Σάββατο 15 Απριλίου 2023

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΙΣΑΔΩΡΑ

   
   Στο Σαν Φραντσίσκο στα χίλια οκτακόσια εβδομήντα οκτώ η κ. Ισαδώρα  Ο' Γκόρμαν Ντάνκαν, μια ενθουσιώδης κυρία που αγαπούσε το πιάνο, αποφάσισε να πάρει διαζύγιο από τον άντρα της, τον διαπρεπή κ. Ντάνκαν, του οποίου η διαγωγή, πάμε να πιστέψουμε, ήταν κάθε άλλο παρά λεπτή· όλη αυτή η κατάσταση την έκανε τόσο νευρική, ώστε δήλωσε στα παιδιά της ότι τίποτα δε σήκωνε το στομάχι της παρά μόνο λίγη σαμπάνια και στρείδια· στη μέση της πίκρας και των αντεγκλήσεων του οικογενειακού καυγά, μέσα σ' ένα κόσμο από πανσιόνες με φως γκαζιού, που βαστιούνταν από ερειπωμένες καλλονές του Νότου και μεγιστάνες των Σιδηροδρόμων και αυτόματες πόρτες που δεν εφαρμόζουν και άντρες με φαβορίτες που μασούσαν μοσκοκάρφια για να κρύψουν το ουίσκι από την αναπνοή τους και μπρούτζινα πτυελοδοχεία και τετράτροχα αμάξια και μπάσκες (1) και πουφ (2) και μακριές φούστες με φραμπαλάδες που σέρνονταν από πίσω (όπου η αίθουσα διαλέξεων και η αίθουσα συναυλιών, υπό την προστασίαν διανοουμένων κυριών, ήταν τα κέντρα μιας ζωής γεμάτης φιλοδοξίες), γέννησε μια κόρη που την ονόμασε κι αυτήν Ισαδώρα.
   Η ρήξη με τον κ. Ντάνκαν και η ανακάλυψη  της δολιότητάς του έκαναν την κ. Ντάνκαν φανατική φεμινίστρια και άθεη, ενθουσιώδη θαυμάστρια των διαλέξεων και των συγγραμμάτων του Μπομπ Ίγκερσολ· αντί για Θεό παραδέχονταν Φύση· αντί για καθήκον ομορφιά, και μόνο ο άντρας είναι αχρείος.
   Η κ. Ντάνκαν αγωνίστηκε σκληρά να αναθρέψει τα παιδιά της με την αγάπη της ομορφιάς και το μίσος για τους κορσέδες και τις συμβατικότητες και τους ανθρώπινους νόμους. Έδινε μαθήματα πιάνου, κεντούσε και έπλεκε εσάρπες και μονοκόμματα γάντια.
   Οι Ντάνκαν ήταν πάντα χρεωμένοι.
   Πάντα χρωστούσαν το νοίκι.
   Οι πιο παλιές αναμνήσεις της Ισαδώρας ήταν που καλόπιανε τους μπακάληδες και τους χασάπηδες και τους νοικοκύρηδες και πουλούσε από πόρτα σε πόρτα διάφορα μικροπράματα που είχε κάνει η μάνα της, που βοηθούσε να πετούν τις βαλίτσες από τα πίσω παράθυρα όταν θέλαν να ξεφύγουν τους λογαριασμούς τους απ' τη μια ψευτοαριστοκρατική πανσιόν στην άλλη στα άκρα του Όκλαντ και του Σαν Φραντσίσκο. 
   Οι μικροί Ντάνκαν και η μητέρα τους ήταν μια ξεχωριστή γενιά. Κι αυτοί οι Ντάνκαν αντιμετώπιζαν έναν αγροίκο και χυδαίο κόσμο. Οι Ντάνκαν δεν ήταν Καθολικοί ούτε Πρεσβυτεριανοί ή Κουακέροι ή Βαπτιστές· ήταν Καλλιτέχνες.
 
   Όταν τα παιδιά ήταν πολύ μικρά, κατάφερναν να προκαλούν το ενδιαφέρον των γειτόνων τους δίνοντας θεατρικές παραστάσεις σε μια αχερώνα· το μεγαλύτερο κορίτσι, η Ελίζαμπεθ, έδινε μαθήματα χορού· αυτοί ήταν από τις δυτικές πολιτείες, ο κόσμος ήταν απ' αυτούς που κυνηγούσαν χρυσάφι· δε ντρέπονταν να επιδεικνύονται στα μάτια του κόσμου. Η Ισαδώρα είχε πράσινα μάτια και κοκκινωπά μαλλιά κι έναν όμορφο λαιμό και χέρια. Δεν είχε λεφτά για να παίρνει μαθήματα χορού, γι' αυτό έκαμνε χορούς δικούς της.
 
   Κουβαλήθηκαν στο Σικάγο. Η Ισαδώρα έπιασε δουλειά -χορεύτρια στη βεράντα της Μασονικής Στοάς για πενήντα τη βδομάδα. Χόρευε και σε λέσχες. Πήγε να δει τον Αυγουστίνο Ντάλι και τού είπε πως αυτή είχε ανακαλύψει το Χορό και μετά πήγε στη Νέα Υόρκη σα νεράιδα στ' αραχνοΰφαντα σε μια παράσταση του «Όνειρου Καλοκαιριάτικης Νύχτας» με την Άντα Ρέχαν.
 
   Η οικογένεια την ακολούθησε στη Νέα Υόρκη. Νοίκιασαν ένα μεγάλο δωμάτιο στο Κάρνεγκι Χολ, έβαλαν στρώματα στις γωνιές, κρέμασαν κουρτίνες στους τοίχους και δημιούργησαν  το πρώτο στούντιο του Greenwich Village.
   Τον αστυνόμο τον ξέφευγαν πάντα την τελευταία στιγμή, πάντα καλόπιαναν τους ανθρώπους της πιάτσας για να γλιτώνουν λογαριασμούς, υπερασπίζονταν τη νοικοκυρά για το ενοίκιο, τραβούσαν με καλοπιάσματα ενισχύσεις από πλούσιους φιλισταίους.
   Η Ισαδώρα διοργάνωνε ρεσιτάλ με τον Έθελμπερτ Νέβιν, χόρεψε με συνοδεία απαγγελιών του Ομάρ Καγιάμ για κοσμικές κυρίες στο Νιούπορτ. Όταν κάηκε το ξενοδοχείο Windsor, έχασαν όλα τα μπαούλα τους και τον μακρύτατο λογαριασμό που χρωστούσαν και μπάρκαραν για το Λονδίνο μ' ένα πλοίο ζωομεταφορών για να ξεφύγουν τον υλισμό της πατρίδας τους Αμερικής.
 
   Στο Λονδίνο στο Βρετανικό Μουσείο ανακάλυψαν τους Έλληνες· ο Χορός ήταν Ελληνικός.
   Κάτω από τις καπνισμένες καμινάδες του Λονδίνου, μες στις καπνοσκέπαστες πλατείες, χόρεψαν με χιτώνες από μουσελίνα, αντέγραψαν πόζες από ελληνικά αγγεία, πήγαν σε διαλέξεις, πινακοθήκες, κονσέρτα, θέατρα, ρούφηξαν σ' ένα χειμώνα πενήντα χρόνων βικτωριανό πολιτισμό.
   Πίσω στους Έλληνες.
   Όποτε τούς πετούσαν από κει που έμεναν γιατί δεν πλήρωναν το νοίκι, η Ισαδώρα τούς οδηγούσε στο καλύτερο ξενοδοχείο και έπιανε ένα ολόκληρο διαμέρισμα και ξαπόστελνε τα γκαρσόνια να τσακιστούν για αστακό και σαμπάνια και φρούτα που δεν ήταν της εποχής· τίποτα δεν ήταν αρκετά καλό για Καλλιτέχνες, Ντάνκαν, Έλληνες, και στο Λονδίνο της τελευταίας δεκαετίας του αιώνα άρεσε το θράσος της.
   Στο Κένσιγκτον καθώς και στο Μέιφερ χόρεψε σε ιδιωτικά πάρτι σε σπίτια, οι Βρετανοί, από τον Πρίγκηπα Εδουάρδο και κάτω, συνεπάρθηκαν με την προραφαηλιτική της ομορφιά, την έξαλλη αμερικανική της αφέλεια, την καλλιφορνιακή της προφορά.
 
   Μετά το Λονδίνο, το Παρίσι, κατά τη διάρκεια της μεγάλης έκθεσης του χίλια εννιακόσια. Χόρεψε με τον Λόι Φούλερ.  Ήταν ακόμα παρθένα πολύ δειλή για ν' ανταποκριθεί στα πλησιάσματα του Ροντέν του μεγάλου δασκάλου, ολότελα ζαλισμένη από την ασυνήθιστη συμπεριφορά του κύκλου των στριμμένων ανάποδων καλλονών  του Λόι Φούλερ. Οι Ντάνκαν ήταν χορτοφάγοι, δύσπιστοι μπροστά στη χυδαιότητα και τους άντρες και τον υλισμό. Ο Ρέιμοντ έκανε για όλους τους σανδάλια.
   Η Ισαδώρα και η μητέρα της και ο αδελφός της Ρέιμοντ περιπλανήθηκαν στην Ευρώπη με σανδάλια, ταινίες στα μαλλιά και ελληνικούς χιτώνες, μένοντας στα καλύτερα ξενοδοχεία, ζώντας την ελληνική ζωή της φύσης σ' έναν στρόβιλο απλήρωτων λογαριασμών.
 
   Το πρώτο ρεσιτάλ σόλο της Ισαδώρας ήταν σ' ένα θέατρο στη Βουδαπέστη· ύστερα απ' αυτό ήταν η Κορυφαία, είχε μια ερωτική περιπέτεια μ' έναν πρωταγωνιστή· στο Μόναχο οι φοιτητές έβγαλαν τα άλογα από την άμαξά της. Όλα ήταν λουλούδια και χειροκροτήματα και δείπνα με σαμπάνιες.
   Στο Βερολίνο έκανε πάταγο.
  Με τα λεφτά που έκανε στην τουρνέ της στη Γερμανία κουβάλησε όλους τους Ντάνκαν στην Ελλάδα. Έφτασαν μ' ένα ψαροκάικο από την Ιθάκη. Πόζαραν στον Παρθενώνα για φωτογραφίες και χόρεψαν στο θέατρο του Διονύσου και δίδαξαν ένα μπουλούκι τσογλάνια να τραγουδούν τον αρχαίο χορό από τις Ικέτιδες και έχτισαν ένα ιερό για να κατοικήσουν σ' ένα λόφο που δέσποζε στα ερείπια των Αρχαίων Αθηνών, αλλά δεν υπήρχε νερό στο λόφο και τα χρήματά τους τελείωσαν πριν να τελειώσει το ιερό κι έτσι αναγκάστηκαν να παραμείνουν στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας» και να δημιουργήσουν ακόμα έναν λογαριασμό. Όταν τελείωσε η πίστωση, πήραν το χορό τους στο Βερολίνο και ανέβασαν τις Ικέτιδες στα αρχαία ελληνικά.
   Συναντώντας την Ισαδώρα με τον πέπλο της να πορεύεται μες από τον Ζωολογικό Κήπο επικεφαλής των Ελληνόπουλών της που βάδιζαν όλα με τάξη με ελληνικούς χιτώνες, το άλογο της αυτοκράτειρας φοβήθηκε και η υψηλότης της βρέθηκε κάτω.
 
   Η Ισαδώρα ήταν η Μόδα,
  Έφτασε στην Πετρούπολη έγκαιρα ώστε να δει τη νυχτερινή κηδεία των επαναστατών που σκοτώθηκαν μπροστά στο Χειμερινό Παλάτι στα 1905. Αυτό την πλήγωσε. Ήταν Αμερικανίδα, σαν τον Γουόλτ Γουίτμαν· οι δολοφόνοι κυβερνήτες του κόσμου δεν ήταν δικοί της άνθρωποι· οι επαναστάτες ήταν δικοί της άνθρωποι· οι καλλιτέχνες δεν ήταν από τη μεριά των πολυβόλων· αυτή ήταν Αμερικανίδα ντυμένη με ελληνικό χιτώνα· ήταν υπέρ του λαού.
   Στην Πετρούπολη, που ήταν ακόμη κάτω από τη μαγεία του μπαλέτου του δέκατου όγδοου αιώνα της αυλής του Βασιλέως - Ήλιου, ο χορός της θεωρήθηκε επικίνδυνος από τις αρχές.
   Στη Γερμανία ίδρυσε μια σχολή με τη βοήθεια της αδελφής της Ελίζαμπεθ, που είχε την οργανωτική επιστασία, και έκανε ένα παιδί με τον Γκόρντον Γκρέιγκ.
    Πήγε στην Αμερική με θρίαμβο, όπως το είχε πάντα σχεδιάσει, και τάραξε τους φιλισταίους της πατρίδας με μια τουρνέ· τους οπαδούς της όλη την ώρα τούς γράπωναν, γιατί φορούσαν ελληνικούς χιτώνες· δε βρήκε καμιά ελευθερία για την Τέχνη στην Αμερική.
 
   Πίσω στο Παρίσι, ήταν η κορφή του κόσμου. Τέχνη σήμαινε Ισαδώρα. Στην κηδεία του Πρίγκηπος Ντε Πολινιάκ συνάντησε τον εκατομμυριούχο του παραμυθιού (βασιλιά των ραπτομηχανών) που έγινε ο υποστηριχτής της και ο χρηματοδότης της σχολής της. Έφυγε μαζί του, με το γιοτ του (οτιδήποτε έκανε η Ισαδώρα ήταν τέχνη) να χορέψει στο Ναό της Φαιστού μόνο γι' αυτόν, αλλά έβρεξε και οι μουσικοί όλοι μούσκεψαν. Κι έτσι όλοι  πήγαν και μέθυσαν αντί γι' αυτό.
   Τέχνη ήταν η ζωή μες στα εκατομμύρια. Τέχνη οτιδήποτε έκαμνε η Ισαδώρα. Ετοίμαζε παιδί από τον εκατομμυριούχο, προς μεγάλο σκάνδαλο της γυναικείας λέσχης ηλικιωμένων κυριών και γεροντοκορών που λάτρευαν την Τέχνη, όταν χόρεψε στη δεύτερη τουρνέ της στην Αμερική· το 'ριξε στο πιοτό πάρα πολύ και τρίκλιζε στα φώτα της ράμπας και μάλωνε με τα θεωρεία.
   Η Ισαδώρα ήταν στο ύψος της δόξας και του σκάνδαλου και της δύναμης και του πλούτου, η σχολή της προχωρούσε, ο εκατομμυριούχος της ήταν έτοιμος να τής χτίσει ένα θέατρο στο Παρίσι, οι Ντάνκαν ήταν οι ιερείς μιας λατρείας (Τέχνη ήταν οτιδήποτε έκαμνε η Ισαδώρα), όταν το αυτοκίνητο που έφερνε τα δυο παιδιά της σπίτι από την άλλη μεριά του Παρισιού σταμάτησε σε μια γέφυρα του Σηκουάνα. Ξεχνώντας ότι είχε αφήσει το αυτοκίνητο με την ταχύτητα ανοιχτή, ο σοφέρ βγήκε έξω για να βάλει μπρος τη μηχανή. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε, έριξε κάτω τον σοφέρ, κατρακύλησε απ' τη γέφυρα μες στον Σηκουάνα.
   Τα παιδιά και η τροφός τους πνίγηκαν.
 
   Η υπόλοιπη ζωή της κύλησε απελπισμένα μέσα στο θόρυβο των σκανδαλισμένων γλωσσών, ανάμεσα στις πειραχτικές όψεις των δημοσιογράφων, τις απειλές των δικαστικών κλητήρων, τις διαμαρτυρίες διευθυντών ξενοδοχείων που φέρναν τους εκπρόθεσμους λογαριασμούς.
   Η Ισαδώρα έπινε πάρα πολύ, δε μπορούσε να τραβήξει τα χέρια της απ' τους όμορφους νεαρούς, έβαφε τα μαλλιά της διάφορες αποχρώσεις χτυπητού κόκκινου, ποτέ της δε νοιάστηκε να μακιγιάρει το πρόσωπό της όπως έπρεπε, δεν έδειχνε φροντίδα για τα ρούχα της,  δε σκοτίζονταν να κρατήσει τις γραμμές της σουλουπωμένες, ποτέ της δε μπόρεσε να βρει πού πήγαιναν τα χρήματά της, αλλά μια μεγάλη αίσθηση υγείας γέμιζε την αίθουσα, όταν η αχλαδωτή μορφή με τους ωραίους μεγάλους βραχίονες σουλάτσερνε σιγά προς το προσκήνιο.
   Δε φοβούνταν τίποτα· ήταν μια μεγάλη χορεύτρια.
 
   Στη γενέτειρά της το Σαν Φραντσίσκο οι πολιτικοί δεν την άφησαν να χορέψει στο Ελληνικό Θέατρο που οι ίδιοι είχαν χτίσει κάτω από την επιρροή της. Όπου και να πήγε πρόσβαλε τους φιλισταίους. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, χόρεψε τη Μασσαλιώτιδα, πράγμα όμως που δε θεωρήθηκε αρκετά κόσμιο, και δυσαρέστησε με την άρνησή της να παρατήσει το Βάγκνερ ή να δείξει τα πρέποντα σεβαστά αισθήματα ικανοποίησης για τη σφαγή.
 
   Στην περιοδεία της στη Νότια Αμερική ψάρεψε άντρες παντού, έναν Ισπανό ζωγράφο, μια δυάδα πρωτοπαλαιστών, ένα θερμαστή στο πλοίο, ένα Βραζιλιάνο ποιητή, τσίριξε στις αίθουσες του ταγκό, ξεκούφανε από σκηνής τους Αργεντινούς υπέρ των μαύρων, μεθυσμένη θριάμβεψε στο Μοντεβίδεο και τη Βραζιλία· αλλά όταν είχε λεφτά δε μπορούσε να κρατηθεί να μην τα ξοδέψει σκανδαλωδώς για τους χορευτές του ταγκό, προσφορές, δείπνα μετά το θέατρο, τη γενναιόδωρη χειρονομία, όχι,  όλα στο λογαριασμό μου. Οι διευθυντές την υπηρετούσαν. Τίποτε δε φοβούνταν, ουδέποτε ντροπιασμένη στα μάτια του κόσμου από το θόρυβο των σκανδαλισμένων γλωσσών, τους μεγάλους τίτλους στα απογευματινά φύλλα.
 
   Όταν ο Οχτώβρης έσπασε το τσόφλι του παλιού κόσμου, θυμήθηκε την Πετρούπολη, τα φέρετρα που ενέδρευαν μέσα από τους σιωπηλούς δρόμους, τα άσπρα πρόσωπα, τις σφιγμένες γροθιές εκείνη τη νύχτα στην Πετρούπολη, και χόρεψε το Εμβατήριο των Σλάβων και κυμάτισε κόκκινα αραχνοΰφαντα μαντίλια κάτω απ' τις μύτες των γηραιών κυριών της Βοστώνης στο Symphony Hall, αλλ' όταν πήγε στη Ρωσία γεμάτη ελπίδες για μια Σχολή και δουλειά και μια νέα ζωή στην ελευθερία, ήταν τόσο μεγάλο, τόσο δύσκολο· κρύο, βότκα, ψείρες, καμιά υπηρεσία στα ξενοδοχεία, το παλιό και το καινούριο στοιβαγμένα φύρδην - μύγδην όλα μαζί, κρεβάτια μ' αχυρόστρωμα και παλιατσαρία, δεν είχε την υπομονή, η ζωή της ήταν τόσο εύκολη· περιμάζεψε έναν ποιητή με κίτρινα μαλλιά και τον έφερε πίσω στην Ευρώπη και στα μεγάλα ξενοδοχεία.
   Ο Γιεσένιν έσπασε ολόκληρο δάπεδο του Άντλον στο Βερολίνο, σ' ένα πάρτι όλο μεθύσι, κατάστρεψε ένα διαμέρισμα στο Κοντινεντάλ στο Παρίσι. 'Οταν επέστρεψε στη Ρωσία αυτοκτόνησε. Ήταν τόσο μεγάλο, τόσο δύσκολο.
 
   Όταν ήταν πια αδύνατο να μαζέψει άλλα λεφτά για την Τέχνη, για τα πλήθη που τρώγαν και πίναν στα διαμερίσματα των ξενοδοχείων, και την ενοικίαση των Rolls - Royce και για τη διατροφή των μαθητών και οπαδών της, η Ισαδώρα κατέβηκε στη Ριβιέρα να γράψει τα απομνημονεύματά της για να ξύσει λίγα λεφτά  από το αμερικανικό κοινό, που είχε ξυπνήσει ύστερα από το τέλος του πολέμου στη χοντροκοπιά του υλισμού και τους Έλληνες και τα σκάνδαλα και την Τέχνη, κι ακόμα είχε δολάρια να ξοδεύει.
   Νοίκιασε ένα στούντιο στη Νίκαια, αλλά ποτέ δε μπορούσε να πληρώσει το νοίκι. Τσακώθηκε με τον εκατομμυριούχο της. Τα κοσμήματά της, το φημισμένο σμαράγδι, ο μανδύας της από ερμίνα, τα έργα τέχνης που τής χάρισαν οι καλλιτέχνες, όλα είχαν πάει στα ενεχυροδανειστήρια ή τα είχαν κατασχέσει οι ξενοδόχοι. Ό,τι είχε ήταν οι παλιές γαλάζιες της κουρτίνες, που είχαν δει τους μεγάλους της θριάμβους, μια τσάντα από κόκκινο δέρμα κι ένα παλιό γούνινο πανωφόρι που ήταν καταξεσκισμένο από πίσω.
   Δε μπορούσε να πάψει να πίνει ή να βάζει το μπράτσο της γύρω στο λαιμό των πλησιέστερων νεαρών, αν έπιανε τίποτα ψιλά έδινε πάρτι ή τα έδινε.
   Επιχείρησε να πνιγεί αλλά ένας Άγγλος αξιωματικός του ναυτικού την τράβηξε έξω από τη φεγγαρόφωτη Μεσόγειο.
 
   Μια μέρα σ' ένα μικρό εστιατόριο στο Γκολφ Χουάν ψάρεψε έναν όμορφο νεαρό Ιταλό που είχε γκαράζ και οδηγούσε μια μικρή Μπουγκάτι κούρσα.
   Λέγοντας πως θα 'θελε να αγοράσει το αυτοκίνητο, τον κατάφερε να πάει στο στούντιό της να την πάρει για μια βόλτα· οι φίλοι της δεν ήθελαν να πάει, έλεγαν πως αυτός δεν ήταν παρά μόνο ένας μηχανικός, αυτή επέμενε, είχε κατεβάσει μερικά ποτηράκια (τίποτε πια δεν είχε απομείνει που να το νοιάζεται σ' αυτό τον κόσμο, παρά μερικά ποτά κι ένας όμορφος νεαρός)· μπήκε μέσα δίπλα του και τύλιξε την εσάρπα της με τα βαριά κρόσσια γύρω στο λαιμό της με μια μεγαλειώδη χειρονομία που είχε και στράφηκε πίσω και είπε με τη δυνατή καλλιφορνιακή της προφορά που τα γαλλικά της δεν είχαν χάσει ποτέ: «Adieu, mes amis, je vais à la gloire».
   Ο μηχανικός έβαλε τη μηχανή μπρος και το αυτοκίνητο ξεκίνησε.
   Η βαριά εσάρπα που σέρνονταν πιάστηκε σ' έναν τροχό, τυλίχτηκε σφιχτά. Το κεφάλι της χτύπησε στο πλευρό του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο σταμάτησε αμέσως· ο λαιμός της είχε σπάσει, η μύτη της είχε συντριφτεί, η Ισαδώρα ήταν νεκρή.
 
Πάσσος Τζων Ντος,
(μετφ. Ντίνος Χριστιανόπουλος),
περιοδικό «Διαγώνιος», τεύχος 2, 1959«» «»«»«»«»«»
Σημειώσεις:
(1) μπάσκα (η): ταινία από δέρμα ή ύφασμα που περιβάλλει τη μέση για τη συγκράτηση ρούχου ή για διακόσμηση 
(2) πουφ (το): μαξιλαράκι που έμπαινε στο πίσω μέρος των γυναικείων ενδυμάτων της βικτωριανής εποχής, κάτω από τις φούστες, για να δίνει όγκο και να τονίζει τους γλουτούς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου