Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΏΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΖΩΗ

   
   Ο Πέτρος Βεργίνης, άνθρωπος κοσμογυρισμένος, πραχτικός όσο δεν παίρνει κι ολομόναχος στον κόσμο, ξύπνησε κείνο το απομεσήμερο με την αίσθηση μιας ευτυχισμένης απαντοχής. Πλύθηκε, ξυρίστηκε, ντύθηκε με τη συνηθισμένη του φροντίδα και προσοχή, κι ύστερα κάθισε να περιμένει. Χωμένος στη βαθιά πολυθρόνα, κοίταξε αντίκρυ του το ρολόγι του τοίχου: πέντε ακριβώς. Ο δείχτης τού φάνηκε σαν ένα μεγάλο αργοκίνητο δάχτυλο, βασανιστικό και περιγελαστικό, ένα δάχτυλο, που τού έγνεφε σαν να τού 'λεγε: «Περίμενε, περίμενε, έχεις μία ώρα μπροστά σου. Η Λόλη είναι ακριβής στο ραντεβού της. Μην ελπίζεις ούτε σ' ένα δευτερόλεπτο έλεος...»
   Είπε να πάει στο γραφείο του, να κοιτάξει τους λογαριασμούς του, κάτι να ταχτοποιήσει, κάτι να κάμει. Μα τι περίεργη κούραση, τι περίεργη ανία πλημμυρίζει όλη κείνη την ευτυχισμένη του απαντοχή. Ήταν η πρώτη ίσως φορά που τού τύχαινε τέτοιο πράμα. Γιατί ο Πέτρος Βεργίνης ήξερε πάντα καλά να τη γεμίζει την ώρα του, δε θυμόταν, όσο και να σκάλιζε στο μυαλό του, ούτε μια περίσταση στη ζωή του που να μην είχε τι να κάνει, που να μην ήθελε, που να μην  μπορούσε να κάνει κάτι. Τέλειο υπόδειγμα ανθρώπου της δράσης. Και να, τώρα που σού ξεφυτρώνει ανάμεσα στη ζωή σου, ανάμεσα σε μια μεγάλη, πολυκύμαντη και πολυβασανισμένη ζωή, μια τέτοια παράδοξη ώρα, εξήντα πρώτα λεπτά μετρημένα, τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα, που δεν ξέρεις πού να τα βάλεις: για τίποτε δε φτάνουν κι από κάθε τι περισσεύουν. Μπορείς και να πεθάνεις θαυμάσια, με όλη σου την ησυχία, με όλο σου το πάσο, μέσα σε τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα κι ωστόσο στέκεσαι αναποφάσιστος μπροστά τους και δεν ξεφωνίζεις που βλέπεις τον δείχτη αντίκρυ σου να πηγαίνει αργά - αργά, βασανιστικά και περιγελαστικά, και που ξέρεις πως η Λόλη είναι πάντα ακριβέστατη στο ραντεβού της.
   Από τη μισανοιγμένη γρίλια γλιστρούσε μαλακά μια δέσμη φωτός ξασπρουλιασμένη. Ήταν ο φθινοπωρινός απομεσημεριάτικος ήλιος, που έπεφτε πάνου στην πολιτεία και τής παράστεκε σαν εγκάρδιος φίλος. Ο Πέτρος Βεργίνης τον είχε χαρεί τον ήλιο τούτο, τον απομεσημεριάτικο και το φθινοπωρινό, κάτω από διαφορετικούς ουρανούς, μέσα στους πιο παράδοξους ανθρώπους... Μέσ' στη βαθιά σιγή της κάμαρης, μακρινές φωνές τρυπούσαν τ' αυτιά του, και μια πρωτοφανέρωτη μέθη τον συνέπαιρνε: τέτοια ώρα, μια φορά, καθόταν και κοίταζε τον ήλιο ν' αλλάζει τις φανταχτερές του σκηνοθεσίες πάνου στους χιμαιρικούς δολομίτες (1) -τέτοια ώρα, μα πολύ γλυκύτερη, γιατί η καρδιά του ήταν τότε γεμάτη αγάπη. Πάνε χρόνια πολλά από τότε: δεν ήταν η Λόλη, ήταν μια άλλη γυναίκα που κυριαρχούσε στην ύπαρξή του, που τού γέμιζε όλους τους πόρους, όσους άφηναν λεύτερους στον εαυτό του τα συμπλέγματα των αριθμών. Πώς περνάει ο καιρός και πώς σβήνουν όλα και φεύγουν και πάνε μακριά και δε γυρίζουν πια, οι άνθρωποι κι οι τόποι κι οι ουρανοί!
   Τι κάθεται και συλλογίζεται κει δα χάμου! Μια βραδιά σ' ένα τραίνο, που πήγαινε στη Νεάπολη, μια γυναίκα τού χαμογέλασε· δε θυμάται καλά - καλά το πρόσωπό της· μα θυμάται πως ολάκερη η ύπαρξή της ανάδινε μια ευωδιά σαν από γιασεμί, τόσο γλυκιά, που ένιωσε ένα λιγοθύμισμα στην καρδιά και για ώρα πολλή είχε ξεχάσει τους λογαριασμούς του. Ύστερα έσβησε κι αυτή. Πόσες γυναίκες, τι διαφορετικές μορφές, σ' όλα τα πλάτη που ταξίδεψε τη δίψα του χρήματος που τον κάτεχε από μωρό παιδί...
   Ναι, τη δίψα τούτη την είχε μέσα του από τη στιγμή που ξεκίνησε από το χαμόσπιτο του πατέρα του, στο βουνίσιο χωριό του, για να κυνηγήσει την τύχη στις απέραντες μακρινές πολιτείες. Πόση ζωή πέρασε ανάμεσα σε κείνη τη μακρυσμένη μέρα και σε τούτη την ώρα, που φεύγει τόσο αργά, τόσο αργά, ολάκερη δοσμένη στην απαντοχή της Λόλης, που είναι πάντα ακριβέστατη στο ραντεβού της.
   Σπουδαία γυναίκα αυτή η Λόλη, ό,τι κι αν πεις. Κι ό,τι χρειάζεται για τα μισοκοπίσματα (2). Έχει την πείρα, που δεν ερεθίζει, μα που δίνει την αίσθηση του σπιτιού. Είναι γλυκιά και ξέρει να φέρεται σα μεγάλη αδερφή και σα μητέρα. Και τώρα, που γέρνει η ζωή σ' ένα ηρεμότερο λυκόφως, η παρήγορη γυναικεία φροντίδα της είναι μια μεγάλη ευεργεσία για τον Πέτρο Βεργίνη. Άνθρωπος του σπιτιού, κατάφερε να περάσει μια ολάκερη ζωή σε αδιάκοπη περιπλάνηση. Όλα κι όλα, τώρα πρέπει να τα βάλει κάτου, να τα λογαριάσει και να κοιτάξει να νοικοκυρευτεί. Να πάρει τη Λόλη; Ίσως ναι, ίσως όχι. Μα πάντα, δεν πέρασε ολότελα ο καιρός που θα μπορούσε να κάνει μια στεκούμενη παντρειά. Κι ύστερα, δεν είναι και κανένας σουρτούκης εκεί πέρα· η παρουσία του εξασφαλίζει την καλοπέραση και στην πιο απαιτητική γυναίκα.
   ... Τι αργά που περνάει ο καιρός! Να, τώρα θα έχει την αίσθηση πως είναι μαθητής ή στρατιώτης, πως βρίσκεται στην κατώγα του σαρακοφαγωμένου, παλαιϊκού σχολειού του χωριού του ή στο πειθαρχείο του λόχου, και κοιτάζει τις αράχνες ψηλά στη σκεπή, ή τα μαμούδια  που σέρνονται με ακούραστη ραθυμία στο χώμα. Κι ακόμα, έχει την αίσθηση πως βρίσκεται σ' ένα κάτασπρο κρεβάτι νοσοκομείου, εκεί κάτω, μακριά, στους τροπικούς, και κοιτάζει κι όλο κοιτάζει το διάγραμμα με τ' ανεβοκατεβάσματα του πυρετού. Κι ωστόσο, ποτέ δεν ένιωθε τόσο άδεια την ώρα, όσο τούτη δα, τη μοναδική στιγμή της ζωής του. Δε μπορεί να εξηγήσει τι τού συμβαίνει: δε μπορεί να καταλάβει σε ποια σχέση βρίσκεται η ευτυχισμένη απαντοχή που φωλιάζει βαθιά βαθιά στην καρδιά του, με τη θανάσιμη, την παράδοξη ανία που τον ροκανίζει αλύπητα μέσα σ' αυτές τις τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα, που πηγαίνουν μπροστά κι όλο φεύγουν και προχωρούν με το βήμα νεκρικής συνοδείας. Μέσα του ξυπνάει, μακρυσμένος αντίλαλος, η μελωδία του Γκριγκ από τον «Πέερ Γκιντ», μια μελωδία που την άκουσε κάποτε, ένα βράδυ, στον παχνιασμένο Βορρά, σ' ένα σπίτι, που το φώτιζαν με το αίθριο χαμόγελό τους τρία κορίτσια: η Έλσα, η Λόττε και η Μαρίγχεν. Αυτή την Έλσα λίγο έλειψε να την αγαπήσει κείνη την εποχή. Μα πρόφτασαν οι αριθμοί και τού έκλεισαν όλους τους πόρους κι έτσι γλίτωσε κείνη τη φορά από τον έρωτα.
   ... Δεν είναι άραγε έρωτας τούτος εδώ ο δεσμός του με τη Λόλη; Έρωτας; Κάθε άλλο. Να, τώρα δα, αναρωτώντας τον εαυτό του, στοχάζεται μη δεν είναι παρά μια έλξη, που όλο γίνεται αδυνατότερη. Λες να σβήσει η συμπάθεια, που καιρό τώρα αισθάνεται γι' αυτή τη γυναίκα; Κι η ευτυχισμένη απαντοχή, που τον κυβερνά ολόκληρο τούτη την ώρα που περιμένει, μη δεν είναι παρά μια συνήθεια, μια αίσθηση συμβατική, χωρίς βαθύτερο περιεχόμενο; Αλλιώς, πώς να εξηγήσει τη θανάσιμη πλήξη που ήρθε έτσι αναπάντεχα σήμερα και στρογγυλοκάθισε σαν απροσκάλεστος ξένος στη μοναξιά του; Καημένη Λόλη, ήρθε η σειρά σου να φύγεις και συ. Κι είσαι τόσο γλυκιά, τόσο σπιτικιά και τόσο χαριτωμένη γυναίκα!
 
   Δε μένουν παρά δέκα λεπτά, μα δέκα στρογγυλά ατελείωτα λεπτά. Ο Πέτρος Βεργίνης σηκώνεται να περπατήσει, να ξεμουδιάσει. Δεν είναι άρρωστος. Κι ωστόσο δε νιώθει τον εαυτό του καλά. Καρφώνει το βλέμμα του στη μισάνοιχτη γρίλια, που τη γεμίζει όχι πια η δέσμη του ξασπρισμένου φωτός, μα μια διάχυτη φωταύγεια, που όλο και σκουραίνει και πάει να σβήσει. Έξω, ένα παιδί περνάει και τραγουδά. Υπάρχουν ώρες που η καρδιά είναι ολάνοιχτη και στέκει έτοιμη να πληγωθεί σε κάθε αντίλαλο, σε κάθε ήχο. Ανοίγει το παραθυρόφυλλο και κοιτάζει το δρόμο. Όπου να 'ναι, η Λόλη θα φανεί. Θα την δει να προβαίνει  στο στρίψιμο του δρόμου, τυλιγμένη στην άχνη ενός χαμόγελου από τα γλυκύτερα που άνθισαν σε ανθρώπινα χείλη. Μα όχι! Δεν πρέπει να στέκεται αυτός έτσι δα, στο παράθυρο! Μπαίνει μέσα και πηγαίνει ολόισια στον καθρέφτη. Τού φαίνεται πως η όψη του είναι κουρασμένη, μια βαθιά πολυσήμαντη ρυτίδα την αυλακώνει: είναι το προμήνυμα μιας αρρώστιας, είναι τα γεράματα, είναι ο θάνατος;
   «Καλό και τούτο! Τώρα στα μισοκοπίσματα ν' αρχίσει να φιλοσοφεί!»
   
   Έξι ακριβώς. Το κουδούνι της πόρτας. Η Λόλη.
 
Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 162, Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 1933 
 
Σημειώσεις:
(1) δολομίτης: ανθρακικό ορυκτό πέτρωμα ασβεστίου και μαγνησίου
(2) μισοκοπίσματα: η ώριμη ηλικία, πρβλ. μεσόκοπος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου