Να πώς μού διηγήθηκε την ιστορία αυτή ο φίλος μου ο Γιάννης ο Άρπης, ένας μισόκοπος άνθρωπος, υπάλληλος σ' ένα υπουργείο και λιγάκι λόγιος, γιατί έγραφε και στίχους πότε πότε, χωρίς όμως και να τολμάει να τους δημοσιεύει γιατί ντρεπότανε φοβερά τον εαυτό του και τη θέση του.
- Τότε τρώγαμε σε μια ταβέρνα, μια βρώμικη ταβέρνα εκεί μέσα στην Αγορά. Σα μπήκαμε κείνο το βράδυ μέσα, μαζί μ' ένανε φίλο ποιητή, η ταβέρνα ήτανε γιομάτη. Όλα τα ξύλινα τραπέζια πιασμένα. Εργάτες, υπάλληλοι του υποθηκοφυλακείου, στρατιώτες, υπαξιωματικοί, πρόσφυγες, τρώγανε σκυμμένοι πάνω στα πιάτα. Άλλοι είχανε τελειώσει το φαγητό τους κι είχανε αρχίσει το πιοτό. Άλλοι καπνίζανε, κουβεντιάζανε, ένας προσπαθούσε να στεριώσει ένα τραγούδι μα δεν το κατάφερνε και τα είχε βάλει με το λαρύγγι του που δεν τονέ βοηθούσε. Αληθινά η φωνή του έβγαινε πολύ βραχνή σαν να 'βγαινε από κανένα λαρύγγι καταστρεμμένο από κάποια παλιάν αρρώστια. Στο πατάρι καθόντανε κάμποσοι λόγιοι και πίνανε. Η συζήτησή τους πάνω στο φιλολογικό ζήτημα της ημέρας είχε ανάψει, παίρνοντας έναν προσωπικό χαραχτήρα· ένας λόγιος είχε δημοσιέψει κείνη την ημέρα σε μια φημερίδα ένα άρθρο εναντίον της Ακαδημίας που λογάριαζε η κυβέρνηση να ιδρύσει. Αυτοί πάλε θέλανε να ιδρυθεί η Ακαδημία γιατί το είχανε σίγουρο πως όλοι τους θα διοριζόντανε Ακαδημαϊκοί. Έτσι η οργή τους εναντίον του άλλου, που τούς χαλούσε τη δουλειά, ξέσπασε σ' ένα χυδαίο, αγοραίο υβρεολόγιο.
«Είναι άτιμος», φώναξε ένας νεαρός ποιητής, λιγάκι αλλήθωρος.
«Όπου τονέ βρω, θα τονέ μπατσίσω μα το θεό», πρόστεσε άλλος ποιητής κι αυτός που μπορούσε να σού καταφέρει τις καλύτερες ρίμες μα με τη συμφωνία να είναι όλες ανορθογραφημένες.
Οι άνθρωποι είχανε αγριέψει λες και τους άρπαξε κανείς κανένα κόκκαλο που το είχανε και το γλύφανε ήσυχα, μέσα από το στόμα τους.
«Βρε, τι κάνετε έτσι; Σάμπως κι αν γίνει Ακαδημία, έχουμε καμιάν ελπίδα εμείς;» είπε ένας άλλος από την παρέα.
«Πώς; Γιατί δεν έχουμε ελπίδα;» ρώτησε ένας με κόκκινη από το πολύ κρασί μύτη.
«Μα βέβαια. Δεν το καταλαβαίνεις; Ακαδημαϊκοί θα γίνουνε όλο και γέροι. Χρειάζεται να είναι γέροι, δε γίνεται αλλιώς. Γέροι ή στο κορμί ή στο μυαλό. Θα μπει αυτό και στον κανονισμό. Ο υποψήφιος Ακαδημαϊκός θα είναι υποχρεωμένος να παρουσιάζει τα έργα του και την αρτηριοσκλήρωσή του. Εβίβα».
Σήκωσε το ποτήρι του μα κανείς δεν τονέ μιμήθηκε.
«Μα κι εγώ δεν είμαι κανένα παιδί, τι θαρρείς; Τα 'χω περάσει τα σαράντα», είπε ο άνθρωπος με την κόκκινη μύτη, θυσιάζοντας την ηλικία του στη δόξα μιας ακαδημαϊκής έδρας.
«Πάψε, δεν είσαι».
«Είμαι, μα το θεό».
Πίμενε σώνει και καλά να περάσει για γέρος για να έχει έτσι πιο πολλές ελπίδες για Ακαδημαϊκός.
Εγώ με το φίλο μου κοιτάζαμε να βρούμε καμιά θέση για να καθίσουμε.
Άξαφνα από ένα τραπέζι, κάτω στο βάθος, ακούσαμε μια γνωστή φωνή να μάς καλεί με τ' όνομά μας.
«Α, ο Βάρνας», είπα εγώ.
Βαδίσαμε στο τραπέζι του. Στο τραπέζι του ήτανε κι άλλος ένας, άγνωστός μας, που πρώτη φορά τονέ βλέπαμε.
Ο Βάρνας μάς σύστησε το φίλο του.
«Ο κύριος Νώντας, υπάλληλος και φίλος καλός».
Εγώ ξαφνιάστηκα λιγάκι.
«Στο υπουργείο της Γεωργίας;» ρώτησα δίνοντάς του το χέρι.
«Ναι, μα όχι τώρα».
«Απολυθήκατε;»
«Παραιτήθηκα! Γιατί; Μήπως με ξέρετε;»
«Α, όχι, πρώτη φορά ακούω τ' όνομά σας».
Δεν έλεγα αλήθεια. Τ' όνομά του το είχα ακούσει κι άλλοτε πολλές φορές να μού το αναφέρει κάποια γυναίκα. Αυτός ήτανε. Νώντας, υπάλληλος του υπουργείου της Γεωργίας, δεν μπορεί να είναι άλλος.
«Γραμματέας;» είπα.
«Ναι, γραμματέας».
Ήτανε ένας πολύ ευχάριστος τύπος. Κυρίως φαινότανε ένας τύπος γυναικά, γιατί όλο για γυναίκες μάς μιλούσε. Κάποιος στο τραπέζι ανάφερε πως η Μιμή Κλερόν είχε την ευεργετική της απόψε στου Παπαγιάννη.
«Ωραία γυναίκα», είπε ο Νώντας, δίνοντας στη μορφή του την έκφραση μιας μακρινής θύμησης.
«Ποιος την έχει;» ρώτησε πάλε ο Βάρνας.
Ο φίλος μου πρόστεσε τ' όνομα ενός γνωστού χρηματιστή.
Ο Νώντας πήρε ένα ύφος ενήμερο.
«Την είχε, δεν την έχει πια. Τώρα την έχει ο Κούμης».
«Τι είναι αυτός;»
«Αξιωματικός του ναυτικού. Μα τι τα θέλετε; Κανείς δε την έχει γλεντήσει τη Μιμή περσότερο από μένα».
Ο Βάρνας τον κοίταξε μ' ένανε ζηλιάρικο τρόπο.
«Εσύ;»
«Ναι εγώ, γιατί; Δε σού γιομίζει το μάτι; Μα όχι τώρα. Εδώ και πέντε χρόνια. Ήτανε τότε που πρωτοήρθε από τη Σμύρνη. Α! Τότε έπρεπε να τηνέ βλέπατε τι κόμματος ήτανε. Τώρα χάλασε».
«Μωρέ αυτή χάλασε; Αυτή χαλάει κάθε βράδυ κόσμο», είπε ο Βάρνας, που είχε πέσει σε μια ξαφνική μελαγχολία, γιατί δεν είχε να δείξει κι αυτός μια παρόμοια κατάχτηση.
«Ναι, δε σού λέω, μα τότε ήτανε ακόμα τρυφεράδι, άβγαλτη. Δε θα ήτανε παραπάνω από δεκαεφτά χρονών. Α, τι κορμί ήτανε κείνο. Και κάτι βυζάκια, πέτρα σωστή».
Μισόκλεισε τα μάτια του κι έπεσε σε σιωπή σα να 'θελε να θυμηθεί κάτι από τα περασμένα του.
Ύστερα πρόστεσε:
«Ε, ρε, χρόνια. Τι ζω!»
«Μα πώς τηνέ γνώρισες;» ρώτησε ο Βάρνας σα να μην ήθελε να τού συχωρέσει αυτό το κατόρθωμα.
Άρχισε και μάς διηγήθηκε όλη την ιστορία της γνωριμιάς της. Πως την είχε φέρει από τη Σμύρνη ένας ηθοποιός για να την ξεμεταλλευτεί, αφού την είχε περιμαζέψει εκεί από τους δρόμους, πως τού την πήρε ύστερα αυτός μαζί μ' έναν άλλονε, πως την είχανε κρυμμένη οχτώ μήνες σ' ένα σπιτάκι, τέρμα Αχαρνών, όσο που τηνέ βαρεθήκανε επί τέλους και την αφήσανε. Γιατί κι αυτή είχε αρχίσει να στενοχωριέται. Ήθελε να πετάξει λεύτερα όξω από το κλουβί. Πως μπήκε στην οπερέτα, στην αρχή κορίστα (1), και πως ύστερα, άμα ο διευθυντής ανακάλυψε το ταλέντο και τις μυστικές χάρες του κορμιού της, τηνέ προβίβασε σε σουμπρέτα (2), όσο που σιγά - σιγά και με την υποστήριξη των δημοσιογράφων ξετυλίχτηκε σε πρωταγωνίστρια που έκανε κρότο στην Αθήνα.
Μέσα στο πλήθος που γιόμιζε την ταβέρνα προστέθηκε τώρα κι ένας στραβός με μια φυσαρμόνικα, που τον οδηγούσε ένα παιδάκι. Κάθισε σε μια καρέκλα, έσκυψε το κεφάλι του πάνω στη φυσαρμόνικα κι άρχισε να παίζει ένα κλαψιάρικο, μονότονο κομμάτι, σα να σού τραβούσε τ' άντερα. Πάνω στο πατάρι η συζήτηση για την Ακαδημία είχε φουντώσει. Όλοι βρίσκανε εθνική ανάγκη την ίδρυσή της κι ο καθένας άφηνε να υπονοηθεί πως ήτανε αδύνατο να ιδρυθεί σοβαρή Ακαδημία χωρίς να περιλάβει μέσα και τον εαυτό του.
«Και το πατάρι εδώ αυτό Ακαδημία είναι», ακούστηκε ένας να φωνάζει με θυμό.
Το παιδί του στραβού ζύγωσε στο τραπέζι μας μ' ένα τασάκι τενεκεδένιο στο χέρι.
«Κάνετε, κύριοι, μια βοήθεια για τον αόμματο, που δεν έχει μάτια».
Κάτι τού δώσαμε και κείνο έφυγε για να πάει σ' άλλο τραπέζι.
Ο Νώντας ξακολουθούσε να διηγιέται τα ερωτικά του κατορθώματα. Δε φαινότανε να λέει ούτε ψέματα ούτε υπερβολές. Εμείς τον ακούγαμε με προσοχή και ζήλια γιατί η δική μας ζωή ήτανε φτωχιά από τέτοια κατορθώματα. Στο διπλανό τραπέζι ένας δημοσιογράφος έγραφε με μολύβι πάνω σε κάτι παλιόχαρτα, βιαστικά, το χρονογράφημα που έπρεπε να δημοσιευτεί αύριο στη φημερίδα του.
«Δε σε πειράζει ο θόρυβος εδώ μέσα;» τού είπε ο άλλος που ήτανε παρέα του.
«Τι να με πειράξει; Αρλούμπες γράφω», αποκρίθηκε κείνος δίχως να σηκώσει το κεφάλι του από το χαρτί.
Άξαφνα παρατήρησε πως το χαρτί του είχε σωθεί. Έψαξε μέσα στις τσέπες του μήπως κι ανακαλύψει κανένα κομμάτι μα δε βρήκε τίποτα. Πήρε τότε από χάμω το χαρτί που τούς είχε στρώσει ο μάγερας αντί για πετσέτα και ξακολούθησε ήσυχος το γράψιμό του. Σαν τέλειωσε, σηκώθηκε όρθιος.
«Περίμενε μια στιγμή να πεταχτώ ως το τυπογραφείο κι έφτασα», είπε και ξεχύθηκε όξω, ανοίγοντας με δυσκολία δρόμο ανάμεσα στα τραπέζια.
Ο Νώντας είχε τελειώσει τη διήγησή του κι είχε βυθιστεί σε μια γλυκιά σιωπή σα να 'θελε με την ησυχία του να ξαναθυμηθεί όλες τις αξέχαστες στιγμές που είχε ζήσει.
«Τώρα έχεις καμιά;» ρώτησε ο Βάρνας.
Κείνος έκανε έναν περιφρονητικό μορφασμό.
«Α, τιποτένια πράματα, γελοία πράματα, έτσι για να περνάει η ώρα και να βρισκόμαστε σε δουλειά».
«Καμιά θεατρίνα πάλε;» ρώτησε ο Βάρνας.
«Μπα, δε βαριέσαι. Μια ζωντοχήρα καμιά τριανταριά χρονών... Μα δεν αξίζει να γίνεται κουβέντα... Μια, πες πως είναι και του δρόμου...»
«Είναι όμορφη;»
«Μέτρια, πολύ μέτρια πράματα. Δε σάς είπα; Έτσι για να περνάει η ώρα, να μην ξεχνάμε την τέχνη μας. Την είχε πρώτα κάποιος φίλος μου κάμποσο καιρό. Έπειτα τηνέ βαρέθηκε αυτός και μού την άφησε μένα. Μα δεν αξίζει να γίνεται τώρα λόγος. Παλιογυναικούλες του δρόμου. Το κακό που γεράσαμε πια και δεν έχουμε και λεφτά. Αλλιώς ξέραμε καλά τη δουλειά μας».
Εγώ είχα πέσει σε σιωπή.
«Δε λέτε και σεις τίποτα;» μού είπε ο Νώντας.
«Τι να πω; Η ζωή μου είναι πολύ φτωχιά, πολύ μίζερη... Ώστε υπερετούσατε μια φορά στο υπουργείο της Γεωργίας;»
«Γραμματέας».
«Μια Σμαρώ, μια ζωντοχήρα, την έχετε γνωρίσει;»
Κείνος σα να ξαφνιάστηκε.
«Σμαρώ, ζωντοχήρα... Μια μελαχρινή, πολύ μελαχρινή, κοντή, με κομμένα μαλλιά», πρόστεσα εγώ.
«Ναι, για σταθείτε, κάτι θυμάμαι... Σμαρώ... ναι, ναι... Κάποτε την είχα γνωρίσει στο δρόμο, όχι, σε κάποιο ζαχαροπλαστείο... μού την είχε γνωρίσει κάποιος φίλος μου», απάντησε ο Νώντας και με κοίταξε καλά - καλά μέσα στα μάτια.
Καθίσαμε κείνο το βράδυ μέσα στην ταβέρνα ως τα μεσάνυχτα. Τώρα το μαγαζί είχε αδειάσει. Μέσα δεν είχανε απομείνει άλλες παρέες παρά οι λόγιοι πάνω στο πατάρι, που συζητούσανε ακόμα για την Ακαδημία, εμείς, και μια παρέα από κατώτερους ταχυδρομικούς που μιλούσανε για κάποιαν απεργία που σκεδιάζανε κείνες τις μέρες.
Ο ταβερνιάρης είχε κλείσει τις πόρτες κι είχε σβήσει τα περσότερα φώτα. Ο μάγερας είχε αδειάσει τα λίγα απομεινάδια των φαγιών από τους τετζερέδες μέσα στα πιάτα, ξεζώστηκε τη λιγδιασμένη του ποδιά, φόρεσε το σακάκι του κι έφυγε.
Σηκωθήκαμε κι εμείς να φύγουμε. Φύγανε κι οι ταχυδρομικοί. Απομένανε μόνο οι λόγιοι.
«Παιδιά, καιρός να κοιμηθούμε», φώναξε από κάτω ο ταβερνιάρης. Και πρόστεσε: «Μωρέ, τι λίμα αυτοί οι ανθρώποι; Από το απόγιομα έχουνε που σαλιαρίζουνε».
Στο δρόμο εγώ είχα μείνει λίγο παρά πίσω.
Ο Νώντας με ζύγωσε τότε, μ' έπιασε μπράτσο και μού είπε:
«Τηνέ ξέρετε, λοιπόν, αυτή τη Σμαρώ;»
«Ναι, μού είναι γνωστή», τού απάντησα με ύφος αδιάφορο.
«Δηλαδή καμιά συγγένισσά σου;»
«Όχι».
«Ερωμένη σου;»
«Αστειεύεσαι; Απλώς τηνέ γνωρίζω».
«Ώστε δε σε δένει τίποτα μαζί της;»
«Μα πώς σού ήρθε αυτή η ιδέα;»
«Μού φάνηκε, έτσι όπως με κοίταξες».
«Ιδέα σου. Ώστε είναι αυτή που μάς διηγήθηκες;»
«Θέλεις να σού πω την αλήθεια;»
«Έτσι, από απλή περιέργεια».
«Ε, λοιπόν, αυτή είναι».
«Το υπόθεσα».
«Μα τι να την κάνεις. Δεν αξίζει τίποτα. Και όμορφη δεν είναι και μεγάλη στα χρόνια είναι κι έπειτα κείνος ο τρόπος της, η ομιλία της... δε σού φαίνεται σαν απάχισσα (3);»
«Ναι, ναι, ακριβώς σαν απάχισσα. Ώστε την έχεις;»
«Μού κόλλησε, δε σού είπα; Μού τηνέ μεταβίβασε ο φίλος μου για να τηνέ ξεφορτωθεί από τη ράχη του. Μα κι εγώ λογαριάζω να τής δώσω το πανί της. Δε μού αρέσει. Έπειτα φοβάμαι κιόλας».
«Φοβάσαι;»
«Ναι, καμιάν αρρώστια. Τηνέ βλέπω όλο όξω, μιλάει μ' όλον τον κόσμο. Ξέρω κι εγώ, μπορεί να μού κολλήσει και τίποτα».
«Βέβαια χρειάζεται προσοχή, αφού είναι έτσι όπως το λες».
«Μα τι διάολο εμείς οι άντρες. Εγώ που τα λέω αυτά, εγώ ήμουνα πάλε χτες μαζί της στο Χαλάντρι».
«Στο Χαλάντρι;» ξαναείπα εγώ σα να μην είχα ακούσει.
«Ναι, είχαμε πάει από το πρωί με το αυτοκίνητο, μαζί και με κάποιο φίλο μου. Μείναμε όλη τη μέρα και γυρίσαμε αργά κατά τα μεσάνυχτα. Καταλαβαίνεις τώρα», είπε μισοκλείνοντας τα μάτια του.
«Κι οι δυο σας;»
«Θέλει ρώτημα; Τηνέ γλεντήσαμε καλά. Μα τι να την κάνεις; Δεν αξίζει τίποτα. Έπειτα, άμα έχεις και το φόβο της αρρώστιας».
Ο Βάρνας μάς ζύγωσε.
«Τι λέτε σεις όλη την ώρα;» Ύστερα πρόστεσε: «Πάμε στο υπόγειο του Αγγελή. Έχει ανοίξει ένα γιοματάρι (4) πρώτης».
Συμφωνήσαμε.
Σε λίγο κατεβαίναμε στο υπόγειο που είχε μισόκλειστη την πόρτα του. Κάτω διακρίναμε μια παρέα σ' ένα τραπέζι. Ήτανε όλοι γνωστοί μας. Φαίνεται πως πρωτύτερα ο μάγερας θα 'χε ψήσει μπριτζόλες γιατί η ατμόσφαιρα ήτανε ακόμα γιομάτη καπνούς.
Μόλις μάς είδανε από το τραπέζι να κατεβαίνουμε, μάς φωνάξανε.
«Καλώς ορίσατε, καλώς ορίσατε».
Καθίσαμε κι εμείς στο τραπέζι, που ήτανε γιομάτο αποφάγια, κομμάτια από ψωμί, κόκαλα, πορτοκαλόφλουδες, που κολυμπούσανε όλα μέσα στο κρασί, το χυμένο πάνω στο τραπέζι...
Στην παρέα ήτανε κι ο Δεσπούκης ο ηθοποιός. Είχε πιει κι είχε ένα κέφι τρομερό. Όλη την ώρα αυτός μιλούσε κι οι άλλοι απολαμβάνανε τα χωρατά του. Με επιτυχία αφάνταστη κατόρθωνε να παρασταίνει τους Μενιδιάτες, τους Ζακυθινούς, τους Κορφιάτες, τους Κεφαλλονίτες, τους Κρητικούς. Ακόμα έπαιξε και το ρόλο μιας Αδερφής νοσοκομείου την ώρα που διορθώνει τα μαλλιά της και καλεί με τ' όνομά τους καθεμιά από τις συντρόφισσές της: Ευλαλία, Ζαχαρούλα, Πηγή, Θεοφανώ. Και συνάμα διορθώνει και τη χωρίστρα της. Έπειτα έβαλε την Αδερφή αυτή ν' απαγγέλλει ένα ποίημα, που θα μπορούσε να κοκκινίσει και άλογο.
Όλοι γελούσανε. Ο Δεσπούκης ήτανε ο ήρωας της παρέας.
Μόνο εγώ δε γελούσα. Είχα πέσει σε μια βαθιά συλλογή και μελαγχολία, που μού έπνιγε την καρδιά. Το καλό που όλοι ήτανε απασχολημένοι με τα χωρατά του Δεσπούκη κι έτσι δεν είχανε καιρό να προσέξουνε πως εγώ ήμουνα σαν ένας ξένος στην παρέα τους. Έτσι γλίτωνα από την ενοχλητική υποχρεωτικότητα των φίλων. Γιατί δε μιλάς, γιατί δε γελάς; Μόνο «γιατί δεν πίνεις;» δε θα μπορούσανε να μού πούνε, γιατί, αληθινά, κείνο το βράδυ με είχε κυριέψει μια δίψα άσβηστη. Έπινα, έπινα, κι όσο έπινα, τόσο ήθελα ακόμα να πιω. Κι αυτό όχι γιατί διψούσα. Ούτε καταλάβαινα τι έκανα. Έπινα μηχανικά, μα ήθελα πάντα να φέρνω το ποτήρι στο στόμα, έστω και για να βρέξω μόνο τα χείλια μου.
Σα βγήκαμε όξω -η αλήθεια πως μάς έδιωξε ο ταβερνιάρης- ο Δεσπούκης έβγαλε κάτι ουρλιάσματα σαν άνθρωπος που τάχα κιντυνεύει. Οι σφυρίχτρες των χωροφυλάκων αρχίσανε να σφυρίζουνε τρελά και σε λίγο μαζώχτηκε γύρω μας ένα πλήθος άνθρωποι που τρέξανε από τα γειτονικά σοκάκια. Όλοι ήτανε βέβαιοι πως κάτι σοβαρό συμβαίνει. Ένας υπόδειξε το Δεσπούκη. «Αυτός, αυτός φώναξε». Οι χωροφυλάκοι θέλανε να τον οδηγήσουνε στο τμήμα. Κείνος προσπαθούσε να τους πείσει πως ήτανε αδύνατο να είναι αυτός που φώναξε. Κι αμέσως άλλαξε τον τόνο της φωνής του. «Δε βλέπετε, κύριε χωροφύλακα; Εγώ έχω φαρυγγίτιδα. Πώς είναι δυνατό να φώναξα εγώ;» έλεγε με μια κλαψιάρικη φωνή.
Αλήθεια. Στη φωνή του είχε δώσει τώρα έναν τόνο βραχνό σα να 'τανε ο λάρυγγάς του ολότελα κλειστός ή σα να έπασχε από φθίση.
Στα τελευταία ο χωροφύλακας δέχτηκε ν' αναγνωρίσει το πράμα για χωρατό και να μάς αφήσει να φύγουμε.
«Αστεία, αστεία», είπανε μερικοί.
«Δεν ξέρω εγώ αστεία. Μπορούσε να 'ναι και τίποτα προπαγανδιστές», μουρμούρισε θυμωμένα ο χωροφύλακας, φεύγοντας.
Τι εννοούσε με τη λέξη «προπαγανδιστής», δε μπόρεσα να καταλάβω.
Δε φαντάζουμαι να μην κατάλαβες τώρα πως η Σμαρώ αυτή ήτανε ερωμένη μου. Δηλαδή ερωμένη μου όχι· ήτανε μια γυναίκα για να περνάει η ώρα. Μα την είχα χρόνια αρκετά κι η γνωριμιά μας δημιουργούσε ένα στενό δεσμό που θα μού ήτανε κάπως δύσκολο να τονέ διαλύσω.
Την άλλη μέρα τηνέ περίμενα στο σπίτι μου.
Ήρθε ανύποπτη. Εγώ είχα ένα βαρύ ύφος. Δεν υπόπτεψε στην αρχή τίποτα και άρχισε τα συνηθισμένα της.
«Δε ντρέπεσαι», τής είπα, «να με κοιτάς; Δε ντρέπεσαι να μπαίνεις εδώ μέσα;»
«Ε, σε καλό σου, τι τρέχει πάλε;»
«Θ' αρχίσεις πάλε να μού αραδιάζεις ηλίθιες δικαιολογίες;»
«Μα σού ορκίζουμαι, δεν ξέρω τι θέλεις να πεις».
Έκανε να πέσει απάνω μου μα εγώ την έσπρωξα με τρόπο απότομο.
«Γιατί μού φέρνεσαι έτσι, βάρβαρε;» είπε με παραπονιάρικο τόνο.
«Γιατί είσαι μια πόρνη».
Έκανε πως ξιπάστηκε (5).
«Πόρνη! Εγώ πόρνη; Και μού το λες έτσι κατάμουτρα;»
«Γιατί να μη σού το πω αφού είσαι. Δεν είσαι; Τολμάς να το αρνηθείς;»
Άρχισε να κλαίει.
«Να θάψω τη μαμά μου, δεν έχω είδηση από αυτά που μού λες».
Υποκρινότανε καλά το ρόλο της αθώας.
«Να θάψεις τη μαμά σου; Και δεν τρέμεις που το λες αυτό;»
«Το λέω γιατί είναι αλήθεια».
Τότε αναγκάστηκα να τής τα φανερώσω όλα. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αυτό δεν το περίμενε. Ζαλίστηκε, σάστισε, κάτι δοκίμασε να πει μα ήτανε τόσο κουτό, τόσο ηλίθιο, τόσο ασυνάρτητο. Στα τελευταία αναγκάστηκε να χαμηλώσει το κεφάλι της και να σωπάσει.
«Και τώρα;» ψιθύρισε ύστερις από ώρα.
«Τώρα; Δεν πιστεύω πως θα 'χεις την αναίδεια να μού ζητήσεις να σε ξανασυχωρέσω; Σε συχώρεσα, θυμάσαι, τόσες και τόσες φορές, γιατί έκλαιγες μπροστά μου κι εγώ ο ηλίθιος πίστευα στα δάκρυά σου και σε λυπόμουνα. Τώρα όμως δε θα το ξαναπάθω. Θα φύγεις, θα φύγεις τη φορά αυτή και δε θα ξαναπατήσεις πια εδώ μέσα. Πόρνη!»
Μού έπεσε στα πόδια.
«Λυπήσου με, τι θα γίνω άμα με διώξεις εσύ; Η μαμά μου είναι άρρωστη. Θέλεις να καταντήσω στους δρόμους;»
Κι έκλαιγε, έκλαιγε, και μού έπιανε τα πόδια και μού φιλούσε τα χέρια και με ικέτευε να τηνέ συχωρέσω.
«Σε γέλασα πολλές φορές, έχεις δίκιο. Τώρα όμως, σού το ορκίζουμαι, δε θα σού δώσω ποτέ, μα ποτέ, αφορμή. Θα γίνω καλή, δική σου, ολότελα δική σου. Σού το ορκίζουμαι».
Πού τα είχε κείνα τα δάκρυα; Βρύσες αστέρευτες τα μάτια της.
Ε, να μη σού τα πολυλογώ, τηνέ συχώρεσα. Δε βρήκα τη δύναμη ν' αντισταθώ στα δάκρυά της. Η ταπείνωσή της, η συντριβή της λυγίσανε την επιμονή μου. Υποχώρησα από σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όχι από αίστημα αγάπης. Σού είπα, δεν ήτανε αγάπη εκείνο που με έδενε μαζί της. Πέστο συνήθεια, οίχτο, ανάγκη.
Την έπιασα από το χέρι και τηνέ σήκωσα από χάμω.
«Ώστε μετανιώνεις αληθινά;»
«Έχεις το λόγο μου. Θα με δεις».
«Σε συχωράω γιατί σε λυπάμαι. Κοίταξε να κρατήσεις το λόγο σου γιατί άλλη φορά δεν πρέπει να ελπίζεις τίποτα από μένα».
Ένιωθα την ευχαρίστηση του ανθρώπου που κάνει μια καλή πράξη. Κατόρθωσα να νικήσω τη σκληράδα μου κι αυτό με ικανοποιούσε.
Από τότε οι σχέσεις μας ήτανε κανονικές μα ψυχρές. Στο βάθος υπήρχε πάντοτε κάτι που μού την κρατούσε σε απόσταση. Μα φρόντιζα να είμαι απέναντί της ευγενικός και φιλικός αφού δεν μπορούσα να 'μαι θερμός.
Μια βδομάδα αργότερα συναντάω στο δρόμο το Νώντα. Μόλις με είδε, έτρεξε καταπάνω μου πνιγμένος στα γέλια.
«Αν το βρεις πού πηγαίνω;» μού φώναξε.
«Αδύνατο να το μαντέψω».
«Στα Προπύλαια».
«Σπουδάζεις αρχαιολογία;»
«Σπουδάζω γυναικολογία. Στα Προπύλαια που είναι όχι πάνω μα κάτω από την Ακρόπολη. Μα αλήθεια δεν τηνέ ξέρεις αυτή τη μπίρα;»
«Α, μπιραρία είναι;»
«Μπιραρία με ιδιαίτερα καμαράκια αναπαυτικότατα. Καταλαβαίνεις...»
«Ναι, ναι. Σού 'πεσε πάλε στα χέρια κανένα κελεπούρι;»
«Δε βαριέσαι... Πού να βρεθεί καινούριο; Να, η Σμαρώ είναι».
«Α, η Σμαρώ, εκείνη η παλιά που μού 'λεγες;»
«Εκείνη».
«Και τι ώρα θα συναντηθείτε;»
«Τώρα πάω να την περιμένω μέσα στο καμαράκι».
Τον αποχαιρέτησα γιατί βιαζότανε. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και τα σύννεφα προβάλανε χρυσά κάτω στο Σαρωνικό. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως μού 'λεγε αλήθεια και γι' αυτό αποφάσισα να παραμονέψω.
Δεν περίμενα και πολύ. Σε λίγο, αλήθεια, πρόβαλε από το δρόμο η σιλουέτα της Σμαρώς. Βάδιζε βιαστικά κι ανύποπτη γιατί το πρώτο σκοτάδι τηνέ προστάτευε. Εγώ βγήκα από την κρυψώνα μου και την παρακολούθησα από μακρυά.
Ομολογώ πως ήμουνα ταραγμένος. Δεν είναι ανάγκη ν' αγαπάει κανείς μια γυναίκα για να θλίβεται άμα τηνέ βλέπει στην αγκαλιά ενός άλλου. Κι εγώ ήξερα πως σε λίγο η Σμαρώ θα βρισκότανε στην αγκαλιά του φίλου μου. Αυτό, αν δε μού γκρέμιζε κανένα ανώτερο ιδανικό, μού πλήγωνε όμως -τ' ομολογώ- τον αντρίκειο μου εγωισμό. Έπειτα, δε φανταζόμουνα ποτέ πως θα μπορούσε τόσο γλήγορα να ξεχάσει τους όρκους της, τα δάκρυά της. Τι έπρεπε να κάνω κείνη τη στιγμή; Τι θα 'κανες εσύ αν ήσουνα στη θέση μου; Να την αφήσω να προχωρήσει, να μπει στη μπιραρία, ή να τρέξω, να την κρατήσω και να τής φωνάξω: «Πού πας; Τι μού είπες; Τι μού ορκίστηκες; Ξέχασες τα δάκρυά σου;»
Ήμουνα ανίκανος τη στιγμή αυτή να πάρω μιαν απόφαση. Έτσι πρόφτασε κείνη και χώθηκε μέσα δίχως να προλάβω να την κρατήσω.
Είχα τον ηρωισμό -ή την αφιλοτιμία, όπως θέλεις χαραχτήρισέ το- να περιμένω όσο να βγει. Βγήκε μόνη. Είχανε φαίνεται συμφωνήσει να φύγουνε χωριστά.
Ήτανε σκοτεινά και κείνη βάδισε γλήγορα είτε γιατί φοβότανε είτε γιατί βιαζότανε κάπου να πάει.
Βγήκα από το μέρος που παραφύλαγα κι έτρεξα από πίσω της. Την έπιασα από το χέρι. Κείνη τρόμαξε κι έβγαλε μια φωνή: «Α!»
«Λοιπόν; Τι λες τώρα; Είσαι ή δεν είσαι μια πόρνη;» τής είπα.
Τα 'χασε! Σε όλο το διάστημα που εγώ τής μιλούσα με λέξεις που η καθεμιά ήτανε σίδερο αναμμένο, κείνη δεν άνοιξε ούτε μια φορά το στόμα της. Τι να 'λεγε; Τι να δικαιολογηθεί; Τώρα δε χωρούσε πια καμιά δικαιολογία.
Είχαμε μπει στην πόλη.
«Πρέπει να φύγω. Με περιμένει η μαμά μου», ψιθύρισε.
«Σε περιμένει βέβαια να τής πας την είσπραξη, πόρνη», τής σφύριξα στο αυτί σα φίδι.
Με άφησε κι έφυγε τρέχοντας.
Εγώ την ακολούθησα από μακρυά, δεν ξέρω γιατί.
Έφτασε σ' ένα παλιοσόκακο, κάτω στο Μεταξουργείο, και χώθηκε γλήγορα μέσα σε μια μάντρα. Θεέ μου, τι μάντρα ήτανε αυτή! Μέσα φαινόντανε μερικά καμαράκια, άλλα ισόγεια, άλλα πάνω σ' ένα παλιό χαγιάτι όπου ανέβαινε κανείς με τρία - τέσσερα χτιστά σκαλάκια.
Εγώ δεν ήξερα τι έκανα.
Χώθηκα κι εγώ μέσα στη μάντρα. Σε μια γωνιά είδα ένα άλογο δεμένο πίσω από ένα κάρο, γυρισμένο όρθιο.
Κείνη ανέβηκε βιαστικά τα σκαλάκια και χώθηκε σ' ένα καμαράκι, που φαινότανε λίγο φωτισμένο.
Ανέβηκα κι εγώ με κίντυνο να με πάρουνε και για κανένα λωποδύτη. Ήθελα να γνωρίσω το εσωτερικό του σπιτιού της που δεν το είχα δει ποτέ. Ζύγωσα στο τζάμι και κοίταξα μέσα. Στο φως ενός καντηλιού είδα μια γυναίκα ξαπλωμένη πάνω σ' ένα παλιοκρέβατο. Θεέ μου, τι αθλιότητα ήτανε κείνη. Πώς ζούσανε άνθρωποι μέσα σε κείνο το καμαράκι το γυμνό από κάθε έπιπλο, με το χαμηλό ντιβάνι που σού καθότανε στο στήθος.
Η Σμαρώ ζύγωσε στο κρεβάτι, έσκυψε πάνω στην άρρωστη και κάτι τής είπε. Ύστερα την είδα να ζυγώνει στο καντήλι που ήτανε πάνω σ' ένα τραπεζάκι, να σηκώνει το φουστάνι της, να κατεβάζει την κάλτσα της κάτω από την καλτσοδέτα της και να τραβάει ένα χαρτονόμισμα έτσι όπως κάνουνε και στα μπορντέλα. Δεν ξεχώρισα καλά μα μού φάνηκε πως ήτανε ένα εικοσπεντάρικο.
«Ένα εικοσπεντάρικο τής έδωσε», είπα με το νου μου. Ύστερα άνοιξε ένα ντουλαπάκι, πήρε ένα μπουκάλι και τράβηξε προς την πόρτα. Εγώ τρύπωσα να μη με δει. Σαν βγήκε όξω, έτρεξα από πίσω της. Την είδα να διευθύνεται στο γειτονικό φαρμακείο. «Κάποιο φάρμακο για τη μητέρα της θ΄αγοράσει», σκέφτηκα.
Έτσι ήτανε, όπως το σκέφτηκα. Από το δρόμο είδα το φαρμακοποιό να πιάνει το μπουκαλάκι και να το γιομίζει με κάποιο υγρό.
Τώρα την άφησα να γυρίσει μοναχή της στο σπίτι. Είχα αρκετά ικανοποιήσει την περιέργειά μου.
Εγώ δε γύρισα αμέσως στο σπίτι μου. Η ταραχή μου χρειαζότανε ώρα πολλή για να κατακάτσει και θα ήτανε περιττό να ταλαιπωρηθώ στο κρεβάτι μου ζητώντας του κάκου τον ύπνο. Έπειτα ήξερα τον εαυτό μου. Άμα ήμουνα συγκινημένος είτε για κακό είτε και για καλό, έπρεπε να ξεγράψω τον ύπνο για κείνο το βράδυ.
Κάθισα σ' ένα καφενεδάκι της συνοικίας μου ίσαμε την ώρα που ο καφετζής άρχισε να μαζεύει τις καρέκλες και να λιγοστεύει τα φώτα. Δεν ξέρω πώς, μια παράξενη μεταβολή είχε τώρα δημιουργηθεί μέσα μου. Η κρυφή επίσκεψή μου στο σπίτι της Σμαρώς, το θέαμα της άρρωστης μάνας της, η σπουδή της Σμαρώς να τρέξει να τής αγοράσει το γιατρικό της με τα λεφτά που είχε πάρει, βέβαια, από το φίλο της, όλα αυτά ομολογώ με κάνανε τώρα να βλέπω κάπως αλλιώτικα τη Σμαρώ. Δε θέλω να πω πως τηνέ συχώρεσα ή πως δικαιολόγησα τέλεια το φέρσιμό της. Μα ένιωθα πως είχα φανεί απέναντί της υπερβολικά σκληρός και βάναυσος. Ωστόσο ξακολουθούσα να την κατακρίνω. Και όπως κάνουνε όλοι όσοι βρίσκουνται σε παρόμοια θέση, άρχισα κι εγώ να κάνω τον ηθικολόγο. «Επί τέλους, αν έχει άρρωστη μάνα και θέλει να την περιποιηθεί, να πάει να δουλέψει σ' ένα μαγαζί ή σ' ένα σπίτι, όχι να προτιμάει αυτή τη ζωή».
Όπως κι αν είναι, είχα πάρει πια την απόφασή μου να κόψω οριστικά κάθε δεσμό μαζί της. Αυτό μού υπαγόρευε η αξιοπρέπειά μου, ο εγωισμός μου, ο θυμός μου, επιτέλους, που ζητούσε κάπου να ξεθυμάνει.
Κοιμήθηκα πολύ αργά με την απόφαση αυτή.
Το πρωί κάποιος μού χτύπησε την πόρτα. Αναγνώρισα το συνηθισμένο χτύπημα της Σμαρώς. Πάλε αυτή; Ύστερα από τη χτεσινή σκηνή; Τι έρχεται λοιπόν να κάνει;
Σκέφτηκα αν έπρεπε να τής ανοίξω ή όχι. Κείνη ξαναχτύπησε μ' έναν τρόπο δειλό, διακριτικό.
Ήτανε ακόμη πολύ πρωί. Ο ουρανός φαινότανε γιομάτος σύννεφα κι όλο ψιλόβρεχε. Συλλογίστηκα πως όλη την ώρα αυτή, που κάθεται όξω από την πόρτα μου και περιμένει, η βροχή θα πέφτει απάνω της.
Ας κάνω και την τελευταία υποχώρηση. Επιτέλους δε χάνω και τίποτα. Μια φορά την απόφασή μου για να τηνέ διώξω από κοντά μου την πήρα και τώρα ήμουνα ήσυχος. Μα καμιά πια υποχώρηση, καμιά επιείκεια στο παραμικρότερο, γιατί αλλιώς κιντυνεύω να γελοιοποιηθώ απέναντί της.
Σηκώθηκα κι άνοιξα την πόρτα.
Μπήκε μέσα με το κεφάλι κατεβασμένο. Προχώρησε αργά ως το κατώφλι της κάμαράς μου και στάθηκε.
«Δε φανταζόμουνα πως θα είχες κουράγιο να με ξαναδείς», τής είπα.
«Άφησέ με να σού μιλήσω. Δε σού ζητώ πια καμιά συχώρηση».
«Δόξα σοι ο Θεός που το κατάλαβες».
Έμεινε λίγη ώρα σιωπηλή. Έπειτα μού είπε με φωνή αδύνατη, ντροπαλή.
«Είχες δίκιο».
«Αυτό έλειπε να 'χω κι άδικο».
Σώπασε πάλε. Δυσκολευότανε να προχωρέσει.
«Τώρα δεν ήρθα να σού ζητήσω συχώρηση. Ήρθα μόνο να σού εξηγηθώ».
«Τι εξήγηση; Τώρα πια μού είσαι μια ξένη. Τίποτα δε μάς ενώνει πια. Κάνε ό,τι θέλεις».
«Το ξέρω. Μα...»
Κοντοστάθηκε, ξεροκατάπιε.
«Μα;» ξαναείπα εγώ γελώντας ειρωνικά και με αδιαφορία.
«Είναι στο αίμα μου. Είναι σάπιο το αίμα μου».
«Μμμ... Έχουμε τώρα και φιλοσοφίες;»
«Μη με ειρωνεύεσαι. Σού λέω την αλήθεια, το αίμα μου... Είμαι ένα χαλασμένο, ένα άθλιο πλάσμα. Ξέρω κι εγώ. Ίσως να 'ναι κι από τον πατέρα μου που πέθανε από μια κακή αρρώστια...»
«Από την ίδια θα πεθάνεις κι εσύ;» τής είπα κόβοντάς τηνέ με μια σκληράδα που μού προξενούσε μεγάλη ηδονή.
Αναστέναξε.
«Κι αυτό το ξέρω. Μα δεν μπορώ να κάνω αλλιώτικα. Έχω τόσες φορές υποσχεθεί στον εαυτό μου μα πάντοτε τονέ γελώ. Με τραβάει η ανοιχτή ζωή. Θέλω να ζήσω. Το σπίτι μου είναι μια κόλαση. Το νταβάνι μού κάθεται στο στήθος κι η μητέρα μου είναι χρόνια άρρωστη κι όλο βογγάει...»
«Ξέρω, ξέρω, θα τα ρίξεις τώρα όλα στη μάνα σου. Να πήγαινες να δουλέψεις, αν αγαπούσες τη μάνα σου».
«Έχεις δίκιο. Αυτό έπρεπε να κάνω. Μα σού είπα. Το αίμα μου είναι σάπιο. Είμαι μια άρρωστη που βλέπω το σωστό, μα μού λείπει η δύναμη να το πραγματοποιήσω. Να ήξερες πόσο ζηλεύω, πόσο λαχταράω την τίμια ζωή. Μα με τρελαίνει η εξοχή, ο χορός, το γλέντι, το λούσο. Μπροστά τους θολώνεται η κρίση μου και πέφτω σαν το πουλί που το μαγεύουνε τα μάτια του φιδιού».
Έσκασα στα γέλια.
«Α, έτσι λοιπόν;» είπα με τόνο ειρωνικό.
Σώπασε κάμποσο ενώ με τα δάχτυλά της έστριβε αργά την άκρη της ζακέτας της για να δώσει μια διέξοδο στην αμηχανία της.
«Έτσι είναι, τ' ομολογώ. Δεν μπορώ πια να σού κρύβουμαι. Χρόνια κατόρθωνα να σού κρύβουμαι και να σε κάνω να πιστεύεις πως είχα σχέση μόνο με σένα. Όχι. Σού 'λεγα ψέματα, σε απατούσα. Είχα σχέση με πολλούς. Μα εσύ είχες τόση καλοσύνη, τόση γενναιοψυχία ώστε να με συχωράς πάντα κάθε φορά που ανακάλυπτες κάτι».
Τα δάκρυα αρχίσανε να κυλάνε από τα μάτια της.
«Νιώθω την ανάγκη σήμερα να σού ανοίξω όλη την καρδιά μου. Η ξομολόγηση αυτή μού κάνει καλό. Πιστεύω μάλιστα πως κι εσύ ο ίδιος περσότερο θα μ' εχτιμήσεις τώρα που μαθαίνεις από το στόμα μου το ίδιο όλη την αλήθεια. Τι ωφελεί πια το ψέμα; Είναι αργά για να σού ξαναπώ ψέματα».
Κούνησε το κεφάλι της.
Ακολούθησε μια θλιβερή σιωπή που βάσταξε πολλήν ώρα. Είχα συγκινηθεί.
«Εσύ δεν μπορούσες να μού χαρίσεις αυτή τη ζωή. Ούτε τα μέσα σου το επιτρέπανε, ούτε η θέση σου. Εσύ είσαι ένας κύριος στην κοινωνία με όνομα και δεν μπορούσες βέβαια να παρουσιάζεσαι στα δημόσια κέντρα με μια κοινή γυναικούλα στο πλευρό σου. Αυτή είναι η αλήθεια. Και σε δικαιώνω. Αν είχα κεφάλι, θα 'πρεπε να είμαι ικανοποιημένη με αυτό που μού χάριζες εσύ, και που ήτανε αρκετό για μια ζωή ήρεμη και μετρημένη. Μα εγώ θέλω συγκίνηση, θόρυβο, ζωή. Σού το είπα, είμαι ένα άθλιο πλάσμα».
Τώρα τα δάκρυά της γίνανε πυκνότερα. Η βροχή χτυπούσε στα τζάμια μου κι ο ουρανός είχε γίνει κατάμαυρος. Ζύγωνε μπόρα. Η γάτα μου ζύγωσε κι άρχισε να τρίβεται απάνω μου.
«Τι θέλεις τώρα;» τής είπα με μαλακό τόνο.
Δε μού απάντησε.
«Νιώθεις, βέβαια, πως είναι αδύνατο να σε συχωρέσω με όσα κι αν είπες. Αν δεν έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια... Μα τώρα νιώθω φρίκη μπροστά σου, συνάμα και σιχασιά. Σε λυπάμαι βέβαια, κακομοίρα, σε λυπάμαι βαθιά. Το βλέπω, είσαι ένα άρρωστο πλάσμα...»
Σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι της. Τα μάτια της φανήκανε κατακόκκινα από το κλάμα.
«Αυτή τη χάρη σού ζητώ. Να με θεωρήσεις για μιαν άρρωστη. Μιαν άρρωστη δεν την πετούνε στο δρόμο. Δε σού λέω να με γιατρέψεις, γιατί, το βλέπω, η αρρώστια μου είναι αγιάτρευτη, έχει ποτίσει όλο μου το κορμί. Είμαι ένα σάπιο πλάσμα...»
Μιλούσε γρήγορα, νευρικά.
«Εσύ είσαι ένας άντρας. Σού χρειάζεται μια γυναίκα, σου χρειάζουνται πολλές γυναίκες... Μέσα στις πολλές, τι σε πειράζει αν είμαι κι εγώ μια απ' αυτές;»
«Θέλεις να σ' έχω σα μια κοκότα;...»
Έβαλε όλα τα δυνατά της και μού απάντησε.
«Ναι, πάρε με για μια κοκότα... Συλλογίσου, έχω και τη μάνα μου άρρωστη χρόνια...»
Το στήθος της ανεβοκατέβαινε και τα δάκρυα κυλούσανε στα μάγουλά της.
Το αστροπελέκι ξέσπασε επί τέλους κάνοντας τα τζάμια μου να τρίξουνε. Η βροχή έπεφτε με το τουλούμι. Μέσα στην κάμαρα έφτανε το βουητό του ποταμιού που κατέβαινε όξω στο δρόμο.
Κείνη έτρεμε. Την έπιασα από το χέρι και την έβαλα να καθίσει σε μια καρέκλα.
«Σ' ευχαριστώ. Ήσουνα πάντα καλός σε μένα», ψιθύρισε.
Μού έπιασε τα χέρια κι άρχισε να μού τα φιλεί.
Τώρα ένα πυκνό σκοτάδι είχε απλωθεί μέσα στην κάμαρα.
Ακουγόντανε αναφιλητά. Η γάτα μου ανεβασμένη πάνω στο τραπέζι της μέσης, είχε στυλώσει τα πρασινοκίτρινα μάτια της πάνω στη Σμαρώ και πότε κοίταζε εκείνη, πότε εμένα, μ' έναν τρόπο περίεργο...
Παρορίτης Κώστας
Εφημερίδα «Ο Νουμάς»,
τεύχος 780, Ιανουάριος 1924
Σημειώσεις:
(1) κορίστα: τραγουδιστής που αποτελεί μέρος του χορού, και κυρίως της χορωδίας σε όπερα ή οπερέτα
(2) σουμπρέτα: τυποποιημένος θεατρικός κωμικός ρόλος της υπηρέτριας
(3) απάχης -απάχισσα: ονομασία κακοποιών ή περιθωριακών τύπων των μεγάλων πόλεων στις αρχές του αιώνα, αλήτης των μεγαλουπόλεων, μποέμ και σνομπ τύπος. Οι απάχηδες. πήραν το όνομα αυτό από παραφθορά της ονομασίας της αμερικανικής φυλής των Απάτσι.
(4) γιοματάρι (το): κρασί που προέρχεται από βαρέλι που μόλις ανοίχτηκε
(5) ξιπάζομαι: ξαφνιάζομαι

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου