Βρίσκεται ακόμα, σε κάποια κουμπιά των μανικετιών μου, μια ασημένια αντίκα, που δεν έχει και μεγάλη αρχαιολογική αξία. Είναι ένα αρχαίο νόμισμα Σικυώνος, μικρό σαν νικέλινο (1) πενταράκι, που δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω την τύχη μου μ' αυτό, γιατί η εμπορική του τιμή δεν είναι περισσότερη από πέντ' - έξι δραχμές. Όμως για μένα έχει μια τρυφερή αξία και δε θα 'θελα να το χωρισθώ ποτέ μου, γιατί το μικρό αυτό νόμισμα έχει τη μικρή του ιστορία.
Η ιστορία του είναι απλή και μελαγχολική, όπως ήτανε και η ζωή εκεινού, που μού το χάρισε, του μακαρίτη του μπάρμπα Γιάννη, του Αποβροχάρη.
Αποβροχάρης λέω να ήτανε το παρατσούκλι του. Όμως εγώ ποτέ δε γνώρισα το αληθινό του όνομα. Η γνωριμία μας είχε γίνει κάποιο, μακρινό τώρα, δειλινό, σ' ένα περιγιάλι της πατρίδας μου, που είχα πάει να περάσω τις διακοπές του Γυμνασίου. Ίσως να γίνηκε και σε καμιά πλαγιά βουνού, στον ίσκιο κάποιου λευκού μοναστηριού ή σε καμιά ρεματιά, δίπλα στο γάργαρο νερό. Αυτό δεν έχει όμως καμιά σημασία, γιατί ο μπάρμπα Γιάννης μπορούσε να βρεθεί σε όλα αυτά τα μέρη και σε άλλα τόσα ακόμα. Γέρος, μα καλοστεκούμενος σταλωμένος (2), και με δυνατά ποδάρια, αλώνιζε το νησί απ' άκρη σε άκρη, και όπως τον έβλεπες στην κορφή του βουνού, σκυφτό και βιαστικό, να δρασκελάει τις κακοτοπιές, με την σκεβρωμένη του μαγκούρα, δεμένη πάντα με τα χέρια του πίσω στη μέση, έτσι μπορούσες να τον ιδείς και κάτω στο περιγιάλι ν' ανακατεύει με τα χονδρά του παπούτσια την αμμουδιά, σέρνοντας παράξενα τα πόδια του.
Εκείνο, που είναι βέβαιο, είναι ότι η γνωριμία μας έγινε σε κάποιο απόβροχο που η φύση ολάκερη, λουσμένη κι ολοπάστρικη (3), στέγνωνε τα κάλλη της σ' έναν καμαρωμένο ήλιο. Γι' αυτό, όπως είπα, είμαι βέβαιος. Γιατί ο μπάρμπα Γιάννης, αποβροχάρης όνομα και πράμα, τέτοιες ώρες πάντα έπαιρνε τα βουνά και κατηφόριζε τις ρεματιές και ροβολούσε ως τα γαλανά τ' ακρογιάλια. Όπως άλλοι, όταν πέσει το πρώτο χιόνι, αρπάζουν το τουφέκι και ξεκινάνε για κυνήγι έτσι κι αυτός, όταν στραγγούσε (4) απ' τα σύννεφα κι η τελευταία σταλαγματιά της βροχής, άρπαζε τη μαγκούρα του και το ψάθινό του το σκιάδι (5), το ίδιο πάντα χειμώνα - καλοκαίρι, το κάθιζε, όπως - όπως, βιαστικά, στην κατακόκκινη, ηλιοκαμμένη του φαλάκρα και δρόμο...
Έβγαινε γι' αντίκες. Και ήτανε μοναδικός στο νησί. Πολλοί πασχίσανε να τού πάρουνε την τέχνη του, κανένας όμως δε τού βγήκε μπροστά. Αυτός ήξερε, σπιθαμή με σπιθαμή, όλα τα μέρη, που με τα ρυάκια και τα ποταμάκια, μαζί με τον ψιλό τον άμμο, κατεβάζανε «πράμα» όπως έλεγε. Μα δεν ήτανε μονάχα τούτο. Το μάτι του ήτανε ξεχωριστό μάτι. Όπως το μάτι του γλάρου, που ξεχωρίζει από ψηλά, μέσα στα κύματα το ανίδεο ψάρι και, βουτώντας ολόισια, το κρατεί σε μια στιγμή δικό του, έτσι και το μάτι του τρομερού αυτουνού κυνηγάρη. Χίλιοι ανθρώποι μπορούσανε να προσπεράσουνε μπροστά του και να ψαχουλιάζουν (6), με πόδια και με χέρια, την άμμο και τα χώματα. Τίποτα! Περνούσε ύστερ' αυτός. Έσκυβε και σήκωνε. Ποτέ δεν τον είδε κανένας να σκύψει ή να ψάξει. Κι όταν έσκυβε, δεν έσκυβε του κάκου. Πάντα έπρεπε να σηκώσει κάτι τι, να το τρίψει βιαστικά με τα δυο του δάχτυλα, να τού ρίξει μια γρήγορη ματιά και να το παραχώσει στην τσέπη του γελέκου του. Έτσι ποτέ δε βούτηξε του κάκου ο γλάρος μέσα στο κύμα, δίχως να σηκώσει απάνω, τινάζοντας από χαρά τις φτερούγες του, το σπαρταριστό βρέσιμό του.
Από καιρό σε καιρό τον χάνανε απ' το νησί. Μπαρκάριζε στο βαπόρι και τραβούσε στην Αθήνα να κάνει το εμπόριό του. Λέγανε μάλιστα πως δεν πήγαινε μονάχα στην Αθήνα. Πήγαινε και σε άλλα νησιά, που ήξερε αυτός πως έχουνε «πράμα» και είτε ψαχούλευε μοναχός του, είτε αγόραζε, για ένα κομμάτι ψωμί, απ' τους ανήξερους νησιώτες αντίκες και θησαυρούς, που τους μοσκοπουλούσε ύστερα σ' εκεινούς που ξέρανε. Έτσι με τον καιρό ο μπαρμπα - Γιάννης ο Αποβροχάρης είχε αποχτήσει μια ξεχωριστή σοφία. Δεν είχε παρά να ρίξει μια ματιά σ' ένα νόμισμα χαλκό, ασημένιο ή χρυσό, για να σού πει με το νι και με το σίγμα, ποιανού καιρού είναι, ποιανής πολιτείας, ποιανού βασιλιά και ποια είναι η σημερινή του αξία. Ούτε ο δάσκαλος του νησιού δεν τού 'βγαινε μπροστά του. Όποιος είχε αντίκα ή πέτρα δαχτυλιδιού τη γνώμη τη δική του ζητούσε. Κι εκείνος έλεγε πάντα την αλήθεια. «Αυτό; Είναι Αλεξάνδρου, παιδί μου. Μπορείς να πιάσεις κανένα τάλιρο... Αυτό; Ας είναι κι ασημένιο! Αθηναϊκό. Πέντε στον παρά! Ρίχτ' το στο γιαλό να κάνει μπουνάτσα. Τούτο; Βυζαντινό! Δε φελάει. Εκείνο; Δακτυλιόλιθος. Δεν έχει όμως τέχνη απάνω του». Κι έδειχνε ύστερα κάποιο χάλκινο, τριμμένο νόμισμα, σαν παλιοδεκάρα, που δεν το 'πιανε το μάτι σου, κι έλεγε πως, όσο αξίζει αυτό δεν αξίζουν όλα τα χρυσά και τ' ασημένια, που είχε βρει στη ζωή του. Πού τα είχε μάθει τώρα όλα αυτά, αγράμματος άνθρωπος, όπως ήτανε; Είχαν να το κάμουν στο νησί. Και λέγανε μάλιστα, πως στην Αθήνα, που πήγαινε, τον ξέρανε, όλοι οι αρχαιολόγοι και πως μια φορά «κοντραστάρισε (7)» μ' έναν μεγάλο και τρανό καθηγητή και στο τέλος, αφού κάνανε συμβούλιο όλοι οι σοφοί της Αθήνας, τού ρίξανε δίκιο του μπάρμπα Γιάννη και τού είπανε πως ξέρει πιο πολλά αυτός απ' όλους τους μαζί. Εκείνος όμως δεν έλεγε τίποτε κι όταν τον ρωτούσανε γι' αυτή την ιστορία καμωνότανε τον ανήξερο κι άλλαζε κουβέντα.
Τέτοιος ήτανε ο μπάρμπα Γιάννης ο Αποβροχάρης. Όταν τον πρωτογνώρισα, ήτανε, όπως είπα, ένα καλοκαιριάτικο δειλινό σε κάποιο ακρογιάλι, σπαρμένο με άγριους βράχους, που σκύβανε με άγρια περηφάνια και καθρεφτίζονταν, σα ζωντανοί δράκοι, μέσα στα κοιμισμένα νερά. Εγώ είχα κατεβεί, μαζί με κάποια κατσίκια, όσο με βαστούσανε τα πόδια μου κι η καρδιά μου, ως τις χαμηλές κουφάλες, που είχε σκάψει το κύμα μες στα σπλάχνα των βράχων, και είχα μαζέψει, σαν απόκοτος (8) ερωτιάρης, απ' τις απλησίαστες παρθενικές σχισμάδες, αγριοβιολέτες και ανεμώνες, αψηφώντας, μα τα νιάτα μου, τις φοβέρες του δράκου, που φύλαγε, άγριος πορτοφύλακας, τις λουλουδένιες, αφίλητες παρθένες. Έτσι τουλάχιστον φάνταζε μπροστά στα ίδια μου τα μάτια το κατόρθωμά μου. Και ήμουνα περήφανος γι' αυτό.
Όταν, σκαρφαλώνοντας με χέρια και με πόδια, βρέθηκα πάλι στην κορφή του βράχου, ξαπλώθηκα σε μιαν αγκαλιά της πέτρας, έβαλα κοντά μου τα λουλούδια, καμάρωσα το μακρινό πέλαγος σπαρμένο από λευκά πανάκια, κι έπειτα έβγαλα απ' την τσέπη μου ένα μικρό κοκέτικο (9) βιβλίο κι άρχισα να διαβάζω απρόσεχτα και ανήσυχα, χωρίς κι εγώ να ξέρω το γιατί. Δίπλα στο βράχο περνούσε ο δρόμος, που πήγαινε στο χωριό, καμιά ώρα μάκρος από 'κει. Αντίκρυ το βραχόκτιστο βουνό, σπαρμένο από πένθιμα ασφοδίλια και θάμνους κι αγκάθια, μοναχό στολίδι της κακοτοπιάς, που τη σκαρφάλωναν, κουδουνίζοντας τα κυπριά (10) τους, τα γιδοπρόβατα. Ψυχή δεν περνούσε την ώρα εκείνη και μονάχα κάποιος βουβός αχός ανέβαινε ολοένα απ' τις κουφάλες των βράχων, ένας αχός άγριος, που τον αντίσκοβε (11) πού και πού ένα βραχνό γαύγισμα μαντρόσκυλου, απ' τις πλαγιές του βουνού. Είχα κλείσει, δίχως να το καταλάβω, το βιβλίο μου, και μού φαινότανε πως ονειρευόμουνα με ανοιχτά μάτια κάποιο παράξενο όνειρο.
«Γεια σου, καλό παιδί», με ξύπνησε μια φωνή.
Γύρισα προς το δρομαλάκι (12) και είδα έναν μικροκαμωμένο γέρο, σταλωμένον όμως και καλοστεκούμενον στα πόδια του, με ροδοκόκκινο και γελαστό μούτρο μέσα σ' ένα στεφάνι από κάτασπρα, ψιλοκομμένα μαλλιά και γένια, που προχωρούσε κατά πάνω μου, όπως τον έφερνε ο δρόμος, το κεφάλι πάντα σκυφτό λιγάκι και τα χέρια δεμένα πίσω στη μέση, με μια σκεβρωμένη μαγκούρα, που τη σαλεύανε τα δάχτυλά του, φοβέρα των σκυλιών, όχι ακουμπιστήρι των γερατιών ή αντιστύλι (13). Ήτανε ο μπάρμπα Γιάννης ο Αποβροχάρης. Τον ήξερα καλά απ' τα μούτρα και είχα ακουστά πολλά γι' αυτόν και τις αντίκες του. Μονάχα γνωριμιά δεν είχαμε μεταξύ μας.
«Γεια σου, μπάρμπα Γιάννη», τού είπα, με τ' όνομά του.
Κοντοστάθηκε.
«Τι κάνεις, μαθηταρούδι μοναχό σου εδώ στην ερημία;» με ρώτησε.
«Τι να κάνω; Διαβάζω...»
«Τα μαθήματά σου;» ξαναρώτησε. «Μπράβο, παιδί μου. Αν κοίταζα κι εγώ τα γράμματα στον καιρό μου, άλλος κι άλλος θα 'μουνα τώρα!...»
Και αναστέναξε.
«Πού μαθήματα;» τού είπα εγώ. «Αυτά τ' άφησα στην Αθήνα. Διαβάζω ποιήματα... Ξέρεις τι είναι τα ποιήματα, μπαρμπα - Γιάννη;»
«Τραγούδια, μαθές. Δεν είναι τραγούδια;»
«Τραγούδια...» τού είπα.
«Και βγήκε βιβλίο;» με ρώτησε κοιτάζοντας το ομορφοτυπωμένο, χρυσόδετο βιβλιαράκι.
«Βγαίνουνε πολλά», τού είπα. «Δεν είναι τούτο μονάχα...»
«Παραδοδουλειές!» έκαν' εκείνος, κουνώντας το κεφάλι του. «Ποιητάδες, σύννεφα, πράσιν' άλογα...»
Παραδοδουλειές! Ο λόγος αυτός μού 'κανε κακό, μού φάνηκε σα μια ιεροσυλία στην ερωτιάραν αυτήν ώρα. Ύστερα όμως τα «σύννεφα» που είπε, τα «πράσινα άλογα» και ο συμπαθητικός τόνος της φωνής, που έλεγε τα λόγια τούτα, μού φάνηκε πως κολάσανε (14) την πρώτη βρισιά και πως μού 'διναν για την ποίηση μια έκφραση υποβλητική και μοντέρνα, στη συμβολικιά εικόνα, προ πάντων, των πράσινων αλόγων. Έπειτα ο γέρος αυτός και η παράξενη δουλειά του στις ερημιές, μού χάρισαν μια συμπαθητικιά εντύπωση γι' αυτόν. Σε λίγα λεπτά είχαμε γίνει φίλοι και ύστερ' από λίγο γυρίζαμε μαζί στο χωριό.
«Αν είσαι τυχερός», μού είπε, «θα κάνουμε κανένα βρέσιμο».
Προχωρούσαμε σκυφτοί κι οι δύο. Μια στιγμή το μάτι μου κάτι πήρε να γυαλίζει απάνω στ' ογρό το χώμα κι έκανα να σκύψω.
«Δεν είναι τίποτα! Άδικα σκύβεις... Κουμπί παντελονιού, παιδί μου...»
Προχωρούσαμε. Εκείνος καλά - καλά δεν κοίταζε στο χώμα. Όμως έβλεπε και χωρίς να σκύβει τα μάτια του. Άξαφνα στάθηκε, έσκυψε, κάτι σήκωσε από κάτω και προχώρησε, τρίβοντας το κάτι τι αυτό στα δάχτυλά του, χωρίς καμιά περιέργεια να το κοιτάξει.
«Τι είναι;» τον ρώτησα, γεμάτος χαρά και λαχτάρα, σαν να είχαμε βρει κανέναν θησαυρό.
«Μη βιάζεσαι!» μού είπε. «Ό,τι βρήκαμε, δικό μας είναι».
Ύστερ' από λίγο σταμάτησε και κοίταξε το βρέσιμο, ένα μικρό ασημένιο νόμισμα, με φουσκώματα και στρογγυλέματα, που δεν μπορούσα να τα ξεχωρίσω, όπως έσκυψα μια στιγμή απάνω του. Εκείνος τα είχε ιδεί όλα.
«Σικυώνος!» είπε. «Δεν είναι και μεγάλο πράγμα. Όμως πέντ' έξι δραχμές τις πιάνει...»
Μια στιγμή νόμισα πως θα μού το χάριζε. Δεν είχε πει πως, αν είμαι τυχερός, κάποιο βρέσιμο θα κάναμε; Εκείνος όμως δεν είπε τώρα τίποτε. Έβαλε στην τσέπη του γελέκου του την αντίκα, έστριψε ύστερα ένα τσιγάρο και προχωρήσαμε. Είχαμε γίνει από τότε καλοί φίλοι.
Εγώ σε λίγες μέρες έφυγα για την Αθήνα, να προφτάσω τα μαθήματά μου.
Πέρασαν χρόνια και δεν είχα ξαναγυρίσει στην πατρίδα. Ένα καλοκαίρι τέλος πάντων αποφάσισα να ταξιδέψω πάλι. Με τραβούσαν οι πρασινάδες και τα κρύα νερά. Έφτασα, με το καλό, ένα δειλινό. Ήταν απόβροχο πάλι, ο ήλιος άστραφτε απάνω σε χίλια διαμάντια ολόγυρα και μού φαινότανε σαν να ήτανε το ίδιο το δειλινό, που είχα γνωρίσει απάνω στο βράχο της ακρογιαλιάς τον μπάρμπα Γιάννη τον Αποβροχάρη.
«Τι γίνεται αυτή η ψυχή;» ρώτησα κάποιον δικό μου, που ήρθε να με δεχτεί.
«Ο μπάρμπα Γιάννης;» μού είπε κουνώντας θλιβερά το κεφάλι του. «Στραβώθηκε από χρόνια τώρα, ο κακομοίρης. Κάθεται κλεισμένος μέσα στο σπίτι του και μού φαίνεται πως είναι λίγα τα Σάββατά του. Παραγέρασε, βλέπεις, κιόλα...»
Η Μοίρα του μπάρμπα Γιάννη μού φάνηκε πολύ τραγική. Οι θεοί και οι ήρωες, που είχε κάνει τη γνωριμιά τους απάνω στις αντίκες και στις πέτρες των δαχτυλιδιών και που μιλούσε γι' αυτούς σα να ήταν πρώτα του ξαδέρφια, τού 'χανε φανεί πολύ σκληροί και πολύ αχάριστοι. Και μού 'κανε κακό να συλλογίζομαι πως εκείνα τα μάτια τα θαυματουργά, που καρφώνανε μέσα στα χώματα έναν μικρό θησαυρό, σαν να ήταν ορμηνεμένα από μια ουράνια δύναμη, είχαν σβήσει τώρα για πάντα μέσα στα σκοτάδια.
Ένα πρωί γύρεψα να πάω να τον ανταμώσω. Κάποιος δικός του με πήγε στο σπίτι. Τον είδα να περπατάει απάνω κάτω στη μικρή κάμαρη, με το κεφάλι σκυφτό, με τα χέρια δεμένα πίσω, όπως στον καλό καιρό.
«Καλώς σάς βρήκαμε!» τού είπα πιάνοντας το χέρι του.
Με γνώρισε απ' τη φωνή.
«Καλώς το παιδί!» μού είπε. «Χρόνια είχες να μάς έρθεις στο νησί». Σε λίγο ξαναείπε: «Εμένα τα χάλια μου τα βλέπεις. Τι να σού πω παραπάνω;»
«Με γνώρισες μπάρμπα Γιάννη;» τού είπα, κρύβοντας την ταραχή μου.
«Ακούς!» μουρμούρισε. «Λες να ξεκούτιανα τόσο; Θαρρώ πως είναι τούτ' η ώρα, όξω στα βράχια, το 'χεις πάντα εκείνο το βιβλίο; Χα, χα, χα! Ποιήματα, ε; Σύννεφα και πράσιν' άλογα! Θυμάσαι που σε πείραζα;...»
Κι έψαξε με το χέρι του να μ' αγγίξει και να με χαϊδέψει, γελώντας ακόμα ένα γέλιο, που 'μοιαζε με θρήνο.
Καθίσαμε.
«Κάτι σού χρωστάω...» μού είπε σε λίγο. «Δεν το ξέχασα...»
Τράβηξε ένα συρτάρι κι έβγαλε ένα μικρό τενεκεδένιο κουτί! Το άνοιξε κι άρχισε να πασπατεύει με τα δάχτυλά του.
«Ετούτη είναι...» είπε κρατώντας μίαν αντίκα. «Η δικιά σου...»
«Τι πράμα;» είπα κάνοντας τον ανήξερο.
«Η αντίκα! Δική σου είναι. Της τύχης σου! Δε στο 'πα τότε; Δική σου είναι και θα την πάρεις να με θυμάσαι. Πού ξέρεις αν ξαναϊδωθούμε;»
Τον ευχαρίστησα, όσο μπορούσα. Για μένα το χάρισμά του ήτανε ωραίο θυμητικό και δεν μπόρεσα να τού κρύψω τη χαρά μου.
«Σικυώνος!» είπε σε λίγο. «Από το ένα μέρος έχει ένα περιστέρι. Απ' το άλλο μια Χίμαιρα. Μισός άνθρωπος, μισό άλογο, μισό φίδι. Θυμάσαι και τα πράσιν' άλογα; Χα, χα, χα! Πάρ' τηνε να την κάνεις καρφίτσα, να με θυμάσαι...»
Σε λίγο χωριστήκαμε και δεν ξαναϊδωθήκαμε πια. Η Χίμαιρα μ' ακολουθεί πιστά από τότε στο μικρό νόμισμα της Σικυώνος και είναι στιγμές που θαρρώ πως ακούω, σαν να είναι τούτη η ώρα, τη βραχνή, ραγισμένη φωνή, μα τόσο εύθυμη μέσα στο καλοκαιρινό απόβροχο, τη μακρινή φωνή του μπάρμπα Γιάννη:
«Σύννεφα, πράσινα άλογα...»
Κι ωστόσο ο μακαρίτης ο μπάρμπα Γιάννης ο Αποβροχάρης χαρίζοντάς μου μια Χίμαιρα, που δεν είχε τίποτα περισσότερο στο νου του, απ' την αγάπη και την καλοσύνη του.
Νιρβάνας Παύλος
Περιοδικό «Γράμματα»,
Ιανουάριος 1916, τεύχος 28 - 30
Σημειώσεις:
(1) νικέλινος: από νίκελ - νικέλιο (= είδος μετάλλου αργυρόλευκου χρώματος)
(2) σταλωμένος: μεστός, καλοκαμωμένος, γερός, δυνατός
(3) ολοπάστρικος: ολοκάθαρος, κατακάθαρος, πολύ καθαρός
(4) στραγγώ: στραγγίζω
(5) σκιάδι (το): καπέλο για τον ήλιο, για να κάνει σκιά
(6) ψαχουλιάζω: ανακατεύω ψάχνοντας
(7) κοντραστάρω: αντιτάσσομαι, κοντράρω
(8) απόκοτος: τολμηρός, θαρραλέος, αυτός που ρισκάρει, απερίσκεπτος
(9) κοκέτικος: κομψός, χαριτωμένος
(10) κυπρί (το): μεγάλο (χάλκινο) κουδούνι που το φορούν σε αιγοπρόβατα
(11) αντισκόβω: διακόπτω
(12) δρομαλάκι (υποκ.): μικρό δρομάκι, μονοπάτι
(13) αντιστύλι (το): πλάγια τοποθετημένο δοκάρι που στηρίζει κάτι, αντιστήριγμα
(14) κολάζω: αμβλύνω, μετριάζω την κακή εντύπωση ή τα δυσάρεστα αποτελέσματα μιας πράξης ή ενός λόγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου