Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ

     Ι
   Ο Χρήστος του Χερουβείμ, ο «Μπάμπουρας», είχε κι άλλο παρατσούκλι, που εμείς, τα παιδιά της γειτονιάς, οι συνομήλικοί του, δε μπορούσαμε να το ξέρουμε. Του το κόλλησαν αργότερα, στο Ναυτικό, άμα παρουσιάστηκε για να υπηρετήσει, τον καιρό του πολέμου. Ο στρατολόγος διάβασε στα τεφτέρια του: «πατρός αγνώστου».
   «Η μάνα σου;» τού λέει.
   «Ορφανός».
   «Πώς τη λέγανε;»
   «Τριανταφυλλιά»,
   «Κόρη τού;»
   «Του Χερουβείμ».
   «Χερουβείμ;»
   «Μάλιστα». 
   «Εβραίος ήτανε;»
   «Πώς! Χριστιανός ορθόδοξος, ίσως να ζει ακόμη στο Πήλιο».
   Αυτά γίνονταν στην αυλή της Τοσιτσαίας Σχολής, στην Αλεξάντρεια, μετά την κατάρρευση του μετώπου, το 1941. Ο στρατολόγος σήκωσε το κεφάλι και λοξοκοίταξε το Χρήστο:
   «Τρέχα γύρευε...» είπε.
   Έδωσε τα χαρτιά στον υποκελευστή, που καθόταν δεξιά του.
   «Μούλος», είπε.
   «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Χρήστος. «Εγώ θέλω να πάω στα υποβρύχια».
  «Θα πας, θα πας», τού είπε ο άλλος. «Μη βιάζεσαι. Να δούμε τι θα πει κι ο γιατρός. Τι είναι; Κρέατα έχεις και μιλάς με τη μύτη;»
   «Δεν είναι τίποτις. Τα έχω απ' ως γεννήθηκα», αποκρίθηκε ο Χρήστος. Χαμογέλασε σηκώνοντας τα φρύδια του σα να αυτοκοροϊδευότανε. Φάνηκαν τότε τα κίτρινα δόντια του, λιμαρισμένα από το καλομέλανο (1). Κοκκίνισε κιόλας γιατί κάποιος ενδιαφέρθηκε για κείνον, προσωπικά.
   Τον στείλανε στα έμπεδα (2), έξω από την Αλεξάντρεια. Μαζί πήγε και το καινούργιο παρατσούκλι του, που δεν τον άφηνε πια, όλα τα χρόνια του πολέμου.
   
   Δεκαπέντε χρόνια μαζί στην ίδια γειτονιά στο Κάιρο, ποτέ οι μανάδες μας δε μάς άφησαν να βάλουμε στο νου μας τέτοιο πράμα. Ο Χρήστος ήταν τ' ορφανό, το παιδί της Τριανταφυλλιάς, που κατοικούσανε σ' ένα μοναχικό δωμάτιο, πάνω σε ταράτσα. Σκοτώνονταν εκείνη να ξενοδουλεύει, μα είχε την ίδια σειρά με τις άλλες γειτόνισσες. Τη φωνάζαμε «θείτσα». Ήτανε μεγαλόσωμη, γερό κόκκαλο, πρόθυμη και πάντα γελαστή, με  μια βραχνή και σερνάμενη φωνή, που την κληρονόμησε κι ο Χρήστος. Όπου αρρώστια,  όπου κουβαλήματα, η Τριανταφυλλιά πρώτη, για να δώσει ένα χέρι, να σηκώσει τις βαριές ντουλάπες, να πάρει στην αγκαλιά της τον άρρωστο ώσπου να τού αλλάξουνε γρήγορα τα σεντόνια. Μαγείρευε στο ξένο σπίτι, σκούπιζε, έκανε μπάνιο στα μωρά, και η γλώσσα της δε σταμάταγε να λέει τα χωρατά της.
   «Κάνεις καινούργιο αίμα  μ' αυτή τη γρουσούζα», έλεγε η μάνα μου, που προτιμούσε την Τριανταφυλλιά απ' όλες τις άλλες, όταν ήθελε παρέα για να πάει στους Χαιρετισμούς ή στον Επιτάφιο.
   Το «Μπάμπουρας» θαρρώ πως είναι εκείνη που τού το κόλλησε. Μικρός,  κράταγε τη μάνα του απ' το φόρεμα κι έτρεχε πίσω της κλαουρίζοντας. Κι έλεγε, έλεγε, με τη βραχνή και έρρινη φωνή του, η κάμαρη γέμιζε βαβούρα σα να 'χε κλειστεί μέσα κανένα ζουζούνι.
   «Πάψε βρε μπάμπουρα, θα στις βρέξω», τού 'λεγε η μάνα μου.
   «Βρέξτου τις, βρέξτου τις, ν' αγιάσει το χέρι σου», έλεγε η Τριανταφυλλιά, που ποτέ δε σήκωνε το δικό της να τόνε δείρει.
   Η μάνα μου, που ήθελε την ησυχία της, γιατί είχε πολλούς δαιμόνους στο κεφάλι της, τού τις έβρεχε. Κι όμως τον αγαπούσε, γιατί πάντα κάτι θα τού 'χε κρυμμένο, πότε ένα κουφέτο, πότε μια ζουγραφιά, πότε κανένα μολυβάκι. Κι αυτός ο χαζός, όλο σπίτι μας βρισκότανε. Λες και τού άρεσε να τις τρώει. Ξέπεφτε έτσι στην εχτίμηση τη δική μας, γιατί εμείς, όχι στον ξένο, μα ούτε και στο μπάρμπα μας δεν επιτρέπαμε να σηκώσει χέρι πάνω μας. Πρέπει λοιπόν να ήτανε χαζός από γεννησιμιού του. Η Τριανταφυλλιά πάλι, όχι να την πεις χαζή, μα αγαθή, αλλοπαρμένη και βέβαια ήτανε. Όλα τα ξαφνικά, όλα τ' ανάποδα σε κείνη λάχαιναν.
   Ποιανής κλέψαν το μαντήλι με τα λεφτά; Της Τριανταφυλλιάς. Ποιανής πέσαν οι σουβάδες μέσα στον τέντζερη με τη φασουλάδα; Της Τριανταφυλλιάς. Ποιανής ριχτήκαν οι μεθυσμένοι Τζώνηδες στα σκοτεινά; Της Τριανταφυλλιάς. Ποιανής πασάριζε όλα τα κλούβια αυγά ο μπακάλης; Της Τριανταφυλλιάς. Ποιανής  φαινόταν ο ποδόγυρος στην εκκλησιά; Της Τριανταφυλλιάς. Ποιανής το παιδί άρπαξε πρώτο τον κοκκίτη, την ιλαρά, τ' ανεμοπύρωμα (3); Της Τριανταφυλλιάς. Και ποιανής ο προκομμένος έκανε τις πιο πολλές σκανταλιές; Της Τριανταφυλλιάς!
   Η μάνα μου έκανε καινούργιο αίμα, μα η Τριανταφυλλιά τα 'βαζε με το ριζικό της, που την κατάτρεχε. Το 'λεγε κι αμέσως ξεσπούσε κι αυτή στα χάχανα. Μπορεί όμως να είχε δίκιο. Ο Μπάμπουρας, αλήθεια, τής έδωσε λαχτάρες, που κανένα από τ' άλλα παιδιά της γειτονιάς δεν έδωσε στη μάνα του.
   Για να ξυπνήσει, που ήτανε «χαζούτσικο», και για ν' ανοίγει από νωρίς δρόμο για το μέλλον, η μάνα του τον έγραψε στους προσκόπους. Μια Κυριακή, δεν είχε ακόμη πάρει τη στολή του, τούς βγάλαν εκδρομή στην έρημο, κατά την Ηλιούπολη. Εκεί είχαν άλλοτε στρατόπεδο οι Άγγλοι, τον καιρό του πρώτου πολέμου. Σκαλίζοντας στην άμμο για να βρούνε κοχλύδια (4), ανακάλυψαν σκορπισμένα φυσίγγια από μάλινχερ (5), πράσινα από την πολυκαιρία. Ο Χρήστος, πιο τυχερός, βρήκε πέντε. Δεν είπε σε κανένα τίποτε, και καλά έκανε, γιατί, στο γυρισμό, των αλλωνών τα μάζεψε όλα ο ενωμοτάρχης. Την επαύριο, μόλις έφυγε η μάνα του, βάλθηκε να τα γυαλίζει μ' ελαφρόπετρα. Ύστερα άναψε  το πρίμους για να λιώσει, λέει, τις μολυβένιες μύτες τους.
   Όταν, μεσημέρι πια, γύρισε η Τριανταφυλλιά, παραξενεύτηκε που δε βρήκε το θυρωρό κι όλη του την παρέα μπροστά στην είσοδο. Τους βρήκε όμως στην ταράτσα και μαζί τους ήτανε κι άλλοι χασομέρηδες της γειτονιάς. Βρήκε ακόμη: τους πυροσβέστες, την αστυνομία, τους εθελοντές των Πρώτων Βοηθειών. Άσε πια εμάς, που κανείς μας δεν έλειπε. Η κάμαρη μύριζε μπαρούτι και οι τοίχοι ήταν πιτσιλισμένοι από αίματα, με σουβάδες πεσμένους εδώ κι εκεί. Βρήκε το Χρήστο ξαπλωμένο στο κρεβάτι, μ' έναν επίδεσμο καταματωμένο γύρω στο κούτελο κι άλλον ένα που τού φάσκιωνε τη μασχάλη. Ο κλητήρας του Προξενείου, οι τσαούσηδες (6) κι οι μυστικοί τον σταύρωναν: «Πού τα βρήκες;»
   Μόλις πρόφτασε να χουφτιάσει τα μάγουλά της η Τριανταφυλλιά, έβγαλε μια φωνή κι έπεσε χάμου βογγώντας: «Ωχ η άμοιρη, εγώ η κακομοίρα...» 
   Του Χρήστου τού έμεινε μια ουλή στο δεξί φρύδι. Το τραύμα στον ώμο ήταν ξώπετσο. Αυτή στάθηκε η πρώτη γνωριμία του με τον πόλεμο. Μα ξεχνούσε και συχωρούσε πολύ γρήγορα. Έτσι, μόνο στα χρονικά της γειτονιάς απόμεινε η ανάμνηση αυτή,  για ν' αποδείχνουμε  με παραδείγματα τι σόι χαζομάρα ήταν η δική του.
   Δεν πέρασε χρόνος κι άλλη συφορά βρήκε την Τριανταφυλλιά. Στη γειτονιά μας, αντίκρυ στην πολυκατοικία που μέναμε, ήταν ο τάφος μιανού σέχα, μιανού ανθρώπου που άγιασε. Στριμωγμένος ανάμεσα σ' ένα γκαράζ κι ένα τυπογραφείο κάποιας αραβικής εφημερίδας, έμοιαζε με μαγαζάκι -τίποτα τσιγαράδικο ή ψιλικατζίδικο. Μια πόρτα χαμηλή, βαμμένη πράσινη και πλάι της ένα παράθυρο, που το περβάζι του έφτανε τρεις πιθαμές από τη γη, φραγμένο με σιδερένια κάγκελα, σα φυλακή. Μέσα ήτανε πάντα σκοτάδι. Φαινόταν όμως το ταβάνι, οι τοίχοι, βαμμένοι με σκούρα λαδομπογιά, πάλι πράσινη,  ίσαμε το μπόι ενός ανθρώπου. Το άλλο ήτανε σουβαντισμένο άσπρο με ρητά γραμμένα στ' αραβικά. Τα ίδια γράμματα ήταν κεντημένα και πάνω σ' ένα κιλίμι που σκέπαζε το κουβούκλι του τάφου, στη μέση της κάμαρης.
   Ο άγιος αυτός δεν ήταν και πολύ ξακουσμένος κι οι πιστοί που τον τιμούσανε, μετρημένοι. Εργάτες από το γκαράζ και το τυπογραφείο κι ο δικός μας ο θυρωρός, ο Αμπάς, με το συγγενολόι του. Πιο πέρα βρισκόταν ένα μεγάλο τζαμί άλλου άγιου, που έδινε και τ' όνομά του στο δρόμο μας, κι εκεί πηγαίναν οι πολλοί πιστοί.
   Στο περβάζι του μικρού σέχα ήταν ακουμπισμένα πάντα ένα - δυο κανάτια με νερό. Τα παίρναν οι άνθρωποι, ρίχναν νερό μέσα στο λαρύγγι τους, το ξεπλένανε γουργουρίζοντας, φτύναν το νερό, μετά κάθουνταν ανακούρκουδα και πλένανε τα χέρια και τα πόδια τους, για να προσευχηθούνε. Ο Χρήστος, όταν δίψαγε έπαιρνε το κανάτι κι έριχνε το νερό κακαριστό μεσ' στο λαρύγγι του. Εμείς οι άλλοι, πες από σιχασιά, πες από φόβο, το 'χαμε καλύτερο ν' ανεβοκατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, όταν θέλαμε να πιούμε. Οι πιστοί βλέπανε το Χρήστο, μα ποτέ κανένας δεν είπε το παραμικρό.
   Αυτό μάς έβαλε την ιδέα. Κάθε χρόνο, όταν πλησίαζε η γιορτή του μικρού άγιου, ανάβανε ένα καντηλάκι το βράδυ πίσω απ' τα κάγκελα. Ήταν τόσο κομψό και περίεργο που στεκόμαστε απ' αντίκρυ και το λιμπιζόμαστε. Πες ένα φλιτζανάκι του καφέ, όμως φτιαγμένο από χαρτόνι και γεμάτο κερί, κι από μέσα του έβγαινε το φιτίλι. Έκανε μια ωραία χρυσή φλόγα που κυμάτιζε κάθε φορά που φυσούσε στη γειτονιά μας καμιά μπουκιά αεράκι, παραστρατημένο. Κάποιος, που δεν τον είδαμε ποτέ, άλλαζε το καμένο καντηλάκι με καινούργιο, κάθε μέρα.
   Είπαμε να βάλουμε το Χρήστο να μάς κλέψει ένα. Αλλά ποιος θα τού το 'λεγε; Όλοι συμφωνήσανε πως η πιο κατάλληλη ήταν η αδελφή μου, που κανείς δεν τη χώνευε, γιατί, μικρή, ήταν πολύ στρίγγλα. Κι όμως, τούτη τη στρίγγλα ο Χρήστος δεν την απαρατούσε βήμα κι ας τον έδιωχνε με τον πιο πρόστυχο τρόπο. Η αδελφή μου σούρωσε τα φρύδια της κι είπε «καλά». Την άλλη μέρα, πρωί - πρωί μάς φανέρωσε το καντηλάκι. Ήταν πραγματικά ωραίο. Ο Χρήστος βρίσκονταν στον έβδομο ουρανό. Μάς κοίταγε μέσα στα μάτια και περίμενε πια, ο κακομοίρης να τού πούμε το μπράβο για ν' ανοίξει τις φτερούγες του και να πετάξει. Εμείς όμως κάναμε πως δεν ξέραμε ποιος ήταν ο ήρωας. Την άλλη μέρα η αδελφή μου μάς έφερε και δεύτερο καντήλι. Μα το κατόρθωμα του Χρήστου δεν τρίτωσε. Οι πιστοί τον παραφυλάξανε, τον πιάσαν «επ' αυτοφώρω» και τον μάραναν στο ξύλο. Μαζί τους βαρούσε κι ο θυρωρός μας, ο Αμπάς. Αργότερα μάθαμε πως είχε γίνει συμβούλιο, γιατί εκείνα τα χρόνια έβρισκες το μπελά σου άμα πείραζες Ευρωπαίο. Και είναι ο Αμπάς που τους παρακίνησε να δώσουν του Χρήστου ένα γερό μάθημα κι εκείνος θα τα βόλευε με τους Ρωμιούς της πολυκατοικίας.
   Το Χρήστο αναίσθητο, τον κουβάλησαν στην ταράτσα δυο εργάτες του τυπογραφείου. Ο Αμπάς τούς έδειχνε το δρόμο. Ένας άλλος, ένας σωφέρ, ήρθε και φώναξε τη μάνα μου. Όταν τρέξαμε όλοι να δούμε τι συμβαίνει και μαζευτήκαμε μέσα στην κάμαρα της ταράτσας, ο Αμπάς άνοιξε το στόμα του και τα διηγήθηκε όλα.
   «Καλά του κάνατε», είπε η μάνα μου.
   Η Τριανταφυλλιά, που ήταν σκυμμένη πάνω από το Μπάμπουρα και πολέμαγε να τόνε συνεφέρει με ξίδια και καμμένα πανιά, τινάχτηκε.
   «Μα είναι παιδί, δεν καταλαβαίνει», είπε κλαψιάρικα και βραχνά, χτυπώντας με τη γροθιά το στήθος της, σάμπως έτσι θα καθάριζε αυτό που τής έφραζε τη φωνή. «Αχ, η συφοριασμένη εγώ», απόσωσε. Στράφηκε δειλά και κοίταξε τη μάνα μου, που στεκόταν ασάλευτη με σφραγισμένα τα χείλια.
   «Καλά τού κάνατε» είπε τότε η Τριανταφυλλιά στ' αράπικα, γέρνοντας το κεφάλι.
   Μόλις τ' άκουσαν αυτό οι εργάτες φύγανε παίρνοντας μαζί τους και τον Αμπάς, χωρίς άλλη κουβέντα.
   Απάνω από βδομάδα έκανε ο Χρήστος στο κρεβάτι, με πάγους και κομπρέσες. Η Τριανταφυλλιά τον παίδεψε να τής πει τι τα 'κανε τα καντήλια γιατί ο Αμπάς είχε πει πως αν τα μαγάριζε θα το εκδικιόταν ο άγιος. Ο Μπάμπουρας τσιμουδιά. Συμπεράνανε λοιπόν όλοι πως απ' το πολύ ξύλο θα ξέχασε πού τα 'βαλε.
   Ήτανε χαζός κι αποχάζεψε. Σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, μα στην παρέα μας δεν ξαναήρθε. Ούτε και σκολειό εννοούσε να πάει. Ερχότανε και ζάρωνε σε μια γωνιά της κουζίνας μας, αμίλητος. Μα σώπαινε όταν είμαστε εμείς σπίτι. Όταν λείπαμε το γλωσσί του δεν είχε σταματημό. Τη ζάλιζε τη μάνα μας με τη βαβούρα του.
   «Τι σού λέει;» τη ρωτήσαμε.
   «Ξέρω κι εγώ; Ρωτάει: γιατί τούτο, τι είναι κείνο, πώς γίνεται τ' άλλο; Πότε τού αποκρίνομαι και πότε τον βαριέμαι και τού μπήγω τη φωνή. Όλο λέει, λέει...»
   Η Τριανταφυλλιά, με τα τρεχάματά της δεν είχε καιρό να τον φροντίζει. Τώρα μάλιστα που με τ' απανωτά «δυστυχήματα», είχε χάσει τη χρονιά του στο σκολειό, δεν ήξερε τι να τον κάνει. Συμβουλεύτηκε τη μάνα μου. Κι ύστερα πήγε και βρήκε τ' αφεντικό της. Αυτόν που την είχε φέρει από την πατρίδα και την έβαλε δούλα στ' αρχοντικό του. Ήταν ένας από τους πιο πλούσιους «ομογενείς» και τ' όνομά του ο κόσμος το συνόδευε με τον τίτλο ο «ορφανοτρόφος» γιατί με δικά του λεφτά συντηρούσε ένα ορφανοτροφείο. Την άλλη μέρα ο Χρήστος  κλείστηκε εκεί μέσα. Μεγάλη λύπη έπεσε στη γειτονιά. Ύστερα συνηθίσαμε και τον ξεχάσαμε. Κι όταν μετά από καιρό, μια Πρωτοχρονιά, μάς τον έφερε η μάνα του, είδαμε έναν παίδαρο με κουρεμένο κεφάλι, λιγνό και κιτρινιάρη, μ' ένα βλέμμα υποκριτικό και τρομαγμένο και δεν τον γνωρίσαμε. Ας ήτανε γεμάτα τα μούτρα του από σημάδια που τα ξέραμε. Άνοιξε το στόμα του.
   «Ο Μπάμπουρας», φωνάξαμε. «Μωρέ εσύ δεν άλλαξες καθόλου!»
   Μα είχε αλλάξει, είχε αλλάξει... Ποτέ μου δεν είχα δει πλάσμα του Θεού να φοβάται τόσο πολύ τους ανθρώπους, να βρίσκεται όλη την ώρα σε στάση άμυνας και να μην αποκρίνεται σε καμιά ερώτηση παρά κατόπι από σκέψη και πάντα διφορούμενα.
   Η Τριανταφυλλιά κατάλαβε τι σκεφτόμαστε. Σα βρέθηκε μονάχη με τη μάνα μου, έμπλεξε τα δάχτυλά της απελπισμένη.
   «Τι να κάνω, πες μου εσύ που ξέρεις πιο πολλά; Το δέρνουν εκεί πέρα μα δε θέλει να το πει».
   Συμφωνήσανε να τελειώσει ο χρόνος και να τον τραβήξει. Για να μη χάσει κι άλλη τάξη, είπανε. Ο χρόνος πέρασε, κι άλλος ένας. Ο Χρήστος μάθαινε, λέει, «εφαρμοστής». Ήταν μια τέχνη αυτή ζητημένη, πώς να τον τραβήξει; Ύστερα η δόλια η Τριανταφυλλιά έπεσε άρρωστη με πόνους φοβερούς. «Καρκίνος, μακριά από 'δω», έλεγε η μάνα μας, χαμηλώνοντας τη φωνή. Δεν ξέρω αν αφήσανε το Χρήστο να δει τη μάνα του ζωντανή. Στην κηδεία δεν ήτανε.
   Πρόφτασε η Τριανταφυλλιά, πριν πεθάνει, να πει στη μάνα μου το μυστικό, ποιος ήτανε δηλαδή ο πατέρας του Χρήστου; Όσες φορές τη ρώτησα, και τώρα ακόμη, άντρας με ψαρρά μαλλιά, η απόκρισή της ήταν πάντα η ίδια:
    «Α, το γουρούνι!»
   Ένα χρόνο μετά την Τριανταφυλλιά, πέθανε και τ' Αφεντικό, ο «ορφανοτρόφος». Η μάνα μου θέλησε να πάρει το Χρήστο στο σπίτι για να μην  πάει στην κηδεία. Δεν τής τον δώσανε. «Βρήκες τη μέρα, κυρά μου», τής είπε ο διευθυντής, ένας συνταξιούχος αξιωματικός της χωροφυλακής. «Κι ύστερα με ποιο δικαίωμα; Εσύ δεν έχεις καμιά συγγένεια με το παιδί».
   Η μάνα μας, που ποτέ δε σκοτιζόταν τι γράφουν οι εφημερίδες, τις μέρες εκείνες τις διάβαζε όλες. Τις περιγραφές της κηδείας, τι όταν ανοίξανε τη διαθήκη...  Κουνούσε το κεφάλι της και μάς μυκτήριζε όλους, όλο το γένος των ανθρώπων. Μια μέρα, νάτος ο Μπάμπουρας σπίτι. Παλλικαράκι. Είχε τελέψει τις «σπουδές» του και γύρευε δουλειά.
   «Και τ' ορφανοτροφείο, η Κοινότητα;» είπαμε εμείς.
   «Κρίση», μάς αποκρίθηκε η μάνα μας. 
   «Καλά, ο γιος του «ορφανοτρόφου» με κοτζάμου εργοστάσιο που κληρονόμησε, δεν έχει μια θέση;»
   «Α, το γουρούνι!» φώναξε η μάνα μας. Και γυρνώντας στο Μπάμπουρα: «Να μην ακούσω, βρε, πως πήγες και τού κλάφτηκες, θα σού κλείσω την πόρτα μου για πάντα. Κατάλαβες; Να τού βρείτε δουλειά», είπε γυρνώντας πάλι σε μας. «Τόσοι άντρες μέσα στο σπίτι και δεν είσαστε άξιοι να ταχτοποιήσετε ένα Μπάμπουρα;» 
   Τού βρήκαμε δουλειά σ' ένα τορναδόρο Καστελλοριζιό που έκανε κι οξυγονοκόλλησες. Ο Χρήστος ήταν πολύ πρόθυμος εργάτης, μα τόσα χρόνια στ' ορφανοτροφείο, δεν είχε μάθει τίποτε. «Μόνο για το φυσερό κάνει», μάς είπε ο μάστορής του.
   Πήγε ο Χρήστος και ξανανοίκιασε το καμαράκι τους στην ταράτσα, για να 'ναι πάλι κοντά μας. Μα σε λίγους μήνες  μάς βρήκαν τα δικά μας βάσανα, φύγαμε από το Κάιρο και κατασταλάξαμε στην Αλεξάντρεια.
   Κάθε Πρωτοχρονιά ο Μπάμπουρας έστελνε από μια καινούργια φωτογραφία του. Στη ράχη της έγραφε κάτι ευχές στην καθαρεύουσα, ποίημα! Ευχόνταν ονομαστικά στη μάνα μας και στην αδελφή μας. Η μάνα μας όταν έβλεπε τη φάτσα του έβαζε τα γέλια, έκανε καινούργιο αίμα, όπως έλεγε. Ποτέ όμως δεν τού έγραψε. Η αδελφή μας μάζευε τα χείλια, ρουθούνιζε κι ανασήκωνε τον αγκώνα, τάχατες: «δε μάς παρατάς!»
 
ΙΙ
   Ξέσπασε ο πόλεμος, ήρθε η κατάρρευση. Μια μέρα, τα πολεμικά μας, όσα γλιτώσανε δηλαδή, βρέθηκαν στο λιμάνι της Αλεξάντρειας. Έφτασε κατόπι κι ο Κανελλόπουλος κι έκανε την επιστράτευση.
   «Τι να κάνω;» ρώτησε το μάστορή του ο Μπάμπουρας.
   «Να κάτσεις στ' αυγά σου» τού είπε αυτός. «Εδώ που είσαι, πού θα σε βρούνε; Τώρα είναι πόλεμος, θα κάνουμε λεφτά».
   Ένα πρωί όμως ο Αμπάς έδωσε στο Χρήστο ένα γράμμα. Ήταν από το Χριστοφιλέα,  εκείνον το βάναυσο διευθυντή του Ορφανοτροφείου. Τού έγραφε πως όπου να 'ναι θα πάρει κι από κει τη σύνταξή του, μα δε θα πάψει ποτέ να γνοιάζεται για «τα παιδιά του». Από το Χρήστο περίμενε να το δείξει τώρα πως δεν έφαγε χαράμι το ψωμί του ευεργέτη του και πως οι υψηλές αρχές περί πατρίδος κ.τ.λ. Περίμενε να τον δει ντυμένο με την τιμίαν στολήν, αλλιώς...
   «Πρέπει να παρουσιαστώ, μάστορη. Δες τι μού γράφουνε».
   «Φουκαρά», τού λέει ο άλλος. «Άσκημα μπέρδεψες. Βρε το κάθαρμα! Κοίταξε τουλάχιστον να χωθείς στον «Ήφαιστο», για να μάθεις να μαστορεύεις τίποτα. Είσαι αργός στο μυαλό, δεν έχεις αντίληψη. Βάλε κανένα μέσο, αλλιώς πας χαμένος. Θα σε στείλουνε στα υποβρύχια!»
   Μόλις βγήκε από το τραίνο, ο Χρήστος τράβηξε κατευθείαν στην Τοσιτσαία.
   «Πού είναι που παίρνουνε για τα υποβρύχια;» ρώτηξε.
   Ύστερα ήρθε σπίτι μας. Και μάλιστα όχι την ίδια μέρα, αλλά δυο - τρεις κατόπι. Πρώτα τον πήγανε στα έμπεδα του «Ποσειδώνα», τον ντύσανε στα ναυτικά κι ένα απόγεμα του δώσαν εξάωρη άδεια για να 'ρθει να μάς δει.
   Κάτι έτυχε να ξεχάσω και γύρισα σπίτι να το πάρω. Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και μόλις άνοιξα άκουσα μέσα το ζουζουνητό του Μπάμπουρα, βραχνό, με τη μύτη, που κοβότανε κάθε τόσο από λυγμούς. Άκουσα και το κλάμα της μάνας μου, συρτό σα μοιρολόι. Έτρεξα μέσα, είδα το Μπάμπουρα στα ναυτικά, να τον έχει η μάνα μου στην αγκαλιά της σα μωρό παιδί, νόμισα πως κατάλαβα και με πιάσαν τα διαόλια μου.
   «Δε ντρέπεσαι, κοτζά μου άντρας!» τον αποπήρα. «Τι τα φόραγες λοιπόν; Γιατί δε ζήτηξες να σού δώσουν φουστάνια;»
   Η μάνα μου ούτε σάλεψε. Γύρισε μόνο και μού έριξε μια ματιά, μαχαίρι!
   «Α, χάσου απ' εδώ», μού λέει. «Κοίταζε τη δουλειά σου!»
   Άλλη κουβέντα δε σήκωνε. Έφυγα βροντώντας πίσω μου την πόρτα, έξαλλος. Το βράδυ γύρισα πολύ αργά, μπουρινιασμένος ακόμα. Όλοι είχαν πέσει να κοιμηθούν. Έπεσα κι εγώ δίχως να φάω, μα σε λίγο η μάνα μου άνοιξε την πόρτα κι ήρθε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού μου. Πρώτη φορά στη ζωή της που το 'κανε αυτό. Και τότε μού διηγήθηκε για το «Μούλος», και πώς έμαθε ο Χρήστος, μέσα στον «Ποσειδώνα», τι σημαίνει το καινούργιο του παρατσούκλι. Και πως ενώ το Πατριαρχείο φρόντισε να γράψει στο βαφτιστικό του «πατρός ορφανός», στα μητρώα του Προξενείου, που κακό χρόνο να 'χουνε, το γράφανε, φαρδιά - πλατιά: α γ ν ώ σ τ ο υ. Και τι αντάρα ξέσπασε μέσα στο κεφάλι του Μπάμπουρα όταν κατάλαβε,  και πως ζήτηξε άδεια  να 'ρθει στη μάνα μας  για να ρωτήσει αν είναι αλήθεια και τι θα κάνει τώρα πια.
   Τ' άκουγα εγώ μέσα στα σκοτεινά και ντρεπόμουνα, ντρεπόμουνα,  όσο ποτέ δεν ξαναντράπηκα ίσαμε σήμερα.
   Από τότε η ψυχή του Μπάμπουρα ζάρωσε σαν την τρομαγμένη χελώνα μέσα στο καυκί της. Ξέγραψε τη ζωή,  ξέγραψε τους ανθρώπους. Τις λίμες του μονάχα ήξερε, τις τσιμπίδες, τους διακόπτες, τα σύρματα. Το αργό μυαλό του πολέμαγε να μπει στα μυστήρια της ηλεκτροτεχνικής. Τι γινόταν γύρω του δε ρώταγε. Δουλειά, πειθαρχία, αγγαρείες, συσσίτιο. Μάρτης του '43, Απρίλης του '44,  Οχτώβρης του '44, Δεκέμβρης του '44, Μάης του '45. Πέρασαν από πάνω του όπως περνά το κύμα πάνω από το αναποδογυρισμένο καυκί της χελώνας που τη ξέριξε η φουρτούνα στην ακρογιαλιά. «Χρήστος του Χερουβείμ, μ ο ύ λ ο ς», γράφουν στα σημειωματάριά τους κι οι αγωνιστές του λαού κι οι πρωταγωνιστές της χρυσής. «Νεκρό στοιχείο, αδιαφοροποίητος», γράφανε τούτοι. «Βλαξ μέχρις απελπισίας», γράφαν οι άλλοι. Και στην πλαϊνή στήλη: «Εθνικόφρων!»
   Η μόνη πράξη που μάς φανέρωνε την παρουσία του Μπάμπουρα σε τούτη τη ζωή, ήταν οι πρωτοχρονιάτικες ευχές του. Έγραφε στη μάνα μας. Την αδελφή μας πια δεν την ανάφερνε. Αντί για φωτογραφίες του έστελνε τώρα κάτι καρτ - ποστάλ παμπάλαιες, πότε εγγλέζικες, πότε ιταλικές και πότε παλαιστινέζικες...
   Απολύθηκε στην Αλεξάντρεια, μα σπίτι δεν ήρθε. Τράβηξε γραμμή στο Κάιρο, στου παλιού του μάστορη. Το μαγαζί το είχε τώρα ένας Μαλτέζος. Το μεγάλωσε προσθέτοντας κι ένα μικρό χυτήριο.
   «Τ' αφεντικό σου;» τού λέει. «Θεός σχωρέστον. Αγόρασε ένα καμιόνι και κουβάλαγε κλεψιμέικα απ' τους Εγγλέζους του Καναλιού. Τον πήρανε μυρωδιά ένα βράδυ, μπαμ! Τού την ανάψανε στα σκοτεινά. Πάει. Ούτε αποζημίωση δεν πλέρωσαν στη χήρα. Πού είναι τώρα; Μα θαρρώ πως, όταν πήρε τα λεφτά από τούτο το ρημάδι, έφυγε για την πατρίδα της ή ξαναπαντρέφτηκε, δεν ξέρω».
   «Δε χρειάζεσαι έναν ηλεκτροτεχνίτη;» τού λέει ο Χρήστος.
   «Τι να σε κάνω;» τού λέει ο άλλος. «Δε βλέπεις τι γίνεται;» 
  Ο Μπάμπουρας έβλεπε πως το μαγαζί δούλευε κάργα. Τι ήθελε να πει ο Μαλτέζος, αυτός κι η ψυχή του πια. Μπορεί και να μην τ' αρέσανε τα μούτρα του, πού ξέρεις;
   Σηκώθηκε και πήγε στην «Επιτροπή Εξευρέσεως Εργασίας». Πήρανε τα χαρτιά του και τα εξετάζανε με το φακό. Πού ήσουν το Μάρτη; Πού ήσουν τον Απρίλη; Πού ήσουν το Δεκέμβρη;
   Ο Χρήστος αποκρινόταν βραχνά, μονόχορδα, όλο το ίδιο:
   «Ήμουν στα υποβρύχια».
   «Εντάξει», τού λένε. «Έχουμε μια καλή δουλειά για σένα στους Εγγλέζους. Στο Κανάλι».
   Ο Χρήστος σκέφτηκε κάμποσο.
   «Αλλού δεν έχετε;»
   «Καλός είσαι και συ! Κάποιου χαρίζαν γάιδαρο, λέει... Δε βλέπεις τι γίνεται;»
   Ο Μπάμπουρας κούνησε το κεφάλι του, σα να 'λεγε: «Βλέπω, βλέπω τι γίνεται». Κι ας μην έβλεπε τίποτα.
   «Καλά», είπε, «θα ξαναπεράσω». 
   Πήρε το τραίνο και κατέβηκε στην Αλεξάντρεια. Πάλι δεν τον είδαμε. Μια μέρα όμως έρχεται σπίτι η αδελφή μας με τον άντρα της, λεχώνα πέντε μηνών: «Τα μάθατε; Ο Μπάμπουρας βρίσκεται στην Αλεξάντρεια! Και το πιο σπουδαίο: Ξέρετε τι δουλειά κάνει ο εφαρμοστής σας; Νυχτοφύλακας! Τη θέση τού τη βρήκε ο Χριστοφιλέας, ο χαφιές. Στο εργοστάσιο του Ορφανοτρόφου, πού αλλού; Δε σάς τα 'λεγα; Όχι, μόνο που μού τον ετοιμάζατε για σύζυγο!»
   Τι καθόταν κι έλεγε; Ποιος τον ήθελε για γαμπρό, έναν Μπάμπουρα;  Η εγκυμοσύνη φαίνεται...
   Η μάνα μας έγινε άγρια θάλασσα.
   «Να πα να πείτε αυτού του αναίσθητου πως, αν κάνει να βάλει το πόδι του εδώ μέσα, τού τα σπάζω τα μούτρα του. Καλά που δε ζει η γρουσούζα η Τριανταφυλλιά. Γιούσουρας θα τής ερχόταν  της αφορεσμένης».
   Κοιταχτήκαμε γεμάτοι απορία με τον άξαφνο θυμό της γριάς. Δεν μάς είχε συνηθίσει σε τέτοιες «ιδεολογικές» τοποθετήσεις. Όλο «θα φάτε το κεφάλι σας» μάς γκρίνιαζε. Ε, είπαμε, με το πες, πες... Γιατί τη λένε και διαφώτιση;
    Φαίνεται πως η αδελφή μας φρόντισε να τού μηνύσει τα λόγια της γριάς, γιατί όχι μόνο δεν πάτησε σπίτι αλλά πάψανε από τότε να 'ρχονται και οι πρωτοχρονιάτικες κάρτες του Μπάμπουρα.
 
ΙΙΙ
   Μα ο Χρήστος του Χερουβείμ, ο Μπάμπουρας ή Μούλος, δε χάθηκε. Τόσο αλήθεια είναι αυτό που λένε πως απ' όλα τα ζώα  της πλάσης ο άνθρωπος έχει τη μεγαλύτερη ικανότητα να προσαρμόζεται.
   Η βάρδιά του ήτανε «βαθιά - νυχτερινή». Παραλάβαινε απ' το μεσημεριανό στις οχτώ το βράδυ και παράδινε στον πρωινό στις πέντε τα ξημερώματα. Μια φορά τη βδομάδα έκανε την αναφορά του, κάθε Σάββατο, μόλις ανοίγανε τα γραφεία της Εταιρείας, που βρίσκονταν αλλού, μέσα στην πόλη. Κράταγε από τρία ως πέντε λεπτά, όσο να παραδώσει τα εφτά χαρτόνια του ρολογιού, τρυπημένα με κλειδιά που κρέμονταν σε διάφορα σημεία του εργοστασίου, κάθε μισή ώρα κι από ένα. Τού πλέρωναν το βδομαδιάτικό του κι έφευγε.
    Στην ίδια βάρδια είχε κι έναν «συνάδελφο». Ο ένας τους έκανε τη βόλτα απ' έξω απ' το εργοστάσιο, σήκωνε και ντουφέκι, ένα δίκαννο -κι ο Χρήστος  έκανε τη μέσα βόλτα, τις μηχανές, τους αργαλειούς, τις αποθήκες, το χημείο, το εστιατόριο, τ' αποδυτήρια. Τους εργάτες ποτέ δεν τους έβλεπε. Μόνο τη μυρουδιά τους γνώριζε, καθώς οσμίζονταν, τριγυρίζοντας σα λαγωνικό, για κανένα αναμμένο αποτσίγαρο. Πήγαινε στα ντουλάπια του αποδυτήριου και μύριζε, μύριζε τις άδειες κάσες. Μπορούσε έτσι να σού πει ποιος τρώει παστό ψάρι και ποιος μονάχα τυρί· κι ήταν και μερικοί  που τρελαίνονταν για τον παστουρμά.
   Ο «συνάδελφός» του ήταν ένας Σουντανέζος, μαύρος σαν την πίσσα. Ολομόναχος κι αυτός στην Αλεξάντρεια, εξόριστος πες. Έτσι τους διαλέγουν τους φύλακες της περιουσίας τους οι άνθρωποι, για να μην έχουνε γνωριμίες  και πάρε - δώσε με το «προσωπικό».
   Τέσσερα ήταν τα σημεία του εργοστασίου όπου οι δυο φύλακες έπρεπε να συναπαντηθούνε κάθε δύο ώρες για ν' ανταλλάξουν εντυπώσεις. Τα κλειδιά τους κρέμονταν ζευγαρωμένα. Έτσι πιάσανε φιλία. Στην αρχή λίγο, κατόπι το τρώγανε το δεκάλεπτο στη λίμα.
   Ο μαύρος ήταν ένας γλυκός, πονεμένος άνθρωπος, όλο μεράκια και νοσταλγία. Πέντε χρόνια κι ακόμα δεν είχε συνηθίσει την Αλεξάντρεια. Για να παρηγοριέται το 'χε ρίξει στα περιστέρια. Τ' ανάθρεφε πάνω στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας. Πες, πες, εκατάφερε το Χρήστο να δοκιμάσει κι αυτός. Τού βρήκε μια κατάλληλη κάμαρα σε ταράτσα κι απάνω της τον βοήθησε να στήσει  τον περιστεριώνα. Είχαν όλη τη μέρα του Θεού για να μαστορεύουνε. Κατόπι άρχισε η αγορά, ζευγάρι - ζευγάρι.
   «Μωρέ τούτη η δουλειά κοστίζει», παρατήρησε ο Χρήστος.
   «Ναι, μα την ευχαρίστηση δεν τη λογαριάζεις;» τού είπε ο άλλος.
   Κι η ζωή του Χρήστου άλλαξε μονομιάς. Γέμισε από πάθος. Είχε ένα σκοπό. Απόχτησε νόμους, έθιμα, μια δική της ηθική, έναν κώδικα δικό της. Η αδελφότητα των περιστερόφιλων κέρδισε ακόμη έναν οπαδό. Κάθε απόγευμα, στο καφενείο που συχνάζανε στη Μπαμπ - Σίντρα -πάνω στη μικρή πλατεία που άνοιξε μια ιταλική ακροτορπίλα τον Οχτώβρη του '41- στοιχηματίζανε, πουλούσαν κι αγοράζανε ζευγάρια. Ωραία που ήταν η τελετή, όταν ο χαμένος, ο νοικοκύρης του ζευγαριού που ακολούθησε το κοπάδι του αντιπάλου του, έκανε βαθιά μετάνοια, γονάτιζε κι έβαζε το παπούτσι του νικητή πάνω στον ώμο του! Ύστερα απ' αυτό, πολλές φορές ο κερδισμένος χάριζε και το ζευγάρι και το στοίχημα.
   Ο Χρήστος γνώριζε πρώτη φορά στη ζωή του τι θα πει ιπποτισμός. Γοητεύτηκε. Η ψυχή του γιόμισε πόθους για μεγάλα κατορθώματα με περιστέρια. Με τον καιρό άρχισε να κερδίζει την εχτίμηση των άλλων, ήταν κάποιος, κι όταν μιλούσε μ' εκείνη τη βραχνή κι ένρινη φωνή του Μπάμπουρα, μερικοί τους σωπαίνανε ν' ακούσουν τι λέει.
   Κυριεύτηκε απ' το πάθος, μα τον εαυτό του δεν τον παραμέλησε. Γιατί, βλέπεις, το περιστέρι θέλει καθαριότητα κι από μουρνταριές και γυναίκες μακριά, το καταλαβαίνει και σού φεύγει. Μόνο που το κορμί του και τα ρούχα του μυρίζανε δυνατά κουτσουλιά περιστεριού, μια ξινή και πυρή μυρουδιά, που είναι, λένε, και διεγερτική. Ως και στο Γραφείο τον καταλάβανε: «Τι κάνετε, μωρέ, εσύ κι ο μαύρος, και βρωμοκοπάτε σαν κοτέτσι;»
   Ο Μπάμπουρας χαμογέλασε αγαθά μα δεν αποκρίθηκε. «Κοτέτσι», σκέφτηκε. Φαντάστηκε την αγανάκτηση των φίλων στο καφενείο, όταν θα τους το 'λεγε. Θα γελούσαν κιόλας με την αμάθεια του κόσμου...
   Έξι ώρες κοιμότανε μονορούφι ο Χρήστος -εκτός από το Σάββατο. Σηκωνόταν, μαγείρευε κάτι βιαστικά για να φάει και για να πάρει μαζί του για βραδινό, πλενότανε καλά - καλά, έπαιρνε τις δυο παντιέρες, την άσπρη και την κόκκινη, κι ανέβαινε στο ταρατσάκι με τον περιστεριώνα. Τότες άνοιγε η καρδιά του σαν το τριαντάφυλλο. Ξεμαντάλωνε τη συρματένια πόρτα κι έβγαζε στον περίπατο το κοπάδι του,  πάνω απ' την Αλεξάντρεια. Το σήκωνε πρώτα πάνω απ' τη δική του γειτονιά, τού 'κανε λίγες βόλτες όλο χάρη κι ύστερα τ' αμολούσε πάνω απ' τους άλλους περιστεριώνες, πάνω απ' τις γειτονιές και τους κήπους, πάνω απ' τη θάλασσα. Φορές τα σκουντρούσε με άλλο κοπάδι, ίδρωνε, λαχτάριζε η ψυχή του μην τού κλέψουνε τον ευνοούμενό του, το Μούργο. Κι ύστερα, όταν όλα πηγαίνανε πρίμα, κατέβαζε ένα - ένα τα ζευγάρια, τα χάιδευε, τα τάιζε, τα έβαζε να πιούνε, τα κλείδωνε κι έφευγε για το καφενείο της Μπαμπ - Σίντρας με την καρδιά γεμάτη ευφροσύνη, σαν ένας καλλιτέχνης μετά από μια καλή παράσταση.
   Δίχως να το καταλαβαίνει, η ζωή του απόχτησε τη δική της ποίηση. Κι ακόμη απόχτησε ο Χρήστος μιαν όραση του κόσμου ολότελα δική του. Ήταν μια όραση προς τα πάνω, προς τον ουρανό. Κάτω οι άνθρωποι με τα βάσανά τους και τις κακίες τους, τα κάρα με τ' αλόγατα που σκουντουφλούσαν, τα ταξιά που σφύριζαν, τα λεωφορεία, σα μπλε κουτάκια από σπίρτα που τρέχανε παράλληλα με την αφριστή νταντέλα της θάλασσας. 
   Όλα τούτα ήταν «άλλος κόσμος».
 
   Μια νύχτα, ανοίγοντας τα ντουλάπια στ' αποδυτήρια, τα βρήκε γεμάτα με πολυγραφημένα χαρτιά, στ' αράπικα. Τα πήρε, τα μύρισε, κατάλαβε. «Τίποτα τσογλανάκια θα έχουνε κι εδώ. Τα ξέρω από το Ναυτικό», είπε μέσα του. Μάζεψε τα χαρτιά, δεν είπε τίποτα του Μαύρου. Το πρωί, χάνοντας δυο ώρες ύπνο, τα πήγε στο Γραφείο. Δεν ήταν Σάββατο. Γίνηκε μεγάλο ζήτημα. «Μπράβο», τού είπε ο τμηματάρχης, «θα πω να σε κάνουν πρωινό, να σού δώσουν και αύξηση».
   Ο Μπάμπουρας χλόμιασε. Άρχισε τα παρακάλια: «Δε θέλω αύξηση, να σάς δώσω κι απ' αυτά  που μού δίνετε. Μόνο μη μ' αλλάξετε!»
   Ο τμηματάρχης τον κοιτούσε παραξενεμένος κι ύστερα τον έδιωξε.
   «Αφού δε θες», του λέει. «Εδώ παρακαλούνε. Άλλου είδους βάσανα και τούτος».
   Όμως πού στο διάολο το 'μαθε αμέσως η αδελφή μας και μάς το πρόφτασε:
   «Χαφιές, δε σάς το ΄λεγα; Ο Μπάμπουρας χαφιέδισε στη Διεύθυνση».
   Περιμέναμε την αντίδραση της γριάς. Σήκωσε τα μάτια πάνω απ' τα γυαλιά της.
   «Τι είναι αυτά που λέτε;» μάς μάλωσε. «Όλο μεγάλα λόγια είσαστε. Ο Μπάμπουρας είναι ένα ζούδι και μισό. Να τι είναι. Ούτε ξέρει τι κάνει».
   Εμείς κοιταχτήκαμε με σημασία. Πάει η «συνειδητοποίηση» της γριάς, είχε βαστάξει μόνο ένα φεγγάρι.
 
   Ζώο, ζώο και μισό, τον ελογάριαζε κι η πολυκατοικία του. Όχι πως ήτανε μονόχνωτος, αλλά τι κουβέντα να κάνεις μαζί του, αδερφέ μου, που άλλο απ' τα περιστέρια δεν ξέρει τίποτα να σού πει; Αμ, εκείνη η φωνή του... Αμάν, λες,  να πάψει να μην την ακούω.
   Όταν πρωτόρθε, οι γειτόνοι βάλαν τον καλύτερό τους, το Νώντα -από τα σύρματα- να κάνει γνωριμία μαζί του. Τον σταμάτησε μια μέρα στις σκάλες.
   «Γεια σου, συνάδελφε», τού λέει. «Πώς παν τα περιστέρια;»
   «Καλά, ευχαριστώ. Μα... είσαι και συ φίλος;»  
   «Γενικά, δηλαδή. Είχα ένα ζευγάρι που μού γεννούσε».
   «Α, δεν το 'χεις πια;»
   «Όχι. Το φάγαμε».
   «Είπα κι εγώ...»
   Ο Μπάμπουρας έκανε ν' ανέβει. Η συνάντηση είχε λήξει. Ο άλλος όμως τού έκοψε το δρόμο.
   «Στο Ναυτικό δεν ήσουνα, συνάδελφε;»
   «Ναι, στα υποβρύχια. Παλιά δουλειά...» 
   «Και γιατί δε γράφτηκες στο Σύνδεσμο Αποστράτων; Δε σε βλέπω να 'ρχεσαι».
   «Τι να κάνω; Εγώ βρήκα δουλειά».
   «Μα ο Σύνδεσμος δεν είναι μόνο για να σού βρίσκει δουλειά, αδερφέ μου. Είναι και για τ΄ανώτερα, τα γενικότερα συμφέροντα, που πρέπει να κοιτάξουμε. Χρειάζεται αγώνας. Αυτοί ετοιμάζουν καινούργιο πόλεμο».
   Ο Μπάμπουρας θα 'θελε να ρωτήξει: Ποιοι «αυτοί»; Ήθελε όμως και να ξεμπλέξει. Γι' αυτό είπε αόριστα:
   «Πόλεμος, ξεπόλεμος άμα είναι να γίνει, θα γίνει. Εμάς θα ρωτήξουνε;»
   «Δεν είναι έτσι, αδερφέ μου. Πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας».
   «Μέτρα;» ρώτησε βραχνά ο Μπάμπουρας. Μπας κι είχε δίκιο ο γείτονας; «Καλά λες. Ν' αγοράσω κάνα δυο τσουβάλια καλαμπόκι, μη μού ψοφήσουν τα περιστέρια».
   Ο Νώντας σήκωσε τα χέρια ψηλά σα να παραδίνονταν. Δεν ήξερε τι να πει. Ξαναβρήκε όμως τη λαλιά του κι άρχισε ένα λόγο γεμάτο ακαταλαβίστικα πράματα, όπου ερχόταν και ξαναρχόταν η φράση: «Η φλόγα, πρέπει να υπάρχει η φλόγα, αδερφέ μου».
   Ο Χρήστος, όταν είδε πως δε σταματούσε, τον παραμέρισε και το 'βαλε στα πόδια, σα να τον κυνηγούσανε.
   «Νεκρό στοιχείο, μούλος», γνωμάτευσε ο Νώντας.
   «Τρελάκιας, θα 'ναι τίποτα δάσκαλος», είπε με το νου του ο Μπάμπουρας.
   Διασταυρώθηκαν και δε συνεννοηθήκανε. Μα από τότε, όταν βλεπόντουσαν, έκανε ο ένας λίγο πέρα από τον άλλο, όπως όταν έρχεται κατά πάνω σου σκυλί και δεν ξέρεις, δαγκώνει ή είναι ήμερο;
   Φαίνεται πως στο Σύνδεσμο ζορίσανε το Νώντα, γιατί ύστερα από χρόνο, έκανε καινούργια κρούση. Ο Μπάμπουρας, που παιδεύτηκε καιρό για να γυμνάσει τα περιστέρια του, είχε τώρα ένα από τα καλύτερα κοπάδια και καμάρωνε.
   Ο Νώντας ανέβηκε στην ταράτσα τούτη τη φορά. Βρήκε το Χρήστο να συγυρίζει τον περιστεριώνα.  
   «Λίγη κουτσουλιά, συνάδελφε, τη θέλουμε για τις γλάστρες».
   Ο Μπάμπουρας τού έδωσε μπόλικη χωρίς να πει λέξη. Όταν έφευγε, μόνο τού είπε να μην  ξαναζητήσει, γιατί το 'χουνε σε γρουσουζιά  να δίνουνε δυο φορές.
   «Μούλο», είπε μέσα απ' τα δόντια του ο Νώντας. «Αν σού ξαναμιλήσω, να με φτύσεις!»
   Να όμως, που μεγάλο λόγο δεν πρέπει να λέει κανείς. Γιατί χρειάστηκε να κάνει και τρίτη κρούση, τη σοβαρότερη τούτη τη φορά. Όχι πως περίμενε ν' αλλάξουν πια τα μυαλά του Μούλου, αλλά, να, είχαν την ανάγκη του.
   Τον βρήκε ένα απόγευμα του Ιουλίου. Το καμαράκι άναβε, σαν φούρνος. Ο Μπάμπουρας φορούσε μονάχα το σώβρακο και καταντράπηκε.
   «Με συγχωρείς που σ' ενοχλώ. Μη νοιάζεσαι για μένα, συνάδελφε.  Άντρες είμαστε. Με στέλνει το Συμβούλιο, με αποστολή».
    «Αχά;» έκανε ο Μπάμπουρας με την αντιπαθητική του φωνή.
  «Θα ξέρεις τ' Ανθεστήρια που γίνονται κάθε χρόνο στο Κοινοτικό Στάδιο. Μαζεύεται όλος ο Ελληνισμός κι έτσι λέμε να κάνουμε μια εκδήλωση. Για την Ειρήνη, εννοείται. Θα κατεβάσουμε άρμα, όπως τ' άλλα σωματεία. Άρμα, όμως, με περιεχόμενο. Εδώ σ' έχω, αδερφέ μου. Να τούς μπούμε στο μάτι, κατάλαβες;»
   Ο Μπάμπουρας περίμενε. Είχε τ' αυτί του τεντωμένο κατά το ταβάνι κι άκουγε το γνώριμο γρούξιμο του Μούργου, του ευνοούμενού του.
   «Που λες, συνάδελφε, θα το φτιάξουμε να παρασταίνει ένα χτίστη με τη γυναίκα του, που ανοικοδομούν το σπίτι τους. «Ειρήνη - Ανοικοδόμηση» θα λέει με γαλάζια γράμματα. Ως εδώ, θα πεις, εγώ τι χρειάζομαι; Τώρα έρχομαι στο μυστικό, μεταξύ μας να μείνει, έτσι; Λέμε, όταν έρθει η στιγμή, ν' αμολήσουμε ένα κοπάδι περιστέρια. Θα κάνει αίσθηση. Θα χαρεί ο κόσμος κι αυτοί θα λυσσάξουν. Κατάλαβες;»  
   Ο Μπάμπουρας καταλάβαινε πως τα περιστέρια θα κάναν αίσθηση. Ήταν μια λαμπρή ιδέα. Όμως γιατί οι «άλλοι» να λυσσάξουν; Τι τους φταίνε τα περιστέρια;
   «Ώχου, αδερφέ μου, πού ζεις; Δεν πήρες χαμπάρι πως το περιστέρι είναι το σύμβολο της Ειρήνης κι οι πολεμοκάπηλοι τ' οχτρεύονται και τ' απαγορεύουν;»
   «Κάπελας», είπε μέσα του ο Μπάμπουρας, «είναι αυτός που πουλά κρασί, καμμένα σπίρτα. Ακούστηκε όμως άνθρωπος που σού πουλάει πόλεμο; Δεν είναι στα καλά του ο γείτονας». Όμως η ιδέα των περιστεριών τού άρεσε.
    «Και τι θέτε από μένα;» ρώτησε. «Τα περιστέρια δεν τα 'χω για πούλημα». 
   «Αμάν, αδερφέ μου, αυτό λέμε και μεις. Τα οικονομικά μας, βλέπεις, είναι πολύ στενάχωρα. Να μάς τα νοικιάσεις. Όταν πετάξουνε δε θα 'ρθουν όλα πίσω στον περιστεριώνα τους;» 
   «Όλα, ως το τελευταίο», είπε με αυτοπεποίθηση ο Χρήστος.
   Σκέφτηκε κάμποσο. «Να μη σάς τα νοικιάσω», είπε. «Σάς τα δανείζω. Μα να με πάρετε και μένα μαζί. Θα τους πω να κάνουν τέτοια σκέρτσα που θα τρελαθείτε».
   «Εντάξει, εντάξει, αδερφέ μου», είπε ο Νώντας που πετούσε απ' τη χαρά του. «Αυτό θα πει να 'χεις τη φλόγα. Θα τους πάρουμε το πρώτο βραβείο».
   «Α, δίνουν και βραβεία;» απόρησε ο Χρήστος.
  «Τριάντα λίρες στο πρώτο, αδερφέ μου. Θα καλύψουμε τα έξοδα, άσε πια την απήχηση».
   Ο Μπάμπουρας τ' αποφάσισε για καλά. Τότε ο άλλος έβγαλε απ' την τσέπη του μια καρτ - ποστάλ.
   «Το περιστέρι της Ειρήνης», τού είπε.
   Την πήρε ο Χρήστος και την εξέταζε.
  «Ωραία», είπε. «Έχω δυο ζευγάρια τέτοια. Μα τούτο 'δω είναι πολύ σπάνιο. Φτεροπόδαρο και κουκουλωτό, καπουτσίνο δηλαδή. Μα τι λέω; Τούτο είναι βασιλικό. Η κουκούλα στην κορφή κάνει λοφίο. Δεν είδα άλλη φορά... Πού το φωτογράφισες;»
   «Δεν είναι φωτογραφία», είπε ο Νώντας με μια ανεξήγητη έπαρση. «Είναι ζωγραφική. Την έκανε ο μεγαλύτερος ζωγράφος του κόσμου. Ο Πικασό, με τ' όνομα. Άκουσες ποτέ σου;» 
   «Όχι. Θα 'ναι όμως καλός, για κοίτα!»
   «Φυσικά, αφού είναι μαζί μας».
   «Όχι... όχι...» είπε ο Μπάμπουρας. «Θέλω να πω είναι καλός άνθρωπος γιατί αγαπά τα περιστέρια. Προσέχει τις λεπτομέρειες».
   Μιλούσαν για το ίδιο πράμα και δεν καταλαβαίνονταν.
   «Μού την πουλάς;» είπε ο Μπάμπουρας.
   «Χάρισμά σου, αδερφέ μου, έχω πολλές. Βάλε μονάχα εδώ μια υπογραφή».
   Έβγαλε μολύβι κι ο Μπάμπουρας έγραψε: Χρήστος Χερουβείμ, νυκτοφύλαξ, σ' ένα χαρτί που είχε κι άλλες υπογραφές. Δε διάβασε όμως τι έλεγε. Πήρε το περιστέρι του Πικασό στα χέρια του και το κοίταζε, το κοίταζε.
   «Ίδιος ο Μούργος μου», είπε. «Αν είχε κι ο δικός μου λοφίο θα ήτανε φτυστός».
 
   IV
   Η Κυριακή έφτασε γρήγορα. Ήταν μια μέρα χωρίς σύννεφα, υγρή και ζεστή. Κατά τ' απόγεμα, καθώς ο ήλιος άρχισε να γέρνει, πέφταν οι αχτίνες του λοξά και θάμπωναν τους ανθρώπους. Η θάλασσα ήταν ένας ταραγμένος καθρέφτης που στραφτάλιζε φως και ζέστη. Τα νερά της, μακρυά, ήταν πάντοτε βαθυγάλανα, μα κοντά στ' ακρογιάλι παίρνανε μια χωματένια, θολή απόχρωση. Τα κύματα που σπάζαν είχαν όψη σαχλή, σαν αποπλύματα μπουγάδας. Οι άνθρωποι στενοχωριόντουσαν. Τους έφταιγαν τα ρούχα τους, που τα 'ψηνε ο ήλιος και τα κόλλαγε πάνω τους η υγρασία.
   Ο Μπάμπουρας, μόλις απόφαγε το μεσημεριανό, ετοιμάστηκε. Μπήκαν τα περιστέρια σ' ένα μεγάλο κλουβί από καυσόξυλα που έφκιασε μόνος του, τους έβαλε νερό σε κουπάκια και σ' ένα σακούλι πήρε κάμποσο καλαμπόκι. Τύλιξε τις παντιέρες του και κάθισε. Ζεσταίνονταν και ίδρωνε μέσα στα γιορτινά του, μα ήταν φυσικό, το περίμενε.
   Από το Σύνδεσμο κράτησαν το λόγο τους. Στη συμφωνημένη ώρα ήρθε ένα ταξί και τον πήρε μαζί με τα περιστέρια του. Τον κατέβασε στην πίσω πόρτα του Σταδίου, στο συνεργείο. Εκεί, πάνω σ' ένα καμιόνι, τού δείξαν τον κρυψώνα του. Ήταν το «άρμα».
   Έκοψε μια βόλτα, περιεργάστηκε και τ' άλλα άρματα, που τα ετοιμάζανε την τελευταία στιγμή, μέσα σε καυγάδες και πυρετό. Ανησύχησε: «Δε θα προφτάξουμε». Είχε και μιαν άλλη έγνοια: «Όπως είπαμε», τους λέει. «Στις εφτάμιση πρέπει να φύγω. Έχω βάρδια».
    «Ούουου» τού είπανε. «Στις εφτά όλα θα 'ναι τελειωμένα. Θα 'χει μοιράσει και τα βραβεία ο πρόεδρος της επιτροπής, ο κύριος «γενικώς»».
   Εκεί τον φωνάξανε: «Γρήγορα να χωθείς. Έρχονται ξένοι».
   Μπήκε στον κρυψώνα του και τότε πια μαρτύρησε απ' τη ζέστη και τον ιδρώτα. Ήρθε όμως η στιγμή κι η φιλαρμονική βάρεσε το εμβατήριο της παρέλασης. Τ' άρματα, ένα - ένα φεύγανε κι άδειαζε η αυλή των συνεργείων. Το δικό του ήταν απ' τα τελευταία.
   Είχανε φέρει πραγματικό χτίστη, με τη φόρμα και την τραγιάσκα του. Το τοιχαλάκι που έχτιζε -η ανοικοδόμηση- ήταν από τούβλα αληθινά, το τσιμέντο αληθινό και το κοκκινόχωμα και το μυστρί. Δίπλα του στεκόταν η γυναίκα του -που δεν ήταν στ' αλήθεια γυναίκα του- μια όμορφη βυζού, με πράσινο μεταξωτό μαντήλι δεμένο στο κεφάλι της αλά χωριάτα. Στην αγκαλιά της τής δώσαν να σηκώνει ένα χοντρό δεμάτι από στάχυα. Χαμογελούσε ανοιχτόκαρδα κοιτώντας τους ανθρώπους στα μάτια, έναν - ένα. Ο ήλιος, που έγερνε, τής γέμιζε το στόμα με χρυσάφι. Από πάνω της και πάνω από το χτίστη που δούλευε, ήταν μια πέργκολα από μισοκαμμένα δοκάρια -τα ερείπια- που τα περιαγκάλιαζε μια κληματαριά με φύλλα, άλλα πράσινα κι άλλα κιτρινισμένα.
   Ο Μπάμπουρας ανακάλυψε μια τρύπα στα πλευρά του καμιονιού κι από κει μπάνιζε. Κόσμος, κόσμος με τα κυριακάτικά του... Πού βρεθήκανε τόσοι πολλοί; Οι κερκίδες γεμάτες, ο στίβος φίσκα, μόνο ένα διάδρομο φύλαγαν ελεύθερο για τα άρματα. Πέρα η εξέδρα με τους επίσημους ήταν κι αυτή γεμάτη. Ο Χρήστος θυμήθηκε έναν κοντούτσικο με μυστηριώδικους τρόπους, που ήρθε μια στιγμή στα συνεργεία και τούς είπε εμπιστευτικά: «Σπάσαμε ρεκόρ! Εφτά χιλιάδες ψυχές μέχρι αυτή τη στιγμή. Τώρα μού το 'πανε στην κεντρική είσοδο».
   «Αυτό θα πει εφτά χιλιάδες; Με τα παιδιά; Αυτοί είναι είκοσι, τριάντα, ξέρω κι εγώ;» είπε του σοφέρ, που τού γύρισε τη ράχη, μουσκίδι κι αυτός στον ιδρώτα.
   «Βάλε και τους τζαμπατζήδες», τού λέει ο άλλος. «Εμείς, καληώρα, τι είμαστε;»
   «Αχά...» έκανε ο Χρήστος που δεν το 'χε σκεφτεί αυτό.
   Την επιγραφή «Ειρήνη - Ανοικοδόμηση» την κρεμάσανε ύστερα που έτρεξε κάμποσο δρόμο το καμιόνι. Δεν ξέραν αν ο υπεύθυνος των συνεργείων θα τους άφηνε να κοτσάρουν τέτοιο προκλητικό σύνθημα. Ο κόσμος, μόλις το διάβασε, άρχισε τα χειροκροτήματα. Προχώρησαν κι άλλο. Το εμβατήριο από τα μεγάφωνα κι οι φωνές του κόσμου δεν αφήνανε το Χρήστο ν' ακούσει τι τού έλεγε ο χτίστης. Στο τέλος κατάλαβε:
   «Αμόλα τα ρε, αμόλα τα, σού λένε. Τώρα!»
   Ο Μπάμπουρας σάστισε, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Έβγαλε πρώτα το Μούργο και τον φίλησε, στόμα με στόμα. Έβγαλε και το ζευγάρι του, μια ξετσίπωτη, που κολλούσε σ' όποιον περίστερο έβρισκε μπροστά της. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και τ' αμόλησε. Ο Μούργος έφυγε σα σαΐτα. Καταπόδι του κι η άλλη, τον ακολούθησε, φτεροκοπώντας, η γεροκολασμένη, τάχα μου «να 'μαι, σε πρόφτασα». Ο κόσμος έβγαλε ένα: «Αααα, περιστέρια!» Ο Μούργος κι η Μούργινα στάθηκαν ψηλά πάνω απ' το Στάδιο και βλέπανε. Περίμεναν το σινιάλο του Χρήστου τι να κάνουνε. Τότε αυτός αμόλησε γρήγορα - γρήγορα μιαν άσπρη κορδέλα περιστέρια που έφτασε ως τον ουρανό. Ο κόσμος μουρλάθηκε. Σύσσωμο το Στάδιο σηκώθηκε στα πόδια, σα να μη μπορούσαν να βλέπουν και καθισμένοι όπως ήτανε. Ξέσπασε μια βροντή από χειροκροτήματα και: «Μπράβο! Μπράβο!» που όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Ο Χρήστος έγειρε κρυφά την άσπρη παντιέρα. Τα τέσσερα ινδιάνικά του ξεκόψανε από το σμήνος κι άρχισαν να πέφτουν με ορμή. Άξαφνα, μαζί με τα τέσσερα, ανακυβίστηκαν γεμίζοντας τον ουρανό φτερούγες κάτασπρες που ριπιδίζανε λαχταριστά το φως. Το πλήθος σώπασε. Κι αμέσως μετά, σαν ένας άνθρωπος: «Ειρήνη!» φώναξε. «Ειρήνη!» Πέντε χιλιάδες στόματα, εφτά χιλιάδες στόματα, δέκα χιλιάδες στόματα, στραμμένα κατά τα περιστέρια του Μπάμπουρα, του Μούλου, κραύγαζαν έξαλλα: «Ειρήνη!»
   Ο Χρήστος ένιωσε να τον τραντάζει ένα ρίγος. «Θε μου», είπε, «τι είναι αυτό;» Ο σοφέρ είχε ακουμπήσει το κεφάλι πάνω στο τιμόνι του κι έκλαιγε. Έκλαιγε και ούρλιαζε: «Επιτυχία! Μπράβο του του κερατά!» Ο χτίστης παράτησε το μυστρί και τα τούβλα, αγκάλιασε τη γυναίκα του, που δεν ήταν γυναίκα του, και τη φιλούσε ρουφηχτά στο στόμα. Τους άκουσε ο Χρήστος να πηδούνε φρενιασμένα, να το γκρεμίσουνε το πάτωμα του σπιτικού τους. Δεν τα 'χασε όμως. Ψύχραιμα, άρχισε ν' ανεμίζει τις παντιέρες. Τις πλάγιαζε από 'δω, τις δίπλωνε από κει, και πάνω, τα περιστέρια κάναν τις βόλτες και τα σκέρτσα τους, ένα χάρμα. Το πλήθος φώναζε, πώς δε βράχνιαζε; Και να που καταφτάνουν καμιά πενηνταριά νεαροί, μόλις θα 'χαν τελειώσει το γυμνάσιο, τριγυρίζουνε το άρμα και βάζονται ν' απαγγέλνουν ρυθμικά: «Θέ-λου-με  Ει-ρή-νη! Θέ-λου-με  Ει-ρή-νη!...»
   Χιλιάδες στόματα το ξαναείπανε. Μα κει ο Χρήστος κατάλαβε πως το καμιόνι δεν προχωρούσε πια.
   «Τι τρέχει;» σκύβει και ρωτάει το σοφέρ.
   «Βλάβη», τού λέει ο άλλος. «Το μανιατό (7)».
  «Δε μπορείς να βγεις; Θες να κοιτάξω εγώ; Έκανα ηλεκτροτεχνίτης στα υποβρύχια».
   «Κάτσε στ' αυγά σου, μωρέ! Κοίτα τα περιστέρια σου. Δε βλέπεις πως το σταμάτησα επί τούτου για να διαβάσει την επιγραφή ο κύριος «γενικώς»
   Ο Μπάμπουρας κόλλησε το μάτι στην τρύπα. Βρισκόντουσαν μπροστά στην εξέδρα, την επίσημη. Είδε έναν αδύνατο, κοντό, ντυμένο στ' άσπρα, μα κίτρινο σαν το λεμόνι, να φοβερίζει με το δάχτυλο, έξαλλος, και να φωνάζει βραχνιασμένα: «Πρόκλησις, είναι αυθάδης πρόκλησις αυτό!» Γύρω του, κάτι πουδραρισμένοι, κουνούσαν τα χέρια και νεύανε με το κεφάλι: «Βέβαια, βέβαια». Κι άλλοι καμώνονταν πως δεν άκουσαν και βλέπανε πέρα, σα να ντρέπονταν. Ανάμεσά τους ο Χρήστος αναγνώρισε τ' αφεντικό του. Μπορεί και να τού φάνηκε όμως. Ο Χριστοφιλέας έλεγε πως μοιάζουνε, ο Μπάμπουρας, δηλαδή, και τ' αφεντικό. Δε μάς παρατάς!
   Το μανιατό δεν έπαιρνε. Ο κόσμος άρχισε να κουράζεται. Οι φωνές χαμήλωναν. Τότε ο Χρήστος ήσυχα - ήσυχα έκανε το σινιάλο και τα περιστέρια κατέβηκαν αργά και κάθισαν μέσα στον κόσμο! Και τότε πια είναι που τρελαθήκανε τα παιδάκια κι οι γυναίκες... Ο Μούργος, όπως ήταν το σωστό, κάθισε πάνω στην πέργκολα του άρματος. Μ' ένα νεύμα του Χρήστου πέταξε και κάθισε στα κάγκελα της εξέδρας των επισήμων.  Μα τότε ο Χρήστος είδε κάτι, το είδε με τα μάτια του! Είδε τον κιτρινιάρη κύριο να σηκώνει το ποδάρι του ψηλά -φορούσε άσπρα παπούτσια από καστόρι με κρεπ σόλες- και να πολεμά να λιώσει με μια κλωτσιά το περιστέρι! «Ωωωω!» έκανε ο κόσμος αγαναχτισμένος.
   Ο σοφέρ έβαλε αμέσως μαρς. Το άρμα ξεκίνησε πάλι, περιτριγυρισμένο από τον θίασο των νεαρών που ξελαρυγγίζονταν: «Θέ-λου-με  Ει-ρή-νη!» Ο κόσμος φώναζε: «Ειρήνη!  Μπράβο σας παιδιά!... Το πρώτο... Το πρώτο...» και χειροκροτούσε ακόμα, με παλάμες μαραμένες από το χτύπα, χτύπα.
   Πριν ξαναμπούνε στην αυλή των συνεργείων, ο Χρήστος σήκωσε για τελευταία φορά τα περιστέρια του. Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Ψηλά, όμως, έμενε αρκετό φως, χρυσαφένιο. Κάνανε μια τελευταία βόλτα πάνω από το Στάδιο και ύστερα ο Χρήστος τούς έγνεψε: «σπίτι», κι αυτά φύγανε.
   Ο κόσμος σχολίαζε ζωηρά. Η σκόνη καταλάγιαζε. Τα μεγάφωνα άρχισαν να δίνουνε μουσική χορού. Ανάψανε τα ηλεκτρικά φώτα και το Στάδιο φωτίστηκε σα να 'ταν μέρα. Ήρθε η νύχτα. Και τώρα, η διασκέδαση.
   Στα συνεργεία γίνηκε η αποθέωση του Χρήστου. Άλλοι ζητούσαν να τον φιλήσουν κι άλλοι θέλαν να τον κεράσουν: «Γκαζόζα, μπύρα, μια μπυρίτσα, ε;» 
   Ο Μπάμπουρας αρνιόταν ευγενικός και σεμνός: «Δεν τη βάζω στο στόμα μου».
   «Ένα τσιγαράκι;»
   «Ούτε».
   Ύστερα πιάσαν τα ψου - ψου για το βραβείο. «Σίγουρα, αδερφέ μου», έλεγε ο Νώντας, που ποιος τον έπιανε.
   Η ώρα γίνηκε εφτά και είκοσι. Ήρθε κάποιος και είπε πως υπάρχει διάσταση μέσα στην επιτροπή. Ο κύριος «γενικώς» έβαλε βέτο. Ποτέ το άρμα τους. Γιατί, λέει, γεννά ζητήματα. Άλλωστε αποτελεί «αυθάδη πρόκλησιν, διαφθείρει την νεολαίαν!»  
   Ο Μπάμπουρας σκέφτηκε τους νεαρούς. «Φυσικά», είπε μέσα του, «αυτοί θα πάνε πρώτοι. Πώς να μη θένε την Ειρήνη;» Και ξαναθυμήθηκε τα όσα τράβηξε αυτός.
   Τα μεγάφωνα, περασμένες εφτάμιση, αναγγείλαν τ' αποτελέσματα. Το άρμα του Χρήστου ερχόταν... τρίτο! Ξέσπασε η αγανάχτηση στην αυλή των συνεργείων,  μα κι έξω ο κόσμος αποδοκίμαζε: «Ούουουου... Αίσχος! Θέ-λου-με  Ει-ρή-νη!»
   Όλοι ξεχάσανε το Χρήστο. Γλίστρησε κι αυτός από την πίσω πόρτα κι έφυγε τρεχάτος, αφήνοντας μέσα στο καμιόνι το δέμα με το βραδινό του φαγητό.
 
V
   Βρήκε το Νέγρο να τον περιμένει με την ψυχή στο στόμα. Ανυπομονούσε να μάθει τι έγινε. Το και το, τού τα διηγήθηκε όλα ο Χρήστος.
   «Το περίμενα», τού είπε ο άλλος. «Μα είδες κακία; Να θέλει να σκοτώσει το περιστέρι; Άντε και πολύ το χασομερήσαμε. Θα τα ξαναπούμε».
   Μετά δύο ώρες, όταν ξαναβρέθηκαν, το λόγο τον είχε ο Νέγρος: «Κατάλαβες τώρα, αγαπητέ μου; Απ' εδώ εμείς, ο κόσμος όλος κι απ' εκεί μια χούφτα κιτρινιάρηδες και πουντραρισμένοι, που δε θέλουν ειρήνη».
   «Μα γιατί; Γιατί;»
   «Έτσι είναι, τι να σού πω;»
   «Είδα μαζί τους και τ' αφεντικό μας, ξέρεις...»
   «Έτσι είναι, έτσι...» κούνησε την κεφάλα του ο Νέγρος. «Έχουνε τώρα και την ατομική που...»  
   «Ξέρω, είναι φοβερό...» τον έκοψε ο Χρήστος.
   Σώπασαν κάμποσο. Ύστερα ο Νέγρος, δισταχτικά:
   «Και να σκεφτείς πως εσύ, ο Χρήστος Χερουβείμ, ο φίλος των περιστεριών, πήγες κι έκανες τη δουλειά αυτωνών».
   «Εγώ; Ποτέ!»
   «Τα χαρτιά που μάζεψες απ' τα ντουλάπια και πήγες και τούς τα παράδωσες».
   «Ε, και;» έκανε ο Μπάμπουρας, ανοίγοντας το στόμα μέσα στη νύχτα.
  «Ήταν κατάλογοι για να μαζέψουν οι εργάτες υπογραφές. Καταδικάζουνε τη Μπόμπα, μπήκες;» 
   «Βρε τι έπαθα...» έκανε ο Μπάμπουρας.  Και ξαφνικά: «Κι εσύ, εσύ πού το ξέρεις για τα χαρτιά;»
   «Εγώ τα είχα βάλει».
   «Όχι δα! Ποιος σού τα 'δωσε;»
   Ο Νέγρος έδειξε με το κεφάλι πέρα στο βάθος, το εργοστάσιο.
   «Και πότε τους βλέπεις εσύ;»  
   «Στο καφενείο, κουτέ! Έχει κι απ' αυτούς που αγαπούνε τα περιστέρια».
   «Αχά...» έκανε ο Μπάμπουρας. «Βρε τι έπαθα...»
 
   Την άλλη μέρα χτύπησε αυτός την πόρτα του γείτονα, του Νώντα: «Θέλω να μού δώσεις χαρτιά για υπογραφές», τού είπε.
   Ο άλλος ξεροκατάπιε. Τα μάσησε. Φαινόταν σαστισμένος.
   «Ξέρεις η υπόθεση με το άρμα θα έχει συνέπειες. Περιφρούρηση, αδερφέ μου, περιφρούρηση. Ήταν τολμηρή εξόρμηση...»
   Στο τέλος τού είπε πως δεν είχε πια απ' αυτά που ζητά και τον έδιωξε. Ξαναπήγε ο Χρήστος στο Νέγρο.
   «Θέλω να δουλέψω κι εγώ», τού λέει. «Θέλω χαρτιά».
   «Αράπικα;»
   «Αράπικα, ρωμέικα... Καλύτερα ρωμέικα, μα πώς;»
   Δεν πέρασαν μέρες κι ο Νέγρος τού παράδωσε μέσα στο καφενείο μάτσο τα χαρτιά. Ο Μπάμπουρας σα να μυρίστηκε πως τα 'χε φέρει ένας εργατάκος με ρωμέικη φάτσα, γεμάτος λάδια της μηχανής. Τρέχα γύρευε όμως...
   Και ρίχτηκε με τα μούτρα. Ο Νέγρος δεν πρόφταινε να τού φέρνει άσπρα χαρτιά και να τα παραλαβαίνει γεμάτα.
   Έμπαινε κατευθείαν στο θέμα ο Μπάμπουρας. Όποια πόρτα ελληνική χτυπούσε:
   «Θέλετε να πεθάνετε;»
   «Καλέ και ποιος θέλει να πεθάνει, τι λόγια είναι αυτά;»
   «Ε, τότε, υπογράψτε».
   Πολλοί, πάρα πολλοί υπογράψανε. Όσοι προπαντός είχανε βρεθεί στο Στάδιο ή είχανε ακούσει.
   Όπου ένα πρωί, θα 'τανε έξι η ώρα, ακούει ο Νώντας να βροντούνε την πόρτα του, να τη σπάσουν. Άνοιξε με το σώβρακο. Ήταν ο Μπάμπουρας. Μα είχε χάσει τη μιλιά του.
   «Ο Μούργος, ο Μούργος»  έλεγε. «Έλα να δεις».
   Τον τράβηξε με τη βία τρεχάλα στην ταράτσα.
   «Ο Μούργος έβγαλε λοφίο, κοίτα», λέει  του Νώντα.
   Πράγματι ο Μούργος είχε ένα λοφίο στο κεφάλι του. Ο Νώντας απαλά με το δάχτυλο προσπάθησε να τού το ισιώσει. Τίποτα!
   «Τού έβαλες πομάδα;»
  «Μόνο του σού λέω, μα την Παναγιά, μόνο του. Φτυστός ο Πικασός», έλεγε ο Μπάμπουρας και χοροπηδούσε.
   Ο Νώντας μάζεψε με τη χούφτα τ' αχαμνά του, κάθισε χάμω και σκέφτονταν. Ύστερα είπε μια λέξη:
   «Διαφοροποίηση».
   «Δηλαδή, τι είναι αυτό;» ρώτησε λαχανιασμένος ο Μπάμπουρας.
   «Πώς να στο κάνω λιανά; Να, ο Μούργος από απλό περιστέρι, δηλαδή αδιάφορο, γίνηκε περιστέρι της ειρήνης, αγωνιστής».
   «Αχά...» είπε ο Χρήστος κι έπεσε σε βαθιά συλλογή.
 
   Ένα βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς, χτύπησε την πόρτα μας. Μόλις τον είδε η μάνα μας έβαλε τα κλάματα.
   «Βρε κερατούκλη», τού λέει, «δε σού μήνυσα να μην πατήσεις εδώ γιατί θα στα σπάσω τα μούτρα σου;»
   «Μού το μήνυσες», είπε ήρεμα ο Μπάμπουρας.
   «Και πώς ήρθες βρε;»
   «Πρώτον, τώρα δουλεύω ηλεκτροτεχνίτης μ' ένα καλό παιδί, σοφέρη καμιονιών. Πριν με διώξουν απ' το εργοστάσιο, τούς παράτησα εγώ. Και δεύτερον, τώρα είμαι άλλος άνθρωπος. Έχω διαφοροποίηση».
   «Τι λέει τούτος εδώ;» έκανε απορώντας η γριά. Όταν κατάλαβε, ξέσπασε: «Βρε θηρία, ως και το Μπάμπουρα καταφέρατε να ξεμυαλίσετε;» 
   Έγινε μεγάλο γλέντι εκείνο το βράδυ. Η μάνα μας δεν έπαυε να κάνει καινούργιο αίμα με τις κουβέντες του  Μπάμπουρα. Στείλαμε, φέραμε και κρασί. Ευτυχώς η αδελφή μας, λεχώνα στο δεύτερό της, δεν ήταν εκεί. Είχαν πάει με τον άντρα της στην «άλλη μαμά», στης πεθεράς δηλαδή. Αγαπημένοι λοιπόν κι αγκαλιασμένοι ξημερωθήκαμε.
   Κάποτε έβγαλε ο Μπάμπουρας τα χαρτιά. Να τού χαλάσουμε την καρδιά; Βάλαμε από μια υπογραφή, τη δεύτερη. Μαζί μας όμως υπόγραψε κι η μάνα μας, πρώτη φορά. Την είχε κερδίσει ο Μπάμπουρας.
 
Τσίρκας Στρατής 
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»,
τεύχος 13, Ιανουάριος 1956 
 
Σημειώσεις:
(1) καλομέλανο: (ή καλόμελο) χημική ένωση του μονοσθενούς υδράργυρου, που είναι χρήσιμη στη φαρμακευτική για τις καθαρτικές, αντιφλογιστικές και αντισηπτικές ιδιότητές της.
(2) έμπεδο: (στρατιωτικός όρος) τάγμα ή άλλο στρατιωτικό τμήμα, που παραμένει στη βάση του, την έδρα του, εκπαιδεύοντας νεοσύλλεκτους και προσφέροντας άλλες υπηρεσίες στα μετόπισθεν.
(3) ανεμοπύρωμα: φλογώδες εξάνθημα, ἐρυσίπελας, ροσοπήλια, ρουσούμπελη.
(4) κοχλύδι: σαλιγκάρι
(5) μάλινχερ (μάνλιχερ): είδος τουφεκιού
(6) τσαούσης: βαθμός υπαξιωματικού του οθωμανικού στρατού
(7) μανιατό (το): γεννήτρια που χρησιμοποιεί σταθερούς μαγνήτες και περιστροφική κίνηση για να παράγει εναλασσόμενο ρεύμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου