Χαρά θεού στην εξοχή, φως, χρώματα, κελαδητά, ανάμεσ' απ' τα πυκνόφυλλα κλαριά. Η φύση στολισμένη τα γιορτινά της σκορπάει παντού ένα καλόβολο γέλιο και η μυρωμένη αναπνοή της αφήνει πάνω στα ξαναμμένα από το δρόμο μάγουλά μας έν' ανάλαφρο όσο και ζωογόνο χάδι.
Ξεκινήσαμε τ' απομεσήμερο για να πάμε να 'βρουμε τις κερασιές σ' ενός κουμπάρου κτήμα και να ριχτούμε λαίμαργα στους τραγανούς γυαλιστερούς καρπούς.
«Βρε παιδιά, πότε θα φθάσουμε; Δε βαστάω πια».
«Τώρα σε λίγο, να, κει πέρ' από το φράχτη, στο τέλος του μονοπατιού, πίσω από κείνα τα λιόδεντρα».
Ανάλαφρα πηδούσαμε η συντροφιά ανάμεσ' από χαντάκια χορταριασμένα, στρατόνια (1) αμπελιών, κόβοντας κάνα κλαράκι απ' τα χαμηλά δέντρα, έτσι για γούστο, γελούσαμε, θαυμάζαμε και, σιγοτραγουδώντας, προχωρούσαμε. Κάτι τριαντάφυλλα ντυμένα στο κόκκινο βελούδο έβγαζαν περίεργα το κεφάλι τους μεσ' απ' τα κιγκλιδώματα και μας κοίταζαν ξεκαρδισμένα στα γέλια· και κάτι άλλα σαν ροδομάγουλες παρθένες χαμηλόβλεπες, μάς έριχναν ντροπαλές παθητικές ματιές. Λουλούδια, πουλιά, παιδάκια, αρνάκια, κοτούλες, όλα στο δρόμο μας γελούσαν αθώα, χαρούμενα, ευτυχισμένα.
«Μα πού είν' οι κερασιές επιτέλους, στέγνωσε η γλώσσα μας».
«Βαστάτε την υπομονή σας και θα δείτε».
Ένας ψηλός μανδρότοιχος έκρυβε ζηλιάρικα κι εγωιστικά το θησαυρό του. Μόλις περάσαμε το κατώφλι της παλιόπορτας, σταθήκαμε ξαφνικά γιατί ο ήλιος μάς φάνηκε πιο κόκκινος, το δειλινό εντύθηκε μιαν εκτυφλωτική πορφύρα και σαστισμένοι ανοιγοκλείναμε σαν από κάποιο θάμπωμα τα μάτια μας. Σταθήκαμε λίγο προσπαθώντας να οπλισθούμε για την όσο δυνατό ορμητικότερη επίθεση. Μόλις λίγο προχωρήσαμε χαθήκαμε ξαφνικά και νιώσαμε πως κολυμπούσαμε λες μέσα σε κοραλλένιο ένα πέλαγο. Σπάζαν οι κλώνοι από το βάρος, γέρναν οι κορμοί αποκαμωμένοι απ' το γλυκό φορτίο τους, γι' αυτό κι εμείς πρόθυμα, όσο ποτέ στη ζωή μας, τρέξαμε να τους ξαλαφρώσουμε. Προκλητικά, γυαλιστερά ματάκια μας ένευαν δεξιά ζερβά να γιορτάσουμε στο ξεθεωτικό τους πανηγύρι.
«Πυρποληθείτε», μάς φώναζαν, «από την χτυπητήν ομορφιά μας κι ύστερ' ελάτε να σβήσετε τη δίψα σας μέσα στα ροδονερένια κύπελά μας. Χορτάστε δροσιά, χορτάστε πύρινα χαμόγελα κι ελάτε ύστερα να λουστείτε στις κοκκινόχρυσες ανταύγειες μας κάτω από τους θόλους μας με τα πολύτιμα, μεθυστικά ρουμπίνια. Και σαν άλλοι Βάκχοι βάλτε στεφάνια στα κεφάλια σας κι ελάτε να μεθύσετε, να γίνετε στουπί από το γλυκό κρασί της πιο αθώας μέθης».
Ζαλιστήκαμε, τρικλίσαμε κι αδύνατοι πια να νικήσουμε τη φλόγα του πόθου μας, τρέξαμε αχόρταγα και κολλήσαμε τα χείλη μας στα μύρια στοματάκια που έτσι προκλητικά μάς φώναζαν. Πολλή, πολλή ώρα η λεπτή και χυμώδικη σάρκα τους έλιωνε κάτω απ' τα φιλιά μας, πολλή, πολλήν ώρα μάς χάριζαν μιαν ονειρεμένη κι ανείπωτη ηδονή.
Μια στέρνα 'κει, σε μι' άκρη, καθρέφτιζε τρεμάμενη όλες τις φανταχτερές εικόνες που ξεδιπλώναμε μπροστά της κι απαλά εσκίρταγε το νεράκι της σαν από κάποια ζήλια μυστική. Μα και μεις σκληρά τής ταράξαμε πολλές φορές τη γαλήνη της βουτώντας μεσ' τα σπλάχνα της τα ματωμένα μας δάχτυλα, γι' αυτό όταν τραβούσαμε έξω τις κόκκινες γυαλιστερές ρόγες ήταν γεμάτες, γεμάτες δάκρυα.
Κουρασμένη πια η μέρα από τα οργιαστικά πανηγυρίσματα, άρχισε ν' αποσέρνεται, τραβώντας τα τελευταία κρόσια της πορφύρας της, περ' από τ' αχνογάλαζα βουνά. Αποκαμωμένοι κι εμείς από το απρόσμενο και ξεθεωτικό εκείνο ξεφάντωμα ξεκινήσαμε να φύγουμε αφήνοντας πίσω το περιβόλι της χαράς. Γυρίσαμε μια στιγμή κι είδαμε πάνω από το ζηλιάρη μαντρότοιχο πολλά, πολλά ματάκια κι άλλα τόσα ολόγλυκα χειλάκια που μας ένευαν «σύρτε στο καλό».
Με κάποιους απόκρυφους λογισμούς στρίψαμε μεσ' από τους φράχτες σιωπηλοί. Δεν ξέρω γιατί, αυτή τη φορά δεν απαντήσαμε πια κόκκινα τριαντάφυλλα ντυμένα στο βελούδο, μα κάτι λευκά, ολόλευκα που μυστικά μάς ψιθύρισαν για κάποιους εξαγνισμούς.
Στολίσαμε το στήθος μας μ' αυτά και πήγαμε σ' ένα γειτονικό δάσος να ξεκουραστούμε. Κι έτσι καθώς το σούρουπο έπεφτε σιωπηλά στη γη κι ένα βαθύ μυστήριο απλωνόταν τριγύρω, μάς φάνηκε πως κάποιο πουλί του δάσους είπε μια σιγανή προσευχή, που έμοιαζ' εξομολόγηση και τρομαγμένο σαν κάποια φθονερή μοίρα να το κυνήγησε, έτρεξε να κρυφτεί στις πυκνότερες κορυφές, άφωνο πια κι αθώρητο.
Το είδε και χαμογέλασε παράξενα τ' ολόγιομο φεγγάρι, που κείνη τη στιγμή επρόβαλε απ' το βουνό, φλογισμένο και ολοπόρφυρο με κόκκινα στεφάνια τριγύρω στη μορφή του σα να γύριζε κι αυτό από κάποιο κόκκινο πανηγύρι, από τον τρύγο μιας φλογερής κι ουράνιας μαζί ηδονής στα κοραλλένια πέλαγα του απείρου, σε κάποια κερασένια βακχικά συμπόσια. Κι έτσι που το μεθυσμένο βασιλόπουλο ανέβαινε στο βαθυγάλαζο στερέωμα, πέταξ' ένα - ένα τα κόκκινα στεφάνια του, για να στολίσει τη στράτα του με ολόασπρα κι ασημένια ροδοπέταλα, ζητώντας τον εξαγνισμό στο άϋλό τους χρώμα.
Ταρσούλη Αθηνά
Διαλεχτές ιστορίες, Νέοι διηγηματογράφοι
Εκδ. Οίκος Μ. Σαλιβέρου, Αθήνα 1933
Σημειώσεις:
(1) στρατόνι: στενό δρομάκι, στέρεο, που χρησιμοποιούσαν οι ποτιστάδες στα περιβόλια. Περπατούσαν σε αυτό οδηγώντας το νερό στ' αυλάκια χωρίς να βουλιάζουν. Στενό δρομάκι γενικά στο εσωτερικό των περιβολιών

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου