είπα, «εις το οποίον να γράφεις όσα αισθήματα τυχόν  πλημμυρούσι την ψυχήν σου, δια να μη αναγκάζεσαι  να τα υποβάλλεις εις άλλους και γεννώνται εκ τούτου συζυγικαί σκηναί».
   Εχαμήλωσε τα σεμνά βλέμματά της, ηρυθρίασε μέχρι των ώτων, και τα βλέφαρά της επληρώθησαν δακρύων.
   Η τιμωρία είχεν επέλθει βαρυτέρα ίσως παρ' όσον την ήθελεν η παθούσα μάμμη του Αρσένη.
 
Τραυλαντώνης Αντώνης
«Ημερολόγιο Σκόκου», 
Έτος 1912
 
Σημειώσεις:
(1) στρόφαλος (ο): το πόμολο, το χερούλι 
(2) δυσειδής: δύσμορφος, με άσχημη μορφή
(3) οιονεί (επίρρ.): σαν, κατά κάποιον τρόπο, σαν να επρόκειτο για...
(4) ρακέτο (το): είδος ενδύματος , φούστα παραδοσιακής φορεσιάς
(5) ουρίζω: ορίζω, μεταφέρω, οδηγώ κάτι με αίσιο τρόπο
(6) λεμέντιο: παράπονο, αναφορά
(7) ξεχωρίτης: κάτοικος των περιχώρων, επαρχιώτης, κάτοικος χωριού
(8) νιάγκα: τίποτα
(9) ντούνκουε: λοιπόν, άρα, συνεπώς, έπειτα
(7) σπέζα: δαπάνη, έξοδο, πληρωμή, πρόστιμο
(8) γραμματίστρια: δασκάλα
(9) ωσανεί (επίρρ.): σαν να...
(10) πλάττω: πλάθω
(11) δυσήνιος: απείθαρχος
(12) οχληρός: ενοχλητικός, αυτός που κάνει θόρυβο
(13) ξετουρλωμένος: αυτός που προεξέχει, ξετσίπωτος, αυτός που δεν έχει ντροπή
(14) φανέστρα (η): το παράθυρο
(15) χλίβομαι: θλίβομαι
(16) σεκάρω: χτυπώ, ενοχλώ
(17) μπονόρα - μπονόρα: πολύ νωρίς, πρωί - πρωί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου