Σάββατο 27 Μαΐου 2023

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ

   
    Η νύχτα ήταν ασφυκτική και μέναμε ξαπλωμένοι κοντά στο μεγάλο κλουβί ενός ουραγκοτάγκου, στο κατάστρωμα του ατμοπλοίου, μαζί με τον Χανς Βρέτμον, το Γερμανό.
   Στον ύπνο του, ο ουραγκοτάγκος είδε ίσως κάποιο όνειρο και άρχισε να ουρλιάζει.
   «Να ήταν έξω από το κλουβί αυτή τη στιγμή... Θα μάς έκανε όλους κομμάτια», είπε νωθρά ο Χανς. «Κοιτάξτε τώρα πώς θα τον ημερέψω».
   Και άρχισε ένα σφύριγμα δυνατό και παρατεταμένο, απαράλλαχτα όπως σφυρίζουν τα φίδια. Ο ουραγκοτάγκος άρχισε να τρέμει από φόβο.
   «Αυτό τον ημερώνει», είπε ο Χανς. «Το 'μαθα αυτό το κόλπο στο Μογκούγκ Τονζόγκ, όταν μάζωνα πιθήκους για να τους πουλήσω στο Βερολίνο. Όλα τα ζώα του κόσμου φοβούνται τους πιθήκους και οι πίθηκοι φοβούνται τα φίδια. Θα σάς διηγηθώ σχετικά μια ιστορία και, αν θέλετε, πιστέψτε την. Λοιπόν, τον καιρό που μάζωνα αυτούς τους μικρούς πιθήκους, κατά τα 1880, βρισκόμουν στα νησιά του Αρχιπελάγους, στη Νέα Γουινέα. Καλύτερα να μαζώνεις διαόλους παρά πιθήκους. Άλλοι θα σού κόψουν κανένα δάχτυλο με τα δόντια, άλλοι πεθαίνουν από νοσταλγία. Έζησα εκεί ένα χρόνο και γνωρίστηκα μ' ένα Γάλλο φυσιοδίφη που τον λέγαν Μπερτράντ. Αυτός ο Μπερτράντ είχε σπίτι του έναν μεγάλο ουραγκοτάγκο, όμοιο και απαράλλαχτο μ' αυτόν εδώ, που λες και ήταν άνθρωπος. Τον βρήκε από μικρό, και τον είχε σαν παιδί του, σαν αδελφό του. Ο ουραγκοτάγκος είχε το ιδιαίτερό του δωμάτιο, με κρεβάτι και σκεπάσματα και σηκωνόταν το πρωί, κάπνιζε το πούρο του και έτρωγε μαζί με τον Μπερτράντ. Πήγαιναν ακόμη και περίπατο μαζί, κρατημένοι από το χέρι, πράγμα που προξενούσε εντύπωση φρικιαστική. Το είδα αυτό το ζώο να λιγώνεται στα γέλια ξαπλωμένο στην καρέκλα του, όποτε ο Μπερτράντ του 'λεγε αστεία. Ήταν σωστός άνθρωπος. Και σε μένα φερόταν πάντα ευγενικά, παρεκτός όταν φλυαρούσα πολλή ώρα με τον Μπερτράντ. Τότε με τραβούσε έξω με τα μεγάλα του χέρια, σαν να ήμουν παιδί. Βεβαίωνα πως ήταν σωστός άνθρωπος και ο Μπερτράντ το ίδιο, και ο ουραγκοτάγκος μάς καταλάβαινε και τους δυο και γελούσε, έχοντας το πούρο στο στόμα του και δείχνοντας τα μεγάλα δόντια του και τα γαλάζια γούλια (1) του. 
 
   »Πέρασα εκεί ένα χρόνο. Μια φορά ο Μπερτράντ μού είπε ότι πρόκειται να παντρευτεί γιατί βρήκε μια νέα που τού ταίριαζε και με ρώτησε αν βρίσκω καλή την ιδέα του γάμου. “Η ιδέα είναι καλή”, του είπα, “αλλά συλλογίστηκες τον Μιμί; Αν εμένα με τραβάει έξω όταν σου μιλώ πολλή ώρα, τι θα της κάνει της γυναίκας σου; Θα την κομματιάσει. Αν ήμουν εγώ στη θέση σου, Μπερτράντ, θα πρόσφερα στη γυναίκα μου γαμήλιο δώρο τον Μιμί βαλσαμωμένο!” “Να τον σκοτώσω;” είπε ο Μπερτράντ. “Είναι δικός σου”, του είπα,“αν ήτανε δικός μου, θα τον είχα τώρα σκοτωμένο”.
   »Τότε αισθάνθηκα πίσω στο σβέρκο μου τα δάχτυλα του Μιμί. Θεέ μου! Σάς λέω πως μιλούσε με τα δάχτυλά του, όπως έχουν οι κωφάλαλοι το αλφάβητό τους. Πέρασε το δασύτριχο μπράτσο του γύρω στο λαιμό μου, μού σήκωσε το πηγούνι  και με κοίταξε στο πρόσωπο, μόνο για να δει αν καταλάβαινα τη γλώσσα του όπως αυτός καταλάβαινε τη δική μου.
   “Κοίταξέ τον!” είπε ο Μπερτράντ. “Και θέλεις να τον σκοτώσω τη στιγμή που σε χαϊδεύει; Να τι θα πει γερμανική αχαριστία!”  
   »Μα εγώ ήξερα πως ο Μιμί από κείνη τη στιγμή έγινε για πάντα εχθρός μου. Όταν τον ξαναείδα είχα πιστόλι στο ζωνάρι. Το άγγιξε μια φορά και σήκωσα το λύκο (2) για να του δείξω ότι ήταν γεμάτο. Είδε που σκότωναν μικρούς πιθήκους στα δάση. Κατάλαβε...
   »Λοιπόν, ο Μπερτράντ παντρεύτηκε και λησμόνησε τον Μιμί που χοροπηδούσε πια στην ακρογιαλιά. Τον έβλεπα που χόρευε. Έπαιρνε ένα χοντρό κλαδί και χτυπούσε την άμμο, όσο που έσκαβε μια μεγάλη τρύπα, σαν λάκκο. Τότε είπα στον Μπερτράντ:
   “Για όνομα του Θεού, σκότωσέ τον τον Μιμί! Είναι τρελός από ζήλια”.
   »Ο Μπερτράντ μού απάντησε:
   “Κάθε άλλο. Αγαπά τη γυναίκα μου και την υπακούει. Αν του πει να πάει να μου φέρει τις παντόφλες, πηγαίνει και μου τις φέρνει”.
   »Και κοίταξε τη γυναίκα του μέσα στο δωμάτιο. Ήταν μια όμορφη Γαλλίδα κρεολή.
   »Τότε του είπα:
   “Λες πως ξέρεις από πιθήκους και τον αφήνεις να χτυπάει την αμμουδιά από τη λύσσα του γιατί δεν του γελάς! Φύτεψέ του μια σφαίρα, όταν θα 'ρθει στο σπίτι, γιατί τα μάτια του καθρεφτίζουν το θάνατο”.
   »Ο Μιμί ήρθε στο σπίτι, μα τα μάτια του ημέρεψαν. Τα 'κρυψε όλα για μια στιγμή από πονηριά. Πήγε να φέρει τις παντόφλες όπως τον πρόσταξε η γυναίκα και ο Μπερτράντ μου είπε:
   “Τον ξέρεις εσύ καλύτερα από μένα που τον έχω κοντά μου δώδεκα χρόνια; Μη μάς ξαναπείς πια τέτοιες ανοησίες”.
   »Την άλλη μέρα ο Μπερτράντ ήρθε στο σπίτι μου να με βοηθήσει να φτιάξω κάτι κιβώτια για δείγματα που είχα να στείλω. Μού είπε πως άφησε μόνη τη γυναίκα του στον κήπο του σπιτιού του μαζί με τον Μιμί. Τότε βιάστηκα ν' αποτελειώσω τα κιβώτια και του είπα:
   “Πάμε σπίτι σου να πιούμε ένα ποτήρι κρασί”.
   “Πάμε”, είπε εκείνος γελώντας.
   »Η γυναίκα δεν ήταν στον κήπο και ο Μιμί δεν ήρθε στο κάλεσμα του Μπερτράντ. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου και ήταν διπλοκλειδωμένη. Τότε με κοίταξε και η όψη του ήταν κίτρινη σαν θειάφι. Παραβίασα την πόρτα με την πλάτη. Στο ταβάνι ήταν ανοιγμένη μια μεγάλη τρύπα και ο ήλιος έπεφτε στο πάτωμα.
   »Εκείνο που αντικρίσαμε τότε μάς γέμισε φρίκη. Ήταν εντελώς ανατριχιαστικό. Κάτω στο πάτωμα βρισκόταν το σώμα της γυναίκας του Μπερτράντ, κομματιασμένο. Κομμάτια από χέρια και πόδια, κομμάτια απ' το σώμα της, αίματα, τρίχες μαλλιών, αιμόφυρτα καταξεσκισμένα ρούχα, μια ανατριχίλα το όλο θέαμα!
   »Ο Μπερτράντ, βλέποντας τη φρικιαστική αυτή εικόνα έμεινε σιωπηλός. Χλόμιασε. Έτριξε τα δόντια του. Κι άρχισε ξάφνου να γελά. Είχε τρελαθεί!... Απότομα γύρισε και μού είπε:
   “Θα επισκευάσουμε την τρύπα στο ταβάνι και θα περιμένουμε τον Μιμί. Σίγουρα θα ξανάρθει”.
 
   »Περιμέναμε στο σπίτι δέκα μέρες και μια - δυο φορές είδαμε τον Μιμί να περνάει λίγα μέτρα έξω απ' το δάσος. Ήταν φοβισμένος, γιατί γνώριζε πως είχε κάνει κακό. Τη δέκατη μέρα ο Μπερτράντ, με καλοπιάσματα, τον ξανάφερε στο σπίτι. Ο Μιμί διέσχισε τ' ακρογιάλι με μικρές κραυγές, κρατώντας στο χέρι μια μακριά μπούκλα από μαύρα μαλλιά!...
   »Επί τρεις μέρες ο Μπερτράντ τού έκανε καλοπιάσματα, γιατί ο Μιμί δεν άφηνε κανέναν να τον αγγίξει. Σιγά - σιγά, όμως, ξεθάρρεψε κι ήρθε να δειπνήσει στο ίδιο τραπέζι μαζί μας.
   »Ο Μπερτράντ τού 'δωσε κρασί δυνατό, μέχρι που ο Μιμί μέθυσε, και τότε...»
   Ο Χανς σταμάτησε για ν' ανάψει το πούρο του.
   «Και τότε;...» τον ρώτησα.
   «Τότε ο Μπερτράντ τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια, ενώ εγώ πήγα να περπατήσω στην ακρογιαλιά. Αυτή ήταν δουλειά του Μπερτράντ. Όταν επέστρεψα, βρήκα τον ουραγκοτάγκο νεκρό και τον Μπερτράντ να ψυχορραγεί ατάραχο όπως πάντα. Φαινόταν ευχαριστημένος. Ξέρεις ότι η δύναμη ενός ουραγκοτάγκου είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δύναμη ενός ανθρώπου... περίπου εφτά προς ένα. Ωστόσο ο Μπερτράντ σκότωσε τον Μιμί με τα όπλα που τού 'δωσε ο Θεός -με τα χέρια του μόνο- κι αυτό είναι το θαύμα».
   «Μα, για όνομα του Θεού, γιατί δεν έμεινες να τον βοηθήσεις;» ρώτησα.
   «Αγαπητέ μου», είπε ο Χανς μ' ένα χασμουρητό, προτού κλείσει τα μάτια νυσταγμένος, «δεν άντεχε να ζήσει μετά τον τόσο τραγικό θάνατο της γυναίκας του. Τον άφησα, λοιπόν, μόνο του να σκοτώσει τον Μιμί για να σκοτωθεί κι ο ίδιος».
 
Κίπλινγκ Ρούντγιαρντ
 Περιοδικό «Μπουκέτο», Αθήνα, 8 Ιουνίου 1924
 
Σημειώσεις:
(1) (τα) γούλια: τα ούλα 
(2) ο λύκος: το λεπτό και μακρόστενο τμήμα ενός όπλου, που μεταδίδει το κτύπημα της σφύρας στο καψύλι του φυσιγγίου, προκαλώντας την πυροδότηση 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου