Ο γιατρός ο Μένεγος μπαίνοντας στον αυλόγυρο της εκκλησίας είδε, μέσα στους άλλους τρεις - τέσσερις ζητιάνους, και μια γυναίκα μαυροφορεμένη, ως εξήντα ετών. Στεκόταν ταπεινή και σιωπηλή σε μια γωνιά και περίμενε την ελεημοσύνη των χριστιανών. Τού φάνηκε γνωστή του γυναίκα και πριν ακόμα προφθάσει να τη θυμηθεί, ένα συναίσθημα πόνου τον έτσουξε. Σταμάτησε για μια στιγμή και μαζί μ' αυτόν ο φίλος του, γιατρός κι αυτός, που τον συνόδευε. Τη γνώρισε καλά, ναι, αυτή ήταν, η Ευφροσύνη, δεν υπήρχε αμφιβολία, μ' όλο που ήταν τρομερά καταβεβλημένη και με το ένα χέρι της βλαμμένο. Ο πόνος του έγινε πιο πραγματικός και πιο βαθύς, και μαζί μ' αυτόν στην ψυχή του ένιωσε ένα σωρό συναισθήματα να κυκλοφορούν, κάτι σα ντροπή, σαν ξεφύλλισμα ενός δροσερού άνθους που ήταν μέσα του, σαν κτύπημα στη συνείδησή του, σα νοσταλγία, σαν αλτρουισμός. Θα 'θελε να πήγαινε κοντά της, να τής έπιανε το χέρι, να τής το 'σφιγγε με θέρμη και να τής έλεγε:
«Θυμάσαι, Εσμέ, θυμάσαι; Τι κάνει ο υπαστυνόμος ο Τούρκος, που αλλαξοπίστησες γι' αυτόν; Και μένα το δασκαλάκι σου, με θυμάσαι;»
Μα ήταν γιατρός σήμερα, επίσημο άτομο στην κοινωνία, κι η θέση του δεν επέτρεπε τέτοιο αστείο. Είπε «αστείο», και όμως ένιωθε πόσο ήταν αληθινό και πόσο ήταν ψυχική ανάγκη αυτό που ήθελε να κάνει. Σαν άγνωστος μπροστά σε άγνωστη, έβγαλε ένα ασημένιο νόμισμα, το 'δωσε στη ζητιάνα και γύρισε τις πλάτες του προχωρώντας προς την εκκλησία. Πίσω του άκουσε μια φωνή γεμάτη ευγνωμοσύνη:
«Ο Χριστός κι η Παναγία να σ' ευλογά, κύριέ μου».
Η φωνή αυτή ήταν πολύ γνωστή του, ήταν σχεδόν απαράλλακτη όπως την άκουε προ δεκαπέντε χρόνια, μια φωνή μαλακιά και γλυκιά, που βρήκε αμέσως απήχηση στις εσώτερες χορδές του.
Ο φίλος του, κάπως περίεργος, τον ρώτησε γιατί τόση ευσπλαχνία.
«Μια γνωστή μου φτωχιά γυναίκα. Θα σού πω άλλη φορά μια ιστορία», απάντησε ο Μένεγος, μα κατά βάθος δεν ήθελε ούτε στο φίλο του να πει τίποτε.
Προχωρώντας στην αυλή πέρασε από το διαμέρισμα που χρησίμευε για Δημοτικό Σχολείο, εκεί που στέγασε μια ολόκληρη παιδική ζωή. Πόσοι φόβοι, πόσες συγκινήσεις, πόσες αθώες χαρές μέσα στα δωμάτια εκείνα, μέσα στην αυλή που περνούσε!
Λίγο πιο πέρα και να η μικρή εκκλησία του Άι - Γιώργη. Είναι σαν πιο μικρή ακόμη απ' ό,τι την ήξερε, όλα είναι σα στενόχωρα, σα γερασμένα, πράγματα και πρόσωπα, μα όλα τού γεννούν νοσταλγία, τρυφερά συναισθήματα, μια ανοιξιάτικη πρασινάδα απλώνεται στο εσώτερο εγώ του. Να, η γλυκιά φωνή του δεξιού ψάλτη ακούεται πάλι και την ώρα που, προχωρημένος πια στο βάθος της εκκλησίας, σταματά, ξεχωρίζει το ευφρόσυνο:
«Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος».
Ο Μένεγος είναι συγκινημένος. Νομίζει ότι είναι δεκαπέντε ετών παιδί, όλα μέσα του είναι ελαφρά και τρυφερά. Θαρρεί πως μόλις χθες ήταν πάλι εκεί, μόλις λίγες μέρες, λίγες ώρες πέρασαν από την τελευταία φορά που ήρθε στην εκκλησία. Έχει μάθημα να μελετήσει απόψε, αύριο πάλι θ' αντικρίσει τον αυστηρό καθηγητή με το ψαρό γενάκι και τα μεγάλα ματογυάλια. Κι έρχεται πάλι στο νου του η Ευφροσύνη, σαράντα ετών εκείνη τότε, αυτός μόλις δεκαπέντε. Παιδιακίσια πράγματα, αστεία πράγματα, ξαναείπε, και θέλει να σοβαρευθεί, να βρει τον επιστήμονα, μα όχι, δεν είναι αστεία, είναι ψυχική ανάγκη και δε μπορεί να ξεφύγει, ζει τη ζωή του μικρού μαθητού. Όλοι γύρω τον κοιτάζουν με σεβασμό, σχεδόν με θαυμασμό, καμαρώνουν τον σπουδαίο γιατρό που τους ήρθε από την Αθήνα, γέννημα του τόπου τους, παιδί από φτωχούς γονιούς. Είναι αλήθεια ωραίος άνδρας, το ξέρει κι ο ίδιος, με αψηλό κανονικό ανάστημα, ωραία καστανά μάτια, πλούσια μαλλιά και ξανθό - ξανθό γενάκι. Και μικρός ήταν έτσι ομορφόπαιδο... Κι άλλη μια φορά θέλει ν' αφήσει αυτά τα παιδιακίσια πράγματα. Αλλά καταλαβαίνει πως δε μπορούσε να ξεχάσει ένα τέτοιο ζωντανό και σημαντικό επεισόδιο της ζωής του, το μεγάλο άλφα της ζωής του. Αυτή ήταν η γυναίκα που πρωτογνώρισε, σ' αυτήν έδωσε παρθένο όλο τον εαυτό του, το τρυφερό του σώμα μέσα στα φαρδιά στήθη της σπαρτάρισε κι ένιωσε τους πρώτους ηδονικούς σπασμούς. Τι σωματική θυσία τότε, τι λιβανωτός στη θρησκεία της Αφροδίτης!
«Αγοράκι μου, τρυφερό μου, αγγελούδι μου! Να σε φάω! Να σε ρουφήξω ζωντανό! Ακόμα λίγο, ακόμα λίγο, κι άλλο, κι άλλο, αχ, χρυσό μου αγόρι...»
Αυτά και χίλια άλλα γλυκόλογα τού 'λεγε η Ευφροσύνη με τη μαλακιά και παθητικιά της φωνή.
Τώρα η ίδια εκείνη φωνή τού έλεγε:
«Ο Χριστός κι η Παναγιά να σ' ευλογά, κύριέ μου».
Και μ' όλο που ήταν μια μουσική παραφωνία που τού πείραζε την ψυχική διάθεση, όμως, άθελά του, άκουε και ξανάκουε στ' αυτιά του να ηχούν τη φωνή της Ευφροσύνης και τη φωνή της ζητιάνας, και δε μπορούσε να πιστέψει πως ανήκαν σ' ένα και το ίδιο στόμα οι δυο φωνές.
Να κι ο Επίτροπος της Εκκλησίας με τη γυαλιστερή φαλάκρα, να κι ο παπα - Δανιήλ, κι οι δυο με τους δίσκους στο χέρι. Αυτοί σα να μη γεράσαν καθόλου, είναι οι ίδιοι όπως τους εγνώριζε, ιερά ερείπια.
«Για βοήθεια της εκκλησίας», είπε ο ένας.
«Βοήθεια για τους φτωχούς», είπε ο άλλος.
Κι ο Μένεγος έδωσε τον οβολό του για τους φτωχούς.
Ω, να, να, εκεί κοντά στο σκάμνο (1) του Προξένου στέκεται ο δάσκαλός του, ο αυστηρός, ο τρομερός, με τα γυαλιστερά μάτια και το μυτερό γενάκι. Άσπρισε πολύ, γέρασε πια ο καημένος. Πώς ήθελε να τον πλησιάσει τώρα, να τού φιλήσει το χέρι με θέρμη και ευγνωμοσύνη!
Ο Μένεγος βλέπει πως όλοι τον παρακολουθούν, τον κοιτάζουν με συμπάθεια, με περηφάνια. Κι αισθάνεται μια λαχτάρα ζωηρή, ν' ανέβει εκεί, πάνω στο σκάμνο που είναι δίπλα του, και να φωνάξει:
«Αγαπημένοι μου συμπατριώτες, πόσο σάς αγαπώ, πόσο τρυφερά και πόσο ζεστά με κάμνετε να αισθάνομαι!»
Και πάλι θέλει να βρει την ψυχραιμία του, τον ακαδημαϊσμό του, και διερωτάται πώς ξέφυγε από την επιστημονική του βάση. Είναι γεμάτος νοσταλγία κι αφήνεται να είναι μόνο ο ανήλικος μαθητής. Μ' όλο που δε θέλει πια να πιστεύει στη θρησκεία κι ήρθε στην εκκλησία μόνο για τον τύπο, ο λιβανωτός κι οι ψαλμωδίες σήμερα τον συγκινούν.
Όλοι τον θαυμάζουν γύρω, ενώ αυτός λικνίζεται μέσα στο θαύμα της παιδικής ψυχής.
Ο παπα - Δανιήλ, σκυφτός, τρεμουλιαστός, λέει πάλι από τη θύρα του ιερού το: «Δι' ευχών των Αγίων».
Η ζητιάνα στεκόταν πάντα στην ίδια θέση έξω στην αυλή. Περνώντας δίπλα της, έπιασε ελαφρά το χαλασμένο της χέρι και τη ρώτησε τι τής συνέβη.
«Μού το 'σπασε ο υπαστυνόμος, κύριέ μου», αποκρίθηκε αυτή.
«Ποιος υπαστυνόμος;»
«Ο Μεχμέτ εφέντης, κύριε».
«Και γιατί;»
«Γιατί ήταν μεθυσμένος και γιατί ήθελε να είμαι πάντα Τούρκισσα... Μα εγώ μετάνιωσα, μετάνιωσα... Ξαναγύρισα στην πίστη μου».
«Α, έγινες Τούρκισσα; Και γιατί;»
«Εκείνος με φοβέρισε... Είχα και την ανάγκη του... Μα μετάνιωσα γρήγορα, κύριέ μου, είναι δεκαπέντε χρόνια που είμαι πάλι χριστιανή. Η Παναγία κι ο Χριστός να με συγχωρέσουν».
Έβαλε το σταυρό της, ενώ ένα δάκρυ σαν καθαρό διαμάντι κύλησε στα μάγουλά της.
Ήταν γερασμένη τρομερά, χωρίς ηθικό, ετοιμόρροπο ερείπιο, μ' όλο που δεν ήταν περισσότερο από πενήντα πέντε ετών. Το μούτρο της ήταν γεμάτο ρυτίδες βαθιές με τα ίχνη του πόνου και της μιζέριας χαραγμένα, τα μαλλιά ήταν σχεδόν όλα άσπρα, τα περισσότερα δόντια τής έλειπαν. Όλο το σώμα της ήταν ακάθαρτο, με δυσκολία σκεπασμένο από παλιά και λερωμένα ρούχα. Κι όμως στα μάτια της, κάτω, σε μακρινό βάθος, φαινόταν κάτι ακόμα από την πρώτη φλόγα και ζωηράδα τους.
Ο Μένεγος ήθελε να πει στο φίλο του την ιστορία που τον ένωνε με τη γυναίκα αυτή, μα πάλι προτίμησε να σιωπήσει. Τού είπε απλώς πως τη θυμάται από μικρός, ήταν μια φτωχιά, βασανισμένη γειτόνισσά του. Αλλά μέσα στο μυαλό του περνά σιωπηλά μια ζωή έντονη που ήταν γι' αυτόν η πρώτη συνείδηση του ατομισμού του. Πού ανέβηκε αυτός και πού ξέπεσε εκείνη! Ήταν και τότε δυστυχισμένη γυναίκα, χήρα, έρημη, απροστάτευτη. Αλλά το χέρι της; Το χέρι της; Μπορούσε και να μην τής το 'σπαζε ο Τούρκος, αν έμενε πάντα μαζί του. Κι ίσως το σπάσιμο του χεριού, με το να μη μπορεί να ξενοδουλέψει, να 'ταν η αφορμή που κατάντησε ζητιάνα. Φταίει αυτός ίσως· ναι, αυτός ο ίδιος, που τής έκανε το δάσκαλο και με το φανατισμό του την επρότρεπε να φύγει από τον Τούρκο, να ξαναγυρίσει στους Χριστιανούς. Ήταν δα κι αυτό ένα πρόσχημα με το οποίο γελούσε τους αθώους γονείς του. Τής έκανε τάχα το δάσκαλο, την κατηχούσε για να γυρίσει στους κόλπους του Χριστού. Κι έτσι κάθε μέρα πότε ερχόταν εκείνη σπίτι τους και πότε αυτός πήγαινε στο δικό της, όταν ο υπαστυνόμος έλειπε σε υπηρεσία ή σε κανένα χωριό. Και γινόντουσαν τότε δυο ειδών μαθήματα. Κείνη τού έκανε τη δασκάλα κι αυτός το δάσκαλο.
Οι ψευτιές όμως έγιναν αλήθειες τρομερές σιγά - σιγά. Στην αρχή είχαν ριχθεί με όλες τες φυσικές τους δυνάμεις στη θρησκεία του υλισμού, στην οποία θυσίασαν αλύπητα τα σώματά τους. Κατόπι εκείνος ένιωσε μέσα του να γεννιέται ζωηρός ένας ατομισμός. Είχε ήδη μια γυναίκα ερωμένη, και θα 'παιζε επί πλέον ένα ρόλο θρησκευτικό και κοινωνικό! Κι ενώ πρώτα η θρησκευτική και εθνική διδαχή του ήταν ένα πρόσχημα, τώρα έγινε ιδεολογία, φιλοδοξία, σκοπός. Μ' όλο που η Εσμέ τού έλεγε ότι δεν είχε πού την κεφαλήν κλίναι αν άφηνε τον υπαστυνόμο και ότι ακόμη φοβόταν μήπως εκείνος την εκδικηθεί, αυτός επέμενε στην κατήχηση και στην αξίωσή του. Δεν υπήρχε στη γη πιο ένδοξο έθνος από το ελληνικό, ούτε θρησκεία πιο αληθινή από τη χριστιανική. Αργά ή γρήγορα ο Θεός θα την τιμωρούσε αυστηρά γι' αυτό που έκανε, ν' αρνηθεί τον μονογενή υιόν του. Κι ο Αλή - πασάς αγάπησε μια Ευφροσύνη, που 'ταν νέα και πεντάμορφη, και την είχε ντυμένη στα ολόχρυσα, μα εκείνη προτίμησε να πέσει στη λίμνη και να πνιγεί παρά να μείνει γυναίκα του. Γιατί και ψέματα έλεγε ακόμη ο Μένεγος για να επιτύχει την κατήχησή του.
Μ' αυτή την καθημερινή διδαχή είχε ποτισθεί, είχε συμμορφωθεί η Εσμέ και προσπαθούσε να βρει στήριγμα, έστω και ξενοδουλεύοντας, για ν' αφήσει τον Τούρκο. Ύστερ' από τρία χρόνια κακό δρόμο, το απολωλός πρόβατο θα ξαναγύριζε στη μάνδρα του ποιμένος. Ούτε τον αγαπούσε τον Μεχμέτ, ούτε το ψωμί του ήταν πια γλυκό. Έτυχε να πεινάσει, να περάσει μαύρες μέρες, κι ο Θεός θα τη συγχωρούσε γι' αυτό που έκανε, ν' αλλαξοπιστήσει, για να σωθεί.
Έτσι πέρασε ένας χρόνος αφ' ότου ο Μένεγος με τους γονείς του πήγε και κατοίκησε στη γειτονιά της. Τώρα πια τελείωσε το Γυμνάσιο και με τη βοήθεια ενός πλούσιου θείου του θα πήγαινε στην Αθήνα να σπουδάσει. Το εθνικοθρησκευτικό του έργο έμενε ακόμη ατέλειωτο όταν έφευγε, μα να, τώρα, ύστερ' από δεκαπέντε χρόνια, το βρίσκει τελειωμένο. Μα σήμερα δεν είναι περήφανος για το έργο του αυτό. Αισθάνεται πόνο και κάποιο βάρος στη συνείδηση. Κάθεται στο γραφείο του και σκέπτεται όλ' αυτά και, μ' όλο που τώρα μόλις γύρισε από την εκκλησία, σκέπτεται το ψέμα που κλείουν οι θρησκείες, τα μίση και τες συμφορές που προκαλούν οι εθνισμοί. Δεν είναι πια τρυφερά συγκινημένος, έφυγε από μέσα του το παιδί. Τώρα είναι ο άνθρωπος της σκέψης, ο λειτουργός της επιστήμης. Σχίζει και κόβει κάθε σάπιο, είτε σώμα είναι, είτε ιδέα. Η Αλήθεια είναι η θρησκεία του. Η σκιά της Ευφροσύνης είναι μπροστά του, τη βλέπει τυλιγμένη μέσα στη δυστυχία, γηρασμένη, ζητιάνα, και με σπασμένο ακόμη το χέρι που έπρεπε να πάρει τον οβολό. Καταλαβαίνει, ναι, τώρα πως δεν είναι πια παιδί με την ελαφρή ψυχή όπως ήταν προ ολίγου, είναι ο ψημένος εργάτης της Επιστήμης. Ναι. Κι όμως γιατί δεν είναι και τόσο ήρεμος, τόσο ψύχραιμος; Είναι ψυχικά ενοχλημένος ενόσω βλέπει την Ευφροσύνη με το σπασμένο χέρι. Τού φαίνεται σαν ένα σύμβολο που εικονίζει το ψέμα κάθε θρησκείας, κάθε εθνισμού, κάθε κοινωνίας. Αν ήταν ζωγράφος ή γλύπτης, έτσι θ' απεικόνιζε το κατάντημα των ανθρώπων που τρέφονται με το ψέμα: Μια ζητιάνα με σπασμένο το δεξί χέρι. Και πάλι λέει: Το σύμβολο αυτό το ζωντανό που ήταν μπροστά του, ήταν έργο δικό του. Ναι, δικό του. Μόνο, αντί να αισθάνεται δόξα για το έργο του αυτό, αισθάνεται ένα κτύπημα στη συνείδησή του.
Κιτρόπουλος Γιώργος
Περιοδικό «Αλεξανδρινή τέχνη»,
τεύχος 2, 1927
Σημειώσεις:
(1) σκάμνος (ο): το στασίδι, καθένα από τα ξύλινα καθίσματα που είναι τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο κατά μήκος των τριών πλευρών του κυρίως ναού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου