Ε, βέβαια, τώρα όσο και να 'ναι πια καταλάβαινε, τα καταλάβαινε· έβλεπε και τους άλλους, τους πρόσεχε, μ' όλο που συχνά νόμιζε πως μπορούσε να θρυμματίζεται η αξιοπρέπειά του.
Μια φορά, από πολύωρη σκέψη, είπε πως πρέπει κανείς να επιθυμεί κάτι, να το ζητά, άμα νιώσει, πως μια από τις υπολανθάνουσες αισθήσεις μέσα μας, το θεωρεί απαραίτητη τροφή της.
Κι ήταν έν' απόγεμα όλο ζέστη και μόλις είχε σηκωθεί από τρίωρο ύπνο. Μια νάρκωση κι αηδία, σαν από υπερβολική πείνα, που παραγεμισμένος πια, πίνεις κι ένα ποτήρι νερό κι ανασαίνεις -ανασαίνεις. Πρέπει επί τέλους... Δεν είναι δυνατό... είναι ανυπόφορο πια... Δε μίλησε σε κανένα, ούτε και στην υπηρέτρια. Δε ζήτησε τίποτα.
Πλύθηκε, έκανε τη συνηθισμένη τουαλέτα του και βγήκε, όπως πάντα στις επτά και τέταρτο, ένα περίπατο, για την υγεία, ευεξία... Ένα μικρό περίπατο -«Μην αργήσεις...!» Η μητέρα, που νόμιζε πως ακόμα κοιμόταν, ανοίγοντάς το δωμάτιό του, ξαφνιάστηκε λίγο.
«Δεν πήρες είδηση, Διαμάντω εσύ; Έτσι να μπει και κανένας κλέφτης δεν θα πάρομε μυρωδιά». Τι είναι πάλε αυτό· και να μη μιλήσει... Ο Δήμης είχε βγει για το συνηθισμένο του περίπατο· για υγεία· ευεξία... Είναι και αριστοκρατικό να βγαίνεις απόγεμα - βραδάκι και μοναχικός. Μα, έτσι, πώς τού 'ρθε και βγήκε πιο νωρίς και χωρίς να μιλήσει, χωρίς... Και δεν τον μυρίστηκε κανείς απ' το σπίτι, ούτε όταν κατέβαινε τις σκάλες.
Αν ήταν και κανένας κλέφτης...
Η Διαμάντω -η Διαμάντω, που τύλιγε τα μαλλιά της με χαρτάκια, για να κατσαρώσουν, επειδή θα πήγαινε να δει κάποια πατριώτισσά της και να τής δώσει γράμμα για τους γέρους, στο νησί...
Το είχε σκεφθεί όλη την προηγούμενη μέρα· και στον περίπατό του αυτό συλλογιζόταν· ούτε κάθισε πουθενά, ούτε μίλησε με κανένα, κι ούτε γλυκό· αόριστα βλέμματα.
Το βασάνιζε το πράγμα.
Και, όταν μια υπολανθάνουσα αίσθησή μας το θεωρεί απαραίτητη τροφή της. Όταν...
Ναι· έτσι έπρεπε... είναι απαραίτητο. Επί τέλους και ανυπόφορο -δεκαοχτώ χρονών παλικάρι. Δεκαοχτώ χρονώ.... Μια αιτία, μια αφορμή, έπρεπε. Έτσι! Οι άλλοι «νέοι», λένε, τη ζωή, να ζήσεις τη ζωή. Να στραγγίζεις το ποτήρι της... οι νέοι με το πούρο, καταξουρισμένοι, και με το παντελόνι -ξουράφι. Οι «νέοι»... Πρέπει, πρέπει και μια αφορμή - μια αφορμή.
Ο ήλιος σού έδινε μιαν όψη στο πρόσωπο... Με τις καυτερές του ακτίνες η σκόνη κι η πείνα μαζί, που νόμιζες, είχες, μόνη ευτυχία, απολύτρωση, το φαΐ του σπιτιού και την ξάπλα.
Και, πως θα συναντούσες μια φαιδρότητα στο σπίτι: Γέλια, παιδιάτικα γέλια, και κλάματα παιδιάτικα. Μιαν ευθυμία, φαιδρότητα. Κουδουνίσματα· κάτι ήχοι χαρούμενοι, διάχυτοι σ' όλη την ατμόσφαιρα του σπιτιού... Και δροσιά, δροσιά -ξεκούραση.
Πάσῃ θυσίᾳ έπρεπε.
Ήταν η ώρα μία.
Ο Δήμης ερχόταν με τα βιβλία, κατάκοπος, με το πρόσωπο κατακόκκινο και τα μάτια του, νόμιζε πως μικραίναν.
Στ' αυτοκίνητο -πλάι στη θέση του, κοίταξε, έτσι φευγαλέα στο μακρόστενο καθρεφτάκι, που τού φαινόταν το ένα του μάτι ο βολβός του δεξιού πιο στρογγυλός, πιο πεταχτός· έτσι, να μπορούσες απ' την ακρούλα του ν' ακουμπήσεις ένα νυστέρι και θα διορθωνόταν.
Μα, μια κυρία, σεβαστή κυρία, με πράσινα γυαλιά, κομψά ντυμένη -πενηντάρα· ένα αβρό, αριστοκρατικό -σαν κυρία της τιμής, τον κοίταζε, τον πρόσεχε, που ντρεπόταν. Κατακόκκινος, μια ατονία, μια εξάντληση -κομάρα σ' όλο του το σώμα!... Κι εκείνη η υπολανθάνουσα αίσθηση... νόμιζε, πως εκείνη τη στιγμή είχε την πιο μεγάλη ανάγκη της τροφής, που είχε ανακαλύψει -νιώσει: Ελευθεριά!
Τότες, ούτε θα μικραίναν τα μάτια του· ούτε κομάρες· ούτε ατονία.
Αισθανόταν, ψιλά - ψιλά κομπαλάκια ιδρώτα στο χνουδιασμένο μουστάκι.
Και πείνα, πείνα.
Μια μυρωδιά κρεμμυδίλας -σαν πλακί πατάτες, μπακαλιάρος... Τού ερέθισε πιο πολύ την επιθυμία κι ένας θυμός μαζί.
Ένας θυμός χωρίς αιτία, αντικείμενο· διάχυτος θυμός -μόλις άνοιξε την εξώπορτα. Στην κουζίνα η μητέρα με τη Διαμάντω ανασκουμπωμένες στο φαΐ...
Η Διαμάντω ίδρωνε... και ξυπόλυτη... Τα χοντρά της πόδια... τα δάχτυλα, τα νύχια μ' ένα μαύρο χυμό πλαισιωμένα...
Την τρώγαν οι μύγες και δώστου κι έξυνε τις γάμπες, και σχηματίζουνταν στις γάμπες κάτι άσπρες -ωχρές γραμμές απ' τα νύχια της... Μια αγωνία όλο ευχαρίστηση.
Δεν αηδίαζες καθόλου.
Άφησε τα βιβλία και πέρασε στην κουζίνα· ο μεγάλος αδελφός θα 'ρχόταν στις δύο και μισή -Σάββατο· η Θάλεια θα 'τρωγε στο γραφείο, γιατί θα κατέβαινε στα μαγαζιά για κάτι ψώνια...
Ύστερα, πήρε μια στρυφνάδα το πρόσωπό του· μια δυσαρέσκεια πολύ αισθητή κι εκφρασμένη με γκριμάτσες... Και ζάρες στο μέτωπό του· το 'να του μάτι -το δεξί, να μικραίνει. Πλησίασε στο φουρνέλο και κοίταξε το φαΐ, που χόχλαζε. Δεν τού άρεσε καθόλου αυτό το φαΐ. Μια περισσότερη δυσαρέσκεια... Αυτή κάπως δικαιολογημένη, πιο εξωτερική βέβαια -αφελής.
Μια τέτοια ώρα -μία και τέταρτο, ο κόσμος που έρχεται κουρασμένος θέλει και να φάει, ν' αναπαυθεί.
Ακόμα το φαΐ βράζει και δε ρίξατε ούτε τα χόρτα.
Πρέπει και να στοχάζεται κανείς, πρέπει και να στοχάζεται.
Η φλέβα πάνω απ' τ' αριστερό τσουλούφι κατακόκκινη, όλο δύναμη και σπασμούς. Η μητέρα ανακάτευε με το κουτάλι κι η Διαμάντω καθάριζε το σέλινο -έξυνε και τη γάμπα. Το μικρό δαχτυλάκι του δεξιού ποδιού πιο θρεμμένο από ό,τι πρέπει και καβαλικεμένο στο πλαϊνό· πιο θρεμμένο απ' ό,τι πρέπει... Στ' αντικρινό τζάμι καθώς ήταν αντηλιά, είδε το πρόσωπό του, λίγο θαμπά βέβαια, μα με μια ανεξίτηλη αυστηρότητα, ανεπιτήδευτη...
Σουλάτσερνε στο χαγιάτι...
«Βέβαια, εσείς μού κάθεσθε εδώ και δε ρωτάτε την κούραση και μ' αυτή τη ζέστη...» Είναι αναισθησία αυτό· ο Δήμης σουλάτσερνε· οι γυναίκες μιλιά· η μητέρα ανακάτευε το φαΐ, κι η Διαμάντω το σέλινο. Μιλιά.
Στο πρόσωπο της μητέρας, μόλις διέκρινες, ένα λεπτό - λεπτό, ακούσιο μειδίαμα όχι υπεροχής.
Η Διαμάντω καθάριζε τα χόρτα και, πότε - πότε, ανέμιζε με τις απαλάμες της τα πόδια.
Ε... αυτό δε γίνεται πάντοτε... έχεις δίκιο παιδί μου, μα... και με τέτοια ζέστη... βέβαια έχεις δίκιο...
Αυτός ο Λάμπρος τα φταίει... Θα σού δώσει το ζαρζαβατικό και θα σε πιάσει μια ώρα στην κονταδούρα...
Για τα μαλαματένια δόντια του, σαν ήταν αρραβωνιασμένος κάποτε· το σημάδι στο αριστερό μάγουλο από μαχαιριά, σαν ήταν στην Αίγυπτο, μ' έναν αράπη... Ζευζεκιές... Έχεις... δίκιο... Δε θ' αργήσουμε. Η Διαμάντω έξυνε τη γάμπα της πάλι, με μια ευχαρίστηση στο πρόσωπό της. Απ' τον αγέρα άνοιξε το παράθυρο της σάλας, ανεμίστηκαν οι στόφινες κουρτίνες, ένα μπιμπλό έπεσε απ' την εταζέρα και σκόνη, σκόνη. Ο Δήμης βρήκε ασχολία στην ταχτοποίησή τους.
Έριχνε κλέφτικες ματιές στον ορθογώνιο καθρέφτη της ντουλάπας, που τού έδειχνε πάντα το πρόσωπο με κάτι σκιές, φωτεινές παραλλαγές, κάτι επίπεδα στα μάγουλα, στη μύτη... και πάντα τους βολβούς των ματιών άνισους...
Και το δεξιό μάγουλο πιο φουσκωτό, έτσι, πόσο υπόφερνε μα, τι να κάνει, αναγκαζόταν πάντα να κοιμάται απ' το δεξί και κάποτε να το πιέζει... να το χαϊδεύει και μ' ένα οίχτο, σαν σε άρρωστο άνθρωπο... Για το άλλο μάγουλο καμιά στοργή, όλο το τραβούσε προς τα έξω με τσιμπήματα. Σαν ξαναγύρισε στην κουζίνα οι γυναίκες πολεμούσαν ακόμα.
Η μητέρα έπλενε τα χέρια της στο μουσουλούκι (1) και μια συντριβή, ένα λεπτό - μαλακό, μειδίαμα· μια συντριβή κι ένα τέλος, μια λύση, που την περίμενες από καιρό· μια αγαθότητα.
Όπως βλέπει μια χωριάτισσα, φτωχιά, το γιο της δικηγόρο στην πρωτεύουσα, ύστερα από πολλά χρόνια.
Η Διαμάντω σήκωνε το μαλλί που αδιάκοπα την εμπόδιζε στο καθάρισμα...
ΙΙ
Τ' απόγεμα κατά τις επτάμιση βγήκε για το συνηθισμένο του περίπατο. Να, έτσι για λόγους υγείας, ευεξίας...
Η μητέρα ούτε πήγε στο δωμάτιό του να δει, ούτε κι από τ' απάνω σκαλί τον παρακολούθησε με το βλέμμα, ώσπου θ' άνοιγε την πόρτα. Ούτε: «Μην αργήσεις...»
Τίποτα.
Έξω, κατά σύμπτωση, συνάντησε δυο παλιούς συμμαθητές, που από καιρό, δυο χρόνια, είχαν παρατήσει τα γυμνασιακά μαθήματα (το μαλλί αφομοιωμένο με το κρανίο σχεδόν· μπριγιαντίνες - μπριγιαντίνες· η τσάκα (2) του παντελονιού ξυράφι...)
Αυτούς τους αντιπαθούσε· πολύ τους αντιπαθούσε.
Και στο σκολειό ούτε βλέμμα, ούτε μιλιά. Τους αντιπαθούσε. Το χοντρό πολύ τον σιχαινόταν, πολύ...
Μα, τους χαιρέτησε, και έτσι κοντοστάθηκε και έξυσε το σαγόνι του... Είχαν και να ιδωθούνε δυο χρόνια· θα 'χαν αλλάξει βέβαια, μα πάντα οι ίδιοι, πάντα στο ίδιο πλαίσιο, στο ίδιο...
Ο ένας κατάχλωμος, κοντός, με τη γωνιά της μύτης βαθουλιασμένη.
Ο Δήμης στάθηκε· χαμογέλασε.
«Τι γίνεσαι; Τελειώνεις; Ε... έτσι είναι... εμείς βλέπεις... Τώρα τι να πεις. Πάει πια...» είπε ο πιο υποφερτός· ο άλλος ξεσκόνιζε το παντελόνι του, γιατί είχε περάσει κάποιο αυτοκίνητο...
Στρίψανε, έως στην αρχή ασυνείδητα, απ' την ασφαλτόστρωτη λεωφόρο· ύστερα πια είπαν να κάνανε κι έναν περίπατο, ή να καθόντουσαν πουθενά. Η Δήμης περισσότερο εξοικειωμένος· σχεδόν, έτσι δειλά - δειλά, αφομοιωμένος.
Κάποια κυρία, πενηντάρα, χοντρουλή, με τα μαύρα και κρέπια, πέρασε δίπλα του. Τα παπούτσια της σκονισμένα, όλο ζάρες μπρος, και τρίζαν, σαν καινούργια... Δεν ήταν όμως και παλιά. Και τον έκανε να σκεφθεί το σπίτι του: το μεγάλο αδελφό, τη Θάλεια· τη μητέρα· κι όλη τη μεσημεριάτικη ατμοσφαίρα του μαζί με τη Διαμάντω.
Η παρέα στην αρχή βέβαια όχι και πολύ ευχάριστη· ύστερα περισσότερο, όταν πέρασαν τ' αραιά σπίτια και προχωρούσαν προς τα πιο ανοιχτικά, όπως θα 'πρεπε· εντελώς όπως θα 'πρεπε· ευχάριστη η παρέα.
Απ' τον περίπατο καταστάλαξαν σ' ένα απομονωμένο καφενεδάκι...
Το φεγγάρι ολοκάθαρο και πιο μακρυά μερικά κατάλευκα σύννεφα, αραιά - αραιά και διάφανα σαν αχνός.
Μερικές μπιρίτσες, τσιγάρα, καπνοί, γέλια.
Γελούσε και κείνος τις πιο πολλές φορές κούφια, εντελώς κούφια.
Μια σερενάτα με βιολί και κιθάρα από παρέα· ένας με το σακάκι φορεμένο ίσα με τον ώμο το δεξιό, και σκλήριζε, μια ψιλή - ψιλή, φωνή αντιπαθητική -πρίμος· οι άλλοι συνόδευαν ευλαβικά. Ύστερα κάνανε και αστεία: Τον πετεινό, την κότα, μερικές μιμήσεις φωνών και κινήσεις απόντων προσώπων.
Οι παλιοί συμμαθηταί σταθήκαν λίγο για ν' ακούσουν.
Ο Δήμης κοιτούσε αόριστα ένα γειτονικό δέντρο ακουμπώντας το πόδι πάνω σε μια καρέκλα.
Μικρή σιωπή.
«Εμ... τι καημένε... πρέπει να ζήσεις... να ζήσεις... Τι νομίζεις πως είναι, τι; Εμείς κι ακόμα... μόλις βγήκαμε απ' τ' αυγό...»
Ο Δήμης δε μιλούσε· κοιτούσε σκεφτικός· οι παλιοί συμμαθηταί μ' ευλάβεια.
«Βέβαια... βέβαια αυτό είναι», είπε κατεβάζοντας το πόδι και προσηλώνοντας το βλέμμα του επάνω τους και στο τραπεζάκι. «Βέβαια, βέβαια, έτσι είναι... Ε, τι να πεις...» ξανάπε αποφθεγματικά. Ακούγονταν ακόμα μερικές άναρθρες φωνές: «εις την κλίνην που μένεις θεαααά...» έτσι, που ο κοντός - άσχημος, με το παντελόνι σαν ξυράφι, γέλασε· γέλασε, λίγο ηλίθια, κούφια... ζωώδικα.
«Πρέπει να ζήσεις, πρέπει...» είπε κι ο άλλος, ο πιο υποφερτός.
Κατά τις έντεκα σηκώθηκαν.
Ο Δήμης θέλησε να τα πληρώσει και κείνοι χωρίς να τον εμποδίσουν. Μ' ευγένεια...
Απ' το δρόμο περνούσαν αυτοκίνητα με παρέες, γέλια, πειράγματα· γέλια λεπτά - λεπτά, χαριτωμένα -γυναικεία.
Μακρυά, πάνω σε μια καμπύλη νοητή γραμμή, φάνηκαν κάτι φωσάκια, που κινιόντουσαν, πλαισιωμένα σε μαύρο φόντο και κινιόνταν.
Διάφορου μεγέθους -ο σιδηρόδρομος της Λαρίσης.
Μια διαπεραστική ψυχρίτσα τούς λόχευε, μα και πιο πολύ το Δήμη, που ασυνήθιστος (Μα βέβαια, έτσι μόνο από τις επτάμιση και για λίγο· έτσι για ευεξία, υγεία...).
Στη στροφή, που ήταν κι η στάση των αυτοκινήτων, τούς έδωσε το χέρι.
«Πάλι να ξανασυναντηθούμε, πάλι... Εμ... έτσι, πρέπει και λίγο...» είπε ο υποφερτός.
Κι ούτε «ευχαριστούμε», τίποτα.
Μόνο, σαν προχώρησαν μερικά μέτρα, γύρισαν και τον κοίταξαν· και κείνος μα, έτσι πλάγια, πως κοιτούσε αλλού, στο κιόσκι το παιδί, που ήταν ανασκουμπωμένο και διάβαζε κάτι φυλλάδια «Η άμαξα υπ' Αριθμόν 13». Έτσι, δειλά - δειλά, τούς κοίταξε.
Εκείνοι, σα να χαμογελάσαν, μ' ένα μειδίαμα αόριστο, υπονοούμενο. Ο Δήμης άνοιξε την πόρτα -μισογυρτή, και μ' όσο πιο αέρα μπορούσε ανέβαινε τις σκάλες.
Ανέβαινε τις σκάλες, όπως το μεσημέρι, όταν περνάς κι έχεις δίκιο... Απ' την κλειστή πόρτα της κουζίνας διακρινόταν φως και ομιλίες, πατήματα. Μπήκε στο δωμάτιό του κι άρχισε να γδύνεται· κοιτούσε και κάθε λίγο απ' τη χαραμάδα της πόρτας του προς την κουζίνα.
Δεν ακουγόταν τίποτε. Ούτε πατήματα. Ένα αυτοκίνητο πέρασε κι έδωσε κίνηση στην αδράνεια.
Για μια στιγμή, σιγά - σιγά, η πόρτα της κουζίνας άνοιξε κι έμεινε έτσι γυρτή. Μ' ένα παρατεταμένο τρίξιμο... Έσκυψε απ' τη χαραμάδα και κοίταξε. Ήταν η Πίσα, η γάτα τους, που κουλουριαζόταν νωχελικά. Μια χοντρή αράδα φωτός περεχύθηκε στα πλακάκια του χαγιατιού.
Ύστερα ξαπλώθηκε στο κρεβάτι και με μια μυστικοπάθεια. Περίμενε. Περίμενε, πολύ περίμενε κι ανυπομονούσε.
Ανυπομονούσε να 'ρθει ο αδελφός του, η μητέρα του, η Θάλεια και η Διαμάντω από πίσω, δειλά - δειλά, να βλέπει με το χέρι στο στόμα... Ήθελε να τού φωνάζουν· να παραφερθούν... Ανυπομονούσε πολύ. Να 'ρχονταν...
Και μια συγκίνηση έτσι, σα νανούρισμα μικρού παιδιού, που το κουνούσαν στο λίκνο του...
Μια συγκίνηση, που τού θύμιζε τα μικρά του χρόνια. Κάτι χάδια, κάτι νανουρίσματα, κάτι, λεπτά - λεπτά φορέματα και που τον παίρναν απ' το χέρι, όλο καμάρι, για τον περίπατο· με μακριές κατάσγουρες, ξανθές μπούκλες...
Αθανασιάδης Τάσος
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»
Αλεξάνδρεια, Ιανουάριος 1931
Σημειώσεις:
(1) μουσ(ου)λούκι: Τενεκεδένιο δοχείο γύρω στο μισό μέτρο ύψος με μια βρυσούλα πολύ μικρού διαμετρήματος στο κάτω μέρος. Το μουσλούκι κρεμόταν στην κουζίνα ή στην αυλή και κάτω από τη βρυσούλα υπήρχε λεκάνη μπακιρένια ή και χτιστή
(2) τσάκα (η): τσάκιση

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου