Όταν ήμουν ακόμα παιδί και πριν τα παθήματα μού μάθουν μερικά πράγματα που ούτε τα φανταζόμουν πρωτύτερα, είχα τη μανία να κάνω τον υποχρεωτικό, να δίνω εις όλο τον κόσμο συμβουλάς, «να προσφέρω τας εκδουλεύσεις μου». Δε μού βγήκε πάντοτε σε καλό. Θυμάμαι τι έπαθα μια φορά μ' έναν Ριζαριστή (1) που άκουγε στο φοβερό όνομα Μπαλτάς! Ερχόταν από την οδό Κηφισσίας· ο βοριάς ανέμιζε τα ράσα του και τα μαλλιά του τα κομμένα πόλκα (2). Ήταν μεγαλοπρεπέστατος. Τον εσταμάτησα μπροστά στο Παλάτι να τού κάνω τα κομπλιμέντα μου. Νόμιζα ότι θα τον υποχρέωνα αν τού 'λεγα πως θα 'κανε ένα θαυμάσιο πρωτόπαπα. Ω, αν εξηκολούθει τα ιερά γράμματα, θα 'δινε ο Θιος κι η Παναγιά να τον δούμε και Μητροπολίτη!
«Θέλεις να βάλω τον πατέρα μου», τού είπα με προστατευτικό ύφος, «να μιλήσει του παπα - Βούλγαρη (ο Μπαλτάς ήτανε Κερκυραίος) να σε πάρει στον Άϊ - Σπυρίδωνα;»
Δεν ήξερα πως τον είχαν χώσει στου Ριζάρη με το ξύλο και ότι δεν κοίταζε την ώρα να ξεμπερδέψει με την καλογερική. Ενώ, λοιπόν, περίμενα να χυθεί η ευχαρίστησις στο πρόσωπό του, γραπ! μ' αδράχνει με το σιδερένιο χέρι του απ' το καρύδι.
«Βρε, λιμοκοντορίδιο», μού λέει, «σε στέλνω κατά Καπερναούμ. Να κοιτάς τη δουλειά σου και να μη φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν, ακούς;»
Και με τίναζε σαν το σταφύλι, ενώ το δάχτυλο του άλλου του χεριού -ο λιχανός (3), κύριοι- με μια τόση χρυσοδεμένη αντίκα στη ράχη, κουνιότανε απειλητικά μπρος στα γουρλωμένα μάτια μου και μια μυρουδιά, όχι λιβανιού, αλλά... πατσουλιού, ανέβαιν' από τ' αντερί του και κόντευε να με λιγοθυμήσει.
Και όμως δεν έβαλα γνώση. Έπειτα από λίγες μέρες ένα βράδυ στο Μπαλ - Μασκέ του Τσόχα (ήταν τότε ένα πολυτελές καφενείο όλο καθρέπτες, εκεί που χτίστηκε κατόπιν το ξενοδοχείο στη διασταύρωση Σταδίου και Πατησίων), μ' αυτή την ευλογημένη αρρώστια της υποχρεωτικότητος, θέλησα να δανείσω την ομπρέλα μου -είχε αρχίσει να σιγοβρέχει- σε μια μάσκα (4), μια παλιά κομπριμάρια (5) του θιάσου Λαμπρούνα, και πήγα να φάω ξύλο.
«Μη χαλάτε, παρακαλώ, την ησυχία σας», μού είπε ο καβαλιέρος της ξαναμμένος, με τον πλέον βάναυσο τρόπο, «κι έχομε τ' αμάξι απ' όξω!»
Μα μπήκε τότε στη μέση ένας φίλος, ο Μώκος, και με γλίτωσε μ' ένα αμίμητο:
«Μα έλα στο Θεό σας, γι' αυτή την παλαιοντολογία θα τσακωθείτε τώρα;»
Που ο ηρωικός καβαλιέρος έμεινε κόκαλο.
Κι αυτή τη φορά φτηνά τη γλίτωσα, μα να ιδείτε μια άλλη που 'παθα απ' όλες χειρότερη!'
Ένα πρωί, με μια μοναδική λιακάδα στο γύρο της Ακροπόλεως, μπαμ, να σου μπροστά στο θέατρο του Βάκχου ο Τέλης Μανακίδης. Μελαγχολικός, κίτρινος, σουρωμένος, σβαρνίζοντας τα πόδια του.
«Μπρε Τέλη, τι έχεις;»
«Άσε με, είμαι να πετάξω τα μυαλά μου! Με διώχνουν απ' την Αθήνα, και πού με στέλνουν; Στον Καρβασαρά! (6)»
«Τι λες, αδερφέ!»
«Μάλιστα, κύριε, στον Καρβασαρά. Εμένα, στον Καρβασαρά. Σαν να 'μουνα το τελευταίο παλιοπάπουτσο! Αυτός ο μοχθηρίδης, το τέρας το αποφώλιον (7), ο Γενικός Γραμματεύς. Να, όρσε πέντε φάσκελα παλιάνθρωπε! Από φοιτητής δε με χώνευε γιατί πήρα άριστα. Αυτή η προλυτάντσα εν τούτοις με τις προστασίες είναι σήμερα Γενικός Γραμματεύς, κι εγώ δεν είμαι παρά Ειρηνοδίκης, και δεν μ' αφήνουν ούτ' εδώ. Και πώς να πάω εγώ, πώς να ζήσω στον Καρβασαρά, δυστυχία μου και συμφορά μου. Να μη βλέπω άνθρωπο, να σού 'ρχονται ύστερα από μια βδομάδα οι εφημερίδες, να κλείνεσαι στο σπίτι σου από τις εφτά η ώρα και να μιλάς με την κυρά Μαριγώ του Καρακίτσου και την κυρά Ταρσίτσα του Κατσαβίδα και του Τριτσιμπίδα!»
Τού 'ρχότανε να κλάψει. Μωρέ πώς τον λυπήθηκα. Ο Τέλης ήτανε κομψευόμενος, νέος, όμορφος, ένα παιδί, αλήθεια, καλά καταρτισμένο, κι από τζάκι λίγο, καλό σπίτι μα που 'χε ξεπέσει. Το ειρηνοδικείο, το 'λεγαν όλοι, ήτανε μια πρώτη σκάλα, ένας σταθμός, έπειτα θα πεταγότανε ψηλά.
«Τέλη, αυτό που σού κάνανε είναι αδικία, και θα διορθωθεί!» είπα με θυμό.
«Πώς θα διορθωθεί;» μού είπε ο Τέλης και με κοίταζε με απορία.
«Θα ιδείς!»
Κείνη την ώρα περνούσε και μια βιτώρια (8).
«Έλα, Τέλη, ανέβα. Αμαξά, στο Υπουργείο της Δικαιοσύνης!»
Ο Τέλης μού λέει:
«Αγαπητέ μου, δεν μπορώ να 'ρθω. Πάω στο σπίτι να πάρω τις βαλίτσες μου να κατεβώ στον Πειραιά. Πρέπει να φύγω απόψε με το βαπόρι του Κορινθιακού. Δεν έχει άλλη ευκαιρία. Η προθεσμία έχει εκπνεύσει, κι εγώ δεν πάω να παρακαλέσω αυτά τα τέρατα».
«Αδιάφορο», τού λέω, «πάω εγώ. Πολύ ολίγες ημέρες θα μείνεις στον Καρβασαρά. Ταξίδι αναψυχής. Θα το δεις. Τι διάολο, έχομε και μεις τα μέσα μας. Εμπρός, αμαξά, στο Υπουργείο!»
Ο Τέλης κούνησε δύσπιστα το κεφάλι του.
«Καλό ταξίδι, Τέλη, και γλήγορα καλές αντάμωσες!»
Η βιτώρια προχώρησε θριαμβευτικώς. Στο δρόμο όμως συλλογίστηκα:
«Μόνος δεν θα καταφέρω τίποτε. Ας πάω να συμβουλευθώ πρώτα τους αλτρουιστάς». Ήσαν δυο φίλοι μου που χάνουνταν για τις ξένες έννοιες.
«Να πας στον υπουργό μαζί με τον Ρατούρη, μόνον μ' αυτόν μπορείς να κάνεις κάτι τι».
Αυτός δεν ήταν αλτρουιστής, μα ήταν πολιτικός. Πάω, τον βρήκα πολιορκημένο. Αλλά με πήρε χωριστά στ' απάνω γραφείο. Τού τα είπα. Δεν έχασε καιρό.
«Μπιέν (9)», μού λέει, «αύριο το πρωί να πάμε μαζί στον Υπουργό».
Έφυγα γεμάτος χαρά και την άλλη μέρα ξεκινήσαμε απ' το πρωί στις οχτώ. Εφθάσαμε στις εννέα στην πλατεία του Συντάγματος, γιατί όλος ο κόσμος τον σταμάτησε. Εν τούτοις μού ήλθε και μια απροσδόκητος επικουρία. Ο Γιάννης Κρανολέος έβγαινε από το καφενείο του Γιαννοπούλου, με τα γυαλιά, με το καβούρ (10), με τη χαίτη του ανεμισμένη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος.
«Πῇ πορεύεσθε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι!» μάς βροντοφωνεί.
Τού τα είπα.
«Πώς! Τον Μανακίδην, τον συμπαθέστατον τον Τέλην, εις υπερορίαν!... Α, αυτό δεν γίνεται! Κύριοι, προστίθεμαι εις την φάλαγγά σας!»
Εις του υπουργού, αφού εμίλησε ο Ρατούρης, έλαβε τον λόγον ο Κρανολέος. Κατέβασε τη γροθιά του εις το υπουργικό γραφείο που επήδησε δυο δάχτυλα το καλαμάρι...
«Κύριε Υπουργέ, σάς λέγω απεριφράστως ότι οφείλετε να πατάξετε την έχιδναν της μοχθηρίας, ήτις τολμά να υψώνει την βρωμεράν κεφαλήν της εν αυτῷ τῷ Διευθυντηρίῳ της Δικαιοσύνης του Κράτους. Διότι εδώ, φίλε μου...»
Τέλος πάντων ο Υπουργός είδε πως δεν ημπορούσε να ξεμπερδέψει και υπεσχέθη να φέρει πίσω τον Τέλην.
«Θα τον στείλω στα Μέγαρα», είπε γελώντας στον Κρανολέο. Αλλά δεν ήτο εύκολο να τον πιάσεις τον βουλευτήν Μεγαρίδος.
«Κύριε Υπουργέ, πληροίς την καρδίαν μου ευφροσύνης. Αλλά νέον ως τον Κύριον Τέλην Μανακίδην τον κλείνουν στα Μέγαρα; Εδώ είναι το φυσικόν του περιβάλλον».
Κατεβήκαμε θριαμβευτικώς τη σκάλα.
«Ταμπούρ μπατάν (11)!» φώναζε ο Κρανολέος. Και ο Ρατούρης μού λέει με το χαμόγελό του:
«Γεια σου λοιπόν, Κωστάκη. Μπορείς να ησυχάσεις. Τελειωμένη δουλειά».
Ήμουν κατευχαριστημένος! Κατέβηκα καμαρώνοντας το μεγάλο δρόμο και στάθηκα στη βιτρίνα του Μάιφαρτ αλλάζοντας χαιρετούρες δεξιά κι αριστερά.
Ο Υπουργός όμως μάς καβούρδισε δύο ολόκληρους μήνες. Τέλος έν' απόγευμα περνούσα από το Εθνικό Τυπογραφείο. Στην πόρτα, στ' απάνω σκαλί, στεκότανε ξεσκούφωτος ο εργοστασιάρχης, ο κυρ Αλκιβιάδης.
«Ε», μού λέει, «εστοιχειοθετήθη. Αύριο δημοσιεύεται».
Πέταξα από τη χαρά μου. Τρέχω στο τηλεγραφείο και τηλεγραφώ στον Καρβασαρά. Στο σπίτι μου όλη τη βραδιά την πέρασα με ρητορική. Εγκώμιο του Τέλη, εγκώμιο του Υπουργού, του Ρατούρη, του Κρανολέου, των αλτρουιστών, αν θέλετε και δικό μου.
«Όταν θέλω να κάνω κάτι τι, το κάνω!»
Η μητέρα μου με κοίταζε με θαυμασμό και με ρωτούσε τι είναι αυτός ο Τέλης.
«Ο ωραιότερος, ο κομψότερος, ο σοφότερος και ευθύτερος Ειρηνοδίκης του Ελληνικού Βασιλείου!»
Έκανε το θάμα της.
Έπεσα στο κρεβάτι μου και ονειρευόμουν την ευχαρίστηση του Τέλη. Έξαφνα στις δώδεκα και μισή γκριν, γκριν!
«Τηλεγράφημα», είπα μέσα μου. «Ευχαριστήρια από τον Καρβασαρά». Πετάγομαι απάνω. Δίνω πέντε δεκάρες του διανομέως. Σχίζω το φάκελο. Διαβάζω... Τρίβω τα μάτια μου. Μπρε, τι λέει τούτος! Ονειρεύομαι;
«Με καταστρέφεις. Απομάκρυνσίς μου από Καρβασαρά ισοδυναμεί όλεθρον. Πλείονα ταχυδρομικώς. Τέλης».
Σε δυο - τρεις μέρες ήρθε και μια πανταχούσα (12). Τρεις κόλλες, από τις οποίες δεν κατάλαβα τίποτα. Μα με μεταχειρίζετο και μ' έναν τρόπο, μ' έναν τρόπο, σαν να μην ήταν ο ίδιος που τον ηύρα στο γύρο της Ακροπόλεως κι ήθελε ν' αυτοκτονήσει γιατί τον στέλνανε στον Καρβασαρά!
«Κάμε το καλό, στου διαόλου το χωριό. Α, μα να σάς βράσω όλους! Εγώ να κάνω πια καλό σε άνθρωπο; Όσο δα για σένα, κύριε Τέλη, ούτε θα ρωτήσω πια αν υπάρχεις. Ούτε θ' αλλάξουμε βέβαια πλέον χαιρετισμό».
Ωστόσο ένα βράδυ, περνώντας μπροστά στο Εθνικό Τυπογραφείο, ο κυρ Αλκιβιάδης μού λέει μ' ένα ύφος πονετικό:
«Τι είναι αυτά... Βλέπω ότι ο φίλος σου κ. Μανακίδης τοποθετείται οριστικώς στον Καρβασαρά. Αύριο δημοσιεύεται. Κρίμα!»
Τότε μπήκαν όλοι οι διαβόλοι μέσα μου. Ιντριγκαρίστηκα δυνατά!
«Ενήργησε λοιπόν μόνος του να μείνει. Μ' αυτό είναι μυστήριον επιτέλους!»
Δεν μπορούσα να ησυχάσω αν δεν το μάθαινα. Αλλά είναι εύκολο να μάθεις τι γίνεται στον Καρβασαρά; Πραγματικώς όμως έγιναν εκεί πολλά και μεγάλα και όταν τα 'μαθα μια μέρα επιτέλους, και, για να το πω έτσι και τα είδα, κατάλαβα πως αν εγώ είχα δίκαιο ν' ανασκουμπωθώ να φέρω πίσω τον Τέλη, εκείνος είχε ακόμη μεγαλύτερο δίκαιο να μη θέλει να ξεκολλήσει πλέον από τον Καρβασαρά!...
Ο Τέλης έφθασε στον Καρβασαρά στο σουρούπωμα μιανής Παρασκευής, έπειτα από ένα ταξίδι από κείνα που ξέρετε, πατείς με πατώ σε μεσ' στη φελούκα (13) που με φανταστικό τουπέ τιτλοφορείται «Το ατμόπλοιον του Αμβρακικού», κι έπειτα από τρομερά χοροπηδήματα εις της Κυράς τον Κάβο κι από κάτω απ' το Δόξα Πατρί της Λευκάδος. Ξεμπαρκάρισε. Όλα τα πράγματα εφαίνοντο σταχτιά. Στην παραλία ήτανε δεν ήτανε είκοσι άνθρωποι, ο γραμματεύς του Ειρηνοδικείου που τον περίμενε κι ένας χωροφύλακας. Έγινε το «καλώς όρισες», ήρθε κι ο πρωτοπάρεδρος κι όλοι μαζί τον πήγανε στο ξενοδοχείο του Καλαμπόκη. Θα 'μενε αυτού λίγες μέρες ώσπου να ετοιμασθεί το σπίτι. Έπεσε ξερός στο κρεβάτι. Το πρωί τον ξύπνησαν οι χονδρές ψιχάλες που χτυπούσαν στα τζάμια, κανείς δεν είχε κλείσει τα παντζούρια. Πήγε και κόλλησε το κούτελό του στο τζάμι και κοίταζε τη θάλασσα θολή και σταχτερή και δυο βαρκάρηδες που σιγουράραν (14) μια πρυμάτσα (15) τυλιγμένοι στις καπότες (16) τους. Μια κρυάδα τον πέρασε ως το κόκαλο, ως την καρδιά. Γιατί η τύχη διάλεξε αυτόν να τον ρίξει σ' αυτή την άκρη του κόσμου. Και να συλλογίζεται πως παιδεύτηκε, πως ξεσχίστηκε να γίνει... Ειρηνοδίκης! Ενόμιζε πως κάτι σπουδαίο κατόρθωσε, κι έλαβε και συγχαρητήρια. Αχ, να μην πάει κι αυτός στους Ράλλη - μπρόδερς, που τού το είπανε όταν έκανε κι αυτός τους έξι μήνες του στη Λωζάνη, τρώγοντας το τελευταίο αμπέλι του πατέρα του! Θυμότανε τώρα τη Λωζάνη, τη Βενετιά που πέρασε, μα περισσότερο την Αθήνα. Αχ, την Αθήνα. Μισόκλεινε τα μάτια του κι έβλεπε τις βιτρίνες του Μάιφαρτ και του Σπηλιοπούλου, το ζαχαροπλαστείο του Σταύρου Ακριβόπουλου γεμάτο κόσμο, καπέλα νινίς, μαλλιά φριζέ (17), ωραία κεφάλια, χαμόγελα, ματιές, ψιθυρισμούς. Το καφενείο του Γιαννοπούλου το βράδυ κατάφωτο, τον «Αιώνα» να τον περιμένει απάνω στο τραπέζι όταν γύριζε από του Τσούχλου, που τού σερβίριζαν ένα θαυμάσιο φιλέτο, την Ιλουστρασιόν, το Ζουρνάλ ντε Ντεμπά, περασμένο στο ξύλο, τη σοκολάτα με τ' αυγό αχνιστή καμιά φορά το βράδυ έπειτα από το θέατρο και το τραγούδι της Σαντρέ Πακάρ, και τη ζουρλή τη νεολαία, όταν στις δώδεκα και μισή φουρρρρ! «ο σύλλογος των Εισαγγελέων» έμπαινε στο καφενείο σαν τρόμπα -ο Γιάγκος ο Στρατουδάκης επί κεφαλής- με τα πλατιά παντελόνια, τα πλατύτερα μανικέτια, κρεμασμένα ως τα νύχια, τις σταυρωτές καδένες και τους μακριούς ζακέδες (18): «Γεια σου, Τέλη, καλησπέρα, κύριε Ειρηνοδίκα!» και γέλια και ξεκαρδίσματα απερίγραπτα! Ήτανε πράγματι τώρα πολύ δυστυχής! Ξανάπεσε πάλι στο κρεβάτι του με δακρυσμένα τα μάτια, κουκουλώθηκε, δεν ήθελε να βλέπει τίποτε, κι έμεινε κει ίσαμε την ώρα που ΄ρθαν πάλι και τον πήρανε, αυτή τη φορά περισσότεροι, γιατί η φιλοξενία δεν λείπει στη Ρούμελη.
Φάγανε στου Δημάρχου και δεν μπορούσε ν' αρνηθεί ότι η σούπα ρύζι αυγολέμονο ήταν θαυμασία, κι ακόμη καλύτερος ο παραγεμιστός ο γάλος, ένα τυρί, αληθινό τυρί από τα τσελιγκάτα κι ένα κρασί πρώτης τάξεως, κι ακόμη, κι ακόμη... αυγοτάραχο της Λαγαρούς! Δεν μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι, μ' όλη την κρεμασμένη μούρη του Ειρηνοδίκη, δεν έγινε και κάποια ευθυμία στο τέλος. Ο πρωτοπάρεδρος μάλιστα σήκωσε το ποτήρι κι ευχήθηκε, κλείνοντας το δεξί μάτι:
«Όσοι φέτο είναι μονοί, του χρόνου διπλοί! Καταλαβαρδίγκος;»
Κι ο Δήμαρχος νόμισε πως ευχαριστεί τον Τέλη να τού πει:
«Α, δε μάς γλιτώνεις, κύριε Ειρηνοδίκη, θα σε παντρέψουμε στον Καρβασαρά».
Που πήγε να λιποθυμήσει ο Τέλης. Δεν τού 'λειπε άλλο απ' αυτό!
Την άλλη την ημέρα έπρεπε ωστόσο ν' αρχίσει η δουλειά, το μαγκανοπήγαδο. Η Ψωροκώσταινα πληρώνει λίγα, μα θέλει πολλά και μάλιστα όταν είσαι Ειρηνοδίκης. Είχε και το «Πταίσμα» στην καμπούρα του. Ανεβαίνανε και κατεβαίνανε στο ειρηνοδικειακό κατάστημα, που δεν είχε τελειωμό. Το παλιοσαράβαλο έτρεμε ολόκληρο. Οι δικολάβοι μπροστά και οι πελάται από πίσω, απ' το Μακρυνόρος, απ' τη Λεπενού, απ' την Παλιο - Κατούνα, απ' όπου θέλεις και φιλονικίες, και φωνές, σιλάχι (19), λιαρόκαπα και τσαρούχι που πήγαινε αντάρα. Στο ίδιο κατάστημα ήτανε θρονιασμένος κι ο αστυνόμος, ένας λεβέντης ενωμοτάρχης α' τάξεως της εφίππου χωροφυλακής, μ' ένα βούρδουλα στο χέρι. Τους κοίταζε μ' ένα περίεργο τρόπο τους μικρούς τσολιάδες, τα ζλάπια (20), μες στα μάτια. Ήξερε τη δουλειά του.
«Το 'κανες και συ ορέ;» τούς έλεγε.
«Αμ τού 'καμα, κυρ Αστυνόμου!»
«Λιταρώστε τον (21), μωρέ, τον κερατόπιστο».
Και τον άρπαζαν οι χωροφύλακες τον μικρό ζωοκλέπτη, τον δένανε πιστάγκωνα και πεζό στο Μπραχώρι. Αφήνω κεινούς που σπάσανε το τούμπανο του γύφτου, και το γύφτο μαζί. Αφήνω τις γυναίκες που 'ρθαν ούλες μαζί από την Καταραχιά, για τη φιλονικία του νερού, ξυπόλυτες, ξεμάλλιαστες, μαύρες και κατακαημένες, σφιγμένη την κοζόκα (22) στη μέση μ' ένα μαύρο ζουνάρι.
«Πατρογονικώς», έλεγε σοβαρά ο πρόκριτος απ' την Τσίπινα, «το χωριό μας είχε το νερό τρεις φορές με κάθε καινούριο φεγγάρι».
«Όχι! Μίνια (23) φορά μονάχα!»
Ούρλιαζαν όλες μαζί οι Καταραχιώτισσες. Κι απ' όλο αυτό τ' ασκέρι να σηκώνεται μια οχλαλοή και μια βόχα (24) που σ' έπιανε στο λαιμό. Α, ήτανε πραγματικώς να τον κλαις τον καημένο τον Τέλη.
Κι αυτά να 'ναι κάθε μέρα. Μα και πάλι τα προτιμούσε ο Ειρηνοδίκης από τη μονοτονία, απ' την ερημία, απ' την πλήξη, απ' τις μελαγχολικές κι ατελείωτες ώρες που περνούσε όταν η υπηρεσία τελείωνε.
Ωστόσο μια μέρα από τις πολλές, που παιδευότανε με το γραμματικό του στο Ειρηνοδικείο, να κι έτριξε η σκάλα δυο φορές δυνατά, κρ! κρ! και πετάχτηκε απάνω ένα παλικάρι ίσαμε κει απάνω, μ' ασημένιες παλάσκες (25), στριμμένο μουστάκι, τσιγκέλι, τα γαντζούδια (26) κι οι αλυσίδες λάμπαν απάνω στη βυσσινιά φέρμελη (27), σιλάχι και τσαρούχι φίνο μαροκίνι (28), η κοντή και φουντωτή φουστανέλα σαν το χιόνι. Στάθηκε στη μέση, με το χρυσοκεντημένο σκουφί στο χέρι.
«Η καπτανοπούλα, κυρ Ρηνοδίκ', με τσ' ορισμούς σας!»
«Τι λες, παλικάρι μου, δεν καταλαβαίνω», τού είπε με αληθινή απορία ο Ειρηνοδίκης.
«Της καπτάνισσας, λέω, κυρ Ρηνοδίκ', της Κεράς η τσούπα (29), η κερά Λενίτσα, για τη μαρτυρία».
Κι έδειχνε, με το χοντρό του δάχτυλο, τη σκάλα, πίσω απ' τον ώμο του.
«Σάς εξηγώ εγώ, Κύριε Ειρηνοδίκα», διέκοψε ο Γραμματεύς. «Πρόκειται περί της δεσποινίδος Καπατσαΐτη (και το 'λεγε με πολύ σεβασμό αυτό το δεσποινίδος Καπατσαΐτη ο Γραμματεύς), η οποία είχε κληθεί όπως εξετασθεί επί τινός υποθέσεως, χρονολογουμένης από των ημερών του προκατόχου σας. Πρόκειται περί φθοράς ξένης ιδιοκτησίας εις Αγριλοβούνι, κτήμα της κυρίας Καπατσαΐτη, ιστορία ολόκληρος, της οποίας δεν επρόφθασα να σάς κάμω την εισήγησιν, κι ίσως πρέπει ν' αναβάλωμεν, αν και η δεσποινίς έρχεται από πολύ μακράν και θα ήτο άδικον να την υποβάλωμεν και εις άλλον κόπον».
Ο Τέλης ύψωσε τους ώμους. Σαν να 'λεγε, τι να τής κάνω. Δεν έχομε καιρό. Ας ξανάρθει. Ο Τέλης δεν είχε καμιάν ιδέα του ονόματος Καπατσαΐτη.
«Α, θα ήτο τρομερόν να έρχομαι δυο φορές», ακούστηκε μια γλυκιά μεταλλική φωνή από τη σκάλα και με ορμή μπήκε μέσα μια γελαστή κόρη, μια σωστή δεσποινίς με αριστοκρατικό αέρα, όχι περισσότερο των είκοσι χρόνων, με μαύρα σαν τον έβενο μαλλιά, σπαθάτα φρύδια, κρασάτα μπιρμπιλωτά μάτια, κοντυλένια μύτη, κοραλλένια χείλια, δόντια σαν μαργαριτάρια, όλη ζωή και τριαντάφυλλα στα μάγουλά της, ένα προσωπάκι ολίγο σαν της Φορναρίνας του Ραφαέλο, σ' όλα της ανάλογη, σβέλτο κορμί βαλμένο μέσα σ' ένα καλοκομμένο παριζιάνικο ταγιέρ, γάντια μουσκεταίρ (30) από νταίμ (31) ως τον αγκώνα, μια τοκ (32) καστόρ στο κεφάλι με μια ουρά φασιανού, ένα μπριλάντι κρατούσε το κολάρο της. Είχε το καμτσίκι στο χέρι, γιατ' ήρθε καβάλα στο Μάρκο, το περίφημο μαύρο μουλάρι με τις κόκκινες φούντες -τον ήξερε όλος ο Καρβασαράς τον Μάρκο- που τον κρατούσε κάτω ένα δεύτερο παλικάρι από το υποστατικό, με γαντζούδια κι αυτός και το μακρύ μαλαμοκαπνισμένο καρυοφύλλι στην πλάτη.
Όταν η Ελενίτσα μπήκε στη σάλα του Ειρηνοδικείου, με εκείνο το θάρρος και την αφέλεια που 'χουν τα κορίτσια του καλού κόσμου, ο γραμματικός ξεπετάχτηκε απάνω, το ίδιο κι ο αστυνόμος ήρθε απ' την πλαϊνή κάμαρη, βροντώντας τα σπιρούνια του, να την χαιρετήσει υποκλινέστατα, κι όλοι οι χωριάτες που καθόντουσαν στους πάγκους σηκώθηκαν κι αυτοί ολόρθοι. Σηκώθηκε και ο Τέλης χωρίς να το καταλάβει. Ο αστυνόμος έκανε τας παρουσιάσεις:
«Η δεσποινίς Καπατσαΐτη, ο κύριος Μανακίδης, ο νέος μας Ειρηνοδίκης».
«Και έρχεσθε εξ Αθηνών, Κύριε... Α! Τι ωραία! Τι ωραία!» είπε μ' ένα σαν φασόν θαυμάσιον η νεαρά δεσποινίς και χτυπούσε την άκρη της βίτσας της απάνω στο γραφείο.
Είναι περιττό να σάς είπω ότι εκείνην την στιγμήν πάσαι αι αρχαί Καρβασαρά είχον καταλυθεί και ήρχε μόνον η περικαλλής δεσποινίς Καπατσαΐτη.
«Μάλιστα, δεσποινίς, έρχομαι εξ Αθηνών», απεκρίθη κοκκινίζων ολίγον ο Τέλης, ο οποίος είχε καταληφθεί απαράσκευος.
«Α, καταλαμβάνω. Επλήξατε εις τας Αθήνας και εζητήσατε αλλαγήν περιβάλλοντος (και τα έλεγε τα λόγια της γλήγορα γλήγορα, η δεσποινίς Καπατσαΐτη). Πόσον έχετε δίκαιον, κι εγώ θα έκανα το ίδιο. Είναι όμως πολύ τιμητικόν δι' ημάς ότι εζητήσατε τον Καρβασαρά. Αλλά έχει, αλήθεια, και τόσα πράγματα να ιδεί κανείς εδώ γύρω. Είμεθα επί των ερειπίων της Ηρακλείας. Παρά πέρα είναι τα ερείπια του Αμφιλοχικού Άργους, το στενόν του Μακρυνόρους, αι Θερμοπύλαι της Δυτικής Ελλάδος, το οποίον τόσον περίφημα υπερήσπισαν οι Αρματωλοί μας. Τι αναμνήσεις! Αν έλθετε δε και σ' εμάς, στο Αγριλοβούνι, και πρέπει να έλθετε, τότε θα περάσετε από τας Κρήνας, δια τας οποίας ομιλεί ο Θουκυδίδης. Έχετε ακόμη και την αρχαίαν Στράτον, εκεί θα ιδείτε ολόκληρον το αρχαίον τείχος, με πύλας και επάλξεις, τον Αχελώον. Α, πράγματι δι' έναν άνθρωπον μορφωμένον η επαρχία μας δύναται να προσφέρει πολλάς ευκαιρίας απολαύσεων, ιδίως αισθητικών, αν προχωρήσετε μάλιστα μέχρις Αγρινίου. Να ιδείτε την Τριχωνίδα λίμνην, τον χιονοσκεπή Ζυγόν, μια φορά που είσθε εδώ. Τι είναι εννέα ώραι με την άμαξα. Ω! Δια να ιδεί κανείς τόσα ενδιαφέροντα πράγματα!»
Ο Τέλης είχε μείνει άναυδος. Εθαύμαζε μαγευμένος αυτήν την καλλονή, τον χείμαρρον αυτόν της ευγλωττίας, αλλ' ήκουε και πράγματα που τον έκαναν ολίγο να κοκκινίζει. Αλήθεια, ήξερε καλύτερα το Ουσό, τη Λωζάνη και το Σινιάλ, παρά τον τόπο του. Δεν είναι δα ο μόνος Αθηναίος που μπορούσε να το πάθει αυτό.
«Αχ, εγώ», εξηκολούθησεν η κόρη, «έχω περιορίσει πολύ τας εκδρομάς μου τώρα. Ξέρετε η καημένη η μαμά είναι ολίγο ποδαλγός (33) (α, τι γλυκά, τι συμπαθητικά το έλεγε αυτό για τη μητέρα της). Πώς να την αφήνω μόνην; Δεν κινείται σχεδόν πλέον από την πολυθρόνα της. Δια τούτο καλά έκαμαν να υποδείξουν εμένα δια να σάς φωτίσω δια την υπόθεσιν της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας στις Αγριλιές. Την γνωρίζω πολύ καλά, όσον και η μητέρα, αυτήν την υπόθεσιν. Κύριε Ειρηνοδίκα, πιστεύσατέ με -κι επήρε έξαφνα έναν τόνον πολύ σοβαρόν- αγαπούμε πολύ τους χωρικούς· δεν είναι υπερβολή να σάς ειπώ ότι τους έχομεν ευεργετήσει. Τούς ανοίξαμε δρόμο εις το βουνό, τούς δίνομε δωρεάν φάρμακα, αγοράζομε τα βιβλία των μικρών· δεν εννοούμεν όμως να υποθάλπωμεν την αταξίαν και το έγκλημα (κι εχτύπησε δυνατά με το πόδι της το δάπεδον του Ειρηνοδικείου), ν' ανεχώμεθα να μάς κατακρημνίζουν τα καλούπια και να μπαίνουν τα παλιάλογα, δια τα οποία άλλως τούς αφήκαμε ολόκληρο στανοτόπι, να τρων το καλαμπόκι των κολίγων μας».
Και με την χειμαρρώδη της ευγλωττίαν, με θυμόν πυργοδεσποίνης, εξέθηκε την υπόθεσιν.
Ο Ειρηνοδίκης τα είχε χάσει. Ηρκείτο εις ένα:
«Δικαίως, πολύ δικαίως, πολύ σωστά, μα βέβαια αυτό είναι».
Ήθελε να κρατήσει σημειώσεις· αλλ' αντί να βουτήξει την πένα του στο καλαμάρι, τη βουτούσε στο φλιτζάνι του καφέ, αντί να γράφει στο χαρτί, έγραφε στο στουπόχαρτο!
Η ωραία δεσποινίς, αφού είπε, είπε, όσα είχε να πει δια τις Αγριλιές, χωρίς να περιμένει το συμπέρασμα του Ειρηνοδίκου, τού έδωκε το χέρι και επρόσθεσε με μια απερίγραπτον χάριν:
«Ελπίζω ότι οι κάτοικοι του Καρβασαρά σάς έδωκαν δείγματα της φιλοξενίας των. Αλλά έχομε κι εμείς την αξίωσιν να σάς φιλοξενήσωμεν με την σειράν μας. Σάς περιμένομε χωρίς άλλο στ' Αγριλοβούνι την ερχομένη Κυριακή, υποσχεθείτε το. Και με τον κύριο Γραμματέα, και με τον κύριον Αστυνόμον. Α, δεν ξεύρετε πόσο θα ευχαριστηθεί η μαμά· θα τής κάνετε μεγάλο καλό, μεγάλο καλό».
Ήτο μάλλον διαταγή. Έσφιξε θαρρετά, ζωηρά τα χέρια και κατέβηκε τη σκάλα. Ο μπιστικός, ο Θανάσης, σάλταρε όξω μπροστά, γκλαν - γκλαν οι ασημένιες μπαλάσκες.
«Το μλάρι! Ρε, Γιάννο!»
Κι ενώ σιγουρεύαν το κολάνι (34), κρεμούσαν τις σκάλες (35) και περνούσαν την χαβιά (36), που κείνο τη δάγκανε ανυπόμονα, ο Θανάσης τού τα 'λεγε χαμογελώντας του Γιάννου.
«Ουρέ, Κατοίκο, τούς τα 'βρασε η καπτανοπούλα. Κόκαλο ο κυρ Ρηνοδίκης. Κι οι κερατάδες οι Καταραχιώτες που θα μού πάνε, να μού 'ρθουν πάλι να μού χαλάσουν τα καλούπια. Μαύρο φίδι και κολοβό!...» Και χτύπησε το χέρι του απάνω στις ασημοκαπνισμένες πιστόλες του.
Η σάλα, ωστόσο, άδειασε, γιατί όλοι κατεβήκαν να δουν την καπτανοπούλα που θα καβάλαγε το Μάρκο. Ο Ειρηνοδίκης πέταξε την πένα του και πήγε και κόλλησε το μέτωπό του στο τζάμι, όπως την πρώτη μέρα που 'χε ξημερώσει στον Καρβασαρά, και κοίταζε έξω. Μα τώρα πια δεν έβρεχε, η θάλασσα δεν ήτανε θολή και σταχτερή. Ο ήλιος που κατέβαινε σιγά - σιγά πέρα στη Βόνιτσα άναβε φωτιές απάνω στις ράχες του Μακρυνόρους κι ένα ελαφρό αεράκι χάιδευε τον Αμβρακικό κι ανατρίχιαζαν τα γαλάζια του νερά, σπινθηρίζοντας εδώ κι εκεί σαν να σκορπούσαν απάνω τους οι μάγισσες με τις χούφτες τα μπριλάντια και τα ζουμπρούτια (37). Από κάτω από το δρόμο ανέβαινε μια χαρμόσυνη βοή, όλες οι κοπέλες του Καρβασαρά είχαν τρέξει, ντυμένες τα καλά τους, να χαιρετίσουν το κορίτσι του Καπατσαΐτη, κι ήταν πολλές εκεί όμορφες Ρουμελιώτισσες με τα γλαρά τα μάτια, και τα σβέλτα τα κορμιά, κι όχι όπως τις νόμιζε ο Τέλης. Μα η πιο όμορφη κι η πιο λεβέντισσα απ' όλες ήτανε η Ελενίτσα του Καπατσαΐτη. Πάτησε στο γόνατο του Θανάση το βελουδένιο της γοβάκι και σαλτάρησε σαν το φτερό στο μαύρο το μουλάρι με τις κόκκινες τις φούντες, τού 'δωκε μια βιτσιά, έστειλε με το γαντωμένο χέρι της ένα φιλί στα κορίτσια κι εβγήκε τρέχοντας στα τέσσερα απ' τον Καρβασαρά. Οι μπιστικοί από κοντά με τ' άλογά τους.
Ο Τέλης ήταν σαν να 'βγαινε από ένα όνειρο. Κατέβηκε απ' το Ειρηνοδικείο, πέρασε μεσ' απ' τα μπουλούκια, που όλοι μιλούσαν για την αρχοντοπούλα, και βγήκε απ' την άλλη μεριά του Καρβασαρά κατά το Στρατοβούνι. Την άλλη μέρα τα βήματά του τον έφεραν ως το Λουτράκι του Εχίνου. Την τρίτη εκάθισε από κάτω απ' τα πλατάνια να... ρεμβάσει!
Πέρα ο δρόμος πήγαινε ανάμεσα στα δένδρα και κάτω ο γιαλός, λιμανάκι με λιμανάκι, σαν νταντέλα ως τη Βόνιτσα. Τι ωραία! Βεβαίως η δεσποινίς Καπατσαΐτη είχε δίκαιο. Βεβαίως, βεβαίως... δεν εχάλασε ο κόσμος, αν δεν πηγαίνει κανείς κάθε μέρα στο καφενείο του Γιαννοπούλου, και ίσως - ίσως ο Ειρηνοδίκης του Καρβασαρά δεν είναι πολύ δυστυχέστερος από τους Ειρηνοδίκας των Αθηνών...
Την άλλη μέρα ζήτησε από τον δάσκαλο μία ιστορία της Ελλάδος, ένα Θουκυδίδη και το λεξικό του Βυζαντίου για να διαβάσει για το Αμφιλοχικό Άργος και για τας Κρήνας, και δεν διάβασε τίποτε, διότι από κάθε σελίδα ξεπετιότανε η δεσποινίς Καπατσαΐτη με τα μουσκεταίρ και το καμτσίκι στο χέρι. Έκλεισε λοιπόν τα βιβλία κι άρχισε, χωρίς σχεδόν να το καταλάβει κι ο ίδιος να διορθώνει την τουαλέτα του. Έβγαλε απ' το λαιμό του το φουλάρ (38) κι απ' το κεφάλι του το κασκέτο, με τα οποία νόμιζε πως θα περάσει τη θητεία του στον Καρβασαρά περιφρονών έτσι λιγάκι το milieu (39) που δεν ήταν γι' αυτόν. Τώρα έβλεπε ότι τ' αφεντικό είχε κι άλλο αφεντικό, ότι κοινωνικώς δεν ήτον ο πρώτος στον Καρβασαρά, αφού κοντά ήταν τ' Αγριλοβούνι, κι άρχισε ν' ανησυχεί ποιος θα τού κολλάρει και θα τού σιδερώσει τα πουκάμισα.
«Μα η κυρά Χρήσταινα», τού είπε ο γραμματικός, «που σιδερώνει και στου Καπατσαΐτη. Την είχανε μαζί τους στην Κέρκυρα. Ξέρει περίφημα κόλλα και σίδερο. Κι εγώ αυτηνής τα δίνω».
Και ο Τέλης τότε δια πρώτην φοράν παρετήρησε με έκπληξη το άμεμπτον του κολάρου του υφισταμένου του.
Είχε τέλος πάντων τώρα ασχολίας όταν έφευγεν από το Ειρηνοδικείον και η πλήξις είχεν απέλθει. Εν τω μεταξύ η περιέργειά του εκορυφώθη. Τι να 'ναι αυτό το Αγριλοβούνι; Τού το ζωγράφιζε η φαντασία του τεράστιο, περίεργο, αληθινό παλάτι Χαλιμάς, με μια πεντάμορφη μέσα. Ήθελε να πάει και τον έπιανε ένας φόβος, ένας δισταγμός, ώσπου ένα Σάββατο τού ήλθε, βοήθεια απροσδόκητος, ο αστυνόμος.
«Κύριε Ειρηνοδίκα, νομίζω ότι αύριο πρέπει να πάμε στης κυρίας Καπατσαΐτη. Είμεθα προσκεκλημένοι. Επέρασαν δύο Κυριακές. Δεν πάει».
Το έλεγε όπως φωνάζουν τα στρατιωτικά παραγγέλματα: «Εις διπλήν φάλαγγα λόχου!» Μαρς! Δεν έχεις παρά να υπακούσεις.
Την Κυριακή πρωί - πρωί, απάνω σε τρία καλά άλογα, ο Ειρηνοδίκης, ο γραμματικός και ο αστυνόμος ξεκίνησαν ραβάνι (40) και καμαρωτά στο δρόμο που πάει στο υποστατικό της κυρίας Καπατσαΐτη. Όταν ξεπέρασαν το μεγάλο Βράχο κι ανέβηκαν τ' ανηφοράκι, αγνάντεψαν το Αγριλοβούνι. Από μακρυά φαινότανε απάνω στις πλευρές κι άσπριζε ο πύργος ανάμεσα στο πράσινο πυκνοφυτεμένο δάσος. Στα ψηλά η άνοιξη έρχεται γληγορότερα. Οι σπουργίτες και τα περιστέρια την καταλαβαίνουν και πριν ακόμη έρθουν τα χελιδόνια κι από το γλυκοχάραμα τα ζευγάρια ξεγλιστρούν απ' τις φωλιές τους και παν και κάθουνται απάνω στην κορφή της σκεπής, για να την δουν την Άνοιξη, που 'ρχεται από μακρυά απ' την Ανατολή, και για να την περιμένουν. Οι κυψέλες βομβίζουν, γιατί οι μέλισσες προαισθάνονται την ευτυχισμένη ώρα. Οι χωριάτες κατόπιν, και πριν σχεδόν ανθίσει η μυγδαλιά, αφού ο ήλιος σχίζει εύκολα πλέον την πρωινή πάχνη και με χαρούμενο φως λούζει κει πάνω τις κορφές! Μια μυρωδιά ανέβαινε γύρω από τ' άνθη του αγρού κι οι ανεμώνες, που χάιδευε το πρωινό αγεράκι, κουνιόντουσαν κι εφαίνοντο σαν να 'λεγαν το «καλώς ήλθατε» στους ταξιδιώτες. Και ψηλά - ψηλά στα κορφοβούνια ο βράχος ο γυμνός και χιονισμένος λαμποκοπούσε στον ήλιο σαν να 'τανε χρυσόψαρου ράχη. Το ποταμάκι πηδούσε σαν τρελό, αφρίζοντας στις κακοτοπιές σαν να 'τρεχε βιαστικά να πάει να δροσίσει τις πρασινάδες στο υποστατικό της Καπατσαΐτη, που απέραντο τώρα ξεδιπλωνότανε στις πλευρές του βουνού.
Έτσι φθάσανε στην πόρτα. Τούς επερίμεναν. Οι σκύλοι ήτανε στην αλυσίδα. Οι μπιστικοί κάτω στο μικρό γεφύρι. Πεζέψανε και περάσανε τη δεντροστοιχία με τις ακακίες που 'φερνε στο σπίτι. Ο Θανάσης πήγαινε μπροστά κι έπειτα σε δέκα βήματα ερχότανε ο Τέλης. Ο Τέλης, το είπαμε, δεν ήταν άσχημος. Ήταν μάλιστα ένας ωραίος ξανθός, μάλλον ψηλός και λυγερός, ένα χαριέστατο ανάστημα, μ' ένα μεταξωτό μουστακάκι. Είχε εύκολο και γλυκό το χαμόγελο, μπλε καθαρά μάτια γιομάτα ειλικρίνεια, πολύ ντελικάτου ανθρώπου αέρα κι ένα χέρι που θα το ζήλευε και γυναίκα. Φορούσε κείνη την ημέρα τα ρούχα του τού κυνηγιού. Τού βρισκότανε μια φορεσιά καινούρια ακόμη, την είχε αγοράσει στην Ελβετία, κι ήτανε μια καλή ιδέα αυτή να μη βάλει ζακέτα και ημίψηλο (41) στο Αγριλοβούνι, σαν μερικούς που βάζουν ψηλό και ρεδιγκότα (42) στα γκάρντεν - πάρτυ. Είχε κάτι ωραίες γκέτες, που 'χε αγορασμένες στου Φιλίπ - φρερ, στην οδό Ερμού, κι ένα μαλακό πλατύγυρο καπέλο σαν κι εκείνα απάνω κάτω που φορούν σήμερα οι μπόι - σκάουτ (43). Γι' αυτό ένας ψιθυρισμός επιδοκιμασίας τον χαιρέτησε, όταν μπήκε στο σαλόνι. Σ' όλους έκαμε καλή εντύπωση και ιδίως της κυρίας Καπατσαΐτη. Τής το είχε προειπεί η Ελενίτσα.
«Καλέ, δεν ξέρεις, μαμά, τι νέος και τι ωραίος Ειρηνοδίκης. Δεν είναι σαν τους άλλους. Σαν να μην είναι Ειρηνοδίκης. Και très comme il faut, très comme il faut! (44)»
Η κυρία Καπατσαΐτη γούρλωσε δύσπιστα τα μάτια της. Μα σήμερα ψιθύρισε κορφιάτικα: «Μπα! Ουν μπελ τζοβινότο (45)! Δεν το περίμενα». Και πολύ περισσότερο τής άρεσε όταν μίλησε και άκουσε τα ωραία και μετρημένα λόγια του.
Η χήρα Καπατσαΐτη, κυρία Μέλπω, ήτανε μια μεγαλοκαμωμένη γυναίκα, όχι ακόμη εξήντα χρονών, ωραία στον καιρό της, τα μαλλιά της τώρα μισά πιπέρι, μισά αλάτι, τα πόδια της βαριά, μα σ' όλα τ' άλλα στα πολύ καλά της. Ο μακαρίτης ο Καπατσαΐτης ήταν ένας τετραπέρατος άνθρωπος, παιδί του καπετάν Καπατσαΐτη που 'κανε θαύματα με τον καπτάν - Ίσκο (46), τον καιρό του Αλή - πασά και στα Εικοσιένα. Επήγε μικρός στη Βλαχιά, μαζί με τον Βαγγέλη Ζάππα (47), στο Μπροστένι (48). Έγινε κι αυτός με τον καιρό Αραντάσης. Γύρισε γεμάτος παράδες, πήρε προίκα και από τη Μέλπω, που 'τανε Καραγιαννοπούλα, μα πέθανε νέος, θιος σχωρέστον. Τής άφησε το ωραίο αυτό κτήμα κι ένα κοριτσάκι ωραιότερο ακόμη, την Ελενίτσα. Η κυρία Μέλπω, η «καπτάνισσα», όπως την έλεγαν όλοι 'κει πάνω, ήτανε τετραγωνικό κεφάλι και χαρακτήρας αντρίκιος, όπως είναι πολλές φορές οι νοικοκυρές στη Ρούμελη. Ήτανε μικρή εδώ κάμποσα χρόνια εσωτερική στη Χιλ (49), μα πριν ανοίξει η μακαρίτισσα το παρθεναγωγείο και πριν ακόμη ο γερο - Μάσον κάνει την κυρία Μπέση (50). Ήταν η πρώτη μαθήτρια της Χιλ. Η συχωρεμένη τήν αγαπούσε πολύ και τής είχε μάθει την ίσια σκέψη και πρακτική, αμερικάνικα. Ήξερε πάντοτε τι έκανε. Εταχτοποίησε τις δουλειές της και πήγε στην Κέρκυρα ν' αναθρέψει το κορίτσι της. Η Κέρκυρα, σκέφθηκε, είναι μισή Ρωμέικο και μισή Φραγκιά. Είναι και κοντά στα λημέρια μας. Έτσι ερχότανε τρεις φορές το χρόνο στο χτήμα κι έβαζε σε τάξη τους κολίγους και γύριζε έπειτα στους Κορφούς κι έβαζε σε τάξη τους δασκάλους. Τραβηγμένη στη γωνιά της σάλας, που γινότανε το μάθημα της Ελενίτσας, έκανε πως διάβαζε την «Κόμισσα Σαρνύ» (51) ή τον «Μοντεχρήστο» (52), μα το νου της τον είχε στο δάσκαλο. Είχαν βρει λίγο τον μπελά τους μαζί της. Ανεκατώνετο σ' όλα. Μα σα να είχε και λίγο δίκαιο.
«Παύσε», λέει μια μέρα του δασκάλου του πιάνου, «αυτή τη γυμναστική απάνω στο πιάνο (Ήτανε απότομη.). Εγώ δε θέλω να δυναμώσω τα μπράτσα της κόρης μου με τη μουσική. Έχω κάτω στην αυλή δίζυγο και μονόζυγο γι' αυτή τη δουλειά. Μού κάνετε το κεφάλι μου καζάνι, μπουρρρ και μπουρρρ! Ολοένα τον κατακλυσμό παίζετε; Δεν άκουσα ακόμα από σας μουσική να ευχαριστηθώ. Σού δίνω λοιπόν, σινιόρ Φωκαζένο, ένα χρόνο ακόμη να μού κάνεις την Ελένη να μού παίζει όλο τον Μπαμπιέρη απ' όξω και με χρώμα και με σαντιμέντο (53). Αυτό θέλω εγώ».
Ο Φωκαζένο υπετάχθη, γιατ' ήταν ένα τάληρο το μάθημα, και πρόδωκε και Λιστ και Φρανκ και Μπαχ και Μαχ.
Και στον προγυμναστή (54) των Ελληνικών τα 'ψελνε, η κυρία Μέλπω, όχι και χειρότερα.
«Η μαθήτριά σου, κύριε Φουρνακουλάκη, δεν ξέρει ακόμη να γράψει ένα γράμμα στη θεια της στον Καρβασαρά, να τής πει τα χρόνια πολλά κι έχετε τελειώσει δυο φορές όλο το συνταχτικό του Ασωπίου (55). Ως πού θα πάει αυτή η δουλειά! Πριν την κάνεις Κόντο (56) και Σεμτέλο (57), μάθε την να συναρμολογήσει δυο ιδέες στο χαρτί. Λοιπόν, από σήμερα θα τής δίνεις να σού γράφει ένα γράμμα για την μια και την άλλη υπόθεση και μια φορά την εβδομάδα έκθεση τι είδε στη Γαρίτσα, στο Κανόνι, στην Παλιοκαστρίτσα και στους Ξυναράδες!»
Φεύγανε ζεματισμένοι οι δάσκαλοι κι ο Θανάσης, ο μπιστικός, σαν τούς κράταγε να φορέσουν το ταμπάρο (58), έλεγε μέσα του λυπητερά: «Βάλτους ρίγανη. Τίποτα κι από δαύτους. Δάσκαλος λατινικός, βερνικωμένο μπαστούνι!» Ωστόσο, σιγά - σιγά τα πράμματα ήλθαν στο δρόμο που ήθελε η μητέρα της Ελενίτσας. Αυτή ήταν η κυρία Καπατσαΐτη.
Ο Τέλης μ' όλα ταύτα τής έκανε καλή εντύπωση. Τον κάθισε κοντά της, τον κρατούσε από το χέρι, τον ρώτησε αν ζουν οι γονείς του, την ηλικίαν του.
«Εικοσιέξ ετών»
«Α, έχετε ένα ολόκληρον μέλλον μπροστά σας» τού είπε. «Είσθε διδάκτωρ;»
«Με άριστα», εψιθύρισε ο Τέλης κοκκινίζων.
«Δεν σκοπεύετε βεβαίως να μείνετε Ειρηνοδίκης. Πρέπει να επωφεληθείτε του νέου νόμου (Τα ήξερε όλα). Να παρουσιασθείτε δια Πρωτοδίκης. Δεν αμφιβάλλω ότι θα σάς δούμε μια μέρα και Αρεοπαγίτη».
«Κυρία μου, να γίνω Πρωτοδίκης είναι ο διακαής μου πόθος. Λόγοι ευκόλως εννοούμενοι», είπε με πολλήν ειλικρίνειαν ο Τέλης, «έδωκαν αυτήν την κατεύθυνσιν εις τα βήματά μου. Προ παντός έπρεπε να εργασθώ αμέσως. Εις αυτήν την περίστασιν οφείλω τουλάχιστον στον Καρβασαρά και την ευτυχίαν να έλθω να σάς φιλήσω το χέρι».
Γύρισε κατόπιν η κουβέντα σ' άλλα ζητήματα, στην πολιτική, τη δημόσια ασφάλεια, την κατάσταση της γεωργίας, τα αιώνια και άλυτα.
Εν τω μεταξύ ο Λύκος, ο αρχηγός των φυλάκων της επαύλεως που τον είχαν βγάλει από την αλυσίδα, ήρθε, κουνώντας την ουρά του, στη σάλα και σαν φασόν (59) πήγε κι ακούμπησε μ' εμπιστοσύνη το στήθος στα γόνατα και το κεφάλι του στο γελέκι του Τέλη κι εδέχετο με μεγάλη ευχαρίστηση τα χάδια του.
«Ξέρει τι κάνει το Λύκο! Πάντα το πιο όμορφο διαλέει...» είπε ξεκαρδισμένη στα γέλια η φιλιότσα (60) της Κυράς, η Μπίλιω, που 'βγαινε κείνη τη στιγμή με τον ασημένιο το δίσκο με το γλυκό. Ωραία Αρβανιτοπούλα απ' την Πρεμετή η βαφτιστήρα, μ' ένα μάγουλο σα ροδάκινο, με την αφέλεια και το θάρρος που ΄χουν οι κόρες των Σκιπετάρων.
Ο Τέλης έγινε άλικος αυτή τη φορά. Χάιδευε και ξαναχάιδευε το σκύλο. Μα δεν ξέρω γιατί κι η Ελενίτσα κοκκίνησε ως τ' αυτιά. Έβαλε τέλος στη μικρή αυτή χασμωδία (61) η κυρία Μέλπω:
«Δεν πας, παιδί μου Ελένη, να φέρεις άνθη για τους κυρίους;»
Η Μπίλιω άφησε το δίσκο με το γλυκό και πετάχτηκαν έξω κι οι δυο σαν παλαβές να μαδήσουν τις αλτάνες (62) που κατάφορτες λουλούδια τις περίμεναν. Γύρισαν με δυο αγκαλιές.
«Θα σάς φτιάξω τις μπουτονιέρες σας (63), θα σάς φτιάξω τις μπουτονιέρες σας!» είπε η Ελενίτσα και πέρασε σ' όλους τα καλύτερα άνθη στην κουμπότρυπα κι ένα κόκκινο σαν το αίμα γαρύφαλλο στ' αυτί της μελαχρινής βαφτιστήρας, αφού τής έδωκε μια μ' αυτό στο μάγουλο και τής είπε ψιθυριστά:
«Κακοκόριτσο, πρόσεξε μην ξαναρχίσεις, θα σού κόψω τη γλώσσα!» και τής έδειχνε το ψαλιδάκι της που κρεμότανε απ' την πέτσινη τη ζώνη της με μια ασημένια αλυσίδα.
Αυτή δεν ήτο η μόνη επίσκεψις στο Αγριλοβούνι. Τη μία ακολούθησαν άλλες. Η κυρία Καπατσαΐτη είχε πει:
«Κύριε Τέλη, κάθε Κυριακή σού 'χομε κατάσχεση, θα τρως μαζί μας». Τής άρεσε πολύ ο τρόπος του, η σοβαρότης του, η ορθότης των σκέψεών του. Εφαίνετο ότι τον εξετίμα πολύ. Ο Τέλης έγινε οικείος. Το κακό όμως ήτο ότι ο Τέλης υπέφερε. Τι να τα κρύψωμε. Ότι ο Τέλης, από την ημέρα που η Ελενίτσα έπεσε σαν μπόμπα εις το Ειρηνοδικείον, διετέλει υπό ένα κράτος μαγείας, το είπαμε. Αλλά τώρα ήτανε πλέον βαθιά ερωτευμένος, τραυματισμένος για όλη του τη ζωή. Άλλοτε τον είχε πιάσει τρόμος στο άκουσμα πως τον στέλνουν στον Καρβασαρά· τώρα έτρεμε στην ιδέα ότι μπορούσαν να τον βγάλουν από κει: «Απομάκρυνσίς μου Καρβασαρά, ισοδυναμεί όλεθρον». Και όμως τι ήλπιζε; Ήλπιζε τίποτε; Ήρχισε γι' αυτόν ένα μαρτύριο. Θα καεί, θα τακεί (64) κοντά σ' αυτόν τον ήλιο χωρίς καμιά ελπίδα. Διότι πώς ήτο δυνατόν να φαντάζεται τέτοια τύχη, την ντεμουαζέλ Καπατσαΐτη! Αυτός τι ήτο; Ένα μηδέν! Και όμως, ας φλέγεται, ας ψήνεται: Να την βλέπει μονάχα. Δεν μπορούσε να κάνει χωρίς να την βλέπει. Κάποτε έπαιρνε θάρρος. Μια μέρα η κυρία Καπατσαΐτη συζητούσε με την ανδραδελφή της, την Ουρανία του Χαμόγελου. Ήτανε για συνοικέσιο, για έναν κόντε στην Κέρκυρα.
«Α, Ουρανία μου, δεν την δίνω σε τέτοιους 'γω την Ελενίτσα. Τον ξέρω. Καλό όνομα, μα τι το θέλεις, κακές συνήθειες. Ξημερώνεται στα χαρτιά. Έπειτα, αφού γύρισε, γλεντώντας, όλο τον κόσμο, ήρθε σε μας στο σούρπωμα. Έχε με παραιτημένη, αδερφή μου. Εγώ θέλω άνθρωπο σπιτικό να κάνει την ευτυχία της Ελενίτσας μου...»
Ωστόσο, όταν τα χαλάζια πέρασαν, άρχισαν αι εκδρομαί. Ο Ειρηνοδίκης με το ωραίο κοστούμι του, με τις γκέτες, ο γραμματικός με τα γυαλιά του, ο αστυνόμος, με το κορδόνι της χωροφυλακής, η Ελενίτσα στο Μάρκο της, στην ψαριά φοράδα η Μπίλιω, με συνοδεία του Θανάση, του Γιάννου και της θείας Ουρανίας, που η Μέλπω τής είχε πει: «Δεν πας και συ με τα παιδιά, ανδραδέλφη!» Γύρισαν παντού απ' τη Βόνιτσα στο Μπραχώρι, Στράτο, Θέρμο, ως το Δραγαμέστο σχεδόν όλα τα είδαν. Μα την ημέρα του Προφήτου Ηλιού αρχίσαν και τα πανηγύρια, τα ωραία ρουμελιώτικα πανηγύρια. Τα τούμπανα κι η πίπιζα ακούονται από μακρυά. Τα παλικάρια χορεύουν γύρῳ. Ο Θανάσης σαλτάρει μπρος:
Παιδιά σα θέτε λεβεντιά και κλέφτες να γενείτε,
εμένα να ρωτήσετε, μαύρα παιδιά, εμένα να...
Τ' αρνιά γυρίζουν στη σούβλα.
Οι χωριάτισσες που έρχουνται καμαρώνοντας στα γιορτινά τους.
«Να την χαίρεσαι την κυρά σου», τού λέγανε του Τέλη, «ταιριασμένοι είσαστε, να ζήστε σαν τα ψηλά βουνά και καλούς απογόνους να δώσει ο Θεός».
Τους παίρνανε για νεόνυμφους, γιατί κει πάνω στη Ρούμελη μόνον όταν περάσει το στεφάνι, άντρας και γυναίκα κρυφομιλάνε και πάνε ολοένα αντάμα.
Ωστόσο, τούμπουρου, τούμπουρου, τα τούμπανα βαρούνε απ' το πρωί ως το βράδυ. Νυχτώνοντας άναψαν τις φωτιές. Να, κι ο γερο δήμαρχος της Λεπενούς.
«Εμπρός», λέει, «να χορέψουν τα κορίτσια. Να ξεκόψει μια ζυγιά τούμπανα να πάει απάνω στο πλάτωμα, να χορέψουν τα κορίτσια!»
Έρχεται έπειτα στην Ελενίτσα με το ψάθινο καπέλο στο χέρι.
«Εμπρός», λέει, «η καπτανοπούλα θ' ανοίξει το χορό... Α μα, δε γίνεται. Δε μπορεί άλλος ν' ανοίξει το χορό από λόγου σου!»
Η κόρη του Καπατσαΐτη χορεύει τότε μπροστά, ασίκισσα, με το μαντήλι στο χέρι. Οι κοπέλες τής τραγουδάνε:
Λεϊμονιά... μονιά, λεϊμονισέ με και με τ' άνθη σου...
Μπαμ, μπαμ, οι πιστόλες βροντάνε γύρω.
«Να μάς ζήσεις, κερά μου!»
Κάθε φορά που γύριζαν στ' Αγριλοβούνι, η κυρία Μέλπω τούς περίμενε στην ταράτσα, τούς έβλεπε από μακρυά να έρχονται απάνω στ' άλογα, ο Τέλης και η Ελενίτσα πάντα κοντά... τούς έβλεπε και μελαγχολούσε και συλλογιζότανε... δεν έλεγε τίποτε.
Πολλές φορές στις εκδρομές αυτές ο Τέλης βοήθησε την Ελενίτσα να κατέβει από το Μάρκο, να περάσει το ρυάκι, να κόψει λουλούδια. Ενώ οι άλλοι βοηθούσαν τη θεια Ουρανία και τη Μπίλιω να κάνουν στο ύπαιθρο την κουζίνα, να στήσουν το τσαντήρι που κουβαλούσαν μαζί, ο Τέλης και η Ελενίτσα εκάθοντο από κάτω από τα πλατάνια και μιλούσαν, μιλούσαν ώρες ατέλειωτες. Με τη σειρά του εγίνετο εύγλωττος και ο Τέλης. Η Ελενίτσα τότε σιωπούσε και πρόσεχε. Έλεγε τας ιδέας του, αι οποίαι πάντοτε ήσαν υψηλαί και ευγενείς. Τας ιδέας του περί κοινωνίας, περί οικογενείας, περί καθήκοντος, τας οποίας η Ελενίτσα ενέκρινε κιόλας. Και μού φαίνεται ότι και αλλιώτικα να τής τα έλεγε, πάλι αυτή θα τα ενέκρινε όλα. Σιγά - σιγά, χωρίς να το φαντάζεται ποτέ του ο ίδιος, την εκυρίευε και την κατέκτα, διότι αυτός δεν έμοιαζε με κανέναν από κείνους που είχε γνωρίσει ως τώρα αυτή. Ήτον χωρίς υστεροβουλία, χωρίς εξυπνάδες και χωρίς ψέματα, και δεν ήθελε να κάνει τον έκτακτο. Έπειτα είχε ένα πράγμα σπάνιο για την Ελλάδα. Δεν αγαπούσε την κακολογία. Ήτο επιεικής δι' όλους, αυτός επρόσεχε μονάχα να κάνει το καθήκον του. Όσο περνούσαν οι ημέρες, μπορεί να πει κανείς ότι ολίγον είχαν αρχίσει να μεταβάλλονται οι όροι μεταξύ τους. Στας αρχάς κυρία όλου του εδάφους ήτον η Ελενίτσα. Όσον όμως περισσότερον μιλούσαν, όσο περισσότερον εγνωρίζοντο, ο Τέλης άρχισε να καταλαμβάνει έδαφος περισσότερο, όπως πράγματι, με όσα και αν λένε, πρέπει πάντοτε να συμβαίνει μεταξύ ανδρός και γυναικός, διότι ο πρώτος είναι ο αρχηγός και το αντίθετο δεν θα ήτο παρά ανωμαλία και συμφορά, της οποίας τους πικρούς χυμούς πίνει πρώτη η ίδια η γυναίκα. Κρυμμένη από κάτω από το μεγάλο ψάθινο καπέλο της, που φορούσε τώρα, η Ελενίτσα τον άκουγε και τον κοίταζε μ' ευχαρίστηση, μ' έκσταση σχεδόν. Καταλάβαινε ότι αυτός ο άνθρωπος ήτο ιδικός της και μόνον ιδικός της, ότι η καρδιά του, και ήταν καρδιά που άξιζε, δεν είχε καμιάν άλλην ιστορίαν παρά την ιδικήν της, και ότι η καρδιά αυτού του νέου, ο οποίος δεν είχε κανένα εις τον κόσμο, ήτον ολόκληρην ιδική της. Κι ενώ η τρέχουσα λογική στον Καρβασαρά, στη Βόνιτσα και στην Κέρκυρα περίμενε να δει μια μέρα την κόρη του Καπατσαΐτη πρεσβίνα ή υπουργίνα, για να πηγαίνει στον κόσμο, να φανεί ο παράς της, να ζήσει δοξασμένη, το τρελοκόριτσο αγάπησε τον Τέλη, γιατί δεν έβλεπε παρά τον άνθρωπο, τον συμπαθητικό, τον ίσιο, τον κάπως αδικημένο σ' αυτή τη ζωή, που ήθελε τώρα αυτή να την ζήσουν μαζί, να πολεμήσουν μαζί, μαζί να είναι ευτυχισμένοι. Τι το παράξενο! Κι άλλες να 'ταν στη θέση της, στα ίδια θα ήρχοντο. Αλλά ερώτησε και τη μάνα της; Πώς εσκέπτετο άραγε η κυρία Καπατσαΐτη, πώς θα εσκέπτεσθο σεις στη θέση της; Ήτο δυνατόν η κόρη του Καπατσαΐτη να πάρει τον Ειρηνοδίκη; Μα τι, να γελάσουν και οι πέτρες λοιπόν ακόμη στη Ρούμελη; Να μην ήτανε τουλάχιστον τίποτε. Να είχε μονάχα τον τίτλο του διδάκτορος; Πάλι καλύτερα. Γι' αυτό λοιπόν έκανε τα εκατομμύρια ο συχωρεμένος ο Καπατσαΐτης; Δεν μπορούσε να πει πως οι δύο αυτοί νέοι δεν ήσαν ταιριαστοί· και όμως πάλι δεν ήσαν. Το πράγμα θα ήτον μία μεγάλη αποτυχία. Σωστή μπανκαρότα (65). Φαντάσου τι γέλια, όταν θα το μάθαιναν στη μπέλα Βενέτσια όλοι αυτοί που 'χαν φάει τη χυλόπιτα. «Η ματμαζέλ Καπατσαΐτη πήρε τον Ειρηνοδίκη του Καρβασαρά!» Τα πράγματα εν τούτοις προχωρούσαν. Ο Τέλης από μέρος του ησθάνετο το δύσκολον της θέσεώς του. Κάθε γλυκό λόγο που τού 'λεγε η Ελενίτσα ησθάνετο περισσότερο πόνο παρά ευχαρίστησιν. Παναγία μου, πώς αφέθη σ' αυτόν τον κατήφορο. Αχ, δεν έδειξε χαρακτήρα. Να, τώρα κινδυνεύει να πάθει καμιά ταπείνωση. Ήτο υπερήφανος, δεν το ήθελε, δεν αντείχε να το συλλογισθεί καν τέτοιο πράγμα. Να τού πει έξαφνα καμιά μέρα η γερόντισσα: «Allez - vous en! (66)» Ήθελε να πεθάνει εκεί, στον τόπο. Έπειτα να δίνει υπονοίας ότι έπεσε κοντά σε μία πλουσία κληρονόμον με σκοπούς! Πήγαινε να τρελαθεί. Τι ήθελε να μείνει στον Καρβασαρά! Πολλές φορές μ' εσυλλογίσθηκε.
Ωστόσο η κυρία Καπατσαΐτη στην ταράτσα της μέρα με την ημέρα εγίνετο πλέον μελαγχολική, νευρική, μουρμούριζε με το παραμικρό, εθύμωνε χωρίς αφορμή.
«Ελένη, ξέχασες τη σάρπα σου, πού έχεις το κεφάλι σου;»
«Μα δεν κρυώνω, μαμά!»
«Αδιάφορο, πάρε τη σάρπα σου, δεν έχω όρεξη για κρυώματα. Κάντε μου τη χάρη να συμμαζεύεσθε και νωρίτερα, δε σάς χωράει το σπίτι σας;»
«Καλέ, πώς μού μιλάει έτσι η μαμά, ποτέ δε μού μιλούσε έτσι η μαμά», έλεγε μέσα της η Ελενίτσα και βουρκώνανε τα μάτια της. Έπειτα στεκότανε, συλλογιζότανε μήπως λοιπόν την αποδοκιμάζει; Και γιατί. Και τι να κάνει αφού δεν μπορεί ν' αντισταθεί σ' αυτό το αίσθημα, που την κυρίευε ολόκληρη, που την έσπρωχνε να κάνει μια επανάσταση. Να καβαλικέψουν τον Μάρκο, να φύγουν με τον Τέλη μακρυά, μακρυά!... Μα πώς ν' αφήσει πάλι τη μαμά, την άρρωστη, την καρφωμένη στην πολυθρόνα της, που την ανέθρεψε, που την ανάστησε, που έκανε τόσα γι' αυτή, που ξέρει ότι την αγαπάει. Και τότε την έπιαναν τα κλάματα. Κι έκλαιγε, κι έκλαιγε, όπως δεν είχε κλάψει ποτέ!... Η μελαγχολία άρχισε να την πιάνει κι αυτήν καθώς την μητέρα της, τα τριαντάφυλλα άρχισαν να φεύγουν από τα μάγουλά της, κι αυτή ακόμη η Μπίλιω λες και είχε επηρεασθεί, έχασε τα γέλια της και κρυφοκοίταζε λυπητερά τον Τέλη. Μια μέρα τον Τέλη τον δέχτηκε μόνον η γερόντισσα, η Ελενίτσα δεν παρουσιάστηκε. Ήτο αδιάθετη, καθώς του είπε η κυρία Καπατσαΐτη. Τού 'κανε πολλά κομπλιμέντα, αλλά εις το βάθος τού φάνηκε ψυχρά. Ο Τέλης γύρισε στο γραφείο και κλείστηκε, ήτο σα να είχε πέσει ένα βουνό απάνω του. Αλλά η Ελενίτσα ήτο μακρυά και κατόρθωσε να επανεύρει όλη την ψυχραιμία του. «Θα το ζουπίσω», είπε, «μέσα μου αυτό το τρελό, το ανόητο αίσθημα. Δεύτερα, θα πάω μπροστά, δε θα δώσω ούτε εις την κυρία Καπατσαΐτη, ούτε σε κανένα πλέον το δικαίωμα να με κοιτάει από ψηλά, από το ύψος της υπάρξεώς του».
Ήρθε κείνη τη στιγμή το ταχυδρομείο κι εθεώρησε καλόν οιωνόν που εδιάβασε στις εφημερίδες ότι προσεχώς άρχιζεν η εφαρμογή του νέου νόμου δια τας εξετάσεις πρωτοδικών. Απεφάσισε να παραιτηθεί από Ειρηνοδίκης και να μετάσχει του διαγωνισμού. Μίαν Κυριακήν λοιπόν πρωί, ένα μελαγχολικό πρωί φθινοπώρου, ανέβηκε στ' Αγριλοβούνι. Τα φύλλα κίτρινα χάμω σκορπισμένα τρίζανε λυπητερά, όταν τα πατούσε. Κανένας άλλος δε φάνηκε απ' τον Θανάση που άνοιξε την πόρτα και τον έβαλε στη σάλα. Η κυρία Καπατσαΐτη, ολομόναχη, εκάθητο στην πολυθρόνα της. Η επίσκεψις δεν διήρκεσε πολύ. Με μεγάλην σοβαρότητα, μεγάλην αξιοπρέπειαν, πολύ επίσημος, ο Τέλης τής ανήγγειλεν ότι τής υποβάλλει τα σεβάσματά του. Κάποια υπόθεσις τον εκάλει εις Αθήνας, και λίαν πιθανόν, σχεδόν βέβαιον, δεν θα επέστρεφε πλέον εις τον Καρβασαράν. Η κυρία Καπατσαΐτη εφάνη ότι ήκουσε το πράγμα μ' ευχαρίστησιν, σχεδόν μ' ανακούφισιν, τόσον ώστε ο Τέλης βαθιά προσεβλήθη, αν και δεν το έδειξε. Εν τούτοις, όταν εσηκώθη να φύγει, εσηκώθη και η κυρία Καπατσαΐτη στο μπαστούνι της κι εκεί που ο Τέλης δεν το περίμενε, τον άρπαξε στην αγκαλιά της:
«Παιδί μου», τού είπε, «σού εύχομαι από καρδίας καλήν επιτυχίαν... Έχεις όλα τα προσόντα», επρόσθεσε, σαν να εμάντευε τα σχέδιά του. Έπειτα εψιθύρισε ακόμη σαν να μονολογούσε:
«Λέμε και μεις να πάμε τον ερχόμενο χειμώνα μια βόλτα εις τας Αθήνας».
Την Ελενίτσα όμως δεν την είδε. Η κυρία Μέλπω τού είπε πως ήταν με τη θεια της στο Καρπενήσι. Κατάλαβε ότι ήτο ψέμμα. Είχε την αδυναμία να κάνει το γύρο του κτήματος, τού εφαίνετο πως η Ελενίτσα θα 'βγαινε στην άκρη της ρεματιάς ή από πάνω απ' τον τοίχο να τού μιλήσει μια τελευταία φορά, όπως γίνεται στα μυθιστορήματα. Κι όταν δεν εφάνηκε πουθενά, εκυριεύθη εκεί από ένα είδος θυμού και θυμήθηκε ότι είχε διαβάσει στο Δουμά, που ήτο τότε της μόδας, για τις mystifications (67) που αρέσκονται τα κορίτσια των βαθυπλούτων.
«Λοιπόν, είμαι κι εγώ το θύμα μιας mystification! Ω, είναι βέβαιον. Έτσι είναι. Ακατανόητοι χαρακτήρες!» Και πάλι δεν το πίστευε. Πώς είναι δυνατόν. Η Ελενίτσα, ένας τέτοιος Άγγελος. Α, να τον βλέπατε τον Τέλη πώς ήτον κείνη τη στιγμή... Μόνον ο Λύκος ο καημένος τον ξεπροβόδισε. Τον είδε που γύριζε τον τοίχο και πήδησε έξω μ' ένα χαρμόσυνο γουβ - γουβ. Τον συνόδευσε, κουνώντας την ουρά του, ως το μικρό γεφύρι. Αυτός έδωκε μια φορά τη φιλία του, δεν την έπαιρνε πια πίσω. Ο Τέλης έσκυψε και τον φίλησε στο μαύρο του το κεφάλι, ανάμεσα στα δυο μεγάλα μάτια του. Ο σκύλος στάθηκε, τον έβλεπε να μακρύνεται και τού φώναξε μια τελευταία φορά, πριν ξαναπηδήσει τη μάνδρα, γουβ - γουβ! «Σε περιμένομε πάλι!»
Ο Τέλης έσφιξε τα μπαούλα του και πολύ περισσότερο έσφιξε την καρδιά του. Τού ήρχετο να κλάψει, όταν μπήκε στη βάρκα ν' αφήσει τον Καρβασαρά, τον Καρβασαρά που δεν ήθελε μια φορά ούτε να τον ακούσει.
Όταν ήρθε στας Αθήνας, τού εφάνηκαν όλα μαύρα. Του Γιαννοπούλου; Ω, τι μολυσμένη ατμόσφαιρα! Στου Τσούχλου; Τι βαρβαρότης, τι ξεφωνητά των γκαρσονιών! Οι Κυρίες τού εφαίνοντο σχεδόν κωμικές με τα πουφ και με τα νινίς. Κλείστηκε μέσ' την κάμαρά του, ξαναπέρασε όλη την επιστήμη. Τον είχε πιάσει πραγματικώς μία λύσσα εργασίας. Έκαμε δύο ωραίας μελέτας, μια για την interpellatio (68) και μια για το φαλκίδιον τέταρτο (69), και τις ετύπωσε. Όταν παρουσιάσθη στην Επιτροπή, επέρασε πρώτος και σ' ένα μήνα διορίζετο Πρωτοδίκης. Όλοι λέγανε: Να, ένας νομοδιδάσκαλος, ο Καλλιγάς (70) του μέλλοντος· κι ο γέρο Μεσσηνέζης (71), που παρακολουθούσε με πατριωτικό ενδιαφέρον τη νεολαία, πήγε να τον γνωρίσει στο Ξενοδοχείο:
«Εύγε και τρις εύγε, αγαπητέ νέε».
Ελάμβανε απ' όλα τα μέρη συγχαρητήρια κι απ' αυτόν τον Καρβασαρά, απ' το Δήμαρχο, τον Αστυνόμο, τον Γραμματικό. Μόνον από κει δεν έλαβε δύο λέξεις. Ας είναι, είχε μερικές μέρες πραγματικής ευτυχίας, ατομικής ικανοποιήσεως, όσο κρατούσε ακόμη η εντύπωσις της επιτυχίας, ο θρίαμβος, η πρώτη παρουσίασις στο Παλάτι με τους νέους άλλους δικαστάς. Όταν άρχισε να ξαναδένει τις βαλίτζες του -για τη Σύρα που είχε διορισθεί- τον ξανάρχισε και η μελαγχολία. Όλα τα συγχαρητήρια δεν κατόρθωναν να την διαλύσουν. Μόλις έκλεισε τα βιβλία, μόλις είπε να ξεκουρασθεί λιγάκι, όλες αι αναμνήσεις μαζί έτρεξαν και τον περικύκλωσαν· πιασμένες από τα χέρια χόρευαν τριγύρω του. Η πρώτη εμφάνισις της Ελενίτσας στο Ειρηνοδικείο, η θριαμβευτική αναχώρησις με το Μάρκο, τ' Αγριλοβούνι, αι εκδρομαί, τα Πλατάνια. Κρατούσε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια, πήγαινε να τού φύγει το μυαλό. Χτύπησε εν τοσούτω η πόρτα και μπήκε κι ένας κουμπάρος του μακαρίτη του πατέρα του ο γέρο Σίκαλης ο γυαλέμπορος να τον συγχαρεί. Είχε να τον δει δέκα χρόνια.
«Αμ, τα διαβάσαμε στις εφημερίδες, κύριε Τέλη. Δεν ξέρεις, παιδί μου, πώς ευχαριστηθήκαμε κι εγώ κι η γυναίκα μου η Μαριγώ. Συλλογιστήκαμε τον μακαρίτη να μην είναι κι αυτός να σε ιδεί. Και σ' ανώτερα, παιδί μου, μα το περίμενα. Ξέρω απ' τι σόι βαστάς!» Και τρίβοντας τα χέρια του επρόσθεσε: «Α, τώρα μια καλή νύφη μάς χρειάζεται κι είμαστε φίνα!»
«Α», είπε ο Τέλης, «σώπα κουμπάρε, τι καλή νύφη. Σήμερα είναι η εποχή του παρά, ποιος σε λογαριάζει».
«Ποιος το 'πε; Σε λογαριάζουν και σε παραλογαριάζουν. Μην τα θέλομε όλα δικά μας. Μη βλέπεις τα περασμένα», είπε με μια σατανικότητα. Σαν να 'ξερε. «Σήμερα έχεις άλλον αγέρα, πέρασες μπροστά, τελείωσε! Εφέτης, αρεοπαγίτης, καθιϊτής στο Πανεπιστήμιο, υπουργός, ό,τι θέλεις. Εγώ δίνω λίγο δίκιο και στις πεθερές. Θα σού δώσει το κορίτσι της, τον παρά της, πρέπει να 'σαι και συ κατιτίς. Μα νομίζεις πως δεν πάλεψε μέσα της κι η πεθερά;» επρόσθεσε μ' ένα απροσδόκητο και περίεργο ύφος ο γυαλέμπορος. «Όμορφος, σπουδαγμένος, γερός, χωρίς ελαττώματα, μα...»
«Για να σου πω, κουμπάρε», είπε με τόνο αυστηρό ο Τέλης, αλλά και κάπως ανήσυχος. «Ξέρεις καμιά πεθερά;»
«Όχι, μπρε παιδί, έτσι το φέρνει ο λόγος,. Πού να ξέρω 'γω τι γίνεται στον Καρβασαρά!»
Κι έλαβε μια στάση μισοκακόμοιρη σαν τον Άγιο Ονούφριο, και εξηκολούθησε:
«Λέω με τον νου μου μπας κι είναι κείθε πέρα καμιά μεγάλη νύφη απ' τα Εφτάνησα κι ήρθαν να κυνηγήσουν το λάφι στο ζυγό (72)... Έτσι λοιπόν. Σήμερα είσαι κατιτίς, δόξα σοι ο Θεός, και μην απελπίζεσαι».
«Μα τι είναι αυτά, κουμπάρε;» θύμωσε ο Τέλης. «Ποιος σού είπε πως θέλω να παντρευτώ!»
«Μωρέ, άστα φτούνα και μη με τετοιώνεις!» ξεφώνισε κι ο κουμπάρος. «Ρουμελιώτες είμαστε κι οι δυο. Θα 'ρθει το πράμα μονάχο του. Άϊντε, τέτοιο λεβέντη δεν μπορεί να μη σ' αγαπάει και το κορίτσι! Μη με ξεχάσεις μονάχα στο γάμο, θέλω να κρατάω το δίσκο με τα κουφέτα!»
Γέλασε με την καρδιά του, χτύπησε με το μπαστούνι του το πάτωμα και κατέβηκε τη σκάλα μουρμουρίζοντας τραγουδιστά:
Από έρωτα τον πήρε τον κολιό η πεταλίθρα!
«Άμε και συ στο γέρο διάβολο», είπε ο Τέλης, όταν έκλεισε η πόρτα, και ξανάρχισε τις βαλίτζες του. Μα όταν πήρε να συγυρίσει τους πανδέκτας (73) του, είδε με τρόμο ότι δεν είχε αποδώσει στο δάσκαλο το Θουκυδίδη. Το ειμαρμένο βιβλίο τον είχε ακολουθήσει στην Αθήνα, το άνοιξε μηχανικώς εις τας Κρήνας κι από μέσα από τα φύλλα του ορθώθηκε πάλι η δεσποινίς Καπατσαΐτη, την έβλεπε εκεί με το ταγιέρ, την τοκ, τα μουσκεταίρ, το άσπρο κολάρο με το μπριλάντι, όπως ήταν την πρώτη φορά. Πέταξε το βιβλίο, έκλεισε τα μάτια του σ' αυτή την οπτασία και πάλι την έβλεπε, ολοένα την έβλεπε. Ξαπλώθηκε στον καναπέ, άναψε ένα τσιγάρο, το τράβηξε δυο φορές, το πέταξε... σεκλετίστηκε και πετάχτηκε έξω στο μπαλκόνι. Ο κόσμος εβρύαζε (74) από κάτω, ήταν η ώρα του περιπάτου, τα νινίς πήγαιναν και ήρχοντο, η νεολαία χαιρετούσε, σηκώνουσα το μιραμπό (75) ίσια απάνω, ένας ελαφρός πουνέντες έφερνε από την πλατεία τους ήχους της μουσικής που έπαιζε χαρούμενα το τραγούδι της φάλαγγος «φοιτητής και στρατιώτης σαν το σύννεφο περνά», όλοι εφαίνοντο ευτυχισμένοι, μόνον ο Τέλης εκεί πάνω στο μπαλκόνι ήταν ο δυστυχής, ησθάνετο μέσα του ένα κενό, έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε στο χέρι του το κεφάλι. Πόση ώρα έμεινε έτσι; Όταν τ' άνοιξε, ο κόσμος είχε αρχίσει να σκορπά, η μουσική τώρα τού 'στελνε σαν ειρωνεία τους ήχους μιας άριας από μια παλιά όπερα: «Ριχάρδε, βασιλεύ μου, σ' εγκαταλείπουν όλοι!» Αχ, πώς τού 'ρχότανε, πώς τού 'ρχότανε. Εκείνη την ώρα άναψαν το μεγάλο φως της πόρτας του Ξενοδοχείου κι έλαμψαν όλα τριγύρω. Έριξε τα μάτια του κάτω χωρίς να θέλει. Τι να δει! Πάλι ονειρεύεται; Μπροστά στην πόρτα είχε σταθεί ένα ωραίο λαντώ (76), και μέσα στο λαντώ μεγαλοπρεπέστατα εγκαθιδρυμένη, γελαζούμενη και ομιλητική, που δεν τής συνέβαινε συχνά, μα πιο άσπρα όμως και πιο ασημένια τα μαλλιά της η κυρία Καπατσαΐτη με την Ελενίτσα κοντά της, που 'τανε μέσα σε μια κάτασπρη σαν τον αφρό τουαλέτα, ο Θανάσης μπροστά κοντά στον αμαξά, φαινόντουσαν οι ασημένιες παλάσκες του από πίσω. Το πρώτο αίσθημα που κατέλαβε τον Τέλη ήτανε να τραπεί εις φυγήν, να πάει να κλεισθεί στην κάμαρά του, μην τύχει και τον δουν. Θα γελούσαν βέβαια, όταν τον έβλεπαν, θα τον εμυκτήριζαν (77).
«Να κι ο ερωτοκτυπημένος μας! Ιδέα που τού πέρασε. Είναι για γέλια!»
Αλλά στάθηκε, καρφώθηκε κει, κοίταζε την Ελενίτσα, κι εκείνη κοίταζε απάνω, στα παράθυρα του Ξενοδοχείου με τα μεγάλα της ωραία μάτια, και τα βλέμματά τους σαν να διεσταυρώθηκαν μέσ' το σκοτάδι που η σκιά της μαρκίζας έκανε γύρω στο μπαλκόνι και στον Τέλη. Η Ελενίτσα ήτον η ίδια, πιο ωραία ακόμη, αλλά ήτον ωχρά, είχε αδυνατίσει, ήταν σαν να είχε βγει από μια μακρυά αρρώστεια και το παράπονο ήταν γραμμένο στα χείλη της.
Ωστόσο ο Θανάσης σαλτάρησε κάτω και πήγε κι έφερε το θυρωρό.
«Ορίστε δώθε, κύριε Πουρτιέρη, παρακαλούμε».
Ο θυρωρός έτρεξε.
«Εδώ μένει ο κύριος Μανακίδης, πρωτοδίκης;» είπε δυνατά η κυρία Καπατσαΐτη. Ο Τέλης άκουγε. Τακ, τακ έκανε η καρδιά του, φτερούγιζε σαν να 'θελε να φύγει, την κρατούσε με το χέρι του.
Ο θυρωρός απήντησε:
«Μάλιστα, Κυρία, αλλά δεν είναι εδώ, εξήλθε».
«Άκουσε, παιδί μου, τι νούμερο έχει το δωμάτιό του;» είπε η κυρία Καπατσαΐτη.
«Σαράντα δύο».
«Ε, λοιπόν, κάνε μου τη χάρη να ρωτήσεις απάνω, γιατί αυτά τα «εξήλθε» τα ξέρω εγώ στα ξενοδοχεία. Έλα, έλα, κάνε έναν κόπο ή στείλε κανένα γκαρσόνι!»
«Απάνω είναι!» είπε άξαφνα ο Θανάσης που 'βλεπε σαν το γάτο και στα σκοτεινά. «Απάνω είναι. Είδα τον ίσκιο του στο μπαλκόνι».
Και κοίταγε τον ανήφορο ο Θανάσης, εμποδίζοντας με την παλάμη του να πέφτει στα μάτια του το φως του φαναριού. Κείνη την ώρα ο Τέλης έμπαινε μέσα. Τού ήρθε εξάφνα μια ιδέα. Χαμογέλασε με πικρία.
«Να ιδείς, αυτό θα είναι. Τι άλλο; Καμιά φθορά ξένης ιδιοκτησίας πάλι στ' Αγριλοβούνι. Καμιά σύσταση, καμιά έκθεση στον διάδοχόν μου. Τις ξέρουμε τις πυργοδέσποινες! Τα κοτζαμπασλίκια. Νομίζουν όλον τον κόσμον υποχρεωμένο να τούς υπηρετεί. Μα αυτό είναι φοβερό. Τι με θέλουν, δεν μ' αφήνουν ήσυχο; Τον θεωρούν τον άλλο για σκουπίδι...»
Εν τούτοις το γκαρσόνι χτύπησε την πόρτα και τού είπε πως τον ζητούν στο σαλόνι· άναψε το φως, διόρθωσε το λαιμοδέτη του και με μια απερίγραπτη δυσθυμία βγήκε στο διάδρομο. Έλεγε μέσα του:
«Βέβαια μόνον την κυρία Καπατσαΐτη θα ιδώ, όπως και την τελευταία φορά στ' Αγριλοβούνι. Να σου πω, επί τέλους αυτό είναι μια αναισθησία. Χάνω κάθε ιδέα. Η μητέρα της να μού μιλεί για την υπόθεσή της κι αυτή στ' αμάξι να την περιμένει απ' έξω σα να μη με γνώρισε, να μη μού μίλησε ποτέ. Αλλά τώρα βέβαια τελείωσε η mystification, πέρασε το καπρίτσιο! Να μην πάω, δεν θα 'ναι καλύτερα; Αλλά πάλι, τι; Να κάνω τον θυμωμένο; Θα γίνω εντελώς γελοίος. Καλύτερα ψυχρότης και αδιαφορία». Κι ένα χέρι σα σιδερένιο τον τραβούσε στο σκοτεινό διάδρομο: -Έλα μέσα!
Εν τω μεταξύ η κυρία Καπατσαΐτη κάτω, στηριζόμενη στο Θανάση και τον θυρωρό, κατέβηκε βαριά από τ' αμάξι. Σιγά - σιγά ανέβηκε τη σκάλα. Ο Τέλης είχε μπει στο σαλόνι· σταύρωσε τα χέρια του και περίμενε. Η πόρτα άνοιξε και η κυρία Καπατσαΐτη ασθμαίνουσα προχώρησε κοπιωδώς και κουτσαίνοντας με το μπαστούνι της. Ήτο φανερόν πως είχε κουρασθεί. Ο Τέλης αφέθηκε στο αίσθημα της ευγενείας του. Δεν είδε πλέον μπροστά του παρά μίαν κυρίαν υποφέρουσαν. Έτρεξε και τής έδωκε το μπράτσο του. Η πόρτα άνοιξε μια δευτέρα φορά. Η Ελενίτσα μπήκε μισά γελαστή, μισά κλαμμένη, μέσα σε μια φρικτή συγκίνηση. Μα όταν είδε τον Τέλη, τα τριαντάφυλλα τής έδωκαν πάλι το χρώμα τους για τα μάγουλά της, και η ευτυχία χωρίς δισταγμό την πήρε ολόκληρη αυτή τη φορά στην αγκαλιά της.
«Αχ, παιδιά μου, κουράστηκα», είπε η κυρία Καπατσαΐτη και κοντανάσαινε σαν ατμομηχανή. Πέταξε ωστόσο στον καναπέ το μπαστούνι της. Έπιασε με το ένα χέρι τον Τέλη και με το άλλο την Ελενίτσα.
«Να πάρω μια ανάσα», είπε, «παιδιά μου!» Και τούς κοίταζε μέσ' τα μάτια, τώρα τον ένα, τώρα τον άλλο, με μια αγάπη, με μια τρυφερότητα, που ποτέ η Ελενίτσα δεν την είχε δει έτσι. Τους έσφιγγε τα χέρια, τους τα χάιδευε.
Έξαφνα τους άρπαξε και τους δυο με τα μεγάλα χέρια της από τις πλάτες, τους έσπρωξε τον ένα στην αγκαλιά του αλλουνού, και τους φώναξε με φωνή συνταγματάρχου:
«Έλα τώρα, φιληθείτε!»
Ράδος Κωνσταντίνος
«Ημερολόγιον Σκόκου»
Αθήνα 1918
Σημειώσεις:
(1) Ριζαριστής: Φοιτητής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής
(2) πόλκα: είδος κουρέματος για κοντά μαλλιά
(3) λιχανός: το δεύτερο δάχτυλο του χεριού, ο δείκτης
(4) μάσκα (η): ηθοποιός μουσικοχορευτικού θεάτρου, επιθεώρησης
(5) κομπριμάριος: τραγουδιστής -τρια μουσικού θεάτρου, όπερας ή οπερέτας
(6) Καρβασαράς: Αμφιλοχία
(7) αποφώλιος: απαίσιος, τερατώδης, άχρηστος (αποφώλιον τέρας: απαίσιο τέρας)
(8) βιτώρια: ανοιχτή άμαξα που είχε τέσσερις τροχούς και θέση για δύο επιβάτες
(9) μπιέν: καλά (γαλλικά)
(10) καβούρ (καβουράκι): είδος ανδρικού καπέλου
(11) ταμπούρ μπατάν: ταμπούρλα πολέμου
(12) πανταχούσα: οποιοδήποτε έγγραφο (μήνυμα, ειδοποίηση κ.λπ.), συνήθως από επίσημη αρχή,το οποίο απαιτεί από τον παραλήπτη να πράξει κάτι δυσάρεστο και δύσκολο γι' αυτόν
(13) φελούκα: τύπος μικρού πλοιαρίου στην περιοχή της Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που κινιόταν με κουπιά και ιστία
(14) σιγουράρω: σιγουρεύω, κάνω κάτι ασφαλές, ασφαλίζω, προφυλλάσσω, κατοχυρώνω
(15) πρυμάτσα: ο κάβος ή το συρματόσχοινο πρόσδεσης πλοίου που εκφέρεται από την πρύμη / πρυμνήσιο, πρυμνοδέτης
(16) καπότα: χοντρή κάπα με κουκούλα
(17) φριζέ: κατσαρά, με μπούκλες, φουντωτά
(18) ζακές: σακάκι, φράκο
(19) σιλάχι: σελάχι ή σιλαχλίκι ή σιλέφι: ανδρική ζώνη φτιαγμένη από τσαρουχάδες, από δέρμα ή από χοντρό χαρτόνι ντυμένο με δίμιτο πανί ή από χοντρό βελούδο, που το χρησιμοποιούσαν ως οπλοθήκη για χαντζάρες ή γιαταγάνια. Συνήθως είχε χαραγμένα πάνω του διάφορα σχέδια
(20) ζλάπι: ζουλάπι: άγριο ζώο /κλητική προσφώνηση ή χαρακτηρισμός προσώπου ο οποίος δείχνει υποτίμηση, περιφρόνηση
(21) λιταρώνω: δένω
(22) κοζόκα: παραδοσιακό γυναικείο πανωφόρι χωρίς μανίκια, ντουλαμάς
(23) μίνια: μια
(24) βόχα: μπόχα
(25) παλάσκα: θήκη που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν οι ένοπλοι για την αποθήκευση της πυρίτιδας και των φυσιγγίων
(26) γαντζούδια: πόρπες ή αλυσίδες, συνήθως στολισμένες με πετράδια ή σκαλισμένες, που στερεώνονταν πάνω στις λουρίδες της ζώνης με τα φυσεκλίκια που φορούσαν οι αρματωμένοι φουστανελάδες
(27) φέρμελη: γιλέκο με χρυσό διάκοσμο, συνοδευτικό της φουστανέλας
(28) μαροκίνι: μαροκινό: δέρμα ιδιαίτερα λεπτό και στιλπνό που το αυθεντικό ήταν από κατσίκα ή τράγο και που κατά τον 16ο αιώνα άρχισε να χρησιμοποιείται στην πολυτελή βιβλιοδεσία καθώς και στην κατασκευή πορτοφολιών, γαντιών και ακριβών παπουτσιών, τις περισσότερες φορές πια από πρόβατο ή υποκατάστατα
(29) τσούπα (τσούπρα): κορίτσι, κόρη, νεαρή κοπέλα
(30) μουσκεταίρ γάντια: μακριά και ψηλά γυναικεία γάντια, αρκετά χαλαρά στο βραχίονα
(31) νταίμ: είδος μαλακού και απαλού δερμάτινου υφάσματος (σουέντ ή καστόρινο)
(32) τοκ (τόκα): γυναικείο κυλινδρικό καπέλο χωρίς γείσο
(33) ποδαλγός: αυτός που πάσχει από ποδάγρα (ουρική αρθρίτιδα), αυτός που έχει πόνους στα πόδια
(34) κολάνι: ζώνη, ιμάντας
(35) σκάλα (εδώ): ο αναβατήρας
(36) χαβιά: χαλινάρια
(37) ζουμπρούτι: σμαράγδι
(38) φουλάρ: φουλάρι, ανδρικό μαντήλι για το λαιμό, που φοριέται μέσα από το πουκάμισο συνήθως
(39) milieu: περιβάλλον, περίγυρος
(40) ραβάνι: ο καλπασμός, με καλπασμό
(41) ημίψηλο / ψηλό: καπέλο ψηλό
(42) ρεδιγκότα: ρεντιγκότα: επίσημο ανδρικό ένδυμα, είδος πανωφοριού, που μπροστά φτάνει ως τη μέση και πίσω κατεβαίνει σχηματίζοντας ψαλιδωτή ουρά / το φράκο και γενικότερα το ευρωπαϊκό ένδυμα (σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ελληνική ενδυμασία)
(43) μπόι - σκάουτ: πρόσκοποι, εξερευνητές
(44) γαλλικά: «πολύ καθώς - πρέπει, πολύ καθώς πρέπει!»
(45) «Ένας ωραίος νεαρός!»
(46) Ίσκος Ανδρέας: Αρματολός του Βάλτου στη Δυτική Ελλάδα και πολιτικός κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821
(47) Ζάππας Ευάγγελος: Αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, επιχειρηματίας, φιλάνθρωπος και εθνικός ευεργέτης. Πρωτοστάτησε και έπαιξε κύριο ρόλο στην αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων
(48) Μπροστένι: Κτήμα στη Βλαχιά (σημερινή Ρουμανία) με υδρόμυλους, το οποίο είχε αγοραστεί από τους αδελφούς Ζάππα και είχε γίνει η βάση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους στη Μολδοβλαχία
(49) Σχολή Χιλ: Νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο στην Αθήνα, ένα από τα πρώτα ιδρύματα που προσέφεραν προσχολική εκπαίδευση και γενική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε ως αλληλοδιδακτικό σχολείο το 1831 μετά την Ελληνική Επανάσταση από τους Αμερικανούς ιεραποστόλους Τζον Χένρι Χιλ και Φράνσις Μαρία Χιλ,
έγινε κέντρο προσχολικής αγωγής, πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και
βιομηχανικής κατάρτισης για κορίτσια το 1843, κλείνοντας τις σχολές
κατάρτισης δασκάλων και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αρρένων. Ήταν το πρώτο σχολείο που παρείχε εκπαίδευση σε γυναίκες στην Ελλάδα. Το 1869, καθώς
η ζήτηση για την εκπαίδευση των γυναικών αυξήθηκε, το σχολείο ξεκίνησε
να λειτουργεί ως ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, συνεχίζοντας την ιστορία του
ως ένα από τα πρώτα σχολεία στην σημερινή Ελλάδα. Το σχολείο συνέχισε να
λειτουργεί ως λύκειο, γυμνάσιο, δημοτικό και νηπιαγωγείο θηλέων μέχρι
το 1982 όταν έκλεισε το γυμνάσιο - λύκειο. Η σημερινή εγκατάσταση είναι
ιδιωτικό δημοτικό και νηπιαγωγείο, το παλαιότερο σχολείο που λειτουργεί
μέχρι σήμερα στην Ελλάδα
(50) Μάσον Μπέση: Ανιψιά της Φράνσις Χιλ, η οποία ανέλαβε τη διοίκηση της Σχολής μετά το θάνατό της ως το 1918
(51) Κόμισσα Σαρνύ: Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά
(52) Ο κόμης Μοντεχρήστος: Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά
(53) σαντιμέντο: συναίσθημα
(54) προγυμναστής: καθηγητής για ιδιαίτερα μαθήματα
(55) Ασώπιος Κωνσταντίνος: Λόγιος και καθηγητής πανεπιστημίου του 19ου αιώνα από την Ήπειρο
(56) Κόντος Κωνσταντίνος: Γλωσσολόγος και φιλόλογος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στον τομέα των "ελληνικών γραμμάτων", ένας από τους σημαντικότερους ελληνιστές και κριτικούς φιλολόγους του 19ου αιώνα
(57) Σεμιτέλος Δημήτριος: Καθηγητής πανεπιστημίου του 19ου αιώνα
(58) ταμπάρο: χοντρό αντρικό παλτό (κερκυραϊκά)
(59) φασόν: κάτι που είναι τυποποιημένο, αυτόματο (γαλλικά)
(60) φιλιότσος -α: αναδεξιμιός, βαφτιστικός
(61) χασμωδία: ασυνεννοησία, σύγχυση
(62) αλτάνα: παρτέρι σε αυλή ή σε κήπο κοντά στον τοίχο, μικρός κήπος στην αυλή σπιτιού
(63) μπουτονιέρα: κουμπότρυπα στην οποία βάζουν λουλούδι ή κόσμημα στο πέτο (συνήθως το αριστερό) σακακιού ή άλλου ρούχου
(64) τήκομαι: λιώνω
(65) μπανκαρότα: πτώχευση
(66) Allez - vous en!: Φύγε, ούστ, ξεκουμπίδια, στρίβε
(67) mystification: μυστικοπάθεια, απάτη, φάρσα, πλάνη, αμηχανία
(68) interpellatio: κάλεσμα, προσωρινή σύλληψη από την αστυνομία υπόπτων προς ανάκριση, στην πολιτική η επερώτηση ενός βουλευτή στην κυβέρνηση
(69) φαλκίδιον τέταρτο: νόμος του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο ο κληρονόμος είχε το δικαίωμα να παρακρατήσει το ένα τέταρτο της κληρονομιάς και μετά να προβεί σε εκπλήρωση των κληροδοσιών, η ελάχιστη μερίδα κλήρου ακινήτων που παραχωρείται στους κληρονόμους κατά τον φαλκίδιο νόμο
(70) Καλλιγάς Παύλος: Νομικός, οικονομολόγος, ιστορικός, λογοτέχνης και πολιτικός. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής σταδιοδρομίας του διετέλεσε βουκλευτής, υπουργός σε αρκετές κυβερνήσεις, πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(71) Μεσσηνέζης Ιωάννης: Βουλευτής Αιγιαλείας και πρόεδρος της Β' Εθνοσυνέλευσης, διαπρεπής νομικός του 19ου αιώνα
(72) ζυγός: διάσελο, αυχένας βουνού
(73) πανδέκτης: (γενικά) το νομικό βιβλίο, σύνοψη νομικών κειμένων
(74) βρυάζω: πληθαίνω
(75) μιραμπό: είδος καπέλου
(76) λαντώ: τύπος κλειστής επιβατικής άμαξας με τέσσερις τροχούς, που την έσερναν δύο άλογα
(77) μυκτηρίζω: κατακρίνω κάποιον περιγελώντας τον

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου