Το εργοστάσιο θεμελιωμένο από γενεές, δούλευε γερά. Οι σαΐτες πηγαινόρχονταν, τ' αδράχτια γύριζαν, οι ανέμες ξετυλίγονταν και τα στημόνια πέρναγαν στα τελάρα δένοντας το υφάδι, ο τροχός στρεφόταν βουίζοντας, η χοντρόπετση λουρίδα γυρόφερνε στα καρούλια και τ' αργαστήρι σειόταν συθέμελο.
Η αργατιά μοχτούσε, ιδροκοπούσε και βαρυγκόμαγε μες στους μουχλιασμένους τοίχους, τάφο της υγείας, κοιμητήρι της χαράς.
Τα ντρίλινα, οι αλατζάδες, τα δίμιτα στοιβάζονταν πατικωτά στις αποθήκες, στα υπόστεγα, στα κατώγια. Τα πλούτη συνάζονταν για τον ένα, τον τυχερό.
Από πάνω περιπετούσε το χρυσόφτερο πουλί της ευτυχίας, πάλι για τον ένα.
Εκείνος μονογιός, κληρονόμος, παιδί της τύχης, το πρόσμενε να τού χαρίσει το μόνο αγαθό που τού 'λειπε: τη γυναίκα, τον έρωτα. Κι εκείνο το 'φερε στις φτερούγες του και τ' απίθωσε μπρος του, δώρο ακριβό κι ατίμητο. Εικοσάχρονη κοπέλα τιμημένη, ανέγγιχτη, με τη σταράτην όψη, τα σκιστά μαύρα μάτια, τα ισκιερά ματόκλαδα, τα ζουγραφιστά καμαρογραμμένα φρύδια.
Αγαπήθηκαν. Ο έρωτας τούς σφιχτόδεσε. Μαγνήτης αδάμαστος τραβούσε τις καρδιές, ένωνε τις ψυχές, λαχτάριζε τα κορμιά· με τα μάγια και τα γητέματα έμπλεκε τα δίχτυα ανάμεσα στα φλογερά πύρινα μάτια εκεινής και τα γλαρά καταγάλανα εκεινού, τ' αγοριού των εικοσιτριών χρονών.
Η ζωή ήταν έτσι πανέμορφη, παραμυθένια με τα μελλούμενα και τα υποσχεμένα. Οι καρδιές χτυπούσαν τον άταχτο ρυθμό τους, οι ψυχές πλανιόνταν σε πέλαγο μαγείας και τα κορμιά ταράζονταν και σπαρταρούσαν στην απαντοχή της μεγάλης γιορτής να παραδοθούν στη φλόγα που την τρέφανε με προσανάμματα, προσμένοντας τ' ολοκαύτωμα...
Τώρα, τον καρτερούσε στην κάμαρά της ν' ακούσει πάλι ν' αντιλαλούν τα παντοτινά λόγια με την ίδια μαγεία τους κι αυτή ν' αποκρίνεται στους αιώνιους όρκους... Μια συνηθισμένη ιστορία...
«Θα 'μαστε πάντ' αγαπημένοι. Ποτές, ποτές δε θ' απιστήσω, δε θ' αρνηθώ...»
«Δεν είν' άλλο στον κόσμο απ' την αγάπη την αληθινή!...»
«Θα 'σαι η λατρεία μου, η ζωή μου. Τίποτ' άλλο δε θέλω...»
«Κι άσκημος να 'σουν και καμπούρης το ίδιο μού κάνει. Σ' αγαπώ βαθιά... πολύ βαθιά...»
Πέντε η ώρα. Τώρα θα 'χει τελειώσει· θα ρίχνει την τελευταία ματιά, θα στέκεται στον κάθ' εργάτη να τού μιλάει με τη σοβαρή του τη φωνή, θα γυροφέρνει στ' αργαστήρια, στους αργαλειούς, στα γραφεία, να πει το λόγο του, να δώσει τη γνώμη του, τις ορμήνιες του για τ' αύριο.
Σα να τον βλέπει. Να... Τώρα θα βγαίνει στην αυλή, θα τρέχει στ' αμάξι του, θα πετάει, θ' αναλογιέται αυτήν. Σε λιγάκι θα βρίσκεται στην αγκαλιά της, θ' αρχίσει τα ίδια παθητικά λόγια της αγάπης, για το σπίτι, για τη φωλιά τους.
Ήταν η διαλεχτή, η ξεχωριστή. Ολόγυρα βρίσκονται οι δυστυχισμένοι, οι απόκληροι, οι παραμερισμένοι. Το χαρτί δε γυρίζει γι' αυτούς ποτές. Όλες οι πάσες για μερικούς μονάχα, κι αναμεταξύ στους λιγοστούς, αυτός κι εκείνη...
Και με τη σκέψη τούτη, ανατρίχιασε.
Λένε για την αγάπη πως περνάει με τον καιρό... Όχι, όχι.
Αυτή θ' αγαπάει ίσαμε να κλείσει, εκείνη πρώτη, τα μάτια.
Τήραγε τον αρραβώνα της. Ανασήκωσε το χέρι και τον φίλησε παθητικά σα να 'ταν αυτός ο ίδιος.
Δεν ένιωσε τη μητέρα της που μπήκε σιγοπατώντας.
«Τόσο τον αγαπάς λοιπόν... τόσο τον αγαπάς;»
Κι η μάνα μουρμούρισε μέσ' από τα δόντια της. «Δεν πρέπει ν' αγαπάει κανένας τόσο πολύ...»
Και τραβήχτηκε όξω απ' την κάμαρα ψιθυρίζοντας... «Φοβάται κανένας, φοβάται τόση αγάπη, τόση ευτυχία. Δεν πρέπει, όχι, δεν πρέπει...»
Κι οι αγαπημένοι πρόσμεναν ανυπόμονα να 'ρθει ο νόμος ο ανθρώπινος να βάλει τη σφραγίδα του στη χαρά τους.
Ξένος σήμανε στην οξώπορτα. Όχι βέβαια, δεν ήταν το δικό του χτύπημα... Όταν σημαίνουν ξαφνικά οι πόρτες, η ευτυχία ταράζεται, η γαλήνη τρέμει, η αγάπη καρδιοχτυπάει.
Το κουδούνι ξαναχτύπησε νευρικά, σαν κάποιος να 'θελε να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα ό,τι είχε να κάμει...
Άκουσε απ' όξω ψιθυρίσματα. Η υπηρέτρια, ο ξένος... έπειτα ένα ξεφωνητό συγκρατημένο. Τής φάνηκε η φωνή της μητέρας της. Πετάχτηκε μονομιάς. Είδε πρόσωπα χλωμά κίτρινα σα θειαφοκέρι, μάτια κατεβασμένα, χέρια σταυρωμένα σ' απελπισία. Ύστερα ματιές να στρέφουν επάνω της σμουλωχτές, φοβισμένες, γυρεύοντας σύγκαιρα να ξεφύγουν τις δικές της. Η μάνα της ανάβλεπε ψηλά σα να γύρευε να ξεφύγει τη δοκιμασία, να γλιτώσει τη φριχτή κρίση.
«Τι τρέχει λοιπόν; Τι στέκεστε έτσι και με κοιτάτε; Μιλήστε λοιπόν... μιλήστε!...»
Τα μάτια της γουρλωμένα στύλωναν με τη σειρά σ' όλους απάνω, ζητώντας να διαβάσουν, να ξεδιαλύνουν, να μαντέψουν. Έτρεμε σύγκορμη.
Δεν τής μολόγησαν απαρχής όλη την αλήθεια. Μασημένα λόγια, κουβέντες κομμένες που κομπώναν στη γλώσσα πριν βγούνε.
«Ένα μικρό ατύχημα... μην κάνεις έτσι παιδί μου... ένα μικρό χτύπημα· λιγάκι στο πόδι, λιγάκι στο χέρι...»
Κομπιάζαν, με μισά λόγια τραυλίζανε...
«Στο Νοσοκομείο; Τι θέλει στο Νοσοκομείο;»
Την κάλεσε, λέει, να τη δει, να τής μιλήσει...
Κλονίστηκε, ζαλίστηκε, θάμπωσαν τα μάτια της, λύγισαν τα γόνατά της.
«Πώς μπορεί να γίνηκαν έτσι όλα τούτα μέσα σε μια στιγμή; Δεν μπορεί... δεν είναι δυνατό. Όχι, όχι, δεν μπορεί. Ψέματα είναι... ψέματα», φώναξε με στριγκές κραυγές.
Δεν κούνησε απ' το προσκέφαλό του ολάκερους μήνες. Ξενύχτια, καρδιοχτύπια, πάλεμα με το θάνατο. Άλλαζε τους επιδέσμους, βοήθαγε τη νοσοκόμα, ξαγρύπναγε, λαχτάριζε στην κρίση, αντίκριζε όλη τη φρίκη και τη σαπίλα του κουρελιασμένου κορμιού, ακολουθούσε το δρόμο που 'παίρναν οι φοβερές πληγές... «Πρέπει να κοπεί το πόδι πάνω απ' το γόνατο στο μερί ψηλά». Η γάγγραινα, η σαπίλα, ο θάνατος.
Κρεμόταν λιγόψυχη, καρδιοσωμένη στα χείλια του γιατρού...
Αύριο, μεθαύριο, θα το κόψουν!
Γύριζαν όλα στο μυαλό της. Πώς να τού το πει; Πώς να τον ετοιμάσει;
Έβλεπε το κεφάλι του γυροτυλιγμένο, κουκουλωμένο με γάζες και πανιά που σκέπαζαν έν' αποκρουστικό άνοιγμα απ' το μάτι ίσαμε κάτου στο πηγούνι. Ξεχώριζε κάτου απ' τα σκεπάσματα το πόδι, μια μάζα από σάρκες, έναν πολτό λιώμα, όπως το 'χε πλακώσει ξετροχιασμένο το βαρύ βαγονέτο. Το χέρι στρεβλωμένο, τσακισμένο απ' το μάγκωμα της πέτσινης λουρίδας, καθώς έκανε να πιαστεί από κει, ασυνείδητα, στον πόνο του και την παραζάλη του, ολάκερος ένα παράλλαμα, έν' ανατρίχιασμα, ένα κουρέλι αιματένιο, σάρκες κρεμασμένες, ανοιχτές με το φριχτό χρώμα της σαπίλας, της αποσύνθεσης...
Κι όμως όχι. Δε θα το 'κανε ποτές αυτό που τής λέγαν, που κι αυτός ο ίδιος τής ψιθύριζε μέσ' απ' τα μαντηλοδέματα, ... να τραβηχτεί, να μείνει λεύτερη απ' αυτόν, έναν σακάτη, έναν μισό άνθρωπο, έναν σημαδιακό.
Για ένα πόδι λιγότερο, για ένα χέρι στρεβλωμένο φριχτά, δε θ' αρνηθεί ποτές...
Τον αγαπάει, τον αγαπάει κι έτσι ακόμα. Τώρα περισσότερο θα τού παραδοθεί ολάκερη ψυχή και σώμα, να τού δείξει πως έτσι όπως ήταν σημαίνει, βαραίνει στην αγάπη της. Πως τίποτα δε θα τούς λείψει... ούτ' ο έρωτας!
Διάβηκε ο καιρός. Τ' ανθρώπινα αναστατώματα γαλήνεψαν. Το λάδι του χρόνου ξάπλωσε στην τρικυμία της ψυχής.
Ο γάμος έγινε σα θυσία που πρόσφερνε η γυναίκα όξω από τ' ανθρώπινα, ψηλότερα απ' τον έρωτα, πέρα από τα κοινά, τα συνηθισμένα.
Εκείνη δεν έδειχνε τίποτε που να μοιάζει για θυσία. Μια ψύχραιμη αξιοπρέπεια με χαμόγελο κρουσταλλιασμένο στα χείλια, σα μάσκα, για να σκεπάζει τ' αληθινό αντιφέγγισμα της λαβωμένης ψυχής.
Δεχόταν τα ψεύτικα λόγια, τις τυπικές ευχές του κόσμου στα φανερά και μάντευε τους κρυφούς λογισμούς, τις ενδόμυχες σκέψεις, τον οίχτο, τη συμπόνια, το θαυμασμό...
«Θυσιάστηκε, θυσιάστηκε για μιαν ιδέα ευγενικιά. Μα, τι θα γίνει... Πόσο θα βαστάξει, Θεέ μου, αυτό, πόσο;»
Και θωρούσαν το στρεβλωμένο χέρι με το γάντι, για να μη φαίνονται τα γυρισμένα δάχτυλα. Βλέπανε τ' ανασυρμένο διπλωμένο παντελόνι στο ένα μερί να κρέμεται αδειανό, κρύο, ανατριχιαστικό. Κοίταζαν τη φοβερή κατεβαστή πληγή στο μάγουλο, μελανιασμένη, να σφίγγει τις σάρκες, να μαζώνει τις ίνες και να στραβώνει τις άκριες του χειλιού σε μια γκριμάτσα, παραμορφώνοντας το πρόσωπο σ' άθελο μειδίαμα σαν ειρωνεία για όλα όσα γίνονταν.
Τα στέφανα ήταν χαμηλότερα το 'να απ' τ' άλλο καθώς τον είχαν καθιστό σε καρέκλα, κι ολόγυρα στο γαμήλιο χορό κανένας δεν κούνησε, και τα λεμονάνθια και τα κουφέτα τούς έραιναν ακίνητους με το παγερό εκείνο χαμόγελο στα χείλια σαν αναγέλασμα για όλα...
Και πάλι το 'λεγε και το ξανάλεγε... «Όχι, όχι, δεν είναι θυσία. Ό,τι γίνεται έρχεται από μέσα βαθιά μου. Τον αγαπώ στ' αληθινά κι έτσι ακόμα· περισσότερο έτσι, τώρα πιο πολύ κι όχι μονάχα γιατί πρέπει».
Το πίστευε, δεν το πίστευε, κι αυτή δεν καταλάβαινε καλά.
Κι η ζωή άρχισε να κυλάει, να παίρνει το δρόμο τον κανονικό στο καινούργιο τους σπίτι· και το χρυσοφτέρουγο πουλί τριγύριζε πάνω τους με τη μια φτερούγα τσακισμένη, κρεμασμένη όπως το χέρι εκεινού.
Τού μίλαγε πάντα για τον αγνό έρωτα· πως πρέπει να 'ναι ενωμένες οι ψυχές, πως τ' άλλα είναι δευτερότερα, ασήμαντα...
Μια μέρα τέλος ένιωσε να πέφτει ανάμεσά τους ένα πέπλο που 'παιρνε συχνά το βαθύ μουντό χρώμα μιας πηχτής καταχνιάς. Κάποτε σαν έσκυβε να τον φιλήσει, άθελα συγκρατιόταν αντικρίζοντας το σουφρωμένο μάγουλο, το φριχτά σημαδεμένο, τη σκισιά τη μαυροκόκκινη, με τις φουσκωμένες ολόγυρα σάρκες, και τραβιόταν αιφνίδια κατά πίσω.
Άλλες φορές ακουμπούσε αφαιρεμένη το χέρι στο φκιασμένο ψεύτικο πόδι που τού βάλανε κι ανατρίχιαζε σύγκορμη.
Πάλευε να ξαναγίνει όπως ήτανε πριν απ' το γάμο, τότε που τον περιποιόταν, τον νοσοκομούσε· να γίνει απλά η νοσοκόμα, ένα θύμα στο χρέος... Του κάκου· τώρα πια ήταν η γυναίκα του. Και την κυρίευε τότε ένας φόβος αβάσταχτος που την έσπρωχνε να μακρύνει απ' αυτόν, να φύγει!
Όταν συνέφερνε λιγάκι μετανιωμένη σα ν' αμάρτησε απέναντί του, έτρεχε και τον αγκάλιαζε νευρικά και τον φιλούσε, τον φιλούσε... στο μέτωπο!
Είχε ορκιστεί, ναι, το θυμόταν. Πως θα τον αγαπάει και σημαδεμένο και σακάτη, κι άσκημο. Αυτό ήταν! Το 'λεγε και το ματάλεγε και το 'φερνε στο νου της τώρα που ερχόταν η ώρα, τώρα που ζωντάνευαν οι όρκοι και γίνονταν η ζωή, η ζωή της.
Και το μαύρο υφάδι, το πηχτό πέπλο, όλο και κατέβαινε μέρα με τη μέρα σαν αυλαία που θα χώριζε απ' το 'να μέρος το θεατή, όπως ήταν αυτή ως τα τώρα, κι απ' την άλλη μεριά τη ζωή που μέσα της βρισκόνταν σα σε δράμα που το 'παιζε πάλε αυτή η ίδια σύγκορμη κι ολόψυχη.
Πώς θα γίνει αυτό; Ως πού θα τραβήξει, κι ίσαμε πότε; Να 'μαι η συντρόφισσά του, ναι. Να τού χαρίζω τη μέρα μου ολάκερη, να σέρνω μαζί μου το Σταυρό του. Κάτι περισσότερο να 'μαι από μάνα· δική του καταδικιά του. Την ψυχή μου ολάκερη... Μα ύστερα; Πέρα από κει;
Α, όχι. Δεν το απορούσε. Καμιά εσώψυχη προσταγή δεν το 'λεγε. Νόμιζε... α, ναι, το νόμιζε πως θα το υπόφερνε, θα το συνήθιζε, θα 'πνιγε την αποστροφή, θα μούδιαζε τη λαχτάρα της σάρκας, την πλέρια απόλαυση ψυχής και κορμιού. Πώς θα βουβαινόταν το πάθος και θ' απόμενε το παγερό... πρέπει! Να, θα ήταν κι αυτό έτσι όπως τον παρηγορούσε τις άλλες μαύρες ώρες της στερεμένης ζωής του...
Το φοβόταν, το πρόσμενε και πάντα το 'ριχνε στην άλλη μέρα... στην άλλη βραδιά. Και της ερχόταν στο νου ο κατάδικος που προσμένει την άγνωστη μέρα να φανιστεί μπροστά του ο δήμιος, να γίνει ό,τι ο νόμος προστάζει.
Για πόσο θα κατάφερνε να ξεφεύγει με το 'να και με τ' άλλο; Να ξεγελάει κι εκείνον και τον εαυτό της;...
Εκείνο το βράδυ, ύστερα απ' το τραπέζι, τραβήχτηκε μονάχη της στην κάμαρά τους, αφού τον φίλησε πάλι... στο μέτωπο! Έπεσε μεμιάς στο κρεβάτι ντυμένη όπως ήτανε κι οι λυγμοί και τα κλάματα άρχισαν να την παίρνουν ακράτητα. Ανατινάζονταν σπασμωδικά το κορμί της, δάγκωνε το μαξιλάρι να μην ξεφωνίσει.
Έριξε πλάγια, στην αδειανή θέση του κρεβατιού μια διαβατική φοβισμένη ματιά. Φαντάστηκε ξάφνου το ανθρώπινο εκείνο κουρέλι, το κομμένο εκείνο πόδι να προβάλει γυμνό με τις σάρκες τσιτωμένες γύρω απ' την τομή, σ' έναν αγκώνα κοκκινισμένο, γυαλιστερό, και το αιστάνθηκε ν' ακουμπάει, να σέρνεται στο κορμί της σαν ένα πλάσμα ξώκοσμο, σιχαμερό.
Ύστερα εκείνο το κουλό χέρι με τα δάχτυλα κρεμαστά, γυρισμένα παράλυτα, να πασπατεύει, να γυρεύει ν' αγκαλιάσει το κορμί της, σαν ένα σερπετό, να γυροφέρνει απάνω της, ν' αγγίζει εδώ κι εκεί σα φανταστικό ζώο, υπάκουο στην αβάσταχτη ορμή, στο τυφλό πάθος. Τέλος, το πρόσωπό του, εκείνη τη μάσκα του πόνου, την αιώνια γκριμάτσα, το τραβηγμένο χείλι, τη φουσκωμένη κατεβατή πληγή, σαν κολημμένο μαυροκόκκινο φιδάκι, να κολνά στο δικό της μάγουλο και ν' αναπηδάει κι αυτό την ώρα της ολόκορμης προσφοράς, της υπέρτατης θυσίας της...
Ξάφνου ακούστηκε δίπλα, στην άλλη κάμαρα, το ρυθμικό σούρσιμο του πρόσθετου ποδιού στο πάτωμα, παρόμοιο όπως έξω απ' το κελί του μελλοθάνατου, το περπάτημα του δήμιου στο διάδρομο της φυλακής, στα κατάδικα, στα βαρυποινίτικα.
Στιγμές τής μέναν. Μερικές στιγμές μονάχα ζωής, κι ύστερα;...
Άρπαξε βιαστικά μια σάρπα και την έριξε στο κεφάλι. Τυλίχτηκε με τη γούνα της, άνοιξε την πόρτα, κοίταξε δεξιά ζερβά σα δραπέτισσα φυλακής και νυχοπατώντας κατρακύλησε γλήγορα σαν κυνηγημένη απ' άγνωστο φοβερό κίνδυνο τα σκαλοπάτια της πίσω σκάλας του σπιτιού, κι ασυνείδητα, τρέμοντας ολόκορμη, πετάχτηκε στο δρόμο.
Εκεί, ανάσανε βαθιά το λεύτερο αέρα και, τρέχοντας μες στα σκοτάδια της νύχτας μάκρυνε, μάκρυνε όσο μπορούσε απ' το σπίτι της κακιάς μοίρας, του τσακισμένου και σκοτωμένου έρωτά της...
Εκείνος, σαν το 'μαθε δεν παραξενεύτηκε ολότελα. Ήταν σαν κάτι που το 'βρισκε φυσικό, που το περίμενε σαν αναπόφευκτο.
Έτσι μέσα στη νύχτα κι αυτός, κουτσαίνοντας, χτυπώντας το ψεύτικο πόδι σιγά - σιγά στα λίγα σκαλοπάτια, πιάνοντας την κουπαστή της σκάλας, βγήκε και τράβηξε στ' αντικρινό σπίτι της μητέρας του, εκεί σιμά.
Ο ίσκιος του στο φως του φαναριού άπλωνε και μάκραινε κρύος κι άχαρος στην άσφαλτο του δρόμου.
Τσάκιζε στο κάθε πάτημα, ταιριάζοντας έτσι με κυπαρίσσι που το λυγάει και το ξανασηκώνει ο αγέρας με τ' ανεμόχολο (1). Πήγαινε έτσι ερείπιο της ζωής, μπαίγνιο της Μοίρας, ναυάγιο του έρωτα!
Σαν έφτασε στης μάνας του, σωριάστηκε στον καναπέ κι έπεσε στην αγκαλιά της διψώντας λίγο χάδι, ζητώντας παρηγοριά.
Κι εκείνη, τον έσφιγγε, τον χάιδευε, τον κούναγε πέρα δώθε σα να 'θελε να τον λικνίσει πάλι όπως όταν ήταν ένα μωρό!
Κι ανάμεσα στα δάκρυά του και τ' αναφιλητά μουρμούριζε... «Μάνα, μανούλα... μονάχα εσύ, μονάχα εσύ!...»
Πετιμεζάς - Λαύρας Νικόλαος
Περιοδικό «Αυλαία»
τεύχος 2, Αθήνα, Νοέμβρης 1945
Σημειώσεις:
(1) ανεμόχολο (το): ανεμοθύελλα, δυνατός και ξαφνικός αέρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου