Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

    «Έτοιμα όλα!» είπε στον Ηλία Μαυρίδη η γυναίκα του, ανοίγοντας την πόρτα. Και χωρίς να προσέξει στη ματιά, που τής έριξε, και ήταν αυτή γεμάτη έχθρα, άρχισε να τού λέει για τις ετοιμασίες, που είχε κάνει τη νύχτα, ενώ αυτός κοιμότανε. Και εύρισκε πως απ' όλους, όσοι ήτανε για την ξενιτιά, αυτός θα ήταν πιο καλά συγυρισμένος...
   Ο Ηλίας, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, δεν μιλούσε· αισθανόταν όμως τα λόγια της να τον πειράζουνε, τα αισθανότανε σαν παγωμένο νερό να στάζουν πάνω του.
   Η γυναίκα του, επιτέλους, έφυγε, τον άφησε μόνο. Αναστέναξε.
   «Τα 'θελες, τα 'παθες!...» είπε στον εαυτό του.
   Το είχε μετανιώσει, που θα 'φευγε, μα πώς να κάνει; Αν δεν έφευγε και τώρα, που είχε δώσει τον λόγο του, θα γινότανε ρεζίλης.
   «Τα 'θελες, τα 'παθες!...» είπε πάλι στον εαυτό του και αισθάνθηκε θυμό, θυμό εναντίον του, που όλο ζητούσε να ξενιτευτεί, ενώ δεν είχε το θάρρος και κινούσε και τους άλλους να πάνε. Και φεύγανε οι άλλοι, ενώ αυτός έμενε... Αυτή τη φορά όμως τού είχανε πάρει το λόγο του πως δεν θα τους άφηνε κι αυτούς μόνους να φύγουνε, αλλά θα τους ακολουθούσε.
   Και το 'χει πια τελειωμένο, δε χωρεί καμιά ψευτιά, την έχει πάθει! Θα φύγει, θα φύγει!... Κρυφά όμως, μ' όλα αυτά, πιστεύει πως δε θα φύγει, το αισθάνεται, αλλά θέλει να πιστεύει πως θα ξενιτευθεί, και θέλει να γίνει έτσι, να δει κόσμο, πόλεις νέες, χώρες ξένες, άγνωστες!...
   Και η καρδιά του χτυπά από συγκίνηση και επιθυμία, αλλ' αισθάνεται σε κάθε χτύπο κάτι κρύο να πέφτει. Μια απόφαση!... Άμα μπει στο πλοίο, θα ησυχάσει!... Βλέπει τη βάρκα, που τον παίρνει και τον πηγαίνει στο βαπόρι. Αυτό καπνίζει, στέλνει στον ουρανό το γαλανό τον μαύρο καπνό του. Φωνές, χτύποι και κατραμιού μυρουδιά δυνατή. Οι ναύτες τρέχουνε, οι επιβάτες βιαστικοί. Βαλίτσες, κρότοι, βλαστήμιες, σφυρίγματα βραχνά. Η άγκυρα σηκώνεται. Το πλοίο φεύγει...
   Για το σπίτι του!... Να το!... Η γυναίκα του θα 'ναι κείνη την ώρα στην ταράτσα. Κουνά ένα άσπρο μαντίλι... Να, η αγία Αικατερίνη!... Το περιβόλι του Δημάρχου. Τού είχε δώσει μαύρο στις εκλογές...
   Ο καφενές του γέρο Τσέκα, κοντά στο φανάρι, όπου συχνάζουνε οι ψαράδες, και που απ' έξω μπαλώνουνε τα δίχτυα τους. Σιγά, σιγά χάνονται, το άπειρο τα καταπίνει και για λίγο ακόμα βλέπει την κορυφή του προφήτου Ηλία. Πόσες φορές από 'κει κοίταζε τα πλεούμενα!... Πάει κι αυτή!... Τώρα παντού ουρανός και θάλασσα και κλεισμένο έτσι απ' αυτή και απ' αυτόν το βαπόρι, σα μικρό ξυλάκι με πάνω του μυρμήγκια, τρέχει, τρέχει...
   Φθάνει σε μια πολιτεία. Τι κόσμος!... Μιλούνε ξένη γλώσσα, πηδούνε στις βάρκες, φωνάζουνε, κινιόντουσαν με θόρυβο τρομαχτικό. Πιάνουν αλλού πάλι. Γράφει εδώ ένα γράμμα στη γυναίκα του κι αισθάνεται επιθυμιά να 'τανε στο νησί του, κοντά της.
   Ξαφνικά στον ωκεανό, που περνά το πλοίο, ο ουρανός μαυρίζει απ' τα σύννεφα και η θάλασσα ταράζεται σα δεμένο άγριο βόδι...
   Τα κύματα ανοίγουνε γκρεμνούς, βάραθρα· και το πλοίο κατεβαίνει, γκρεμίζεται... Ο Ηλίας ταράζεται και συνέρχεται και με χαρά βλέπει πως είναι 'κει, στο κρεβάτι του, και σφίγγει δυνατά τις σιδερένιες σωλήνες του κρεβατιού.
   Πάλι όμως τον σέρνει η ξενιτιά και προ πάντων ο γυρισμός και, πηδώντας την τρικυμία και άλλα, βλέπει τον εαυτό του, μετά δυο χρόνια, κουρασμένον απ' την ξενιτιά να γυρίζει στο σπίτι του. Τι χαρά, χαρά στους δικούς του!... Όλοι πηδούνε, χορεύουνε!...
   Αυτός κατεβαίνει κάτω στην αυλή μ' ένα μαχαίρι και σφάζει ένα αρνί με πλατιά ουρά για να διασκεδάσουν. Κι έχει καλέσει το Νικόλα το Συνάπα και το Στάθη Μπονάτσα με τις οικογένειές τους. Ο Ηλίας συνήρθε και στην ενθύμηση του ταξιδιού, που έπρεπε να κάνει, αισθάνθηκε κούραση, κούραση σαν εκείνη τη στιγμή να 'χε έρθει από ταξίδι και τον βιάζανε να κάνει κι άλλο. Πάλι όμως τού ήρθε κείνη η κρυφή ελπίδα ότι δεν θα φύγει, και μια ευχή φάνηκε στο νου του, χωρίς να τη σκεφτεί καλά, σα να γινόταν πιο βαθιά και 'κει, στο νου του, να φάνηκε η σκιά της, η ηχώ της. Κι έλεγε αυτή η ευχή: Ίσως το καράβι κάτι κακό θα πάθαινε στο δρόμο καθώς ερχόταν, μια αρρώστια θα 'πεφτε στη χώρα...
   Ξαφνικά, καθώς ακόμα βρισκόταν η κρυφή ευχή, η γυναίκα του μπήκε μέσα με βία και τού είπε:
   «Είσαι τυχερός, με νέο βαπόρι θα ταξιδέψεις, που κάνει τώρα το πρώτο του ταξίδι!... Και θα 'ρθει πότε νομίζεις;... Καλά που τα ετοίμασα όλα!... Θα 'ρθει αύριο!... Δηλαδή δυο μέρες πριν!...»
 
   Όταν άρχισε να τού λέει η γυναίκα του, νόμισε πως θα τού έλεγε κάποιο κακό για το πλοίο, αλλά... - Πάει, πάει!...
   Αισθάνθηκε και την κρυφή ελπίδα να τον αφήνει μόνο, έρημο, και έτσι τού 'ρθε ν' αρχίσει το κλάμα ή να πει πως δεν πάει, δεν θέλει να πάει όπως κάνουν τα παιδιά όταν τα στέλνουνε σχολείο και δε θέλουνε να πάνε...
   Καθώς έβγαινε απ' το δωμάτιο, άκουσε τη γυναίκα του να μιλά απ' το παράθυρο με μια γειτόνισσα και να λέει πως ο άντρας της αδυνάτισε. Άκουσε και τη γειτόνισσα.
   «Αμ' ταξίδι, ξενιτιά είναι αυτή!... Μικρό πράμα το 'χεις;»
   «Εγώ, κυρά Ευτέρπη, δεν τον βίασα!... Εγώ, μάλιστα, δεν το 'θελα, κείνος...»
   Χάρηκε. Αλλά πώς να κάνει;...
   «Αχ, ν' αρρώσταινα!...» είπε με το νου του.
   Βγήκε έξω. Άκουσε όμως όλους να μιλούνε για το βαπόρι, που ερχόταν και να λένε και ποιοι θα 'φεύγαν. Δείχνανε κι αυτόν. Τού φάνηκε σα να 'τανε δεμένος μην ξεφύγει...
   Γεμάτος απελπισία πήγε στο σπίτι του. Το φαΐ ήταν έτοιμο. Αλλ' είδε ότι δεν είχε όρεξη να φάει και μια μεγάλη αδιαθεσία να τον πιάνει σιγά, σιγά. Έφαγε όμως με τη βία. Η γυναίκα του τού μιλούσε, τού έλεγε πολλά, και μαζί τού είπε πως οι συγγενείς τους θέλανε το τραπέζι να τους το κάνει το βράδυ και, και... Κουνούσε το κεφάλι χωρίς να λέει τίποτα. Όταν σηκώθηκε με χαρά, είδε την αδιαθεσία να μεγαλώνει και να αισθάνεται και ρίγος.
   Δεν είπε τίποτα γι' αυτό πάλι και βγήκε έξω. Προχώρησε για το καφενείο που σύχναζαν όλοι όσοι θα φεύγανε.
   Και είχανε μαζευτεί αυτοί και μαζί τους πολλοί συγγενείς τους, φίλοι και άλλοι.
   «Έτοιμος, ε;» τον ρώτησε ένας ψηλός, με μουστάκες, ντυμένος τα καλά του και που, ενώ δε φορούσε ποτέ κολάρο, είχε τυλίξει το λαιμό του με γιγάντιο κολάρο ίσαμε τ' αυτιά του.
   «Έτοιμος!... Αύριο θα είμαστε για να 'μαστε!...»
   Πιάσανε ομιλία. Αυτός αισθανότανε τώρα  να καίει κι έλεγε με το νου του:
   «Αμ' δε θα 'ρθω 'γω!... Στο σπιτάκι μου καλύτερα, στο σπιτάκι μου!»
   Κάποτε κοίταζε και για κάποιον μη φανεί και στενοχωριόταν που δεν τον έβλεπε να έρχεται.
   Δεν πέρασε όμως και πολύ και φάνηκε κι αυτός. Ήταν ο Κλάδας ο γιατρός.
   Αυτός ο γιατρός, παλιός του φίλος, τον είχε συμβουλέψει να μη φύγει, να μη μπει μέσα στην παρέα αυτή, που θέλανε την ξενιτιά, και να πάψει να υμνεί τα καλά της ξενιτιάς!
   Άμα τον είδε ο γιατρός, τον πλησίασε και τού 'δωσε το χέρι του.
   «Μα εσύ καις!... Για στάσου!... Μωρ' έχεις πυρετό!... Μια στιγμή, μια στιγμή!...» τού είπε. Κι έβγαλε το θερμόμετρο.
   «Βάλτο στη μασχάλη σου!»
   Και όταν, σε λίγο, το πήρε από πάνω του, είπε κοιτάζοντάς το:
   «Σχεδόν 39!... Και κάθεσαι έξω! Για κοιτάτε!» είπε στους άλλους δείχνοντας το θερμόμετρο.
   Λιωμένος από χαρά ο Ηλίας μίλησε:
   «Μα θα φύγω, αύριο...»
   «Τι λες!... Ταξίδι να κάνεις;... Εκτός αν θέλεις να ταΐσεις τα ψάρια!»
 
   Ήτανε ξαπλωμένος τ' απόγευμα της άλλης μέρας, στο κρεβάτι του. Ρετσινόλαδα, κινίνο, συναπισμούς (1), ποτήρια για βεντούζες ήτανε γεμάτο το τραπεζάκι κοντά του.
   Όλο το σώμα του βρέθηκε να πονά, τότε το μαρτύρησε, γιατί πριν το υπόφερε, για να μην πούνε οι σύντροφοι πως μετανόησε. Και τώρα υπέφερε γενναία τους συναπισμούς, τις βεντούζες και τ' άλλα.
   Αισθανόταν όμως μια γαλήνη, ησυχία, να τον γαργαλά και χαμογελούσε κρυφά με πονηριά κοιτάζοντας τα κλαδιά της αμυγδαλιάς, τον ήλιο, το σπίτι. Και ευχαριστούσε, από μέσα του, το γιατρό, που τον εμπόδισε, που, γιατί δεν ήθελε να φύγει, βρήκε αφορμή να τον κρατήσει λέγοντάς του για κίνδυνο μεγάλης αρρώστιας και τα λοιπά. Να πει άλλη φορά πως θα φύγει!
   Έτσι έμενε όταν άκουσε πυροβολισμούς. Κατάλαβε τι έτρεχε. Οι άλλοι, οι συντρόφοι του, φεύγανε και πυροβολούσαν και αυτοί και οι φίλοι και συγγενείς τους απ' το νησί.
   Κανείς δεν ήταν εκεί, κείνη τη στιγμή και ντύθηκε γρήγορα κι ανέβηκε στο δώμα.
   Πέρα, στη γαλανή θάλασσα πάνω, ένα βαπόρι μακρυνόταν, έφευγε, αφήνοντας ένα χάραγμα στη θάλασσα, που περνούσε. Καπνός έβγαινε πυκνός απ' τα φουγάρα του κι έπεφτε στην καθάρια ατμοσφαίρα.
   Το βαπόρι χάθηκε σιγά - σιγά, και μόνο ο καπνός του, μακριά, φαινότανε ν' ανεβαίνει... Κατέβαινε κάτω.
   Η γυναίκα του, που ήρθε κείνη τη στιγμή, θέλησε να τον μαλώσει γιατί σηκώθηκε, αλλ' αυτός τη σταμάτησε.
   «Αφού αισθάνομαι», τής είπε, «καλά τον εαυτό μου! Οι βεντούζες, που μού έβαλες, βάζω στοίχημα, αυτές μ' ωφέλησαν! Και η ησυχία! Τώρα που λες, νιώθω πείνα, πείνα φοβερή! Για φαντάσου όμως να 'φευγα! Έτσι όπως ήμουνα άρρωστος! Α, δε θα γλίτωνα!»
   «Πω, πω! Μη το λες!... Ο Θεός μάς φύλαξε!»
   «Μα γι' αυτό κι εγώ, ξέρεις τι θα κάνω; Θα πάω ένα κερί στη Χάρη της αύριο, και θα σφάξω και το αρνάκι με την πλατιά ουρά, για να φάμε και να πιούμε! Πες ότι πήγα και γύρισα!»
 
Βουτυράς Δημοσθένης
Ημερολόγιο Σκόκου, Αθήνα 1918
 
Σημειώσεις:
(1) συναπισμός: φαρμακοσκεύασμα για τα κρυολογήματα, φτιαγμένο από σπόρους σιναπιού που τρίβουν σε σκόνη κι ανακατεύουν με βραστούς κόκκους λιναριού και νερό κι έπειτα απλώνουν στην πλάτη του ασθενούς ώστε να δημιουργηθεί υπεραιμία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου