Παρασκευή 21 Απριλίου 2023

ΌΤΑΝ ΣΚΑΝΕ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ...

   Πρωί, πρωί, χαράματα, ο Λούμας ήτανε στο πόδι σα να είχε μεγάλη δουλειά και έβγαινε έξω βιαστικός παίρνοντας το δρόμο του ρέματος ή της θάλασσας. Εβάδιζε πάντα γρήγορα κρατώντας και μια βέργα στο χέρι και μην απαντώντας στους χαιρετισμούς των ανθρώπων που απαντούσε.
   «Γεια σου Λούμα!» τού φωνάζανε, αλλά πού αυτός! Προχωρούσε χωρίς να προσέχει ή να φαίνεται ότι τους άκουσε. Και αν ήθελε όμως να μιλήσει, να τους απαντήσει, θα έκανε κόπο μεγάλο, γιατί η ομιλία του έβγαινε δύσκολα, κομμένη, μπερδεμένη, και δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τι έλεγε.
   Και πάντα πήγαινε μόνος, μόνος, και ποτέ δεν τον είδανε με συντροφιά, ποτέ! Μάλιστα απόφευγε το δρόμο κείνον που έβλεπε να παίρνουν πολλοί.
   Κρατώντας την βέργα του και βαδίζοντας σα να ήτανε μεγάλη ανάγκη, πήγαινε κατά το ρέμα που πλένανε οι γυναίκες, τα κορίτσια, και καθόταν εκεί κοιτάζοντας τα πόδια τους τα άσπρα, τα μπράτσα τους τα παχουλά. Αν και μέσα στη χώρα φαινόταν να αποφεύγει τις γυναίκες σαν τον διάβολο και κανείς δεν θα βρισκόταν να πει ότι τον είδε να μιλά ή να προσπαθεί να μιλήσει με κορίτσι. Μα ήτανε και άσχημος, τόσο άσχημος που ήτανε τρομάρα!
   Αλλά γι' αυτόν πανηγύρι σωστό, αληθινή του εορτή, γιατί άλλη εορτή ή τελετή δεν ήξερε, ήτανε το καλοκαίρι, όταν στη θάλασσα λουζόντουσαν οι γυναίκες και τα κορίτσια. Αυτός κρυμμένος, χωμένος μέσα στα βράχια, έρποντας, πλησίαζε και, βγάζοντας το κεφάλι του, κοίταζε. Αλλά σχεδόν πάντα θα τον ανακάλυπτε το γυναικείο μάτι, θα έβλεπε την τριχωτή μουτσούνα του και τότε, τότε βροχή από βότσαλα έπεφτε κοντά και γύρω στην τριχωτή του μούρη.
    Αυτός έφευγε σιγά, πότε γρήγορα, και πήγαινε πιο μακρυά, όπου δεν τον έφθαναν τα βότσαλα  και κει στεκότανε, χωρίς να κρύβεται, φανερά όρθιος και κοίταζε...
   Ένα πρωί ανοιξιάτικο σηκώθηκε και βγήκε, κατά τη συνήθειά του, βιαστικός, σαν να είχε καμιά μεγάλη δουλειά. Εγύρισε απ' εδώ και απ' εκεί άσκοπα, γιατί στο ρέμα είδε μόνο βατράχια να πηδούνε μέσα στα λιθάρια, στα αγριόχορτα και στα καταπράσινα αγκάθια. Και το ρέμα, αυτές τις ημέρες, είχε γίνει πολύ θλιβερό, κυλώντας μόνο μια γραμμή στενή νερού.
   Βάδιζε σιγά, άκουγε, κοίταζε. Ερημιά ήταν εδώ και κει. Ζώα βόσκανε, γελάδες, πρόβατα, και βοσκοί ακίνητοι τα προσέχανε.
   Κοντά σ' έναν μεγάλο κήπο στάθηκε. Οι μυρουδιές των λουλουδιών, των ανθισμένων δένδρων, μεθυστικές πνοές, γεμίζανε τον χλιαρό αέρα, τη σφιγμένη ατμόσφαιρα απ' τα βαριά τα σύννεφα, που, χαμηλωμένα, σκεπάζανε τον ουρανό. Και οι λουλούδινες πνοές πυκνές, πυκνές, τρέχοντας, χίλιες επιθυμίες ανάβανε σαν τραγούδι Σειρήνων στον άνθρωπο που τις ανέπνεε, επιθυμίες ηδονής, ζωής, λαγνείας!
   Πιο άσχημος, ο Λούμας, απ' άλλοτε, ανέπνευσε τις λουλούδινες πνοές, άκουσε τι αυτές του λέγανε και σαν αρχαίος σάτυρος προχώρησε και χώθηκε μέσα.
   Μια φωνή στον κήπο, φωνή κόρης, μια φωνή σα φτερούγισμα επιθυμίας, φτερούγισμα των επιθυμιών που μέσα βράζανε στη χλιαρή ατμόσφαιρα, και άλλη φωνή κρυσταλλένια απάντησε και γρήγορα μέσα στα πράσινα δένδρα, τα στεφανωμένα με τα άσπρα νυφιάτικα άνθη, περάσανε και χαθήκανε σε πυκνόφυλλο μέρος του κήπου δυο κόρες.
   «Μα τι έχεις;» έκανε η μία, μια ξανθούλα, άσπρη σαν κρίνος, με μαύρα μάτια, στην άλλη, μια ρωμαλέα κόρη με κόκκινα μάγουλα και καστανά θερμά μάτια.
   Αυτή χωρίς να απαντήσει, τίποτε να πει, την έσφιξε περισσότερο στο στήθος της και με μανία, με δίψα ζήτησε τα χείλια της.
   «Δεν μπορώ!...» εστέναξε στη φίλη της, που έκανε να φύγει. «Άφησέ με!»
   Εκείνη παραιτήθηκε ή οι πνοές των λουλουδιών όλο πάθος την έσφιξαν, την παρέλυσαν, την έκαναν κάτι να επιθυμεί και αυτό το κάτι ξέσπασε σ' ένα φίλημα, φίλημα μακρύ, ηδονικό, ένα ρούφηγμα μανιακό της ηδονής που σαλεύει, θαμπώνει το νου, τα μάτια, και κάνει τον άνθρωπο να ζει σβηστά, σβηστά και όμοιος με τις μεθυστικές των δένδρων πνοές. Αλλά κάτω κει, μέσα από φύλλα πράσινα, πράσινα και που πάνω έγερναν κλώνοι ανθισμένης ακακίας σα λιπόθυμοι από σπαρτάρισμα ηδονικό, μια κεφάλα τριχωτή παρουσιάσθηκε με γουρλωμένα μάτια κίτρινη, κίτρινη, νεκρικιά και κοίταζε, κοίταζε...
   Τα χείλια των κοριτσιών πάλι σμίγονται και πάλι φίλημα χύνεται μέσα στον μαγεμένον αέρα, μαζί με το ελαφρό θρόισμα των φύλλων και κάνει το πρόσωπο κείνο να βγει ακόμα πιο πολύ.
   Λεπτές ψιχάλες, αραιές, πέφτουνε απ' τον ουρανό, δροσιάς, αλλ' η ατμόσφαιρα πιο βαριά γίνεται τώρα απ' τις πνοές των λουλουδιών, των ανθισμένων δένδρων, που πάνω τους πιο πυκνές πέφτουν, απλώνονται και οι φωνές του πάθους βγαίνουν, βγαίνουν ανάβοντας τη μανία.
   «Ακόμα, ακόμα!»  
   Ξαφνικά ένας άνθρωπος γυμνός, ολόγυμνος, πηδά στη μέση, κοντά τους, με μουγκρητό θηρίου. Τα κορίτσια με φωνή τρομάρας χωρίζονται και φεύγουν, φεύγουν γρήγορα, μέσα στα δένδρα. Ο Λούμας τρέχει, τρέχει πίσω τους, γυμνός, ολόγυμνος,, να τις φθάσει, αλλ' αυτές τον περνούν πολύ, τα δένδρα τις προστατεύουν και γρήγορα τις χάνει μέσα σ' αυτά.
   Τρελός, τότε, ο Λούμας αφηνιασμένος, μουτζώνοντας τον ουρανό, φοβερίζοντας και βρίζοντας τον θεό με τη μπερδεμένη φωνή του, ορμά έξω, έξω απ' τον κήπο και τρέχει στα βράχια πάνω και με μια βλαστήμια στο θεό και ένα μούτζωμα ακόμα στον ουρανό ρίχνεται κάτω απ' τον γκρεμνό, εκεί όπου η θάλασσα κάποτε, κάποτε κουρασμένη έριχνε τα κύματά της στο βράχο, σα βυθισμένη, σκεπτική, κι αυτή, από κάποια επιθυμία!...
 
Βουτυράς Δημοσθένης
Περιοδικό «Γράμματα»
τεύχος 15-16, Αλεξάνδρεια 1913

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου