Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

ΟΙ ΆΝΑΝΔΡΟΙ!

   
   Εις την γωνίαν του θερμοκηπίου, κάτω από το πλατύ φύλλωμα μεγάλου φυλλόδενδρου, ενώ από μακράν έφθανον οι ήχοι καδρίλλιας (1) και ο θόρυβος του χορού, ο νέος ήκουε την γραίαν θείαν του στρέφων στενοχώρως το κρόσσι της πολυθρόνας.
   Κάποια πάλη και προσπάθεια που εγίνετο μέσα εις την ψυχήν του, εζωγραφίζετο  καθαρά επάνω εις την φυσιογνωμίαν του. Και η πολύπειρος θεία εννοούσα τι συνέβαινε, έκαμνε ακόμη πειστικοτέραν την φωνήν της, εδιπλασίαζε  τα επιχειρήματα και τους λόγους της.
   Ήτο ένα συνοικέσιον, που δεν έπρεπε ν' αφήσει! Το κορίτσι το ήξευρε τι ήτο... όπως ολίγα εις την σημερινήν εποχήν... Εύμορφο, πλούσιον, ανεπτυγμένον... Και τον αγαπούσε... αυτό δα δεν ήτο πλέον μυστικόν δια κανένα... έδειχνε  την προτίμησίν  της φανερά... Εκείνη, μα την αλήθεια...  δεν έβλεπε καλά - καλά τι τού εζήλευε του ασχημανθρώπου... ας ήταν και ανεψιός της...
   Και τώρα έκαμνε και τα νάζια του ο κύριος... αγαπά λέγει άλλη...  Ανοησίαις...  Μία άλλη η οποία ούτε γύριζε καν να τον ιδεί... Ορίστε πράγματα!... Ν' αφήνει αυτό το τέλειον κορίτσι που τον κοιτάζει στα μάτια δια να τρέχει οπίσω απ' αυτήν την καμωματού που κάμνει τον καμπόσο... Α! Αν ήταν αυτή εις την θέσιν του θα τής έδειχνε...
   Έκφρασις πικρίας εχύνετο επάνω εις το πρόσωπον του νέου.
   «Όχι! Θεία... μη μιλάς έτσι γι' αυτήν», διέκοψε. «Μήπως είναι σφάλμα της ότι δεν μ' αγαπά;... Δεν  μ' αγαπά... ετελείωσε!... Αυτά τα πράγματα δεν παραγγέλλονται».
   «Έστω! Δε σ' αγαπά... αλλά μια γυναίκα με καρδιά, όταν βλέπει έναν άνθρωπο να ζει τόσα χρόνια γι' αυτήν δεν ημπορεί παρά να αισθανθεί κάποιαν συμπάθειαν... κάποιον  οίκτον επί τέλους!... Είναι τρόπος αυτός που έχει με σε; Άκουσέ με εμένα... αυτό το κορίτσι σ' επήρε πλέον από κάτω... μην ελπίζεις τίποτε!... Δεν θα σε κοιτάξει ποτέ αλλέως παρά ωσάν έναν αδιάφορον και ενοχλητικόν...»
   Τα χείλη του νέου συνεσπάσθησαν.
   «Και τι ωραίος ρόλος», εξηκολούθησεν εγγικτικώς η θεία. «Να βλέπεις τους άλλους να παιζογελούν μαζί της και συ να παίζεις το πρόσωπον του μελαγχολικού ή του ζηλιάρη... Μα την αλήθεια δεν σε συγχαίρω...»
   «Ω! Του ζηλιάρη... Ξεύρεις ότι δεν εταπεινώθην ποτέ έως εκεί...»
  «Ναι! Το ηξεύρω! Δηλαδή δεν το έδειξες από δύναμιν χαρακτήρος... Το αισθάνεσαι όμως και είναι το αυτό! Νομίζεις τάχα ότι δεν το εννοεί εκείνη;...»
   «Καλά! Τι θέλεις λοιπόν να κάμω;» διέκοψε ο νέος ανυπομόνως.
   «Να κάμεις ό,τι σού είπα! Να την περιφρονήσεις και να δώσεις το χέρι σου στο καλό αυτό κορίτσι που σού προσφέρεται με όλην την καρδιά και όλην  την ψυχήν του...»  
   Ο νέος έμεινε σιωπηλός, βασανίζων πάντοτε  το μεταξωτόν κρόσσι, με το βλέμμα κατά γης.
   «... Έπειτα αφού ηξεύρεις πόσον θα ευχαριστούσε το πράγμα και την καημένην  την μητέρα σου... Υπερηφάνεια και μητρική αγάπη δεν φθάνουν τάχα να σε αποσπάσουν από την τρέλαν αυτήν;»
   Άφωνος έσυρε μηχανικώς το μανδήλι και εσπόγγισε το μέτωπόν του.
  «Λοιπόν;...» εξηκολούθησεν επίμονος η θεία.
  «Λοιπόν... ίσως έχεις δίκαιον. Αυτό το πράγμα πρέπει να λάβει κάποιον τέλος...» είπεν εκείνος με προσπάθειαν. «Ακόμη όμως δεν ημπορώ να υποσχεθώ... Αφήσατέ με να κάμω ένα τελευταίον διάβημα,  να τής ομιλήσω μία τελευταίαν φοράν... Εάν έπειτα από μίαν ώρα τα πράγματα μένουν όπως τώρα, κάμετε ό,τι θέλετε... Ας γενεί το πεπρωμένον...»
   «Εύγε! Τώρα σ' αγαπώ!» είπε περιχαρής η θεία σχεδόν σφίγγουσα την κεφαλήν του εις τα χέρια της. «Τώρα είσαι λογικός. Βέβαια θα επροτιμούσα μίαν κατηγορηματικήν συναίνεσιν, αλλά μία ώρα δεν είναι τίποτε, και ελπίζω ότι δεν θα φέρει  καμίαν αλλαγήν εις την απόφασίν σου!»
   Ο ερωτευμένος εσήκωσε τους ώμους.
   «Λοιπόν... μία ώρα...» εξηκολούθησεν η θεία. «Είναι ένδεκα και πέντε. Εις τας δώδεκα και πέντε τελειώνει η προθεσμία! Rendez vous εδώ... εις την ιδίαν θέσιν... Εις τας δώδεκα και πέντε...» επανέλαβε τονίζουσα τας λέξεις.
   Και ελαφρά ελαφρά, ωσάν να έγινε πάλιν είκοσιν ετών απεμακρύνθη μέσα εις την καταφώτιστον σάλαν, από την οποίαν έφθανε πάντοτε ο θόρυβος του χορού.
 
   Εκείνος τότε μίαν στιγμήν εδίστασε. Έξαφνα όμως ωσάν να ελύγιζε την θέλησίν του επροχώρησε και αυτός εις την αίθουσαν, και έφερε γύρω ερευνητικώς το βλέμμα.
   Το πρώτον όμως πράγμα το οποίον συνήντησεν εις την επιθεώρησιν αυτήν ήτο έν άλλο βλέμμα γλυκύ και δειλόν, μαύρον μεγάλον βλέμμα αγάπης, το οποίον από έναν κύκλον τριών τεσσάρων νεανίδων με ανοικτόχρωμα φορέματα, εφαίνετο ωσάν να τον επερίμενε, ωσάν να κατεσκόπευε την εμφάνισίν του. Και ήτο τόσον αίσθημα και δειλία, τόση γλυκύτης και αφοσίωσις εις την έκφρασιν αυτήν, ώστε ο νέος  ησθάνθη τον εαυτόν του στενοχωρημένον.
   Απέστρεψε τότε το πρόσωπόν του ωσάν τάχα να μη διέκρινεν, και εξηκολούθησε την έρευνάν του.
   Εις το αντίθετον άκρον της αιθούσης κομψή ξανθή με μεγάλους γαλανούς οφθαλμούς, συνομιλούσα με έναν ανθυπίλαρχον φέροντα τα σειρήτια του υπασπιστού, εκράτησε την προσοχήν του.
   Αποτόμως το αίμα εμαζεύθη εις την καρδιάν του και σχεδόν έχασε το θάρρος του.
   Αλλ' από την πτυχήν η οποία εσχηματίσθη εις το μέτωπόν του, εφάνη καταβάλλων όλην του την δύναμιν και επροχώρησεν αποφασιστικώς.
   Επωφελούμενος ενός διαλείμματος της συνομιλίας μεταξύ αυτής και του αξιωματικού επλησίασε.
   «Δεσποινίς», είπε με ελαφράν συγκίνησιν εις την φωνήν, «ήθελα να σάς παρακαλέσω κάτι...» 
   Εκείνη έστρεψε και τον εκοίταξε.
   «Να με παρακαλέσετε... Τι;...» είπε με ελαφρόν ειρωνικόν ύφος.
   «Ήθελα να σάς ζητήσω ολίγας στιγμάς συνομιλίας... Πρόκειται περί σοβαροτάτου ζητήματος...»
   «Μπα!...» διέκοψεν εκείνη με τον ίδιον ειρωνικόν τόνον... «Σοβαροτάτου... Αλήθεια;... Και αφορά εμέ το αυτό σοβαρότατον;...»
   «Ίσως!... Προπάντων όμως εμέ... Εάν ηθέλατε να επηγαίναμεν εκεί εις την πολυθρόναν του θερμοκηπίου νομίζω ότι θα είμεθα καλύτερα...»
   «Διατί δεν λέγετε ό,τι θέλετε εδώ;...»
   «Εδώ από στιγμής εις στιγμήν ημπορούν να μάς διακόψουν...»
   «Καλέ ηξεύρετε εις τ' αλήθεια ότι με τρομάζετε μ' αυτό το μυστηριώδες ύφος...» διέκοψεν εκείνη γελώσα.
   «Σάς παρακαλώ!» επέμεινεν εκείνος ικετεύων.
  «Έστω και πάλιν!» εξηκολούθησεν η νέα αδιαφόρως, και προπορευθείσα επροχώρησεν εις το θερμοκήπιον.
    Εκεί εκάθησεν εις μίαν πολυθρόναν και εσήκωσε το βλέμμα.
   Ο σύντροφός της με στήθος πάλλον, του οποίου οι κτύποι εφαίνοντο κλονίζοντες το λευκόν υποκάμισον, έσυρεν έν κάθισμα πλησίον.
   «Ακούσατε δεσποινίς!» είπε. «Και υποσχεθείτε με ότι δεν θα με διακόψετε όσον ανιαρός, όσον πληκτικός αν σάς φανώ. Υποσχεθείτε ότι θα μ' ακούσετε μέχρι τέλους...»
   Εκείνη κατένευσε.
   «Λέγετε», είπε.
   «Λοιπόν θα σάς διηγηθώ μίαν παλαιάν ιστορίαν. Προ επτά ακριβώς ετών εις έναν χορόν όπου είσθε και υμείς, ένας φίλος μου εγνώρισε πρώτην φοράν γνωστήν σας δεσποινίδα. Εχόρευσε μαζί, τής ομίλησε, την εθαύμασε και έφυγε με την ανάμνησίν της χαραγμένην βαθιά εις την καρδιά του. Την ηγάπησε... Και την ηγάπησε με όλην την δύναμιν της ηλικίας του, με όλον το πάθος αισθήματος παρθένου... Εκείνη ούτε καν τον διέκρινε... Δεν τής δίδω άδικον... Αυτά τα πράγματα δεν παραγγέλλονται. Πού και πού μόνον τού έδιδε κανένα χορόν, και εχαμογέλα με τας ανοησίας, τας οποίας η ταραχή τού έφερε εις τα χείλη... Αλλ' αυτό ήτο ό,τι είχε απ' αυτήν! Εκείνος όμως όλον αυτόν τον καιρόν είχε κάμει την καρδιά του εκκλησίαν της, βωμόν εις τον οποίον εθυσίαζε κάθε σκέψιν του και κάθε όνειρόν του. Ένα τριαντάφυλλον που κάποτε τής έπεσε, ήτο δι' αυτόν άγιον λείψανον, ένα φιογκάκι κοτιγιόν φυλακτόν... Και έτσι τα χρόνια επέρασαν... Δύο, τρία, τέσσαρα... επτά! Εις όλον αυτό το διάστημα δεν επροχώρησε ούτε βήμα... Τριγυρίζει πάντοτε πλησίον εις την απάθειαν και την αδιαφορίαν της, χωρίς τίποτε να ημπορεί να την συγκινήσει... Καμίαν φορά μάλιστα η αδιαφορία αυτή, χωρίς να θέλει, την κάμνει και σκληράν, αλλ' εκείνος εξακολουθεί... επιμένει ακόμη... Εσχάτως όμως ενόησε ότι επί τέλους έγινε και ενοχλητικός... και αυτό είναι περισσότερον από την δύναμίν του...»
   Διεκόπη και εσπόγγισε νευρικώς τα χείλη...
  Εκείνη προφανώς στενοχωρημένη, καίτοι προσπαθούσα να μη δεικνύει την στενοχωρίαν της, επωφελήθη της περιστάσεως.
   «Ξεύρετε...» είπε νευρικώς ρίπτουσα το βλέμμα προς την αίθουσαν, «με στενοχωρείτε... Όσοι μάς βλέπουν τόσην ώραν εδώ ημπορεί να νομίζουν ότι...»
   Διεκόπη.
   «...Ότι...» επανέλαβεν εκείνος πικρώς.
   «... Είναι τόσον κακός ο κόσμος...»
   «Έστω!» διέκοψεν ο νέος αποτόμως. «Θα είμαι σύντομος... Ιδού τι θέλω να σάς ειπώ... Ο φίλος μου αυτός ευρίσκεται σήμερον εις το όριον του πόνου του και εις πολύ δύσκολον θέσιν! Όλοι οι ιδικοί του, όσοι τον αγαπούν, συνώμοσαν να τον αποσπάσουν από την κατάστασιν αυτήν... Να τον υπανδρεύσουν! Και η επιμονή των η οποία διαρκεί σχεδόν έξ μήνας τώρα,  με όλα τα επιχειρήματα της λογικής, της ταπεινουμένης αξιοπρεπείας του και της προσβαλλομένης υπερηφάνειάς του, εις στιγμήν επαναστάσεως κατά του ιδίου εαυτού του, τού απέσπασαν μίαν υπόσχεσιν... Σχεδόν μίαν συναίνεσιν...»
   Παίζουσα νευρικώς με το άκρον του ριπιδίου (2) της εκείνη εσήκωσε μίαν στιγμήν το βλέμμα.
    «Σχεδόν μίαν συναίνεσιν... » εξηκολούθησεν ο νέος με φωνήν βραχνήν. «Εις μίαν στιγμήν απελπισίας ηθέλησε να τιμωρήσει τον εαυτόν του, να τον συντρίψει, να τον αποσπάσει από τον εφιάλτην αυτόν -συγγνώμην δια την λέξιν, αλλά είναι πλέον εφιάλτης- και υπεσχέθη... τώρα... εις αυτό το δωμάτιον... προ ολίγων στιγμών... Αλλά ... επεσχέθη υπό έναν όρον... Εζήτησε διορίαν μιας ώρας ακόμη δια να δώσει τελειωτικήν απάντησιν... Μία ελπίς όσον αμυδρά και αν ημπορούσε να υποτεθεί, μία λέξις μόνον, θα τον έκαμνε να διαρρήξει κάθε υπόσχεσιν, κάθε άλλην ιδέαν, θα τού έδιδε θάρρος να υπομείνει άλλον τόσον καιρόν... να περιμένει... Ω! Τι θα έδιδε να ακούσει την λέξιν αυτήν...»
   Εσταμάτησε.  Ή μάλλον ο λόγος εκόπη εις τον λάρυγγά του.
   Ολίγαι στιγμαί στενοχώρου σιωπής εμεσολάβησαν, ενώ απ' έξω η ορχήστρα έστελλε αργά - αργά  τους γλυκυτάτους τόνους του Quand l' amour meurt ότε η κόρη αποτόμως εσηκώθη.
   «Σάς ζητώ συγγνώμην ότι πρέπει να σάς αφήσω...» είπεν, «αλλά βλέπω την μητέρα μου που με ζητεί...»
   «Ώστε αυτή είναι η απάντησίς σας;...» ηρώτησεν ο νέος ωχρός και με ξηρόν λάρυγγα.
   «Αλλά... δεν εννοώ τι θέλετε να ειπείτε...» εψιθύρισεν η κόρη με ασταθή φωνήν.
    Τότε και εκείνος ανορθώθη με υπερτάτην απόφασιν.
  «Έστω!» είπε. «Σάς ζητώ συγγνώμην ότι σάς ηνόχλησα... Είναι δια τελευταίαν φοράν... αλλ' ήτο αναγκαίον! Χαίρετε!...»
   Και υποκλίνων υπόκλισιν νευρικήν, όπου συνεσωματώθη όλη η απελπισία και ο πόνος και η απόφασίς του, τήν άφησε να φύγει προς την κατάφωτον θύραν όπου έφθανεν ο θόρυβος του χορού.
   Τότε όμως το θάρρος του τον εγκατέλειψε και οπισθοδρομών δύο τρία βήματα έπεσεν επί της μεγάλης πολυθρόνας κρύπτων το μέτωπον εντός των χειρών.
   Τετέλεσται! Όλα ετελείωσαν πλέον...
   Εις μίαν στιγμήν το κτύπημα το οποίον τόσα έτη είχε φοβηθεί, εδόθη, και διά μιάς  όλη αυτή η ζωή, αγωνίαι, ελπίδες, καρδιοκτύπια, ό,τι εγέμισε την ζωήν του διάστημα επτά ολοκλήρων ετών, απεμακρύνετο και εχάνετο ως πράγμα πολύ μακρινόν εις την ομίχλην του παρελθόντος.
   Ήτο έν όνειρον το οποίον έσβηνε.
   Και η ορχήστρα από το βάθος της αιθούσης έστελλε πάντοτε ωσάν νανούρισμα, ωσάν επικήδειον του αποθαμμένου ονείρου, τους παραπονετικούς τόνους του Quand l' amour meurt!...
 
   Την στιγμήν εκείνην η θεία η οποία παρεφύλαττε με το ωρολόγι εις το χέρι, εισέβαλε εις το θερμοκήπιον, όλη μία ερώτησις.
   Ανεσκίρτησε.
   «Λοιπόν;...» ηρώτησεν η θεία.
   «Λοιπόν... Ναι!» απήντησεν ξηρώς, χωρίς τόνον, ωσάν αυτόματον.
   Κι ενώ η θεία τον ενηγκαλίζετο περιχαρής και έφευγε σχεδόν τρέχουσα να φέρει την καλήν είδησιν, εκείνος έμεινε εκεί, όρθιος ακίνητος, και έν σιωπηλόν δάκρυ εχάραζε σιγά σιφγά τον δρόμον του επάνω εις το πρόσωπόν του...
 
Τανάγρας Άγγελος
Εφημερίδα «Αθήναι»,
Νοέμβριος 1907
 
Σημειώσεις:
(1) καδρίλια (καντρίλια): είδος ζωηρού ευρωπαϊκού χορού του 19ου αιώνα, που τον χόρευαν ζευγάρια αντικριστά / η αντίστοιχη μουσική για τον παραπάνω χορό
(2) ριπίδιον (το): βεντάλια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου