Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

 (Από τα χειρόγραφα ενός αγνώστου)
   Ένα έγκλημα φοβερό βαραίνει τη ζωή μου. Όλος ο κόσμος γνωρίζει πως σκότωσα τη γυναίκα του φίλου μου Ανδρέα Κ. και πως έμεινα πέντε χρόνια φυλακή, από τα είκοσι που είχα καταδικασθεί για το έγκλημά μου αυτό. Όλος ο κόσμος ξέρει ακόμα τους λόγους, για τους οποίους σκότωσα τη γυναίκα του αδερφικού μου φίλου, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο και όσα γραφήκαν στις εφημερίδες της εποχής εκείνης. Μα περισσότερο από το φόνο, οι λόγοι που τον κίνησαν, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφία, κολλούν στο όνομά μου και στην υπόληψή μου μια ατιμία, που λίγες βρίσκονται σαν αυτή στον κόσμο.
   Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: Ο Ανδρέας, που ήταν αδελφικός μου φίλος, μού είχε από χρόνια εξομολογηθεί την αγάπη του για τη Λίνα Β., κόρη μιας οικογενείας γνωστής και στους δυο μας και την απόφασή του να την παντρευτεί, χωρίς τη θέληση των γονέων της. Εγώ τον βοήθησα στην ερωτική του αυτή ιστορία με μία προθυμία, που φαινόταν ανεξήγητη. Και μια νύχτα, με τη βοήθειά μου και τη βοήθεια δύο άλλων πιστών μου ανθρώπων, την έκλεψε από το σπίτι της κι έκαμαν μυστικά σ' ένα ερημοκλήσι τους γάμους τους, στεφανωμένοι από μένα
   Από τότε -σύμφωνα πάντα με τις εφημερίδες και τη δικογραφία- ήμουνα ο καλύτερος φίλος του σπιτιού. Ο Ανδρέας μού είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, ήμουνα κάθε μέρα σχεδόν στο σπίτι τους και συχνά με είχαν δει να συνοδεύω την κυρία, όταν έλειπε ο άνδρας της, σε περιπάτους και σε θέατρα. Ο κόσμος είχε αρχίσει να μιλεί για τη στενή μου αυτή σχέση με την οικογένεια του Ανδρέα και κάποτε μάλιστα βρέθηκαν κακόβουλοι άνθρωποι να τού σφυρίξουν στο αυτί πως δεν έπρεπε να εμπιστεύεται τόσο πολύ το φίλο του. Εκείνος όμως, άνθρωπος αγαθός -έγραφε μια εφημερίδα- είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο φίλο του και ήταν από τους ανθρώπους, που έχουν ακόμα την αφέλεια να πιστεύουν στη φιλία και στην τιμιότητα. Και έτσι οι σχέσεις μας εξακολούθησαν όπως πάντα.
   Μια νύχτα όμως -σύμφωνα πάντα με τη δικογραφία και τις εφημερίδες- την ώρα που ο Ανδρέας έλειπε,  όπως συνήθιζε κάθε βράδυ, στη λέσχη, εγώ μπήκα στο σπίτι του κρυφά, από τη μικρή πόρτα του κήπου, όπως εβεβαίωσε κάποια γειτόνισσα που με είδε από το παράθυρό της. Η γυναίκα αυτή που με αναγνώρισε είχε την περιέργεια να μείνει στη θέση αυτή ωσότου να με ιδεί να φύγω.  Αυτή ήταν και μια από τους κυριότερους μάρτυρες στο δικαστήριο, γιατί,  όπως αποδείχτηκε κατόπι, η υπηρεσία έλειπε από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Η γυναίκα αυτή, λοιπόν, κατέθεσε ότι ύστερα από μισή ώρα, που με είδε ν' ανεβαίνω στο σπίτι -κατά τα μεσάνυχτα- άκουσε μια ζωηρή λογομαχία απάνω στο σπίτι. Η λογομαχία κράτησε πολλή ώρα. Η κυρία Λίνα ακούστηκε έπειτα να βγάζει τρομασμένες φωνές, ένας πυροβολισμός αντήχησε και ύστερα τίποτε. Η γυναίκα αυτή έβαλε τις φωνές και κάλεσε την αστυνομία. Σε λίγο δύο χωροφύλακες φτάσανε κι ανέβηκαν, μαζί με άλλους γείτονες και διαβάτες του δρόμου, στο σπίτι όπου κάποιο τρομερό έγκλημα φαινόταν να είχε γίνει.
   Το θέαμα που είδαν, όταν ανέβηκαν στο σπίτι, ήταν αυτό: Η κυρία του σπιτιού, πεσμένη σ' ένα χαμηλό σοφά, έπλεε στο αίμα της.
   Φαινότανε πεθαμένη. Αντίκρυ της, με τις πλάτες ακουμπισμένες στον τοίχο, ένας άνδρας -ήμουν εγώ- την κοίταζε ακίνητος με μάτια ορθάνοικτα από φρίκη. Όταν είδε την αστυνομία ο άνθρωπος αυτός, είπε: «Πιάστε με! Εγώ τη σκότωσα». Και δε θέλησε να πει άλλη λέξη. Αυτή την ώρα μια τραγική σκηνή ακολούθησε. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο άνδρας της σκοτωμένης. Ήταν η ώρα που γύριζε πάντα από τη λέσχη. Μπροστά στο τρομερό θέαμα έμεινε απολιθωμένος. Τότε ο άνθρωπος, που τον κρατούσαν οι χωροφύλακες, ξαναείπε πάλι στον άνδρα της σκοτωμένης: «Εγώ τη σκότωσα. Θέλησα να την αποκτήσω και μου αντιστάθηκε. Ο νόμος ας κάνει εκείνο που πρέπει». (Αυτή η απάντηση έκαμε τη χειρότερη εντύπωση στο δικαστήριο και ο εισαγγελέας τη χαρακτήρισε ως «κτηνώδη ομολογία ενός τέρατος»). Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει  με τα νύχια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. Εκείνος ξαναείπε: «Η γυναίκα σου πέθανε τίμια. Για το φόνο ας κάνει καλά ο νόμος». Τότε ο άνδρας έπεσε απάνω στο πτώμα της γυναίκας του και φιλούσε σαν τρελός το χλωμό πρόσωπό της. Οι χωροφύλακες πήραν τον κακούργο και τον έβγαλαν έξω. Ο άνδρας, μέσα στους λυγμούς του, ξανάλεγε συχνά με πνιγμένη φωνή: «Ο καλύτερός μου φίλος! Ο καλύτερός μου φίλος!»...
   Το δικαστήριο των ενόρκων καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε είκοσι ετών ειρκτή, με την ελαφρυντική περίπτωση της «μετρίας συγχύσεως των φρενών».
   Αυτό είναι το έγκλημα που βαραίνει την ζωή μου.
   Τα πράματα δεν έγιναν όμως όπως παρουσιάσθηκαν στο δικαστήριο και όπως τα ομολόγησα ο ίδιος στην απολογία μου. Είμαι ένοχος ενός φόνου. Γι' αυτόν θα δώσω λόγο στο Θεό. Επιθυμώ όμως να γνωρισθούν τ' αληθινά αίτια του εγκλήματός μου. Γι' αυτό γράφω σήμερα, βγαλμένος απ' τη φυλακή με Βασιλική Χάρη, τις γραμμές αυτές, που παρακαλώ τους κληρονόμους μου να τις φέρουν στη δημοσιότητα μετά το θάνατό μου, ποτέ όμως πριν από το θάνατο του Ανδρέα Κ.. Αυτός δεν πρέπει να μάθει ποτέ, με κανένα τρόπο, τα πραγματικά αίτια του εγκλήματος αυτού.
 
   Τα πραγματικά λοιπόν περιστατικά του εγκλήματος, που βαραίνει τη ζωή μου και την υπόληψή μου είναι αυτά που θα διηγηθώ παρακάτω με όλη την ειλικρίνεια ενός ανθρώπου, που, αφού βάσταξε μαρτυρικά το βάρος μιας ατιμίας σε όλη του τη ζωή, θέλει ν' αλαφρώσει, ύστερ' απ' το θάνατό του, τη μνήμη του μπροστά στους ανθρώπους από μια τρομερή κι ατιμωτική παρεξήγηση, που μόνος του την προκάλεσε, για ένα σκοπό που τον νόμισ' ευγενικό.
   Ο Ανδρέας Κ. ήτανε ένας παιδικός μου φίλος, που τον αγαπούσα περισσότερο από αδελφό. Δε θα διηγηθώ μια ζωή ολάκερη, που πέρασε σε μια ατέλειωτη τρυφερότητα μεταξύ μας, χωρίς την παραμικρότερη σκιά. Θα φθάσω στη στιγμή, που ο φίλος μου αγάπησε τη Λίνα Β., αυτήν που σκότωσα με το ίδιο μου το χέρι.
   Η Λίνα ήτανε κόρη μιας φιλικής και στους δυο μας οικογενείας, μοναχοκόρη γεμάτη ομορφιές και χάρες, ένα από τα πλάσματα που έρχονται στον κόσμο για να σκορπίζουν γύρω τους τις μεγάλες ευτυχίες, μα και τις μεγάλες συμφορές. Όταν ο Ανδρέας μού πρωτοφανέρωσε το αίσθημά του γι' αυτή την κοπέλα, ένα αίσθημα που άρχισε να βρίσκει μια γλυκιά ανταπόκριση στην καρδιά της κόρης, ένας παράξενος φόβος με πάγωσε για το φίλο μου. Δεν ήξερα περισσότερο απ' αυτόν τον κόσμο. Ήξερα όμως πως ο φίλος μου ήταν από τους ανθρώπους, που αγαπούν μ' έναν τρόπο τόσο ολοκληρωτικό, που κάνει δύσκολη την ανταπόδοση της αγάπης. Σε τέτοιου είδους αγάπες μονάχα η ψυχή πλασμάτων αδικημένων από τη φύση μπορεί να δώσει μια τέλεια ανταπόδοση. Και η Λίνα ήτανε όμορφη, προικισμένη με όλα τα δώρα που χαρίζει η Φύση στα ευγενικά λουλούδια, τα πλασμένα για να μοιράζουν τα κάλλη τους σε όλο το πλήθος.
   «Σ' αγαπάει κι αυτή;» τού είπα ένα βράδυ, που, ακουμπισμένος στο στήθος μου, μού έκανε την ερωτική του εξομολόγηση.
   «Κάτι μού λέει πως μ' αγαπάει...» μού είπε σιγαλά.
   Δεν είπαμε άλλο τίποτε εκείνο το βράδυ. Ο φίλος μου άφηνε να τα πουν όλα τα άλλα τ' άστρα, που σπινθήριζαν με μια εξαιρετική λαμπράδα στον καθαρότατο ουρανό και το κύμα που έσβηνε στα πόδια μας με κάποιους μυστικούς φλοίσβους. Και μείναμε ώρες έτσι, χωρίς να μιλήσουμε καθόλου.
   Την άλλη μέρα δεν τον είδα. Αυτό τύχαινε πρώτη φορά στην αδερφική ζωή μας. Έμαθα όμως πως ήτανε καλά. Έπειτα, για καιρό, τον έβλεπα ακόμη σπανιότερα. Κάθε τρεις, κάθε τέσσερις μέρες. Εύρισκε πάντα μια δικαιολογία γι' αυτές τις συχνές του απουσίες κι εγώ τη δεχόμουν χωρίς να τη συζητώ. Δεν ξέρω πού αφιέρωνε τις ώρες που έπαιρνε από τη φιλία μας. Ένιωθα όμως ότι κάτι περισσότερο μού 'παιρνε από τις ώρες της συντροφιάς του. Κι εξήγησα τότε το πράμα μ' έναν αστείο και μελαγχολικό μαζί τρόπο. Όπως ένας, που έχει ένα μεγάλο χρέος να πληρώσει, έλεγα μέσα μου, μαζεύει όλα τα μικρά χρέη που τού έχουν οι άλλοι, για να κάμει μ' αυτά το μεγάλο ποσόν που του χρειάζεται, έτσι και ο φίλος μου μάζευε όλες τις μικρές αγάπες, που είχε σκορπίσει γύρω του, για να κάμει μ' αυτές τη μεγάλη αγάπη που είχε να προσφέρει. Αργότερα έμαθα πως και στο σπίτι του είχε γίνει ανεξήγητα ψυχρός με τους δικούς του και πως και άλλοι φίλοι του, λιγότερο βέβαια αγαπημένοι από μένα, είχαν τα ίδια παράπονα.
   Εγώ δεν είχα κανένα παράπονο. Έκανα τη θυσία μου, σαν κάτι τι μοιραίο. Όλοι έχουμε την υποχρέωση να δίνουμε πίσω την αγάπη που μας χαρίζει ένας άνθρωπος, τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έχει την ανάγκη να πληρώσει ένα μεγάλο χρέος αγάπης.
   Μια μέρα, ύστερα από μήνες, ζήτησε να με ιδεί.
   «Άκουσε!» μού είπε, σα να έφθανε στο συμπέρασμα μιας μεγάλης ομιλίας, που δεν είχαμε κάμει μα που εγώ την είχα διαβάσει στο πρώτο βλέμμα που μού έριξε. «Αποφάσισα να πάρω την Λίνα. Τι με συμβουλεύεις;»
   Το πιο μάταιο πράμα του κόσμου είναι να δίνει κανείς μια συμβουλή, όταν τού τη ζητάει ένας ερωτευμένος. Τού αποκρίθηκα με μια ερώτηση:
   «Τη ζήτησες;» τού είπα.
   «Είναι περιττό!»  μού αποκρίθηκε. «Το ξέρω πως δε μού τη δίνουν. Θα την κλέψω».
   «Εκείνη;» τον ρώτησα.
   Χαμογέλασε.
   «Θα 'χω τη συνδρομή σου;» μού είπε σε λίγο.
   Τού 'δωκα το χέρι μου, χωρίς να πω λέξη. Μού το 'σφιξε μ' ευγνωμοσύνη. Ήτανε πια πολύ αργά να τού αρνηθώ τίποτε. Η Μοίρα από 'δω και μπρος είχε το λόγο. Κι ευχήθηκα να τού φανεί ευνοϊκή. 
   Δυο χρόνια ο Ανδρέας είχε ζήσει ευτυχισμένος με τη Λίνα. Και θα ζούσε ίσως ακόμα όλη του τη ζωή, αν δεν τύχαινε το θλιβερό περιστατικό, που έγινε αφορμή μιας διπλής δυστυχίας, και που εγώ είμαι το μεγαλύτερό της θύμα.
   Κάποτε, πολλά χρόνια πριν παντρευτεί, ο Ανδρέας μού είχε πει:
   «Αν παντρευτώ καμιά φορά και μάθεις πως με απατάει η γυναίκα μου, σ' εξορκίζω στη φιλία μας να μη μού το πεις».
   Ήτανε τάχα θλιβερό προαίσθημα ή μια ψυχρή και υπολογισμένη παράκληση, που έπρεπε να τη βάλω στο νου μου και να την ακολουθήσω στην ώρα της.
   «Είσαι ανόητος!» τού είπα.
   Κι αλλάξαμε ομιλία.
   Ωστόσο από τη στιγμή που παντρεύτηκε ο Ανδρέας, αισθάνθηκα πως είχα την παράξενη υποχρέωση να παρακολουθώ την ευτυχία του και ν' αγρυπνώ απάνω σ' αυτή. Δεν ξέρω πώς μού είχε καρφωθεί αυτή η ιδέα. Αλλά κάτι μού έλεγε μέσα μου πως θα ήμουν λιγάκι υπεύθυνος για ό,τι θα μπορούσε να γίνει στο μέλλον μ' αυτό το γάμο. Κι έτρεμα για την ευτυχία του Ανδρέα, όσο δεν έτρεμε ο ίδιος. Αυτός ήτανε ερωτευμένος με τη γυναίκα του ύστερα από δύο χρόνια, όπως και την πρώτη στιγμή, και είχε σ' αυτήν την απόλυτη εμπιστοσύνη των ανθρώπων, που αγαπούν πολύ βαθιά και πιστεύουν στην ανταπόδοση της αγάπης, από έναν αντικατοπτρισμό της δικής τους αγάπης στην καρδιά του αγαπημένου προσώπου. Εγώ όμως έτρεμα για την ευτυχία του.
   Κάποτε ένας κοινός μας φίλος μού είπε:
   «Κάτι μουρμουρίζεται, ξέρεις, για τη Λίνα με το λοχαγό Β.. Άκουσες τίποτε;»
   «Αδύνατο!» τού είπα. «Κακίες του κόσμου!»  
   Μέσα μου όμως μια φρικτή βεβαιότητα άρχισε να γεννιέται. Κακίες του κόσμου! είχα πει. Αλλά ήξερα πως η κακία δεν είναι μεγαλοφυΐα. Είναι απλό τάλαντο. Και τα τάλαντα δε δημιουργούν. Μόνο η μεγαλοφυΐα δημιουργεί. Η μεγαλύτερη συκοφαντία του κόσμου δε μπορεί να κάμει τίποτε από το μηδέν. Πλέκει το έργο της πάντα απάνω σ' ένα θέμα, που τής το δίνει κάποιος άλλος. Αν ζητήσει κανείς στο βάθος, θα βρει πάντα το απόκρυφο πρότυπο, που είναι η πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πως, μολονότι ήμουν τακτικός στο σπίτι του Ανδρέα, δεν είχα αντιληφθεί ποτέ μου το παραμικρό, που να μού δώσει μια σχετική υποψία. Και δεν μπορώ να πω πως δεν ήμουν πάντα προσεκτικός για μια τέτοια αποκάλυψη. Έπειτα το πρόσωπο αυτό, για το οποίο μιλούσαν, ο λοχαγός Β., δεν ήταν από τους ανθρώπους που σύχναζαν στο σπίτι του Ανδρέα, δεν ήτανε, να πούμε, ο τύπος του οικογενειακού φίλου. Εκείνο, ίσως, που θα μού έδινε κάποια υποψία εκ των υστέρων, ήταν μια εξαιρετική τον τελευταίο καιρό τρυφερότητα της Λίνας για τον άνδρα της. Είναι μια τρυφερότητα χαρακτηριστική των ένοχων γυναικών, που δεν φαντάζομαι να προέρχεται από υποκρισία ή από σχέδιο ν' αποπλανηθεί ο σύζυγος. Εξ εναντίας τη φαντάζομαι πολύ φυσική και ειλικρινή και γι' αυτό ίσα ίσα είναι τόσο κοινή σ' αυτές τις περιστάσεις. Είναι ένα είδος ευγνωμοσύνης της γυναίκας προς τον άνδρα της για τη νέα ευτυχία που τής παραχωρεί, χωρίς να το θέλει ή να το φαντάζεται. Αλλ' αυτά είναι σκέψεις που κάνω τώρα, γυρίζοντας το νου μου στις λεπτομέρειες της θλιβερής αυτής ιστορίας, που δεν έχουν επιτέλους και μεγάλη σημασία.
   Όπως και να είναι, ο λοχαγός Β. ήτανε το πραγματικό πρόσωπο του δράματος. Και δεν άργησα να λάβω την απόδειξη. Ένα βράδυ, διαβαίνοντας τυχαίως έξω από τη λέσχη μαζί με κάποιον φίλο, είδα τον Ανδρέα να μπαίνει μέσα. Ο φίλος μου -ήταν ο ίδιος άνθρωπος που μού είχε μιλήσει για τα σχετικά λόγια του κόσμου- με τράβηξε από το χέρι και με σταμάτησε στη σκιά του πεζοδρομίου.
   «Αν έχεις υπομονή», μού είπε πονηρά, «να περιμένεις λιγάκι, θα ιδείς το λοχαγό Β. να βγαίνει από τη λέσχη».
   «Θέλεις να πεις...» τού είπα ταραγμένος.
   «Αυτό που θέλω να πω...» μού είπε. «Καταλαβαίνεις;»
   Σταθήκαμε χωρίς να μιλήσουμε πια. Η ώρα ήτανε δέκα μιας ωραίας χειμωνιάτικης νύχτας Δεκεμβρίου. Σ' ένα τέταρτο, ο λοχαγός Β. φάνηκε πράγματι από τη θύρα της λέσχης με πολιτικά ρούχα, κοντοστάθηκε μια στιγμή και ύστερα, σαν να πήρε μια ξαφνική απόφαση, προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το αντίθετο μέρος. Ένας αμαξάς, σταματημένος στη γωνία και που ήτανε φαίνεται γνωστός του, τον κάλεσε με τ' όνομά του και τον ρώτησε αν επιθυμεί τίποτε. Εκείνος τού απάντησε μ' ένα αρνητικό κίνημα του κεφαλιού και προχώρησε βιαστικός.
   «Σ' αφήνω», είπα του φίλου μου.
   «Μήπως πρόκειται να τον ακολουθήσεις;» μού είπε. «Χωρίς να λάβεις τον κόπο, μπορείς να είσαι βέβαιος πού πηγαίνει».
   «Τι ιδέα!» είπα, όσο πιο αδιάφορα μπόρεσα. «Έχω ένα φιλικό πόκερ, που με περιμένει. Γεια σου!»
    Όταν έστριψε ο φίλος μου τη γωνία, μπήκα στο αμάξι που περίμενε απ' έξω από τη λέσχη και τού έδωκα τη διεύθυνση ενός μικρού καφενείου, που βρισκότανε πλάι στο σπίτι του Ανδρέα. Έλπιζα πάντα να φτάσω πρωτύτερ' από το λοχαγό, που είχε φυσικά τη συνήθεια να κάνει πεζός το νυχτερινό αυτό περίπατο. Καθώς περνούσε το αμάξι από τα στενά δρομάκια της συνοικίας, συλλογιζόμουν το περίεργο πράμα, να γνωρίζουν οι ξένοι και οι αδιάφοροι με τόσες λεπτομέρειες μερικά πράματα, που ούτε τα φαντάζονται οι ενδιαφερόμενοι κι εκείνοι που ενδιαφέρονται γι' αυτούς.
   Με μια κρυφή ελπίδα, ωστόσο, πως ο φίλος μου, που έγινε αφορμή της θλιβερής εκδρομής μου μέσα στη σκοτεινή αυτή χειμωνιάτικη νύχτα, θα φανερωνόταν ένας κοινός κακόγλωσσος με πολλή φαντασία, έφτασα σε λίγο στο καφενεδάκι και κάθισα πίσω από το τζάμι, που αντίκριζε την πόρτα του σπιτιού του Ανδρέα. Σε λίγο είδα εκείνο που μ' έκανε να καθίσω δυο ώρες πίσω από το βρόμικο τζάμι και να σκουπίζω με αγωνία κάθε λίγο τους ατμούς, που μού 'κρυβαν τη θέα προς τα έξω. Περίμενα να ιδώ το λοχαγό Β. ν' αφήνει το σπίτι, όπου η ατιμία -αλίμονο!- είχε μπει από την πόρτα και η ευτυχία είχε φύγει από το παράθυρο. Όλα έγιναν, όπως μού τα είχε προφητέψει ο φίλος μου.
 
   Στις δύο ώρες της αγωνίας, που πέρασα μέσα στο μικρό εκείνο και βρόμικο καφενεδάκι, ανάμεσα σε ανθρώπους χυδαίους και αδιάφορους, είχα πάρει την απόφασή μου. Ύστερ' από το λοχαγό Β., θ' ανέβαινα αμέσως εγώ στο σπίτι του Ανδρέα, με το αδερφικό θάρρος που είχα στην οικογένεια.
   Ορκίζομαι ότι δε μελετούσα τίποτε κακό. Ήθελα απλώς να ιδώ τη Λίνα, να τής φανερώσω ότι τα ξέρω όλα -δε μπορούσε βέβαια να μού αρνηθεί την ατιμία της, για την οποία είχα χειροπιαστές αποδείξεις-  και να την εξορκίσω, δίνοντάς της το λόγο μου πως δε θα βγάλω λέξη από το στόμα μου στον άνδρα της, να την εξορκίσω να ξαναγυρίσει στον ίσιο δρόμο, κόβοντας κάθε σχέση με το λοχαγό.
   Ώρμησα αμέσως προς το πορτάκι του κήπου, πήρα το κλειδί που κρεμότανε πάντα στο γνωστό μου μέρος πίσω από τα κάγκελα, άνοιξα και προχώρησα προς τη μέσα θύρα βιαστικός, για να προλάβω τη Λίνα πριν πλαγιάσει. Τα παράθυρα προς τον κήπο ήταν φωτισμένα ακόμα. Χτύπησα ελαφρά το τζάμι της θύρας και στον ίδιο καιρό, για να γνωρίσει τη φωνή μου, φώναξα:
   «Κυρία Λίνα! Κυρία Λίνα!»
   Μισάνοιξε το παράθυρο και με μια φωνή, που έτρεμε, μα που προσπαθούσε να φανεί ατάραχη και γλυκιά, μού είπε:
   «Εσείς, κύριε Παύλο; Πώς τέτοια ώρα; Σάς συμβαίνει τίποτε;»
   «Με συγχωρείτε πολύ, κυρία Λίνα, που σάς ανησυχώ!» είπα, προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου. «Μα είναι μεγάλη ανάγκη να ιδώ τον Ανδρέα. Είδα φως στα παράθυρα... Είναι μέσα, σάς παρακαλώ, ο Ανδρέας;»
   Η Λίνα ησύχασε.
   «Δε γύρισε ακόμη από τη λέσχη», μού αποκρίθηκε. «Μα όπου να 'ναι θα γυρίσει. Θέλετε να μπείτε μέσα να τον περιμένετε;»
   «Με υποχρεώνετε, κυρία μου. Αν δε σάς ανησυχώ...»
   «Τι λέτε;  Σάς ανοίγω αμέσως».
   Σε λίγο βρέθηκα μέσα στο μικρό σαλονάκι, όπου τόσες φορές είχα περάσει τη βραδιά μου σε μια ατμόσφαιρα αγάπης και ευτυχίας.
   «Καθίστε!» μού είπε η Λίνα. «Εμένα θα μού επιτρέψετε ν' αποσυρθώ. Έχω ένα τρομερό πονοκέφαλο».  
   Και μού έβαλε μπροστά μου κάποια εικονογραφημένα περιοδικά να περάσω την ώρα μου, προσμένοντας το φίλο μου.
   «Δυο λεπτά μονάχα θα ήθελα να σάς κρατήσω, κυρία Λίνα...» τής είπα μ' ένα παρακλητικό ύφος. «Δυο λεπτά μόνο».
   Στάθηκε. Σήκωσα τα μάτια μου απάνω της. Η ομορφιά της είχε κάποιο θριαμβευτικό τόνο αυτό το βράδυ, που μού θύμιζε τις πρώτες ημέρες του γάμου της με τον Ανδρέα. Το πρόσωπό της, χλομό στην πρώτη στιγμή, πλημμύρισε από ένα κύμα αίματος, που έκαμε ν' ανθίσουν όλα τα τριαντάφυλλα της όψης της. Τα μικρά της αυτάκια πετούσαν φλόγες, σα δυο κατακόκκινα, κρεμεζιά (1) γαρύφαλλα.  Και μέσα σ' ένα σκοτεινό κύκλο, σαν να τον είχε χαράξει επιδέξιο κραγιόνι, τα δυο της μάτια πετούσαν αστραπές, που θύμιζαν μια παιχνιδιάρικη μπόρα σ' έναν καλοκαιρινό ουρανό. Τα μαλλιά της, τα μεταξωτά εκείνα μαλλιά, με το θαμπό χρώμα της στάχτης, άταχτα, μπερδεμένα, σα να τα είχε ανακατέψει ένα δυνατό φύσημα ανέμου, έπεφταν στο μέτωπό της και ξεχείλιζαν στα πλάγια του κάτασπρου λαιμού της. Η ομορφιά της Λίνας πανηγύριζε την ωραιότερη γιορτή της.
   Ο νους μου πέταξε αμέσως σε δυο ανθρώπους. Στο λοχαγό πρώτα, ύστερα στον Ανδρέα. Κι ένιωσα ένα λυγμό να με πνίγει.
   «Καθίστε, σάς παρακαλώ, κυρία Λίνα. Δυο λεπτά μόνο!»
   Κάθισε, βιαστική πάντα να φύγει, ανήσυχη, ενοχλημένη από την παρουσία μου.
   Εγώ δεν έβλεπα πια τίποτα. Σαν κάτω από ένα κύμα, περνούσαν μπροστά μου θαμπά το ωραίο εκείνο πρόσωπο, τα έπιπλα γύρω, που είχαν γνωρίσει μία παλιά ευτυχία, οι προσωπογραφίες των τοίχων που κοίταζαν μ' ένα ύφος παράξενο γύρω τους, η μικρή βιβλιοθήκη με τα κομψοδεμένα βιβλία της, που κρατούσαν τώρα τα μυστικά χιλίων μικρών Γαλεότων (2), κρυμμένα πίσω από τα τζάμια, όλα τριγύρω τα έβλεπα θαμπά, θολά, θλιβερά, σα σε όνειρο. Σε μια στιγμή τα μάτια μου πέσανε στο μεγάλο κόκκινο ντιβάνι. Αυτό το είδα καθαρά, όπως στην πραγματικότητα. Τα μαξιλάρια του ήταν ανακατωμένα, άλλα πεσμένα στο πάτωμα, και το σκέπασμά του έπεφτε προς τα πλάγια και σερνότανε απάνω στο παρκέτο. Μού φάνηκε πως ξύπνησα από ένα όνειρο.
   «Ακούστε, κυρία Λίνα...»
   Δε θυμάμαι πια τι είπα. Θυμάμαι όμως ότι μίλησα με καλοσύνη και συγκίνηση. Θυμάμαι έπειτα, ότι εκείνη τινάχτηκε εξαγριωμένη μπροστά μου. Μ' έβρισε, με μεταχειρίσθηκε σαν έναν τιποτένιο.
   «Με όλα αυτά δε θα πω τίποτε στον άντρα σας!» τής είπα. «Κάμετε όπως θέλετε».
   Εκείνη ώρμησε απάνω μου.
   «Μη με φοβερίζετε! Να τα πείτε όλα. Σας παρακαλώ. Έχω κι εγώ να τού πω. Και να είσθε βέβαιος πως θα πιστέψει εμένα».
   «Να τού πείτε; Τι;...»
   «Πως ήρθατε εδώ τέτοια ώρα να μού επιτεθείτε, να τον ατιμάσετε, εσείς ο αδερφικός του φίλος. Ένας παλιάνθρωπος, που τον γκρέμισα από τις σκάλες».
   Και μ' έσπρωξε μανιασμένη προς τη θύρα.
   Δε θυμάμαι πια τίποτε από ό,τι έγινε. Πού βρέθηκε το πιστόλι, πώς το πήρα, πώς πυροβόλησα, δε θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι μόνο πως μια στιγμή, σαν να ξύπνησα από έναν εφιάλτη, είδα μπροστά μου ένα πτώμα κι έναν άνθρωπο, που ορμούσε απάνω μου άγριος, ενώ δύο χωροφύλακες με προστάτευαν από τη μανία του. Ήταν ο Ανδρέας.
   «Γιατί τη σκότωσες; Γιατί;...» φώναζε με λυγμούς.
   Άξαφνα μού ήρθαν στο νου μου τα λόγια που μού είπε η Λίνα, λίγα λεπτά πριν την σκοτώσω.
   «Γιατί θέλησα να την αποχτήσω», τού είπα, «και μού αρνήθηκε. Η γυναίκα σου πέθανε τίμια!»
   Εκείνος έπεσε απάνω στο πτώμα και το αγκάλιαζε και το φιλούσε. Εμένα με πήρανε στη φυλακή. Μα μπροστά στα σκοτισμένα μάτια μου έβλεπα ακόμα το φίλο μου ν' αγκαλιάζει τη γυναίκα του, αθώα, πιστή, τίμια σαν την πρώτη στιγμή. Και μια ευτυχία παράξενη πλημμύριζε τα στήθη μου.
 
   Όλα τ' άλλα έγιναν όπως τα διηγήθηκα παραπάνω. Όποιοι βρουν τα χειρόγραφα, ας φροντίσουν να τα δώσουν στη δημοσιότητα, μετά το θάνατό μου. Ποτέ όμως πριν από τον θάνατο του Ανδρέα Κ.. Αυτός, με κανένα λόγο, δεν πρέπει να μάθει τις πραγματικές αφορμές, που με κίνησαν να σκοτώσω τη γυναίκα του.
 
Νιρβάνας Παύλος
Το πέρασμα του Θεού και άλλα διηγήματα,
εκδ. Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Ι. Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1922
 
Σημειώσεις:
(1) κρεμεζί: έντονο, βαθύ κόκκινο χρώμα ή πορφυρό 
(2) Γαλεότος:  «Ο Μέγας Γαλεότος» αποτελεί τον τίτλο ενός από τα πιο διάσημα θεατρικά δράματα του Ισπανού νομπελίστα συγγραφέα Χοσέ Ετσεγαράι ι Εϊθαγίρρε (El gran Galeoto, 1881). Στην Ελλάδα το έργο μεταφράστηκε από τον Δημήτριο Βικέλα. Η μεταφορική σημασία: Στο έργο αυτό, ο «Γαλεότος» προσωποποιεί την κοινή γνώμη, τις κοινωνικές φήμες και το κουτσομπολιό, τα οποία έχουν τη δύναμη να καταστρέψουν τη ζωή των ανθρώπων, σπρώχνοντάς τους σε καταστάσεις που αρχικά δεν επιδίωκαν.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2023

ΈΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΤΑΥΘΑ

   
   Ήταν ένα γράμμα. Ένα γράμμα όπως όλα τ' άλλα, με το γαλάζιο αεροπορικό φάκελο,  το όνομα, τη διεύθυνση και τη λέξη ενταύθα υπογραμμισμένη με μια κυματιστή γραμμή.
   Δεν ήμουν παραλήπτης του κι αν έφτασε στα χέρια μου, φταίει η τρελή νοτιά που φυσάει συχνά το πρωί. Ποιος ξέρει από ποιου διανομέως τα χέρια το πήρε, αναρωτήθηκα, βλέποντάς το να στροβιλίζεται μέσα στου ανέμου το φύσημα και να πέφτει μπροστά μου καθώς βάδιζα στο πεζοδρόμιο.
   Έσκυψα και το σήκωσα. Το κοίταξα για λίγο διστακτική. Ο λεπτός γραφικός χαρακτήρας της διεύθυνσης μαρτυρούσε γυναικείο χέρι και τ' όνομα που έγραφε απ' έξω μού ήταν ολότελα άγνωστο. Ένας κάποιος κύριος... μα στ' αλήθεια, τι έπρεπε τώρα να κάνω; Να το ανοίξω, να το σκίσω, να το παραδώσω στο ταχυδρομείο, ή... Μού πέρασε απ' το μυαλό κάτι άλλο πιο πρωτότυπο ακόμη. Όχι βέβαια να το πάω στη διεύθυνση που έγραφε, μα να το αφήσω να πέσει ξανά στη θέση που έπεσε και να παρακολουθήσω τι θα συνέβαινε. «Μια φορά», συλλογίστηκα, «από μια σύμπτωση, ξέφυγε που ξέφυγε απ' τον κανονικό δρόμο που κάνουν όλα τα γράμματα. Ας δω πώς πρόκειται να συνεχίσει».
   Μ' όλο που φυσούσε δυνατά, ήταν ζεστό κυριακάτικο πρωινό και μού δινόταν έτσι μια ευκαιρία να διασκεδάσω την ώρα μου. Υπολόγιζα πως ως το μεσημέρι θα 'χε δώσει κάποιος απ' τους ανθρώπους που θα το βρήκαν μια λύση κι ήμουν περίεργη να δω αυτή τη λύση. Άφησα λοιπόν να μού ξεφύγει απ' τα χέρια και το παρακολούθησα που έφευγε μέσα στου ανέμου τα στροβιλίσματα. Μετά το είδα να πέφτει στο αντικρινό πεζοδρόμιο μπροστά σ' έναν κύριο που βάδιζε με τα χέρια στις τσέπες. Τον είδα να κοντοστέκεται, να σκύβει να το πιάσει, μα ξαφνικά να μετανιώνει και να το κλωτσά με την άκρη του παπουτσιού του. Ήταν ολοφάνερο πως δεν έβρισκε σωστό για τη σοβαρότητά του, να το μαζέψει, κι αρκέστηκε, αφού κλωτσώντας το το αναποδογύρισε και διάβασε τη διεύθυνση, αρκέστηκε να σηκώσει τους ώμους και να προσπεράσει.
   Βρήκα κάπως απογοητευτική για το πείραμά μου τη στάση του, μα στάθηκα περιμένοντας κάτι καλύτερο.
   Μια κυρία, ένας νέος, μια άλλη πιο νέα κυρία, προσπέρασαν δίχως να το προσέξουν. Ύστερα κάποιος σταμάτησε μπρος του. Ένας ψηλός δυνατός νέος, με μπερδεμένα από τον άνεμο μαύρα μαλλιά, έσκυψε, το σήκωσε και δίχως να το καλοεξετάσει το έβαλε στην τσέπη του.
   «Η περιπέτεια αρχίζει», μουρμούρισα κι άρχισα να παρακολουθώ τον ψηλό νέο.
   «Τι λεπτός άνθρωπος», συλλογιόμουν. Με μια ματιά μόνο -δίχως ν' αρχίσει να το τριγυρίζει στα χέρια του- το 'βαλε στην τσέπη του κι οπωσδήποτε, τώρα το πηγαίνει στον παραλήπτη του. Θα αισθάνεται μάλιστα -το μαντεύω- κάπως δύσκολα. Τι θα πει; Πώς πρέπει να φερθεί, για να μη φανεί αδιάκριτος; Είναι κάπως σπάνιο να βρεις ένα γράμμα ανεπίδοτο και να είσαι υποχρεωμένος να υποκαταστήσεις το διανομέα. Όμως είναι και τόσο γοητευτικό, ένα τέτοιο εύρημα σού δημιουργεί ξαφνικά ένα άγνωστο πεδίο με τόσες πιθανότητες, τόσες προοπτικές...
   Ο ψηλός νέος βάδιζε σε κάμποση απόσταση μπρος μου αμέριμνος. Συχνά χαιρετούσε με μειδίαμα γνωστούς του περαστικούς. Άλλοτε πάλι στεκόταν κι αντάλλαζε μαζί τους μερικά λόγια. Έδειχνε τόσο ξένοιαστος, συλλογιστείτε ούτε μια φορά δεν έβγαλε απ' την τσέπη του και δεν έδειξε σε κανένα το εύρημά του. Ήμουν απόλυτα βέβαιη λοιπόν πως το γράμμα βρισκόταν σε καλά χέρια, ενός λεπτότατου κι αισθηματικού ανθρώπου, που η διακριτικότητά του ξεπερνούσε κι άξιζε χίλιες φορές πιο πολύ απ' τη μηχανική εργασία οποιουδήποτε ολότελα αδιάφορου ταχυδρομικού διανομέα.
   Άρχισα να βάζω με το νου μου, τι τάχα να περιείχε το φάκελο εκείνο. Το λεπτό γυναικείο του γράψιμο μ' έκανε να φαντάζομαι μια ερωτική ιστορία, κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ολότελα ξεχωριστό, όπως συμβαίνει πάντα μ' αυτού του είδους τις ιστορίες. Συλλογιζόμουν ένα φύλλο χαρτί γεμάτο με λόγια το ίδιο συνηθισμένα μα το ίδιο ξεχωριστά, όπως συμβαίνει πάντα μ' αυτού του είδους τα επιστολόχαρτα, που πάνω τους μια γυναίκα εμπιστεύεται τα αισθήματά της το ίδιο συνηθισμένα μα και ξεχωριστά όπως για κάθε ερωτευμένη γυναίκα.
   Μού περνούσε από τον νου μια πονεμένη ιστορία αγάπης, κάτι λιγάκι σαν Στέλλα Βιολάντη, ένας πατέρας σκληρός, μια ύπαρξη εμποδισμένη να συναντήσει τον νέο που αγαπά, ένα γράμμα που κρυφά εμπιστεύτηκε σε μια φίλη της να ταχυδρομήσει. Και... αλήθεια τι ατυχία (συλλογιζόμουν). Αυτό το γράμμα, που με τόσο καρδιοχτύπι θα περίμενε εκείνη να φτάσει στον προορισμό του, είχε ξεφύγει απ' τα χέρια του διανομέα και περιπλανιόταν τώρα...
   Και βέβαια περιπλανιόταν. Πώς αλλιώς να εξηγήσω τον δρόμο που ακολουθούσε ο ψηλός νέος με το γράμμα στην τσέπη. Μέσα στον ζεστό άνεμο που φυσούσε ήταν ολοφάνερο πως τού ήταν ευχάριστο να περπατά άσκοπα, κι αν είχε βέβαια μια κατεύθυνση, πήγαινε προς αυτήν με χίλια δυο ζιγκ -ζαγκ, που με κούραζαν.
   Ναι, αυτό ήταν, ήμουν κουρασμένη. Απ' τη στιγμή που είχα σηκώσει το γράμμα απ' τον δρόμο, είχαν περάσει δυο ώρες περίπου κι αυτός συνέχιζε να περπατά, χαιρετώντας ή σταματώντας τους φίλους του.
   Άρχισαν τα πόδια μου, ενοχλημένα, να βρίσκουν την ιστορία εκείνη κάπως ανόητη. Μέσα σε τόσα άπειρα περιστατικά που συμβαίνουν, τι σημασία μπορεί να 'χε ένα γράμμα, που ξέφυγε απ' τα χέρια του διανομέα και κατέληξε στην τσέπη ενός -δε λέω, λεπτού και διακριτικού- μα κάπως αργόσχολου κι αναποφάσιστου κυριακάτικου περιπατητή;
   Έκαμα μια τελευταία προσπάθεια. Κοντοστάθηκα και κοίταξα τις σκονισμένες μου γόβες, που με στένευαν φοβερά τώρα. Έκανα μια ύστατη, λοιπόν, προσπάθεια να φανταστώ εκείνη τη δυστυχισμένη ύπαρξη, την ερωτευμένη εκείνη κοπέλα, που λιγάκι σαν Στέλλα Βιολάντη, αγωνιούσε προσμένοντας να φτάσει το γράμμα της στον αγαπημένο της... Πόσο όμως είναι άδικος, χαμένος κόπος, να συμπάσχει κανείς για τη δυστυχία των άλλων, όταν τον στενεύουν τα παπούτσια του...
   Ανασήκωσα τους ώμους μου λοιπόν και σταμάτησα. Ας γινόταν ό,τι ήταν τυχερό να συμβεί. Εγώ δεν άντεχα πια κι η ιστορία του γράμματος δίχως εμένα ας τραβούσε το δρόμο της. Με κάποιο συναίσθημα λιποταξίας πήρα το λεωφορείο κι επέστρεψα σπίτι μου.
 
   Συμβαίνει, ωστόσο, συχνά μια παράξενη αρχή, να ΄χει και μια συνέχεια παράξενη.
   Είχα ξεχάσει όλα τα παραπάνω, όταν χθες βράδυ, μού συνέστησαν, θα μαντεύετε ποιον. Μού συνέστησαν τον ψηλό κι αδύνατο νέο, που 'χε περιμαζέψει το γράμμα απ΄ τον δρόμο.
   Υποκλίθηκε με το μειδίαμά του εκείνο, που το 'χα μάθει τόσο καλά παρακολουθώντας τον το κυριακάτικο πρωινό.
   Ήταν ο κύριος άλφα κι ήμουν η δεσποινίς βήτα, ωστόσο μια παράξενη σύμπτωση, μια μισοτελειωμένη ιστορία βρισκόταν ανάμεσά μας, κάνοντάς με να βρω κάποιον τρόπο για να μάθω το τέλος της. Κι ήταν κάπως δύσκολο να βρεθεί αυτός ο εύσχημος τρόπος, αν δεν συνέβαινε καθώς ο νέος έβγαζε το μαντήλι του, να του πέσει κάτι απ' την τσέπη.
   Έσκυψα και το σήκωσα, ήταν το γράμμα. Το ίδιο εκείνο γράμμα, τσαλακωμένο, με κάμποσες σημειώσεις πάνω στο φάκελο, που εξακολουθούσε να μένει κλειστός.
   Προσπάθησα δίνοντάς το να κρύψω κάθε ερωτηματική ή απογοητευτική έκφραση απ' το βλέμμα μου.
   Μα και κείνος παίρνοντάς το φάνηκε ν' απορεί. Το κοίταξε κάμποσες φορές με αμηχανία, μη μπορώντας να θυμηθεί πώς βρισκόταν ένα ξένο γράμμα στην τσέπη του. Κι ύστερα δίχως να διστάσει, ξέρετε τι έκανε; Έκοψε το γραμματόσημο και ξαναδιαβάζοντας βιαστικά τις σημειώσεις του πάνω στο φάκελο έσκισε το γράμμα σε μικρά κομμάτια και τα πέταξε καταγής.
   «Μαζεύετε γραμματόσημα;» τον ρώτησα.
   «Ναι», μού αποκρίθηκε. «Είναι μια απ' τις μικρές μου μανίες...»
 
Κιτσόπουλος Γιώργος
Περιοδικό «Νέα Πορεία»
τεύχος 1, Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1955

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

Η ΑΝΤΩΝΙΤΣΑ ΜΑΣ


   Περπατούσα μόνος, όπως έκανα πάντοτε. Είχα κέφι. Δεν πονούσα κι ήμουνα ευτυχισμένος τόσο πολύ, που το νόμιζα θεία εύνοια κι ας ήμουν αναγκασμένος να προσκυνάω κάτι χάπια! Η ώρα ήταν περασμένη, έτσι που δεν λεγότανε σούρουπο, μα ούτε και νύχτα. Αριστερά μου ήτανε ένα ρηχό φόντο από πεύκα κι έπειτα ο χαμηλός τοίχος που συμμαζεύει το χυμένο σε περίπτερα Ασκληπιείο και χωρίζει τους σακάτες απ' αυτούς που μπορούν και κυλούν στην άσφαλτο. Δεξιά τα περίπτερα με τα σπλάχνα γεμάτα από κρεβάτια ζεστά και στοργικά. Μπρος μου άσπριζε η λεωφόρος του νοσοκομείου, που θύμιζε περιποιημένη επαρχία...
   Καλά κουμπωμένος, χαιρόμουνα ξένοιαστα κι αόριστα για όλα και για τίποτα. Είχε υγρασία και ψύχρα πολλή, έτσι που μαζί με τη σταχτιά καταχνιά, έκαναν ένα όμορφο Φλεβάρη εκατό τα εκατό... Ήμουνα και ξεχασμένος. Ούτε θυμόμουνα, ούτε λογάριαζα, ούτε συγκρίσεις έκανα. Είχα στείλει στο διάβολο τη σκέψη και ζούσα με τις αισθήσεις... Μπορούσα να τραγουδήσω κιόλας, μα δεν ήθελα. Άλλωστε τραγουδούσαν γύρω μου και τα πιο βουβά πράγματα. Θα 'χανα τη μουσική της σιωπής. Πού και που κάποιος με προσπερνούσε κι άλλοτε κάποιος άλλος φαινότανε στο μισόθαμπο σκοτάδι, πλησίαζε και χανόταν βιαστικά πίσω μου. Δεν τους πρόσεχα από χαρά κι από φόβο. Δεν έχουν όλοι τους παρά γκριμάτσες οίκτου ή σκληρό καμάρι να προβάλλουν. Πράγμα είν' η αλήθεια, ίσως όχι αφύσικο. Μα μένα δε μ' αρέσει.
   Το κρύο, ώρα με την ώρα, δυνάμωνε. Έτσουζε το πρόσωπο και χρωμάτιζε τις μύτες. Στο βάθος, για μια στιγμή, ξεχώρισε ένα βάδισμα συρτό, κοφτό, βιαστικό, μα όχι γρήγορο. Μόνο την ανάγκη κι την προσπάθεια να γίνει πιο γοργό διέκρινες στην κίνηση της σιλουέτας. Προχωρούσε κατά το μέρος μου. Άρρωστος δεν μπορεί να 'ταν. Καμιά απ' τις αναπηρίες που γνωρίζω εδώ μέσα δεν έμοιαζε να 'ναι. Κι ύστερα φαινόταν μαυροντυμένη ύπαρξη... 
   Δεν σταμάτησα ν' αλλάζω τα βαριά μου βήματα -τέτοια ήταν κι ας είχα όλη την ευτυχία του κόσμου- και περίμενα χωρίς ν' αφήσω απ' τα μάτια μου τον άνθρωπό μου. Κάποια στιγμή άναψαν τα φώτα και λίγο μετά μπόρεσα να ξέρω για τη σκιά που μ' απασχολούσε. Ήταν το φως πίσω της μα την ξεχώριζα θαυμάσια.
   «Καλησπέρα γιαγιά...» είπα κι αφαιρέθηκα με το κατόρθωμά μου. Είμαι πολύ κακορίζικος και ξαφνιάστηκα μ' αυτή μου την έμπνευση. Να χαιρετίσω εγώ πρώτος έναν άγνωστο; Κι αν δε με χαιρέταγε; Το προσβεβλημένο μου φιλότιμο; Και πάνω σ' όλα θ' αλώνιζε κι αυτός ο καραγκιόζης μέσα μου και θα χόρευε γύρω απ' το αγνοημένο εγώ μου!... Όλα αυτά τα φρικτά πράγματα θόλωσαν το μυαλό μου, δεν άκουσα αν πήρα απάντηση στο «καλησπέρα». Πρέπει όμως να μου 'πε, γιατί ήταν σταματημένη και με κοίταζε. Αυτό με ησύχασε και συνέχισα.
   «Δεν κρυώνεις γιαγιά;»
   Κάτι μ' απάντησε, δεν θυμάμαι τι. Ήταν φανερό όμως πως κρύωνε. Έτρεμε το σαγόνι της και της έκανε πιο δύσκολη την άρθρωση, που παραμόρφωνε η απουσία των δοντιών.
   «Τι έχεις παιδάκι μου;»
   Ξεδιάλεξα κατόπι αυτές τις λέξεις απ' τ' ασταμάτητα λόγια που μασούσε.
   «Άρρωστος είμαι».  
   «Τα πόδια, ε;»
   «Ναι».
   Ακολούθησαν ευχές και φράσεις και κινήσεις ελαφρής δυσαρέσκειας για τις βουλές του Κυρίου και πολλή λύπηση για την κατάστασή μου.
   «Εσύ πού πας γιαγιάκα τέτοια ώρα;»
   «Στην Αντωνίτσα μας, δεν έχουμε την Αντωνίτσα μας, το κοριτσάκι μας, άρρωστο;»
   «Τι έχει;»
   «Δεν είναι παράλυτο τόσα χρόνια;»
   Μου απαντούσε κι απορούσε που δεν τα ήξερα. Αυτό μου 'κανε εντύπωση.
   «Τι την έχεις την Αντωνίτσα;»
   «Της κόρης μου τ' ορφανό δεν είναι;»
   Κι εδώ απόρησε. Της φαινόταν παράξενο που δεν γνώριζα την Αντωνίτσα, την αρρώστια της και την ορφάνια της... Πώς ήταν δυνατό να μην ξέρω κάτι που για κείνη ήταν όλα; Πού να φανταστεί πως μπορούσε να μην ξέρω την Αντωνίτσα που δεν έφευγε καθόλου απ' την έγνοια της. Ήταν κι άλλο τίποτα εκτός απ' το κοριτσάκι τους; Τι περισσότερο; Όλες οι άλλες κοπελίτσες κι οι μικρότερες κι οι πιο μεγάλες ήταν γι' αυτήν το χτες και το αύριο της Αντωνίτσας. Έτσι ήταν η Αντωνίτσα, έτσι θα γινόταν η Αντωνίτσα. Οι συνομήλικες τής καίγαν την καρδιά. Φούσκωνε το στήθος της με παράπονο.
   «Αχ! Δόξα σοι ο Θεός. Χίλιες να 'ναι οι δόξες του. Γιατί και μας η Αντωνίτσα μας...»
   Κι η συνέχεια χώνευε σ' ένα συγκρατημένο πνιχτό ψιθυριστό κλάμα, που έκανε να πεταλουδίζουν πολλές φορές τα γέρικα μάτια της.
   Και προσπερνούσε και σταυροκοπιόταν πιο σκυφτή, πιο αφηρημένη, πιο βιαστική. Πάντα βιαζόταν. Να προλάβει να ζήσει· περισσότερο. Να μην καθυστερήσει, να μη χάσει ούτε λεπτό κι ήταν μετρημένος ο καιρός της κι ίσως να μην έφτανε. Ποιος ξέρει πότε θα σηκωνόταν, πόσο θα καθόταν ακόμη. Ας ήταν δοξασμένο τ' όνομά Του...
   Κι εγώ να μην ξέρω τίποτα! Είχε μια ασκητική μορφή. Στενόμακρο πρόσωπο βαθιά χαραγμένο, ξερό και μαυριδερό. Μαντήλι μαύρο, ξέθωρο, στο κεφάλι πλαισίωνε μιαν έκφραση χαμένη σε μιαν αδιάκοπη απασχόληση, δυνατή και οδυνηρή. Μαυροφορεμένη, σαν με ράσο, ως κάτω. Στα πόδια της είχε κάτι μεταξύ παπουτσιών και παντόφλας. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις. Εκείνο που ξεχώριζε καλά ήταν η μεγάλη τους ηλικία κι η εγκατάλειψη. Κρατούσε στα χέρια ένα μικρό μπουκαλάκι λάδι βουλωμένο με χαρτί και κάτι άλλο σ' εφημερίδα όλο κι όλο ίσαμε μια παλάμη. Όλα της πολύ φτωχά. Μιζέρια κι αρρώστια. Κι εγώ δεν ήξερα τίποτα! Κάθισα και το καλοσκέφτηκα, συνεχίζοντας τον περίπατό μου. Κι ακόμη το σκέφτομαι... Να 'χεις μια κόρη, να την παντρέψεις με χίλια βάσανα, με χίλια φαρμάκια. Ύστερα να πικραίνεσαι κάθε μέρα με τη γκρίνια εκείνου και με την ανέχειά τους. Να μαραζώνει η κόρη σου και να κλαίει και να περιμένει μωρό. Να γεννηθεί κοριτσάκι και να φέρνει μαζί του περισσότερη αναποδιά και να γίνει πιο βαρύ το σπιτικό. Να ξεπεταχτεί με ατέλειωτα δάκρυα και στέρηση και, πριν προλάβεις να το δεις, να τού κολλήσει η φθίση στα κόκαλα και να παραλύσει. Να 'χεις και γεράματα. Κι όλ' αυτά εγώ να μη τα ξέρω. Χάθηκε στο σκοτάδι, τραβώντας για το περίπτερο που 'χε την Αντωνίτσα, την Αντωνίτσα μας...
 
Κόντης Δημήτρης
    Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχος 15, Αθήνα, Μάρτιος 1956  

Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

   
   Άστραψαν τα μάτια του, τα μεγάλα ατσαλένια μάτια του όπου έφεγγε μόνο ένας πόθος κατάχτησης και είπε «Θέλω». Κι εκείνη παράδοξα γοητευμένη, ενώ όλο το είναι της ένστιχτα επαναστατικά αντιστέκονταν, σαν αναγκασμένη αποκρίθηκε «Θέλω».
   Την άρπαξε δυνατά στα τυραννικά του χέρια και την έφερε μέσα στο ανήλιαγο σπίτι του. Και της είπε: «Οι Νόμοι σου επιτρέπουνε τον Ήλιο να βλέπεις. Ολόκληρο τον κόσμο. Μα ο κόσμος είναι δυνατός και συ είσαι αδύναμη. Μα ο κόσμος είναι άσχημος και συ είσαι όμορφη. Κι εγώ είμαι δυνατός και για σένα θα είμαι πιο δυνατός απ' όλο τον κόσμο. Εγώ θα παλέψω με όλο τον κόσμο, εγώ θ' αγωνιστώ σκληρά, κοπιαστικά, οδυνηρά, για να 'σαι Συ ευτυχισμένη. Για να 'σαι Συ ήρεμη. Για να μη βλέπεις καμιά ασχήμια. Έξω είναι όλα άσχημα. Εγώ μόνο είμαι ωραίος γιατί είμαι κοντά σου. Γιατί κάτι μου δίνεις από τη χάρη σου. Όμορφο είναι μόνο ό,τι είναι κοντά σου, μόνο το σπίτι μου. Ορίζοντάς σου θα είναι μόνο οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού μου γιατί μόνο αυτό σου αξίζει».
   Κι εκείνη ανήξερη, αν και της φαίνονταν πως δεν ήταν άσχημος ο κόκκινος κάμπος με τις παπαρούνες που απλώνονταν μέσα στην Άνοιξη, μέσα στον Ήλιο, πέρα ίσαμε τη θάλασσα που της έμοιαζε τόσο γοητευτικά απέραντη, αν και της φαίνονταν πως ήταν αρμονικός, κι ας ήταν άγριος, ο θόρυβος της κίνησης, κι ας ήταν αγώνας, που βούιζε η ζωή των ανθρώπων, τον πίστεψε γιατί ήταν σωματικά πιο δυνατός. Και γιατί της το είπε αφοσιώθηκε στο σπίτι του που δεν το 'χτισε αυτή.
   Δεσποτικά της είπε η βαριά φωνή του: «Το σπίτι που αγαπάς θα το περιποιέσαι. Τέτοιος ο σκοπός σου. Ν' αγαπάς εμένα κι ό,τι είναι δικό μου. Εμένα, το δικό μου σπίτι, και το δικό μου παιδί. Τίποτε άλλο. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που ν' αξίζει να τ' αγαπάς. Κι εγώ όταν γυρνώ από τους αγκαθοσπαρμένους δρόμους που αιματώνουν το κορμί, κι από τους ανθρώπους που όλοι πληγώνουν την ψυχή, οι περισσότεροι ύπουλα, μόνον οι καλύτεροι κατάστηθα, θ' αναπαύομαι κοντά σου. Όταν δε θα είμαι πάρα πολύ κουρασμένος θα σου δίνω το φιλί μου και το χάδι μου, και κάποτε κάτι θα σου διηγιέμαι από τα Ταξίδια μου, ό,τι δε θα είναι πάρα πολύ άσχημο κι ασήμαντο για να τ' ακούσεις. Δεν πρέπει να ξέρεις παρά ό,τι σου πρέπει. Και θα είσαι χαρούμενη· θα είσαι πάρα πολύ ευτυχισμένη».
   Κι εκείνη αν και νόμισε πως δεν άκουσε τρυφερότητα μέσα στην επιβολή της φωνής του, αν και διαισθάνθηκε κάποιο ψέμα στη λατρεία, αν και διαισθάνθηκε πως δεν της άρεσε η τέτοια λατρεία, αν και δε μπορούσε να νιώσει γιατί ήταν τόσο ξεχωριστή ώστε έπρεπε να μείνει μακριά από τη Ζωή που της γελούσε, κι ας την έλεγε Κείνος άσχημη, τον πίστεψε γιατί έπρεπε να τον πιστέψει. Κι αποκρίθηκε: «Θα είμαι ευτυχισμένη αφού θα είσαι Συ ευτυχισμένος».
 
   Πόσα χρόνια, πόσοι αιώνες είναι που ειπωθήκανε αυτά τα λόγια κι όλο επαναλαμβάνονται; Η Γυναίκα κάγχασε σαρκαστικά, ένα γέλιο σα λυγμό. Τώρα δε διαισθάνεται πια, ξέρει, κι όμως ορίζοντάς της είναι πάντα οι τέσσερις τοίχοι του σπιτιού.
   Η πόρτα άνοιξε, χωρίς να χτυπήσει, και μπήκε Κείνος.
   «Τι κοιτάζεις έξω από το παράθυρο;»
   «Γιατί μπήκες χωρίς να χτυπήσεις;»
   «Αλήθεια, ξέχασα την τελευταία σου μανία. Μα είναι αστείο να αναγγέλλω την άφιξή μου στη γυναίκα μου. Τι έχεις να μου κρύψεις;»
   «Τίποτε. Το πολύ κάποιες σκέψεις».
   «Δικαίωμά σου, βέβαια, να σκέπτεσαι ό,τι θέλεις. Αν και παραονειρεύεσαι, ιδιαίτερα τελευταία».  
   «Μου το απαγορεύεις;»
   «Δε σου απαγορεύω τίποτε. Το ξέρεις. Μόνο συλλογίζομαι πως δε σου κάνει καλό να σκέπτεσαι τόσο. Γίνεσαι νευρική. Τι κοίταζες από το παράθυρο;»
   «Τα σύννεφα ή τους διαβάτες. Δε θυμάμαι».
   «Γιατί δε διάβαζες καλύτερα;»
   «Βαρέθηκα τα παραμύθια».
   «Και τα σύννεφα δεν είναι παραμύθια;»
   «Όχι, ούτε οι διαβάτες».
   «Έτσι ωραίοι που είναι, σαν μυρμηγκάκια φαίνονται απ' εδώ ψηλά. Μυρμηγκάκια για να τα πατεί κανένας».  
   «Το ίδιο θα λένε για σένα, όταν θα σε βλέπουν εκείνοι από το παράθυρό τους».
   «Ίσως, το ζήτημα όμως είναι ποιος θα κατορθώσει να πατήσει τον άλλο».
   «Εγώ φαντάζομαι πως θα μπορούσε κανένας να κατορθώσει πολλά περισσότερα, αν, αντί να προσπαθεί αδιάκοπα να συντρίβει τον άλλο για να φτάσει, ενώνονταν όλοι σε μια κοινή προσπάθεια».
   «Τι λίγο που ξέρεις τη ζωή! Βέβαια κοιτάζοντάς την από το παράθυρό σου...»
   «Πώς θέλεις να την μάθω; Από πού θέλεις να την δω;»
   «Δεν ξέρω... Μα δεν είναι και καμιά ανάγκη να τη μάθεις».
   «Φυσικά».
   «Πού είναι το παιδί;»  
   «Περίπατο».
   «Εσύ, γιατί δεν πήγες;»
   «Βαρέθηκα. Είχες σήμερα πολλή δουλειά στο γραφείο σου;»
   «Υπερβολική. Κουράστηκα. Δεν αντιλαμβάνεσαι αρκετά πόση είναι η ευτυχία σου να μπορείς να κοιτάζεις ώρες από το παράθυρό σου τα σύννεφα και τους διαβάτες και να είναι ασφαλισμένη η ζωή σου και η ζωή του παιδιού σου».
   «Αλήθεια, δεν το αντιλαμβάνομαι... Εσύ όμως δεν πλήττεις. Σ' αρέσει η δουλειά σου».
   «Ναι, φυσικά, η δουλειά μου είναι η ζωή μου, όπως η ζωή σου είναι εδώ πέρα. Μα κάποτε κουράζομαι. Θα είχα ανάγκη από πολλή γαλήνη στο σπίτι...»
   «Που δε σου τη δίνω. Έχεις δίκιο. Με συγχωρείς».
   «Ω, δεν πειράζει. Είσαι λίγο νευρική τελευταία. Πάμε στο θέατρο απόψε;»  
   «Α! Θέλεις; Γιατί όχι; Περνά η βραδιά».
   «Ευχάριστα. Θα είναι καλή παράσταση».
  «Ίσως. Εξακολουθεί κανένας να βλέπει τη ζωή μέσ' από διάφορα πρίσματα. Δέχεται έμμεσες εντυπώσεις, παθητικά».
   «Θ' αρχίσεις πάλι τους ύμνους σου στη δράση, στην ενέργεια... Βαρέθηκα τα κούφια λόγια σου, κακόμοιρο παιδί, που δεν ξέρεις τι θαυμάζεις».
   «Είσαι βέβαιος πως η ζωή μου είναι εδώ πέρα, μέσα σ' αυτό το σπίτι;»
  «Τι θέλεις να πεις; Αυτά σου λένε τα σύννεφα; Πλάθεις ονειροφαντασίες κι ύστερα, κατεβαίνοντας στη γη, φαντάζεσαι πως είσαι δυστυχισμένη».
   «Δεν κοίταζα τα σύννεφα, κοίταζα τους διαβάτες».
   «Δεν αντιλαμβάνομαι τη διαφορά, ή μήπως θέλεις να ζηλέψω;»  
   «Τους διαβάτες; Όχι».
   «Τι σκεπτόσουνα σκυμμένη στο παράθυρο καθώς μπήκα;»
   «Ούτε την ελευθερία της σκέψης του δεν έχει κανένας. Μπαίνει ο άλλος μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να χτυπήσει, όποια ώρα θέλει, κι είναι δικαίωμά του, μα δεν είναι δικαίωμά μας να κλειδώνουμε την πόρτα, κι έχει την απαίτηση ο άλλος να μάθει τι σκεπτόμαστε, γιατί η σκέψη μας του ανήκει, όπως ολόκληρος ο εαυτός μας».
   «Τι έχεις; Μίλησε καθαρότερα».
   «Να ξέρεις τι σκεπτόμουνα; Πως θα ήθελα περισσότερο, περισσότερο απ' όλα, τα μεσάνυχτα, όταν νυστάζεις κι όλα ξυπνούν μέσα μου, και με πλακώνει ασφυχτικά το σπίτι, να μπορούσα εντελώς φυσικά, όπως το λες κάποτε και συ, να σου πω “πάω να κάνω ένα γύρο” και να πάω να περπατήσω ώρες ή στιγμές, σύμφωνα με τη διάθεσή μου, όσο θέλω, μέσα στη νύχτα, χωρίς να φανεί παράξενο, χωρίς να προκαλέσει ποιος ξέρει ποιες τρομερές υποψίες».
   «Και δεν το κάνεις; Μα δε σου εγγυώμαι πως θα καλοπεράσεις στον περίπατό σου».
   «Βέβαια, η περίφημη ασφάλεια. Μα ποιος φταίει, αν φανεί τόσο περίεργο να βρεθεί μια γυναίκα μόνη της τη νύχτα έξω, ώστε να δίνει το δικαίωμα στους άντρες να νομίσουν πως έχουν όλα τα δικαιώματα απάνω της;»
   «Είστε οι πιο αδύναμες κι είναι μοιραίο. Μ' αλήθεια, δεν αντιλαμβάνομαι τι απόλαυση θα εύρισκες σ' αυτούς τους νυχτερινούς περιπάτους, μόνη. Αν δε σού έρχεται πάρα πολύ συχνά αυτή η διάθεση, μπορώ τουλάχιστον να σε συνοδεύω».
   «Δεν καταλαβαίνεις. Δεν καταλαβαίνει κανένας ποτέ τι απόλαυση υπάρχει σ' εκείνο που έχει ο καθένας στη διάθεσή του. Να είναι κανένας ελεύθερος να γνωρίσει τη ζωή και να τη ζήσει».
   «Πάλι τα ίδια! Μα δε θέλεις λοιπόν να καταλάβεις πως η αδιάκοπη ανάγκη του αγώνα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σπατάλη ζωής χωρίς αντάλλαγμα. Δίνουμε αδιάκοπα τον εαυτό μας χωρίς να προφταίνουμε να πάρουμε τίποτε και σιγά σιγά αποξηραινόμαστε... Ο περιορισμός που φαντάζεσαι πως επιβλήθηκε στον εαυτό σου είναι ο μόνος θησαυρός, ο ακένωτος θησαυρός του εσωτερικού κόσμου. Μπορείς αδιάκοπα ν' αντλείς δυνάμεις. Το είπες μόνη σου. Την ώρα που νυστάζω μέσα σου ξυπνούν όλα. Και τις πιο πολύτιμες δυνάμεις τις αντλείς από το χυμό της δροσερής, της νέας ζωής, που έχεις πάντα κοντά σου. Εγώ τόσο λίγο προφταίνω να βλέπω το παιδί μας».
   «Αντλώ δυνάμεις που δεν μπορώ να τις δώσω πουθενά κι έτσι φθείρονται άσκοπα. Και σιγά σιγά δεν υπάρχει πια τίποτε μέσα μου που να μπορεί καν να δεχτεί δυνάμεις. Δεν ξέρω, αν πιστεύεις αληθινά όσα λες μόνο για να τ' ακούσεις, ίσως και να τα πιστεύεις, μα δεν το φαντάζομαι... Οπωσδήποτε προτιμώ έστω και την αποξήρανση, όπως λες, αν και δεν την βλέπω, κάτι που άνθισε ελεύθερα και πλέρια, από το μαρασμό πριν από κάθε άνοιξη, από το εμπόδισμα, από το σκότωμα μιας  Άνοιξης».  
   «Νομίζω πως ξεχνάς το παιδί σου. Κι αν η ζωή σου δεν αναπτύχθηκε πλέρια, όπως το φαντάζεσαι, αρκετά ανόητα, άφησέ με να σου το πω, ό,τι φαντάζεσαι ανάπτυξη, δε θα ήταν παρά ένα κύλισμα στη λάσπη, σου το είπα κιόλας συχνά, η ζωή σου συνεχίζεται κι ανθίζει μέσα στην κόρη μας».
   «Που θα θυσιαστεί και αυτή πριν από την Άνοιξη, αν πιστέψει κι εκείνη, πλανεμένη μια στιγμή από μια ψεύτικη γοητεία, πως η ζωή δεν είναι μέσα στον Αγώνα που δεν οδηγεί στη λάσπη, αν πιστέψει πως η ζωή είναι μέσα στην ασφάλεια, μέσα στη γαλήνη. Ναι, το παιδί μου θα ήταν ό,τι θα είχα πιο πολύτιμο, αν ήταν το παιδί της Ζωής, το δικό μου μόνο παιδί, όπως το θέλει η Φύση να είναι. Τι έδωσες εσύ στο παιδί σου; Τίποτα περισσότερο απ' ό,τι του έδωσε η Τύχη. Μερικές στιγμές ηδονής, ενώ εγώ του έδωσα ολόκληρους μήνες πόνους. Του δίνεις το ψωμί του, που το κερδίζεις από ένα έργο που τ' αγαπάς, που σ' ενθουσιάζει, που όμοια θα το δούλευες κι αν δεν υπήρχε το παιδί, το παιδί που σπανιότατα το βλέπεις, τ' ομολόγησες ο ίδιος, ενώ εγώ του έδωσα ολόκληρα τα Νιάτα μου. Κι όμως, το παιδί που δε θα έπρεπε να είναι παρά δικό μου και που τότε θα τ' αγαπούσα με χαρά, επειδή έτυχε να είναι και δικό σου, γίνεται όργανο στα χέρια σου, αλυσίδα της δικής μου σκλαβιάς. Επειδή ο νόμος σου δίνει δικαίωμα στο παιδί το δικό μου, μόνο δικό μου, με κρατάς φυλακισμένη μέσα στο σπίτι, όπου δεν είναι η ζωή μου αλλά ο θάνατός μου. Κι έτσι και το παιδί αναπνέει μόνο μια ατμόσφαιρα νέκρας».
   «Σώπα, σου απαγορεύω να μιλάς έτσι».
   «Α! Τώρα μου απαγορεύεις κιόλας».
   «Ναι. Τι κοίταζες έξω από το παράθυρο την ώρα που μπήκα και ταράχτηκες, επειδή δεν χτύπησα την πόρτα; Αυτό σου έλειπε. Τι κοίταζες; Θέλω να ξέρω».
   «Σου είπα. Τα σύννεφα ή τους διαβάτες».
  «Θα κοίταζες έναν διαβάτη. Τέτοιες παράφρονες σκέψεις δε γεννιούνται αλλιώτικα σ' ένα γυναικείο μυαλό».
   «Τίποτε άλλο δε μπορεί να καταλάβει ένα αντρικό μυαλό. Κοίταζα τη ζωή που μου στέρησες και που παράφορα νοσταλγώ. Είχα δυνάμεις μέσα μου ασυγκράτητες, το ξέρεις, δυνάμεις ενέργειας, δημιουργικές. Ήθελα ν' αγκαλιάσω σφιχτά μέσα μου ολόκληρη τη ζωή, για να μπορέσω να την ξαναδώσω στους ανθρώπους πιο εντατική και καλύτερη. Ήθελα να σκορπίσω πλατιά όλη τη δύναμη της ζωής που θα είχα ζήσει κι αισθανθεί. Ήθελα να ζήσω και να εργαστώ. Αλλά μ' έπεισες μια στιγμή, και σε πίστεψα γιατί ήσουν όμορφος, πως η Ζωή που γι' αυτήν ήμουν πλασμένη είναι τραχιά, σκληρή, όλο ασχήμια, πως θα με σύντριβε και, πλανεμένη,  σ' ακολούθησα μέσα στο ήρεμο σπίτι, όπου δε μπορώ πια ν' αναπνεύσω, που δε με χωράει κι όπου με κρατάς,  μέσω του παιδιού μου, ισόβια φυλακισμένη».
   «Ποιον κοίταζες από το παράθυρο; Θέλω να ξέρω»,
   «Μα τίποτε, λοιπόν, δε νιώθεις;»
   «Δε θέλεις να το πεις, μα θα το μάθω».
 
   Έφυγε χτυπώντας τώρα δυνατά, εξαγριωμένα, την πόρτα.
   Εκείνη, ξαναπλησίασε το παράθυρο. Έτρεμε τώρα ολόκληρη, αντάρτικα.
   Α! Πότε πια θ' ανάψει στ' ανασηκωμένα, ανυπόταχτα, περήφανα πια μάτια της Γυναίκας η λάμψη που θα πει «Δε θέλω»;
   Α! Πότε πια θα γκρεμιστεί το σπίτι που δεν το 'χτισε κι εκείνη μαζί του, το δικό της  με το δικό του έργο, α, πότε πια θα γκρεμιστεί, κι ας είναι ακόμα να έχει Εκείνος δίκιο, κι ας είναι ακόμα να σωριαστεί Εκείνη μέσα στα ερείπιά του.
 
Ουράνη Ελένη (Άλκης Θρύλος)
Περιοδικό «Ο Νουμάς»
τεύχος 777, Αθήνα 1923 

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΏΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΖΩΗ

   
   Ο Πέτρος Βεργίνης, άνθρωπος κοσμογυρισμένος, πραχτικός όσο δεν παίρνει κι ολομόναχος στον κόσμο, ξύπνησε κείνο το απομεσήμερο με την αίσθηση μιας ευτυχισμένης απαντοχής. Πλύθηκε, ξυρίστηκε, ντύθηκε με τη συνηθισμένη του φροντίδα και προσοχή, κι ύστερα κάθισε να περιμένει. Χωμένος στη βαθιά πολυθρόνα, κοίταξε αντίκρυ του το ρολόγι του τοίχου: πέντε ακριβώς. Ο δείχτης τού φάνηκε σαν ένα μεγάλο αργοκίνητο δάχτυλο, βασανιστικό και περιγελαστικό, ένα δάχτυλο, που τού έγνεφε σαν να τού 'λεγε: «Περίμενε, περίμενε, έχεις μία ώρα μπροστά σου. Η Λόλη είναι ακριβής στο ραντεβού της. Μην ελπίζεις ούτε σ' ένα δευτερόλεπτο έλεος...»
   Είπε να πάει στο γραφείο του, να κοιτάξει τους λογαριασμούς του, κάτι να ταχτοποιήσει, κάτι να κάμει. Μα τι περίεργη κούραση, τι περίεργη ανία πλημμυρίζει όλη κείνη την ευτυχισμένη του απαντοχή. Ήταν η πρώτη ίσως φορά που τού τύχαινε τέτοιο πράμα. Γιατί ο Πέτρος Βεργίνης ήξερε πάντα καλά να τη γεμίζει την ώρα του, δε θυμόταν, όσο και να σκάλιζε στο μυαλό του, ούτε μια περίσταση στη ζωή του που να μην είχε τι να κάνει, που να μην ήθελε, που να μην  μπορούσε να κάνει κάτι. Τέλειο υπόδειγμα ανθρώπου της δράσης. Και να, τώρα που σού ξεφυτρώνει ανάμεσα στη ζωή σου, ανάμεσα σε μια μεγάλη, πολυκύμαντη και πολυβασανισμένη ζωή, μια τέτοια παράδοξη ώρα, εξήντα πρώτα λεπτά μετρημένα, τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα, που δεν ξέρεις πού να τα βάλεις: για τίποτε δε φτάνουν κι από κάθε τι περισσεύουν. Μπορείς και να πεθάνεις θαυμάσια, με όλη σου την ησυχία, με όλο σου το πάσο, μέσα σε τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα κι ωστόσο στέκεσαι αναποφάσιστος μπροστά τους και δεν ξεφωνίζεις που βλέπεις τον δείχτη αντίκρυ σου να πηγαίνει αργά - αργά, βασανιστικά και περιγελαστικά, και που ξέρεις πως η Λόλη είναι πάντα ακριβέστατη στο ραντεβού της.
   Από τη μισανοιγμένη γρίλια γλιστρούσε μαλακά μια δέσμη φωτός ξασπρουλιασμένη. Ήταν ο φθινοπωρινός απομεσημεριάτικος ήλιος, που έπεφτε πάνου στην πολιτεία και τής παράστεκε σαν εγκάρδιος φίλος. Ο Πέτρος Βεργίνης τον είχε χαρεί τον ήλιο τούτο, τον απομεσημεριάτικο και το φθινοπωρινό, κάτω από διαφορετικούς ουρανούς, μέσα στους πιο παράδοξους ανθρώπους... Μέσ' στη βαθιά σιγή της κάμαρης, μακρινές φωνές τρυπούσαν τ' αυτιά του, και μια πρωτοφανέρωτη μέθη τον συνέπαιρνε: τέτοια ώρα, μια φορά, καθόταν και κοίταζε τον ήλιο ν' αλλάζει τις φανταχτερές του σκηνοθεσίες πάνου στους χιμαιρικούς δολομίτες (1) -τέτοια ώρα, μα πολύ γλυκύτερη, γιατί η καρδιά του ήταν τότε γεμάτη αγάπη. Πάνε χρόνια πολλά από τότε: δεν ήταν η Λόλη, ήταν μια άλλη γυναίκα που κυριαρχούσε στην ύπαρξή του, που τού γέμιζε όλους τους πόρους, όσους άφηναν λεύτερους στον εαυτό του τα συμπλέγματα των αριθμών. Πώς περνάει ο καιρός και πώς σβήνουν όλα και φεύγουν και πάνε μακριά και δε γυρίζουν πια, οι άνθρωποι κι οι τόποι κι οι ουρανοί!
   Τι κάθεται και συλλογίζεται κει δα χάμου! Μια βραδιά σ' ένα τραίνο, που πήγαινε στη Νεάπολη, μια γυναίκα τού χαμογέλασε· δε θυμάται καλά - καλά το πρόσωπό της· μα θυμάται πως ολάκερη η ύπαρξή της ανάδινε μια ευωδιά σαν από γιασεμί, τόσο γλυκιά, που ένιωσε ένα λιγοθύμισμα στην καρδιά και για ώρα πολλή είχε ξεχάσει τους λογαριασμούς του. Ύστερα έσβησε κι αυτή. Πόσες γυναίκες, τι διαφορετικές μορφές, σ' όλα τα πλάτη που ταξίδεψε τη δίψα του χρήματος που τον κάτεχε από μωρό παιδί...
   Ναι, τη δίψα τούτη την είχε μέσα του από τη στιγμή που ξεκίνησε από το χαμόσπιτο του πατέρα του, στο βουνίσιο χωριό του, για να κυνηγήσει την τύχη στις απέραντες μακρινές πολιτείες. Πόση ζωή πέρασε ανάμεσα σε κείνη τη μακρυσμένη μέρα και σε τούτη την ώρα, που φεύγει τόσο αργά, τόσο αργά, ολάκερη δοσμένη στην απαντοχή της Λόλης, που είναι πάντα ακριβέστατη στο ραντεβού της.
   Σπουδαία γυναίκα αυτή η Λόλη, ό,τι κι αν πεις. Κι ό,τι χρειάζεται για τα μισοκοπίσματα (2). Έχει την πείρα, που δεν ερεθίζει, μα που δίνει την αίσθηση του σπιτιού. Είναι γλυκιά και ξέρει να φέρεται σα μεγάλη αδερφή και σα μητέρα. Και τώρα, που γέρνει η ζωή σ' ένα ηρεμότερο λυκόφως, η παρήγορη γυναικεία φροντίδα της είναι μια μεγάλη ευεργεσία για τον Πέτρο Βεργίνη. Άνθρωπος του σπιτιού, κατάφερε να περάσει μια ολάκερη ζωή σε αδιάκοπη περιπλάνηση. Όλα κι όλα, τώρα πρέπει να τα βάλει κάτου, να τα λογαριάσει και να κοιτάξει να νοικοκυρευτεί. Να πάρει τη Λόλη; Ίσως ναι, ίσως όχι. Μα πάντα, δεν πέρασε ολότελα ο καιρός που θα μπορούσε να κάνει μια στεκούμενη παντρειά. Κι ύστερα, δεν είναι και κανένας σουρτούκης εκεί πέρα· η παρουσία του εξασφαλίζει την καλοπέραση και στην πιο απαιτητική γυναίκα.
   ... Τι αργά που περνάει ο καιρός! Να, τώρα θα έχει την αίσθηση πως είναι μαθητής ή στρατιώτης, πως βρίσκεται στην κατώγα του σαρακοφαγωμένου, παλαιϊκού σχολειού του χωριού του ή στο πειθαρχείο του λόχου, και κοιτάζει τις αράχνες ψηλά στη σκεπή, ή τα μαμούδια  που σέρνονται με ακούραστη ραθυμία στο χώμα. Κι ακόμα, έχει την αίσθηση πως βρίσκεται σ' ένα κάτασπρο κρεβάτι νοσοκομείου, εκεί κάτω, μακριά, στους τροπικούς, και κοιτάζει κι όλο κοιτάζει το διάγραμμα με τ' ανεβοκατεβάσματα του πυρετού. Κι ωστόσο, ποτέ δεν ένιωθε τόσο άδεια την ώρα, όσο τούτη δα, τη μοναδική στιγμή της ζωής του. Δε μπορεί να εξηγήσει τι τού συμβαίνει: δε μπορεί να καταλάβει σε ποια σχέση βρίσκεται η ευτυχισμένη απαντοχή που φωλιάζει βαθιά βαθιά στην καρδιά του, με τη θανάσιμη, την παράδοξη ανία που τον ροκανίζει αλύπητα μέσα σ' αυτές τις τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα, που πηγαίνουν μπροστά κι όλο φεύγουν και προχωρούν με το βήμα νεκρικής συνοδείας. Μέσα του ξυπνάει, μακρυσμένος αντίλαλος, η μελωδία του Γκριγκ από τον «Πέερ Γκιντ», μια μελωδία που την άκουσε κάποτε, ένα βράδυ, στον παχνιασμένο Βορρά, σ' ένα σπίτι, που το φώτιζαν με το αίθριο χαμόγελό τους τρία κορίτσια: η Έλσα, η Λόττε και η Μαρίγχεν. Αυτή την Έλσα λίγο έλειψε να την αγαπήσει κείνη την εποχή. Μα πρόφτασαν οι αριθμοί και τού έκλεισαν όλους τους πόρους κι έτσι γλίτωσε κείνη τη φορά από τον έρωτα.
   ... Δεν είναι άραγε έρωτας τούτος εδώ ο δεσμός του με τη Λόλη; Έρωτας; Κάθε άλλο. Να, τώρα δα, αναρωτώντας τον εαυτό του, στοχάζεται μη δεν είναι παρά μια έλξη, που όλο γίνεται αδυνατότερη. Λες να σβήσει η συμπάθεια, που καιρό τώρα αισθάνεται γι' αυτή τη γυναίκα; Κι η ευτυχισμένη απαντοχή, που τον κυβερνά ολόκληρο τούτη την ώρα που περιμένει, μη δεν είναι παρά μια συνήθεια, μια αίσθηση συμβατική, χωρίς βαθύτερο περιεχόμενο; Αλλιώς, πώς να εξηγήσει τη θανάσιμη πλήξη που ήρθε έτσι αναπάντεχα σήμερα και στρογγυλοκάθισε σαν απροσκάλεστος ξένος στη μοναξιά του; Καημένη Λόλη, ήρθε η σειρά σου να φύγεις και συ. Κι είσαι τόσο γλυκιά, τόσο σπιτικιά και τόσο χαριτωμένη γυναίκα!
 
   Δε μένουν παρά δέκα λεπτά, μα δέκα στρογγυλά ατελείωτα λεπτά. Ο Πέτρος Βεργίνης σηκώνεται να περπατήσει, να ξεμουδιάσει. Δεν είναι άρρωστος. Κι ωστόσο δε νιώθει τον εαυτό του καλά. Καρφώνει το βλέμμα του στη μισάνοιχτη γρίλια, που τη γεμίζει όχι πια η δέσμη του ξασπρισμένου φωτός, μα μια διάχυτη φωταύγεια, που όλο και σκουραίνει και πάει να σβήσει. Έξω, ένα παιδί περνάει και τραγουδά. Υπάρχουν ώρες που η καρδιά είναι ολάνοιχτη και στέκει έτοιμη να πληγωθεί σε κάθε αντίλαλο, σε κάθε ήχο. Ανοίγει το παραθυρόφυλλο και κοιτάζει το δρόμο. Όπου να 'ναι, η Λόλη θα φανεί. Θα την δει να προβαίνει  στο στρίψιμο του δρόμου, τυλιγμένη στην άχνη ενός χαμόγελου από τα γλυκύτερα που άνθισαν σε ανθρώπινα χείλη. Μα όχι! Δεν πρέπει να στέκεται αυτός έτσι δα, στο παράθυρο! Μπαίνει μέσα και πηγαίνει ολόισια στον καθρέφτη. Τού φαίνεται πως η όψη του είναι κουρασμένη, μια βαθιά πολυσήμαντη ρυτίδα την αυλακώνει: είναι το προμήνυμα μιας αρρώστιας, είναι τα γεράματα, είναι ο θάνατος;
   «Καλό και τούτο! Τώρα στα μισοκοπίσματα ν' αρχίσει να φιλοσοφεί!»
   
   Έξι ακριβώς. Το κουδούνι της πόρτας. Η Λόλη.
 
Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 162, Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 1933 
 
Σημειώσεις:
(1) δολομίτης: ανθρακικό ορυκτό πέτρωμα ασβεστίου και μαγνησίου
(2) μισοκοπίσματα: η ώριμη ηλικία, πρβλ. μεσόκοπος 

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ

   
   Η συνηθισμένη παρέα έπινε τον καφέ της κατά τα μεσάνυχτα στο γειτονικό μαγαζί που ήταν και ταβέρνα και καφενείο μαζί, έξω κάτου από τον τσίγκο. Όλοι είχαν πιει γερά κι είχαν ανάψει. Γι' αυτό προτιμήσανε να καθίσουν εκεί, μ' όλο που το γεναριάτικο βοριαδάκι έτσουζε για καλά. Μιλούσανε ζωηρά και κάπως ασυνάρτητα.
   «Είναι λοιπόν δουλειές που μπορεί να σε κάνουν πλούσιο σε μια μέρα», έλεγε ο Μάκης ο Λιοντής, ο παλιός ξενύχτης, που κανείς δεν ήξερε τι δουλειά κάνει εκτός από το να είναι πρόεδρος κάποιου συλλόγου ζωοφίλων. «Εκατό χιλιάδες δραχμές δος μου και σού κουρντίζω εργοστάσιο που να κάνει ύφασμα την ψάθα, αυτό το χόρτο που βγαίνει σωρός στις ακροποταμιές. Να ιδείς παρά...»
   «Πριν γίνει ύφασμα θα πεθάνεις στην ψάθα», είπε ο Νίκος ο Στίδης, ο δημοσιογράφος και δικηγόρος που όλους τούς επείραζε και όλοι τον αγαπούσαν.
   Η θυμωμένη απάντηση του Λιοντή πνίγηκε στη φωνή του Κλάπα του καλλιτέχνη που, αν είχε λεφτά να ετοιμάζει έργα και να κάνει εκθέσεις, ποιος ξέρει τι θα ήτανε, μα τώρα αναγκαζότανε να κάνει αγίους για επαρχιακά εξωκκλήσια, κάτι ομοιώματα αγριανθρώπων με ατέλειωτα γένια και απειλητικές πατερίτσες ή ανθρωπάκων αδύνατων, αναιμικών, που λες και βγήκαν από χρεοκοπημένο σανατόριο, πειναλέοι, αξιοδάκρυτοι, να ζητιανέψουν.
   «Ένα κουρείο που να ξυρίζουν μόνο γυναίκες μπορείς ν' ανοίξεις; Επλούτισες. Να 'χεις δέκα γυναίκες όμορφες, να τις μάθεις σε λίγες μέρες να ξυρίζουν, να τις ντύσεις με κομψές λευκές μπλούζες, που να μην τους κρύβουν όμως καμιά γραμμή, και να βάνεις εμπρός! Ψυχή μου δουλειά! Όσο ο άντρας νιώθει το τρυφερό χέρι της γυναίκας στο μάγουλό του και την ανάσα της από πάνου του, θα δίνει και το παλιάμπελο».
   Καθώς έλεγε τα τελευταία του λόγια, ο Πάντος, ο γιατρός, που καθότανε αμίλητος στη γωνιά κι έπινε όλο κονιάκ -πρώτη φορά- σκαλίζοντας αφηρημένα με το μπαστούνι του το χώμα του δρόμου, πετάχτηκε ορθός, σήκωσε ψηλά το μπαστούνι και είπε μ' έξαψη, γελώντας νευρικά:
   «Χα, χα, χα! Μάλιστα, να τις πάρετε και στα κουρεία. Έτσι θα μπορούν να μάς σφάζουν όποτε θέλουν. Μια ξυραφιά στο λαιμό και τελείωσε! Χα, χα, χα!...» 
   Οι άλλοι τον εκοίταξαν παραξενεμένοι. Ποτέ δεν τον είχαν ιδεί έτσι το γιατρό. Ήταν ένα παιδί φρόνιμο, ντροπαλό σαν κορίτσι. Μήτε εκάπνιζε, μήτε έπινε. Στην ταβέρνα επήγαινε για τη συντροφιά, μιλούσε με ψυχραιμία πάντα, έφευγε νωρίς, δεν ενοχλούσε κανέναν, δεν έλεγε μήτε παραδοξολογίες, μήτε αστεία. Ήταν ο «σιωπηλός φιλόσοφος», όπως τον έλεγαν όλοι, εκτός από το Στίδη που τον ονόμαζε «το λευκό γάντι».
   «Λοιπόν, αφού θέλετε να δώσετε αξία στις γυναίκες, ακούστε να σάς πω κάτι», εξακολούθησε ο Πάντος, ησυχότερος τώρα, με φωνή βαθιά, υποβλητική.
   Εκάθισε, ήπιε το λίγο κονιάκ που 'μενε στο ποτήρι κι άρχισε την ιστορία του:
   «Μια φορά σ' ένα σπίτι γνώρισα μια γυναίκα. Μια όμορφη ζωντοχήρα γεμάτη φωτιά. Κι έξυπνη, τετραπέρατη. Με τράβηξε τόσο, ώστε έκανα σαν τρελός να βρεθώ μόνος μαζί της. Τα κατάφερα, μιλήσαμε μια ώρα μόνοι, ξαπλωμένοι σ' ένα ντιβάνι, ενώ οι άλλοι εχόρευαν. Μού 'πε τα κέντρα της, κάτι απ' τη ζωή της, έδειξε και λίγο ενδιαφέρον για μένα, κάτι σαν μια στοργική εκτίμηση. Με λίγα λόγια σε μερικές μέρες τα 'χαμε σιάξει. Περνούσαμε γλυκές στιγμές στον περίπατο, στ' απόκρυφα μαγαζάκια των Πατησίων, στα σαλόνια που συχνάζαμε -όταν τύχαινε να μένουμε μόνοι. Αλλά αυτές οι γλύκες έδιναν τροφή σ' έναν πόνο μεγάλο και τον εγιγάντωναν: τον πόνο της ανικανοποίητης ηδονής. Έπρεπε να βρούμε τρόπο να βλεπόμαστε καλύτερα, να μένουμε μόνοι, ήσυχοι. Έπρεπε να “στεγάσουμε τον πρόσφυγα έρωτά μας”, όπως τής άρεσε να λέει, να τον “αποκαταστήσουμε”. Επιτέλους εβρήκαμε τη λύση -την ηύρε εκείνη: μια φίλη της είχε ξενοίκιαστα τρία δωμάτια σ' έναν κεντρικό δρόμο. Θα τα 'πιανα, το 'να για ιατρείο, τ' άλλο για σαλονάκι και το τρίτο για γκαρσονιέρα μου. Έτσι θα μπορούσε αυτή να μπαίνει χωρίς φόβο να παρεξηγηθεί από κανέναν, πράγμα που ήταν αδύνατο να κάνει στο πρώτο μου σπίτι, γιατί ο ιδιοκτήτης ήταν ένας στενός φίλος του αδελφού της. Κι ο αδελφός της να την έβλεπε να μπαίνει στο καινούριο σπίτι θα τού 'λεγε πως πάει στη Λάουρα, τη φιλενάδα της. Τι να κάνω; Άφησα τ' όμορφο και φτηνό σπιτάκι μου της οδού Πειραιώς, και το 'πιασα. Το νοίκι ήταν πανάκριβο, το δωμάτιο που θα 'κανα ιατρείο λίγο σκοτεινό, οι σκάλες πολλές, ώστε να είναι δυσκολία για τους πελάτες, μα όλα αυτά ήταν τίποτα μπρος στη χαρά που μου 'δινε η ιδέα πως επιτέλους θα μπορώ να χαίρομαι αυτή που με είχε γοητέψει, που ήταν η μόνη μου σκέψη, το μόνο μου όνειρο.
   »Επεράσαμε θεία κάμποσον καιρό. Κάθε βράδυ ήταν μαζί μου ως την ώρα που έπρεπε να βρίσκεται σπίτι της. Την είχα τόσο αγαπήσει, ώστε μια μέρα, αν τύχαινε να μην την ιδώ, ήμουν σαν τρελός. Έπαιρνα τους δρόμους, περνούσα από το σπίτι της, ξαναπερνούσα, φύλαγα απ' έξω μήπως προβάλει στο παράθυρο, έστελνα τη φίλη της να μάθει. Κάποτε που μαλώσαμε έμεινα δυο μέρες νηστικός και κάπνιζα διαρκώς τσιγάρα, το 'να πίσω απ' τ' άλλο, εγώ που δεν κάπνιζα ποτέ μου. Μια μέρα τής επρότεινα να γίνει γυναίκα μου. Αδύνατον να πεισθεί.
   »“Τι τις θέλεις τις παντρειές;” μού 'πε. “Δεν είναι καλύτερα έτσι; Ο γάμος σκοτώνει, λένε, τον έρωτα”.
   »Όσο εγώ έβλεπα πως μ' αγαπούσε χωρίς υστεροβουλία, τόσο την ελάτρευα περισσότερο.
    »Πολλές φορές επερνούσε ώρες ολόκληρες συγυρίζοντας τη γκαρσονιέρα μου, κρεμώντας καδράκια, ταχτοποιώντας τα ρούχα μου, κι εγώ, που εργαζόμουνα παραπλεύρως, ένιωθα μια λαχτάρα και μια περηφάνια να με πλημμυρίζει.
    »Μ' εγνώρισε με τον αδελφό της, έναν καλό αλλά χαζό εισοδηματία ως συγγενή κι εγώ δεν ξέρω ποιας φίλης της και μού μιλούσε με τόση οικειότητα μπροστά του, ώστε είδα πως ήταν αδύνατον αυτός να σκεφτεί τίποτα κακό, τόσο τον είχε πείσει για την αθωότητα των σχέσεών μας.
   »Εζούσα μ' αυτή και γι' αυτή. Ήταν η μόνη μου σκέψη, η μόνη μου συλλογή, ο μόνος σκοπός της ζωής μου. Μού 'λεγε: “Δε θέλω να πηγαίνεις στα κοντσέρτα που μαζεύονται όλα τα κοριτσόπουλα” -και δεν επήγαινα. “Δε θέλω να χορεύεις” και δεν εχόρευα.
   »Πολλές φορές είχα σκεφτεί πως δεν έπρεπε ν' αφήνω να παρασύρομαι τόσο, πως έπρεπε να μην παραμελώ τη μελέτη, τη μουσική, τους χορούς -που τόσο με τραβούσαν πριν. Όλα είναι χρήσιμα στη ζωή κι όλα έχουν τις χάρες τους. Εγώ είχα χάσει την αίσθηση κάθε ηδονής που δεν ερχότανε απ' αυτή. Ήταν όμως αδύνατο να κάνω αλλιώς. Μ' απορροφούσε εντελώς ολόκληρο. Αυτή ήταν μαζί μου μια ωραία αμαζόνα, παιγνιδιάρα και τρυφερή, μ' ένα μαστίγιο στο χέρι. -Ε, βέβαια, κρατούσε και μαστίγιο. Μόλις δεν έκανα την κίνηση που τής άρεσε, άρχιζε το μαστίγωμα. Κι είχα γίνει ένα όργανό της -ένα σαστισμένο ζώο που και στο δάρσιμό της εύρισκε ηδονή.
   »Έξαφνα πήρα ένα ανώνυμο γράμμα. Ήταν τρομερό. Μού 'λεγε κάτι πράματα! Μ' απατούσε λέει αυτή. Είχε φίλο ένα γέρο παραλή που ερχότανε μέσα στο σπίτι μου και την έβλεπε. Το πρωί, που εγώ είχα υπηρεσία στο Νοσοκομείο του Πειραιώς, αυτός ήταν εκεί μαζί της, στην γκαρσονιέρα μου. Το ιατρείο μου ήταν πρόσχημα γι' αυτή, για να δικαιολογιέται πως πάει στο γιατρό, το γυναικολόγο, για όσους δεν την ξέρουν· για τους δικούς της εδικαιολογιόταν πως πάει στη φίλη της· ο γέρος, λέει, ήταν ένας παράξενος γλεντζές που χαλούσε πολλά λεφτά για να τού κάνει τα γούστα. Αλλά τον αγαπούσε κιόλας αυτή, χρόνια τώρα, επειδή μια φορά την είδε να βγαίνει από την γκαρσονιέρα του μια ξαδέρφη της κι έγιναν ιστορίες, εφρόντισε να εξασφαλιστεί έτσι με τη φίλη της και με το ιατρείο για να βλέπονται πιο σίγουρα. Ίσως ένα παροδικό κέφι να την έφερε στην αρχή κοντά μου.
   »Κι έλεγε - έλεγε το γράμμα λεπτομέρειες, μού θύμιζε επεισόδια, μού εξηγούσε κάτι σκηνές, μού σημείωνε πως μπορούσα να 'χω απόδειξη  γι' αυτά που μού κατάγγελνε.
   »Ένιωσα μέσα στο κεφάλι μου κάποιο κενό, μπροστά μου ένα βάραθρο είδα ν' ανοίγεται. Μού 'ρθε κάτι σαν τρέλα.
   »Δεν ήθελα να πιστέψω· σιχαίνομαι τ' ανώνυμα γράμματα, κι όμως ο νους μου εζωντάνευε τις φριχτές εικόνες που μού ιστορούσε το γράμμα. Ήταν πρωί· ντύθηκα και βγήκα βιαστικός. Έξω στην πόρτα με καλημέρισε η Λάουρα, η σπιτονοικοκυρά μου, μ' ένα συμπαθητικό χαμόγελο. Διάβολε! Μήπως ήταν αυτή που 'στειλε το γράμμα; Α, όχι, αδύνατον. Είναι τόσο φίλες. -Μα σάμπως είχανε ψυχρανθεί, τώρα τελευταία. Ποιος ξέρει... Κι αν είναι κείνη, θα είναι κάτι βέβαιο...
   »Τράβηξα για τον ηλεκτρικό. Τώρα μού ερχόντανε στη μνήμη κάτι σκηνές που είχαν περάσει απρόσεχτες: μια φωτογραφία, που θέλησε να κρύψει και την είδα, ενός ηλικιωμένου κυρίου, που, γελώντας έπειτα, μού 'πε πως είναι θείος της από το Βόλο· ένα πρόσωπο που έβγαινε από το σπίτι ένα πρωί και το είδα, γυρίζοντας να πάρω κάτι ξεχασμένα εργαλεία, και που η Λάουρα μού 'πε πως ήταν ο οδοντογιατρός της· το άρωμά της, που μού μύρισε την ίδια μέρα, καθώς ανέβηκα απάνω στην κάμαρα, και η Λάουρα σαστισμένη το δικαιολόγησε πως πέρασε πρωί να την ιδεί και τής έριξε αυτηνής λίγο, και τόσα άλλα, που εγώ, αφοσιωμένος στον έρωτά μου και ήσυχος για την πίστη της, δεν είχα προσέξει. Είναι περιττό να σάς περιγράφω αγωνίες, πόνους, δάκρυα, απελπισμούς. Λίγο - πολύ θα τα 'χετε όλοι νιώσει. Αποφάσισα να φυλάξω από την ίδια μέρα. Γύρισα πίσω κι άρχισα να σκέπτομαι τι έπρεπε να κάνω. Να γυρίζω μέρα μεσημέρι έξω από το σπίτι μου ήταν αδύνατο. Καφενείο, ζαχαροπλαστείο δεν είχε εκεί κοντά για να μείνω. Γειτονικό σπίτι φιλικό δεν ήταν. Τι να κάνω; Να φυλάω στις γωνιές και να με βλέπουν οι γειτόνοι; Δε στεκότανε. Δε μπορούσα να βρω τη λύση και δαιμονιζόμουνα. Άξαφνα μού γεννήθη μια σκέψη: αν η Λάουρα, όπως υποπτευόμουνα, είχε κάνει το γράμμα, θα με βοηθούσε. Θα την έστελνα κάπου και θα κλεινόμουνα στο ιατρείο· αυτό το κλείδωνα πάντα για να μη μού ανακατεύουν τα εργαλεία, ενώ τη γκαρσονιέρα και το σαλονάκι τ' άφηνα ανοιχτά. Έπρεπε όμως να προσέξω, γιατί, αν η Λάουρα τα 'χε καλά μαζί της, θα μ' επρόδινε· έπειτα και μαλωμένες να 'τανε, μπορεί να μην ήθελε να τής κάνει κακό -μιλούσε με τόσην εμπιστοσύνη για το χαρακτήρα της και την εχεμύθειά της η δική μου.
   »Πήγα στο σπίτι και είπα στη Λάουρα πως δε θα πάω στο νοσοκομείο γιατί ήθελα να κάνω μια μελέτη, θα έμενα στο ιατρείο. Μα θα με υποχρέωνε, αν πήγαινε μόνη της μ' ένα γράμμα στο διευθυντή. Εδέχτηκε πρόθυμα. Έγραψα δυο λόγια δικαιολογητικά και την έστειλα. Επερίμενα με αγωνία. Πέρασαν δυο, τρεις ώρες, ήρθε μεσημέρι, και κανείς δεν ετάραξε την τραγική μου γαλήνη. Η Λάουρα ήλθε κατά τη μία γελαστή, τραγουδώντας. Είχε περάσει ένα ωραίο πρωί στον Πειραιά με τη λιακάδα.
   »Όταν ιδωθήκαμε το βράδυ με κείνη, η αφέλειά της, η γλύκα της, η έκφρασή της η γεμάτη εγκαρδιότητα και ειλικρίνεια μ' εγέμισε τρυφερότητα και πίστη. Εθύμωνα που πίστεψα ένα ανώνυμο γράμμα. Τι κακός κόσμος! Το τόσο το κάνουν τόσο! Μήπως άλλοτε δε μού 'χαν πει πως πριν παντρευτεί ζούσε μ' έναν ταγματάρχη, πως έγινε έπειτα μανικιουρίστα και γύριζε με τον ένα και με τον άλλο, πως τούτο, πως κείνο; Ε, δεν είχα εξετάσει και δεν είχα πειστεί πως είναι όλα φαντασίες του κόσμου; Έτσι και τώρα: ποιος ξέρει τι παρεξήγηση εγεννήθηκε και είχαν βγάλει αυτό τον μύθο από τη μυστηριώδη κακία μερικών ανθρώπων να συντρίβουν χωρίς αιτία την ξένη ευτυχία.
   »Δεν εφανέρωσα τίποτα, ούτε τής είπα πως δεν επήγα στο νοσοκομείο. Είχα παρακαλέσει και τη Λάουρα, την είχα ορκίσει, να μην τής το πει για να μην ανησυχήσει. Είχα πια ησυχάσει και κοιμήθηκα βαθιά από νωρίς. Αλλά την αυγή είδα όνειρα φριχτά. Ξύπνησα γεμάτος τρόμους αλλόκοτους, γεμάτος άγνωστους φόβους. Αποφάσισα να μείνω πάλι και το είπα στη Λάουρα. Αυτή είχε τόσο ωραία περάσει στον Πειραιά, ώστε ήθελε να ξαναπάει. Θα κατέβαινε και στο Φάληρο να ρεμβάσει στην εξέδρα. Αν ήθελα, ξαναπερνούσε από τον διευθυντή. Ε, ας πήγαινε κι ας τού 'λεγε ό,τι ήθελε.
   »Πήρα ένα βιβλίο και ξαπλώθηκα στον καναπέ. Εδιάβαζα, εδιάβαζα κι αδύνατον να καταλάβω τι έλεγε. Ξαναπερνούσα την ίδια περικοπή πολλές φορές για να τη συγκρατήσω, να μού κινήσει το ενδιαφέρον, να μπορέσω να δεθώ με το βιβλίο  και να λησμονηθώ. Αδύνατον. Άξαφνα άκουσα ν' ανοίγει η οξώπορτα, που έμενε πάντα ξεκλείδωτη, και βήματα στις σκάλες.
   »“Λάουρα, Λάουρα!...” 
   »Ήταν εκείνη! Σαν δεν άκουσε απάντηση σταμάτησε λίγο. Ύστερα ανέβηκε ζωηρά τις σκάλες και ξεκλείδωσε την κεντρική πόρτα. Είχε πάντα ένα κλειδί μαζί της για να μπαίνει, όταν ετύχαινε ν' αργώ και να λείπει η Λάουρα.
   »Ετράβηξε κατευθείαν στην κάμαρά μου, ύστερα βγήκε και γύρισε τ' άλλα δωμάτια. Δοκίμασε την πόρτα του ιατρείου μήπως είναι ανοιχτή. Έπειτα άκουσα να τραβάει σιγά τις κουρτίνες της κάμαράς μου.
   »“Ο έρως χρόνια δεν κοιτά
       κι όπου βρεθεί χορεύει...” 
ετραγουδούσε σιγά, διορθώνοντας λίγο τα έπιπλα. Σε λίγη ώρα άκουσα βήματα βαριά στη σκάλα, ένα λεπτό ξερόβηχα, κι έπειτα ένα χτύπημα στην πόρτα συνθηματικό, τρεις φορές. Έτρεξε ν' ανοίξει. Σιγανά γλυκόλογα, ήχος φιλιών και γέλιων έφταναν στ' αυτιά μου σα σαρκαστικό πρελούντιο ενός μαρτυρίου φριχτού. Μπήκανε στην κάμαρά μου· προσπαθούσα να ιδώ, μα ήταν αδύνατον, από μέσα είχε κάτι που σκέπαζε την τρύπα. Μιλούσανε τώρα δυνατότερα, άκουγα τα παράπονά του γιατί δεν την είδε χτες, τις δικαιολογίες της, τού 'λεγε πως δεν αξίζει και κάθε μέρα γιατί θα τη βαρεθεί. Ετσούγκρισαν τα ποτήρια, επίνανε από το λικέρ μου· έπινε αυτός με το ίδιο μου το ποτήρι -και τα 'ριξε στη Λάουρα, όταν τής είπα κάποτε πως φαίνεται σαν ν' αδειάζει γλήγορα η μποτίλια. Ύστερα ησυχία. Σε λίγο άκουσα κάτι κρότους που μ' απόκαναν. Είχα γίνει άλλος άνθρωπος, ήμουν ένα πληγωμένο θεριό που δαγκώνει ως και τις πέτρες από τον πόνο του. Άνοιξα την πόρτα και χύθηκα λαύρος μέσα. Εκείνος, ένας άντρας ψηλός, ίσαμε κει πάνω, ασπρισμένος, ως πενήντα χρόνων -ο ίδιος που 'χα συναντήσει τότε που σάς είπα- είχε μισοκρυφτεί θλιβερά πίσω της, ενώ αυτή αγριεμένη, μ' ένα βλέμμα τόσο σκληρό και τόσο αλλιώτικο που ποτέ μου δεν το είχα ιδεί, ούτε φανταστεί, με μια πρόστυχη αυθάδεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, στα σουρωμένα χείλια, στα σφιγμένα δόντια, στις κλειστές της γροθιές, έκανε να χυθεί απάνου μου.
   »Δεν ηύρα λέξη να πω. Άλλοτε, όταν είχα φανταστεί παρόμοια σκηνή, έλεγα πως θα σκοτώσω. Τώρα η ανανδρία αυτουνού κι η ξετσιπωσιά εκείνης μού γεννούσαν την αηδία. Τους έφτυσα και ξαναγύρισα στο ιατρείο. Ήθελα να τους δώσω καιρό να φύγουν.
   »Όταν βγαίνανε στο δρόμο, θυμούμαι πως άνοιξα το παράθυρο και τούς εμπάτσισα με τα γέλια μου:
   »“Χα, χα, χα!”
  »Ύστερα έπεσα λιπόθυμος, όσο που η Λάουρα ήρθε, με συνέφερε και με παρηγόρησε, αφού της είπα τι συνέβη. Ναι, τα ήξερε, ομολόγησε πως αυτή μού 'χε στείλει το γράμμα, γιατί με συμπαθούσε και δεν ήθελε να κοροϊδεύομαι.
   »“Χα, χα, χα”!» ξαναγέλασε πάλι ο γιατρός, τελειώνοντας την ιστορία του, κι εσώπασε στενάζοντας, ενώ το ποτήρι του κονιάκ τού 'φυγε απ' το χέρι και συντρίφτηκε χάμου.
   «Μα εσύ υποφέρεις ακόμα», τού 'πε ο Λιοντής. «Πότε γινήκανε αυτά;»
   «Σήμερα το πρωί!» Απάντησε βραχνά, συρτά.
   Και ξαφνικά πετάχτηκε απάνου και καληνυχτίζοντάς τους με μια βιαστική χειρονομία χάθηκε στο σκοτάδι, ενώ γύρω του χυνότανε πικρός, σπαραχτικός ο ήχος των νευρικών του γέλιων:
   «Χα, χα, χα!»...
 
Παναγιωτόπουλος Σπύρος 
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»
τεύχος 9, Αλεξάνδρεια 1928