Ο Ρουζέ ήταν ένας καλός ποδηλάτης, μα άγνωστος. Εντελώς άσημος. Μια μέρα, βγαίνοντας από τα αποδυτήρια, είδε να τον πλησιάζει ένας κοντός άνθρωπος, ζωηρός κι ολοστρόγγυλος, και να τού λέει:
«Παιδί μου, έχω κάτι τι να σάς δώσω να υπογράψετε... ένα μικρό συμβόλαιο... Είμαι ο κύριος Λεπούτρ. Ξέρετε, ο Λεπούτρ... της εταιρείας των ποδηλάτων «Αστραπή». Την έχετε ακουστά; Μα ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημά μου! Τα ποδήλατα «Αστραπή» δεν είναι γνωστά στον πολύ κόσμο. Μάλιστα είναι τόσο άγνωστα ως ποδήλατα, όσο κι εσείς είστε άγνωστος ως ποδηλάτης. Ωστόσο είναι τα πιο υπέροχα μικρά κι ελαφρά ποδήλατα που μπορεί κανείς να φανταστεί! Το ίδιο κι εσείς, θεωρώ πως έχετε τις προϋποθέσεις ώστε να γίνετε ένας ποδηλάτης πρώτης γραμμής. Αλλά δεν έχετε κάποιον άνθρωπο να σάς προωθήσει κι εγώ δεν έχω πεντάρα τσακιστή. Πώς μπορούμε, λέτε, ν' αντιμετωπίσουμε αυτή την κατάσταση;
»Μα ενώνοντας σ' έναν κοινό συνεταιρισμό τις φτώχειες μας, μικρέ μου. Δυο φτώχειες ενωμένες μπορούν ν' αποδειχτούν πιο δυνατές από έναν πλούτο μόνο του. Φανταστείτε ακόμη ότι ένας μεγάλος κεφαλαιούχος αναλαμβάνει να μού δώσει τα κεφάλαια που απαιτούνται για να μεγαλώσω την επιχείρησή μου, αν το ποδήλατο «Αστραπή» κερδίσει μια μεγάλη διάκριση που θ' αποδεικνύει την αξία του. Αυτή τη μεγάλη διάκριση μπορούμε να την κερδίσουμε μαζί στον ποδηλατικό αγώνα Παρισιού - Τουλούζης που θα διεξαχθεί σε δύο μήνες. Όλοι όσοι παίρνουν μέρος σ' αυτόν τον αγώνα έχουν συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες και καταστήματα ποδηλάτων και φυσικά θα ξεσπούσαν σε γέλια, αν πήγαινα να τους προτείνω να προτιμήσουν το ποδήλατό μου. Λοιπόν, σάς είδα που κάνατε προπόνηση με το ποδήλατο, είδα το σφιγμένο σαγόνι σας, που αποκαλύπτει άνθρωπο με πείσμα κι επιμονή... είδα και τα πόδια σας που είναι πραγματικά σαν να 'ναι φτιαγμένα από ατσάλι... Και είπα μέσα μου: “Να ο άνθρωπός μου!” Κι έτσι ετοίμασα αυτό το μικρό συμβόλαιο. Αν αποτύχουμε, θα φάμε απλά κι οι δυο μια μικρή χυλόπιτα, μα αν νικήσουμε, θα 'χουμε κι οι δυο μεγάλα κέρδη. Ο κεφαλαιούχος, με τον οποίο είμαι σε συζητήσεις, πληρώνει καλά. Βέβαια, όλο αυτό θα είναι πολύ κοπιαστικό, αφού εμείς δεν έχουμε ούτε προπονητές, ούτε βοηθούς, ούτε κάτι άλλο από τ' αναγκαία για έναν αγώνα... τίποτα, τίποτα, παρά μόνο το ποδήλατο «Αστραπή» κι ένα ανταλλακτικό λάστιχο γύρω απ' το λαιμό για την περίπτωση που προκύψει σκάσιμο. Αλλά θα έχουμε τον πιο σημαντικό βοηθό απ' όλους: τη θέλησή μας! Ξέρετε τι έκαμε ο Βοναπάρτης; Όχι; Ε, λοιπόν, δε χρειάζεται να το μάθετε τώρα, χάνοντας άσκοπα τον καιρό σας. Ελάτε τώρα να υπογράψετε το συμβόλαιο κι έπειτα από αύριο αρχίστε να προπονείστε με περισσότερο ζήλο και η νίκη στον αγώνα Παρίσι - Τουλούζη θα είναι δική μας».
Ο Ρουζέ υπέγραψε το συμβόλαιο κι από την επόμενη μέρα ξεκίνησε να προπονείται και να γυμνάζεται εντατικά και με ζήλο. Λίγες μέρες, όμως, αργότερα ο κύριος Λεπούτρ άρχισε τη μουρμούρα:
«Δε γίνεται δουλειά έτσι! Δε γίνεται δουλειά! Εκτελείς το καθήκον σου, αλλά δε δείχνεις το πάθος του ανθρώπου που είναι βέβαιος πως θα νικήσει. Σού λείπει η πίστη, ο ενθουσιασμός».
Στο μεταξύ, βέβαια, ο ενθουσιασμός γεννήθηκε στην ψυχή του, αλλά αυτό έγινε για εντελώς άλλους λόγους. Στο διάστημα που
ο Ρουζέ γύμναζε τα πόδια του στο ποδηλατοδρόμιο και τα πνευμόνια του
στο δρόμο, έβλεπε καθημερινά στο πεζοδρόμιο μια όμορφη γυναίκα, ξανθιά,
ψηλή, λυγερή και χαριτωμένη, να παρακολουθεί τις προπονήσεις του με ζωηρό ενδιαφέρον.
Προσπαθούσε να ικανοποιήσει την προσοχή και το ενδιαφέρον της και πάντοτε αργότερα απορούσε κι ο ίδιος με τον εαυτό του για την ταχύτητά του στην προπόνηση. Κι ένα πρωινό η ωραία άγνωστη τού έδωσε ένα γραμματάκι που έγραφε μέσα αυτά τα λόγια:
«Κερδίστε το βραβείο στον αγώνα Παρίσι - Τουλούζη. Εκείνη που αγαπάτε θα γίνει δική σας».
Ο Ρουζέ ήταν ένας άνθρωπος που αντιμετώπιζε τα πράγματα με τρόπο απλοϊκό.
Αυτού του είδους οι άνθρωποι δεν αισθάνονται καμιά έκπληξη, ακόμα κι όταν στη ζωή προκύπτουν οι πιο περίπλοκες καταστάσεις. Επιπλέον, δεν έχουν καν τη φρόνηση να μπουν σε προβληματισμούς ή αμφισβητήσεις γι' αυτές.
Έτσι ο Ρουζέ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά κι ένα έντονο συναίσθημα ξαφνικής ενεργητικότητας και ζωντάνιας τον κυρίεψε ολόκληρο.
Είχε την αίσθηση πως ήταν ελαφρύς σαν φτερό, όταν βρισκόταν πάνω στο ποδήλατό του. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά από τη μυστηριώδη θαυμάστριά του, που τον κοιτούσε με μάτια φλογερά, σκεφτόταν:
«Θεέ μου! Θεέ μου! Τι όμορφη που είναι! Λες και είναι κάποια πριγκίπισσα!...»
Γιατί ο κάθε άνθρωπος πάντα θέλει να φτιάχνει παραμύθια με το νου του.
Η καρδιά του γέμισε τρυφερότητα, αλλά την ίδια στιγμή και το σώμα του απέκτησε ακατάβλητη ζωτικότητα. Η ταχύτητα, με την οποία έτρεχε στις προπονήσεις, άρχισε να γίνεται όλο και πιο γρήγορη.
Οκτώ μέρες πριν από τον περίφημο αγώνα, ο κύριος Λεπούτρ τον ακολούθησε με το αυτοκίνητο, από το Παρίσι ως τη Σαρτρ.
Στην επιστροφή χτύπησε φιλικά τον ώμο του ποδηλάτη, φωνάζοντας μ' ενθουσιασμό:
«Μπράβο!... Τους έχουμε στο χέρι!...»
«Κι έτσι πρέπει να γίνει!...» απάντησε με φυσικότητα ο Ρουζέ. «Το έχω αποφασίσει!»
Έφτασε, τέλος, κι η μέρα του αγώνα.
Ο πρώτος άνθρωπος που πρόσεξε ο Ρουζέ, όταν πήρε θέση στην αφετηρία μαζί με τους συναθλητές του, ήταν η άγνωστη γυναίκα, πιο όμορφη και πιο εντυπωσιακή από κάθε άλλη φορά. Πήγε κατευθείαν προς το μέρος της.
«Όπως βλέπετε είμαι τρελός για σας... Ναι, έτσι όπως σάς το λέω! Τρελός! Λοιπόν, ισχύουν όσα γράψατε, αν φτάσω πρώτος στην Τουλούζη;»
Εκείνη, πολύ σοβαρή, τού ένευσε καταφατικά με μια κίνηση του κεφαλιού και πρόσθεσε χαμηλόφωνα:
«Θα είμαι εκεί όταν φτάσετε».
Στο Ντουρντάν ξεχώρισε και προηγήθηκε η πρώτη ομάδα ποδηλατών. Ήταν έξι. Μετά την Αρζαντάν απέμειναν τέσσερις. Τρεις στη Λιμόζ, οι οποίοι έπεφταν και ξανασηκώνονταν: ο Παρέζ, ο Ρικάρ -οι πρωταθλητές- και ο Ρουζέ. Σε απόσταση δύο χιλιομέτρων απ' την πόλη, ο Ρουζέ έπεσε και κυλίστηκε κατά γης. Οι δυο άλλοι συνέχισαν και βγήκαν μπροστά. Στο ύψωμα Μπουασιγί, όμως, ο Ρουζέ προσπέρασε τον Ρικάρ, του οποίου το ποδήλατο είχε κολλήσει. Τότε ο Ρικάρ τού φώναξε βραχνά με κομμένη ανάσα:
«Ρουζέ!... Άκουσε, Ρουζέ!... Μη μ' αφήνεις πίσω! Δε μπορείς να κερδίσεις, Ρουζέ!... Δεν έχεις κάνει την κατάλληλη προετοιμασία... Ακόμη και χθες το βράδυ έφαγες μόνο ένα αυγό κι ήπιες δυο ποτήρια νερό... Θα καταρρεύσεις!... Μην τρέχεις λοιπόν έτσι, βλάκα, στάσου κι άκουσέ με!... Αν μ' αφήσεις να νικήσω, πάντα θα φροντίζω για σένα... Θα προχωρήσουμε μαζί ως την Τουλούζη κι εκεί, αν μ' αφήσεις να περάσω μπροστά, σού υπόσχομαι ότι θα μοιραστώ τα κέρδη μου μαζί σου... Τι σε νοιάζει, άλλωστε, εσένα να βγεις πρώτος;... Το ποδήλατό σου δεν είναι και κάποιας σπουδαίας μάρκας!... Ρουζέ!...»
Αλλά σ' αυτά τα λόγια ο Ρουζέ απαντούσε μ' ένα γέλιο σαρκαστικό και κοιτούσε τον αντίπαλό του μ' ένα βλέμμα θριάμβου, χωρίς να βγαίνει μιλιά απ' το στόμα του, αφού αυτό απαιτούσε κόπο τρομερό.
Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να πάρει τον κατήφορο, γύρισε πίσω το κεφάλι του να δει. Ήταν μόνος. Η μορφή του χαράχτηκε μέσα στο πρωινό φως σαν οβίδα.
Όταν πλησίαζε στην Καόρ, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε πάνω σε μυτερά χαλίκια. Τα χέρια και τα γόνατά του μάτωσαν. Σηκώθηκε κι ανέβηκε πάλι στο ποδήλατό του βογκώντας: «Τ' αποφάσισα! Τ' αποφάσισα!» Και συνέχισε το δρόμο του. Στην έξοδό του από το Μουτουβάν έπεσε πάλι. Αυτή τη φορά απέμεινε καταγής ξαπλωμένος, με σπασμούς σ' όλο του το κορμί. «Σίγουρα πεθαίνω. Κρίμα! Κρίμα! Τ' αποφάσισα!» Πονούσε τρομερά. Και τότε μια εικόνα ήρθε στο μυαλό του, που τον έκανε να χαμογελάσει. Ανασηκώθηκε με κόπο κι έπιασε ξανά το ποδήλατό του...
Κάποια στιγμή φάνηκε από μακριά η Τουλούζη, το τέρμα της διαδρομής. Μέσα από μια κόκκινη θαμπάδα που τρεμόπαιζε μπροστά στα βλέφαρά του, είδε ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων να 'ρχεται προς το μέρος του. Όλη η πόλη τον υποδέχτηκε με μια βοή θριάμβου. Ξαναβρήκε λίγη ακόμη δύναμη για να φτάσει στη γραμμή τερματισμού, να χτυπήσει την κόρνα του, να παραμερίσει ο κόσμος. Εκείνη βρισκόταν εκεί. Ο Ρουζέ λιποθύμησε.
Όταν συνήλθε, η ωραία άγνωστη βρισκόταν κοντά στο προσκέφαλό του.
«Α!» ψέλλισε ο Ρουζέ μ' ένα ρόγχο γεμάτο αγωνία. «Υπέμεινα χίλια μαρτύρια!... Αλλά δε με νοιάζει!... Σάς αγαπώ... σάς αγαπώ!...»
Εκείνη τον κοίταξε μ' ένα βλέμμα γεμάτο συμπάθεια και τού 'πε με φωνή σιγανή:
«Φτωχέ μου φίλε... είμαι η κυρία Λεπούτρ... Όλο αυτό το μικρό τέχνασμα ήταν για να σάς κάνουμε να κερδίσετε τον αγώνα. Αυτή σας η νίκη θα σήμαινε τα πάντα για μας. Έχετε τα πόδια... Θέλαμε να σάς δώσουμε και την καρδιά, ελπίζω να με καταλαβαίνετε... Αλλά είμαι τίμια γυναίκα, Ρουζέ... Τίποτα δεν πρέπει να ελπίζετε».
Εκείνος δεν απάντησε. Τής έριξε μόνο μια ματιά, το βλέμμα του ζώου βαριά πληγωμένου. Κι έπειτα χοντρά δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα κατακόκκινα μάτια του.
Και τότε εκείνη έγινε κατάχλωμη, γιατί συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν πρέπει να παίζουμε με την απλοϊκή καρδιά εκείνων που τα πόδια τους είναι πιο δυνατά απ' το μυαλό τους...
Κιστεμεκέρ Ανρί
Περιοδικό «Μπουκέτο»
Αθήνα, Μάιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου