Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

Η ΑΝΤΩΝΙΤΣΑ ΜΑΣ


   Περπατούσα μόνος, όπως έκανα πάντοτε. Είχα κέφι. Δεν πονούσα κι ήμουνα ευτυχισμένος τόσο πολύ, που το νόμιζα θεία εύνοια κι ας ήμουν αναγκασμένος να προσκυνάω κάτι χάπια! Η ώρα ήταν περασμένη, έτσι που δεν λεγότανε σούρουπο, μα ούτε και νύχτα. Αριστερά μου ήτανε ένα ρηχό φόντο από πεύκα κι έπειτα ο χαμηλός τοίχος που συμμαζεύει το χυμένο σε περίπτερα Ασκληπιείο και χωρίζει τους σακάτες απ' αυτούς που μπορούν και κυλούν στην άσφαλτο. Δεξιά τα περίπτερα με τα σπλάχνα γεμάτα από κρεβάτια ζεστά και στοργικά. Μπρος μου άσπριζε η λεωφόρος του νοσοκομείου, που θύμιζε περιποιημένη επαρχία...
   Καλά κουμπωμένος, χαιρόμουνα ξένοιαστα κι αόριστα για όλα και για τίποτα. Είχε υγρασία και ψύχρα πολλή, έτσι που μαζί με τη σταχτιά καταχνιά, έκαναν ένα όμορφο Φλεβάρη εκατό τα εκατό... Ήμουνα και ξεχασμένος. Ούτε θυμόμουνα, ούτε λογάριαζα, ούτε συγκρίσεις έκανα. Είχα στείλει στο διάβολο τη σκέψη και ζούσα με τις αισθήσεις... Μπορούσα να τραγουδήσω κιόλας, μα δεν ήθελα. Άλλωστε τραγουδούσαν γύρω μου και τα πιο βουβά πράγματα. Θα 'χανα τη μουσική της σιωπής. Πού και που κάποιος με προσπερνούσε κι άλλοτε κάποιος άλλος φαινότανε στο μισόθαμπο σκοτάδι, πλησίαζε και χανόταν βιαστικά πίσω μου. Δεν τους πρόσεχα από χαρά κι από φόβο. Δεν έχουν όλοι τους παρά γκριμάτσες οίκτου ή σκληρό καμάρι να προβάλλουν. Πράγμα είν' η αλήθεια, ίσως όχι αφύσικο. Μα μένα δε μ' αρέσει.
   Το κρύο, ώρα με την ώρα, δυνάμωνε. Έτσουζε το πρόσωπο και χρωμάτιζε τις μύτες. Στο βάθος, για μια στιγμή, ξεχώρισε ένα βάδισμα συρτό, κοφτό, βιαστικό, μα όχι γρήγορο. Μόνο την ανάγκη κι την προσπάθεια να γίνει πιο γοργό διέκρινες στην κίνηση της σιλουέτας. Προχωρούσε κατά το μέρος μου. Άρρωστος δεν μπορεί να 'ταν. Καμιά απ' τις αναπηρίες που γνωρίζω εδώ μέσα δεν έμοιαζε να 'ναι. Κι ύστερα φαινόταν μαυροντυμένη ύπαρξη... 
   Δεν σταμάτησα ν' αλλάζω τα βαριά μου βήματα -τέτοια ήταν κι ας είχα όλη την ευτυχία του κόσμου- και περίμενα χωρίς ν' αφήσω απ' τα μάτια μου τον άνθρωπό μου. Κάποια στιγμή άναψαν τα φώτα και λίγο μετά μπόρεσα να ξέρω για τη σκιά που μ' απασχολούσε. Ήταν το φως πίσω της μα την ξεχώριζα θαυμάσια.
   «Καλησπέρα γιαγιά...» είπα κι αφαιρέθηκα με το κατόρθωμά μου. Είμαι πολύ κακορίζικος και ξαφνιάστηκα μ' αυτή μου την έμπνευση. Να χαιρετίσω εγώ πρώτος έναν άγνωστο; Κι αν δε με χαιρέταγε; Το προσβεβλημένο μου φιλότιμο; Και πάνω σ' όλα θ' αλώνιζε κι αυτός ο καραγκιόζης μέσα μου και θα χόρευε γύρω απ' το αγνοημένο εγώ μου!... Όλα αυτά τα φρικτά πράγματα θόλωσαν το μυαλό μου, δεν άκουσα αν πήρα απάντηση στο «καλησπέρα». Πρέπει όμως να μου 'πε, γιατί ήταν σταματημένη και με κοίταζε. Αυτό με ησύχασε και συνέχισα.
   «Δεν κρυώνεις γιαγιά;»
   Κάτι μ' απάντησε, δεν θυμάμαι τι. Ήταν φανερό όμως πως κρύωνε. Έτρεμε το σαγόνι της και της έκανε πιο δύσκολη την άρθρωση, που παραμόρφωνε η απουσία των δοντιών.
   «Τι έχεις παιδάκι μου;»
   Ξεδιάλεξα κατόπι αυτές τις λέξεις απ' τ' ασταμάτητα λόγια που μασούσε.
   «Άρρωστος είμαι».  
   «Τα πόδια, ε;»
   «Ναι».
   Ακολούθησαν ευχές και φράσεις και κινήσεις ελαφρής δυσαρέσκειας για τις βουλές του Κυρίου και πολλή λύπηση για την κατάστασή μου.
   «Εσύ πού πας γιαγιάκα τέτοια ώρα;»
   «Στην Αντωνίτσα μας, δεν έχουμε την Αντωνίτσα μας, το κοριτσάκι μας, άρρωστο;»
   «Τι έχει;»
   «Δεν είναι παράλυτο τόσα χρόνια;»
   Μου απαντούσε κι απορούσε που δεν τα ήξερα. Αυτό μου 'κανε εντύπωση.
   «Τι την έχεις την Αντωνίτσα;»
   «Της κόρης μου τ' ορφανό δεν είναι;»
   Κι εδώ απόρησε. Της φαινόταν παράξενο που δεν γνώριζα την Αντωνίτσα, την αρρώστια της και την ορφάνια της... Πώς ήταν δυνατό να μην ξέρω κάτι που για κείνη ήταν όλα; Πού να φανταστεί πως μπορούσε να μην ξέρω την Αντωνίτσα που δεν έφευγε καθόλου απ' την έγνοια της. Ήταν κι άλλο τίποτα εκτός απ' το κοριτσάκι τους; Τι περισσότερο; Όλες οι άλλες κοπελίτσες κι οι μικρότερες κι οι πιο μεγάλες ήταν γι' αυτήν το χτες και το αύριο της Αντωνίτσας. Έτσι ήταν η Αντωνίτσα, έτσι θα γινόταν η Αντωνίτσα. Οι συνομήλικες τής καίγαν την καρδιά. Φούσκωνε το στήθος της με παράπονο.
   «Αχ! Δόξα σοι ο Θεός. Χίλιες να 'ναι οι δόξες του. Γιατί και μας η Αντωνίτσα μας...»
   Κι η συνέχεια χώνευε σ' ένα συγκρατημένο πνιχτό ψιθυριστό κλάμα, που έκανε να πεταλουδίζουν πολλές φορές τα γέρικα μάτια της.
   Και προσπερνούσε και σταυροκοπιόταν πιο σκυφτή, πιο αφηρημένη, πιο βιαστική. Πάντα βιαζόταν. Να προλάβει να ζήσει· περισσότερο. Να μην καθυστερήσει, να μη χάσει ούτε λεπτό κι ήταν μετρημένος ο καιρός της κι ίσως να μην έφτανε. Ποιος ξέρει πότε θα σηκωνόταν, πόσο θα καθόταν ακόμη. Ας ήταν δοξασμένο τ' όνομά Του...
   Κι εγώ να μην ξέρω τίποτα! Είχε μια ασκητική μορφή. Στενόμακρο πρόσωπο βαθιά χαραγμένο, ξερό και μαυριδερό. Μαντήλι μαύρο, ξέθωρο, στο κεφάλι πλαισίωνε μιαν έκφραση χαμένη σε μιαν αδιάκοπη απασχόληση, δυνατή και οδυνηρή. Μαυροφορεμένη, σαν με ράσο, ως κάτω. Στα πόδια της είχε κάτι μεταξύ παπουτσιών και παντόφλας. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις. Εκείνο που ξεχώριζε καλά ήταν η μεγάλη τους ηλικία κι η εγκατάλειψη. Κρατούσε στα χέρια ένα μικρό μπουκαλάκι λάδι βουλωμένο με χαρτί και κάτι άλλο σ' εφημερίδα όλο κι όλο ίσαμε μια παλάμη. Όλα της πολύ φτωχά. Μιζέρια κι αρρώστια. Κι εγώ δεν ήξερα τίποτα! Κάθισα και το καλοσκέφτηκα, συνεχίζοντας τον περίπατό μου. Κι ακόμη το σκέφτομαι... Να 'χεις μια κόρη, να την παντρέψεις με χίλια βάσανα, με χίλια φαρμάκια. Ύστερα να πικραίνεσαι κάθε μέρα με τη γκρίνια εκείνου και με την ανέχειά τους. Να μαραζώνει η κόρη σου και να κλαίει και να περιμένει μωρό. Να γεννηθεί κοριτσάκι και να φέρνει μαζί του περισσότερη αναποδιά και να γίνει πιο βαρύ το σπιτικό. Να ξεπεταχτεί με ατέλειωτα δάκρυα και στέρηση και, πριν προλάβεις να το δεις, να τού κολλήσει η φθίση στα κόκαλα και να παραλύσει. Να 'χεις και γεράματα. Κι όλ' αυτά εγώ να μη τα ξέρω. Χάθηκε στο σκοτάδι, τραβώντας για το περίπτερο που 'χε την Αντωνίτσα, την Αντωνίτσα μας...
 
Κόντης Δημήτρης
    Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχος 15, Αθήνα, Μάρτιος 1956  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου