Ήμουν ένοχος κι έπρεπε να υποκριθώ καλά, όταν θα 'μπαινα στο σπίτι που ήταν το λείψανο. Εν τούτοις, μ' όλο που έβλεπα πως δε θα μπορούσα να υποδυθώ το ρόλο μου, προχωρούσα αψήφιστα, ανέβαινα τις σκάλες, πήγαινα να τη δω για τελευταία φορά.
Τα μάτια μου ήταν φουσκωμένα και κατακόκκινα από το κλάμα που έκαμα άυπνος όλη τη νύχτα, το σώμα μου ήταν ελαφρό σα φύλλο και άδειο από κάθε δύναμη εξ αιτίας του πόνου που με κτυπούσε επί δέκα μέρες, όσες βάσταξε η ασθένειά της. Είχα σχεδόν χάσει την αίσθηση του κόσμου, γύρω μου κάθε ζωή, κάθε κίνηση είχε, λες, σβήσει· μόλις έβλεπα και μόλις άκουα αμυδρά και αόριστα ό,τι ήταν πολύ κοντά μου. Και μόνο δυο μάτια έβλεπα διαρκώς μπροστά μου, ολόμαυρα και φλογερά, και μόνο μια φωνή μετάλλινη, λεπτή και γοργή άκουα ν' απηχεί στ' αυτιά μου σαν τραγούδι ενός άγνωστου πτηνού, σαν μουσική αιώνια, χωρίς όρια.
Είχα ξενυχτίσει έξω από το σπίτι μου. Από βραδύς, όταν έμαθα το θάνατό της, πήρα το σιδηρόδρομο και πήγα έξω στο χωριό. Δεν αισθανόμουν να είμαι κύριος του εαυτού μου, από στιγμή σε στιγμή περίμενα πως θα κατέληγα σε κάτι απρόοπτο, έβλεπα πως γλιστρούσα πια από τη ζωή, πως κάτι μοιραίο ήταν κοντά. Προ παντός εφοβόμουν πως θα 'χανα το λογικό μου. Δεν ενθυμούμαι τι έλεγα. Κάποτε τα λόγια μου ήταν έξω από το γλωσσικό μοτίβο του ζυγισμένου ανθρώπου, είχαν κάτι το αόριστο ή κάτι το υπονοούμενο. Κι όταν το μυαλό μου έβρισκε στιγμές ν' ανταπεξέλθει στην εξάντληση, τότε με τις πιο ζωηρές λέξεις, με τις πιο βαθιές έννοιες, βαφτισμένες στον ποταμό των ματιών μου, θρηνούσα το χαμό της αγάπης μου.
Ήταν η πιο δυνατή, η πιο μεγάλη και αληθινή αγάπη της ζωής μου -ήμουν εγώ είκοσι έξι κι εκείνη είκοσι τεσσάρων ετών. Ποτέ πρωτύτερα και ποτέ αργότερα δεν εδοκίμασα τον ψυχικό και σωματικό συναγερμό που ένιωσα με τη γυναίκα εκείνη, ποτέ άλλοτε τέτοιος ερωτικός κατακλυσμός δεν με συνεπήρε. Πριν ακόμα πεθάνει, έβλεπα πως είχα εκτροχιαστεί χωρίς να μπορώ ν' αντιδράσω. Ένα αόρατο σχοινί με τραβούσε διαρκώς έξω από τους ορίζοντές μου, συγγένειες, φιλίες, εργασία, συνήθειες, αδυναμίες, τάσεις, όλες οι ιδιότητες του ατόμου είχαν εγκαταλειφθεί, είχα γίνει τρομερά ετεροβαρής με τον έρωτά μου, έχασα πια την ισορροπία μου. Αυτό που λέγουν «αγάπη μέχρι τρέλας», για να παραστήσουν μερικοί υπερβολικά τον έρωτά τους, ήταν για μένα γεγονός, ένα βήμα με χώριζε από την τρέλα, μού έμενε ακόμη μόλις η συναίσθηση ότι να: σε λίγο θα τρελαθώ.
Και εκείνη; Μα εκείνη ήξερε πως θα πεθάνει.
Εγώ έχανα το λογικό μου, εκείνη έχανε τη ζωή της. Αυτή ήταν, λες, μια άγραφη συνθήκη μεταξύ μας. Έτσι βρεθήκαμε ίσοι στη θυσία, ομ καθένας αντιμετώπιζε ένα τραγικό μοιραίο.
Και να, εκείνη έφθασε πια στο τέρμα. Ο έρωτάς μας ήταν το κύκνειο τραγούδι της ζωής της, όπως συχνά μού έλεγε, προτίμησε να γευθεί άπληστα τη ζωή, να την απολαύσει με όλη της την αίσθηση και να σβήσει μια ώρα νωρίτερα παρά να βαδίσει προφυλακτικά, με στέρηση, με δίψα, για να φθάσει πάλι, λίγο αργότερα, εκεί που η Επιστήμη την είχε πια καταδικάσει. Πριν δέκα μέρες ήταν η τελευταία ερωτική μας νύχτα. Μέσα στη μέθη της ηδονής ο βήχας έξαφνα είχε ζωηρέψει, ύστερα μια συχνή και άφθονη αιμοπτυσία. Δεν είχα ακόμη αντιληφθεί καλά τη σοβαρή κατάσταση, όταν σε μια στιγμή με κοίταξε επίμονα και με πάθος στα μάτια κι αφού έκλεισε τα δικά της μού είπε με τον πιο βαθύ ανθρώπινο στεναγμό:
«Τελείωσε!... Πεθαίνω...»
Όλα σταμάτησαν από κείνη τη στιγμή.
Ο σύζυγός της, γιατρός νοσοκομείου σε νυχτερινή υπηρεσία, ειδοποιήθη από τους γειτόνους να φθάσει αμέσως. Και στις δέκα υστερώτερες μέρες που βάσταξε η πάλη του θανάτου, δεν είχα πια την ευκαιρία παρά να πάω δυο φορές να τη δω με άλλους φίλους του σπιτιού.
Τώρα έμενε το δικό μου μοιραίο: Να τρελαθώ. Ήμουν στα πρόθυρα της τύχης μου, οι ηθικές και διανοητικές μου δυνάμεις ήταν ξεχαρβαλωμένες, αισθανόμουν πια πως μόλις άντεχα ώσπου να τη δω για τελευταία φορά: κατόπι, δε θα είχα πια λογικό.
Γύρισα την άλλη μέρα από το χωριό και ήταν τρεις η ώρα το απόγευμα όταν ανέβαινα τις σκάλες. Οι πόρτες του σπιτιού ήταν ανοικτές, κόσμος έμπαινε, έβγαινε, στεφάνια ήταν ακουμπισμένα εδώ κι εκεί. Άκουσα κλάματα μπαίνοντας κι αισθάνθηκα τη μυρωδιά του λιβανιού. Λίγα βήματα ακόμη και θ' αντίκριζα την πεθαμένη μου αγάπη κι όμως κανένα δάκρυ στα μάτια μου, καμιά συγκίνηση. Ένιωσα να είμαι στεγνός, όλη η εσωτερική ταραχή μου εκόπασε μεμιάς καθώς βρέθηκα στο περιβάλλον του θανάτου. Μια σιγή απλώθηκε μέσα μου, ένας εσωτερικός θάνατος. Κάτι σαν ψυχρό μάρμαρο σκέπασε όλα τα συναισθήματα που με βασάνιζαν. Προχώρησα, πήγα ως το δωμάτιο που ήταν το φέρετρο και όταν την είδα χωρίς ζωή, σιωπηλή, ακίνητη, με όλες τις αισθήσεις και όλες τις ιδιότητες που τής έδιναν τη σπάνια ομορφιά της νεκρωμένες, ένιωσα ένα μηδενικό να με τυλίγει, ένα τρομακτικό κενό να μ' εξουσιάζει, έμεινα μπροστά της απολιθωμένος.
Κανείς εκεί δε μπορούσε να μαντέψει την αληθινή μου κατάσταση που εξωτερικώς έδινε την εντύπωση αδιαφορίας.
Μα κι εγώ δεν είχα αντιληφθεί ως εκείνη τη στιγμή τι γινότανε μέσα στο σπίτι εκείνο, δεν είδα το μεγάλο δράμα που παιζόταν γύρω μου. Βρέθηκα ολωσδιόλου ανειδοποίητος κι απροετοίμαστος όταν ο άνδρας της με πλησίασε μ' ένα ύφος τρομερά παράξενο και με ρώτησε:
«Ήξερες εσύ την γυναίκα μου; Την ήξερες την Αριάδνη;»
Ένα ρεύμα παγωμένο διέτρεξε όλο μου το σώμα και με συνεκλόνισε. Και συνέβη τότε να βρεθώ από την άκρα ακινησία, από την απολίθωση, σε μια αστραπιαία διανοητική λειτουργία, να δω όλα να περνούν από μπρος μου σ' ελάχιστα δευτερόλεπτα. Η ιστορία της ενοχής μου ξετυλίχτηκε στη σκέψη μου, ο άγνωστος προδότης που έκαμε το σύζυγο ενήμερο, η εκδίκηση του ατιμασμένου και δυστυχισμένου, το μοιραίο μου τέλος. Μα μ' όλο που το ένστικτο τινάχθηκε για τη συντήρηση του είδους, αυτοστιγμεί ορθώθηκε το εγώ μου και είπε: «Ας πεθάνω λοιπόν, το θέλω». Αποφάσισα να δεχθώ το θάνατο μ' ευχαρίστηση. Και όλοι εκείνοι που ήταν μαζεμένοι εκεί έδειχναν πως επιδοκίμαζαν οποιαδήποτε τιμωρία μου, γιατί κανείς δεν επλησίασε για να επέμβει. Απεναντίας, είδα δυο - τρεις που μάς κοίταζαν και κουνούσαν το κεφάλι τους με οίκτο.
Ο σύζυγος στεκόταν μπροστά μου ακίνητος και με κοίταζε τρομερά ψυχρός, τρομερά αινιγματώδης. Καταλάβαινα πως δεν ήθελε να κινήσει το χέρι του για το θανάσιμο πλήγμα παρά σιγά, αργά, για να νιώσει διάπλατα την απόλαυση του εκδικητού κι αφού πρώτα μ' εξανάγκαζε να ομολογήσω την ενοχή μου.
«Την ήξερες καλά τη γυναίκα μου;» με ξαναρώτησε, επίμονος, ακίνητος.
Ξαναδοκίμασα ένα παγωμένο ρεύμα να με συνταράζει, μ' όλο που ήμουν έτοιμος ν' αφήσω εκεί το πτώμα μου. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν και γύρευα τώρα την απάντηση που θα τού 'δινα. Ετοιμάστηκα στην αρχή να του πω με θάρρος: «Ναι· την αγαπούσα και με αγαπούσε». Μα σκέφθηκα πως αυτό θα 'ταν διπλή ανανδρία εκ μέρους μου. Θα μόλυνα τη μνήμη της νεκρής και θ' αύξανα τη δυστυχία του με την επιβεβαίωσή μου. Είπα λοιπόν να του απαντήσω μ' ένα πρόσχημα, μα όχι βέβαια για να σωθώ: «Μα μ' ερωτάς, γιατρέ, ύστερ' από τόση φιλία;» Αλλά κι αυτή την απάντηση την εύρισκα τρομερά ειρωνική, παράφωνη, άνανδρη. Ξανακουράστηκε το εξαντλημένο πνεύμα μου, δεν εύρισκα απάντηση κι ένιωθα να με κυριεύει πάλι η απολίθωση, όταν μάς πλησίασε ένας φίλος του, γιατρός, ένας ακριβώς από κείνους που κουνούσε το κεφάλι του με οίκτο. Τον αγκάλιασε με θέρμη και τον τράβηξε μαζί του, ενώ ένας άλλος με πλησίασε εμένα και μού είπε:
«Μην τον παρεξηγείς, φίλε μου. Δεν είναι στα λογικά του».
«Δεν είναι στα λογικά του;» ρώτησα μηχανικώς.
«Από χθες που πέθανε η γυναίκα του τα 'χει χαμένα. Την αγαπούσε πολύ ο δυστυχισμένος».
Κείνη τη στιγμή ένιωσα πως έμπαινα στα μεθόρια της τρέλας. Γύριζε ο νους μου σαν τροχός, είχα μια διανοητική σύγχυση τρομερή και διερωτόμουν συνεχώς μήπως είχα χάσει πια το λογικό μου και με τη νοσηρή μου φαντασία νόμιζα τους άλλους τρελούς και παρεξηγούσα τα λόγια τους, τις κινήσεις τους, τις εικόνες που έβλεπα μπροστά μου. Μα πώς; Μα πώς; Ένας άλλος τρελάθηκε στη θέση μου; Ένας άλλος την αγαπούσε πιο πολύ από εμένα; Πιο πολύ από εμένα;!... Από την αγάπη μου εκείνη, που δεν είχε όρια, υπήρχε αγάπη μεγαλύτερη; Δεν τ' αρνήθηκα όλα γι' αυτήν, δεν τα εθυσίασα όλα, όλα, δεν αψήφησα τον κίνδυνο της τρομερής αρρώστιας μέχρι του να μην τον σκέπτομαι καν; Ένας άλλος τρελάθηκε λοιπόν και όχι εγώ; Ώστε εκείνη είχε δίκιο, όταν μού έλεγε κάποτε: «Ναι, μ' αγαπάς πολύ, μα μού φαίνεται πως ο άνδρας μου με αγαπά ακόμη περισσότερο κι ας μην τον αγαπώ εγώ».
Ενθυμούμαι αμυδρά μόλις πώς άκουσα έξαφνα κλάματα δυνατά, είδα κίνηση, παπάδες, το φέρετρο να κατεβαίνει. Σαν όνειρο ακαθόριστο και πολύ μακρινό μού φαίνεται πως ακολούθησα την κηδεία, πως είδα να κατεβάζουν τη νεκρή στον τάφο. Επί πολλές εβδομάδες ύστερ' από την τραγική ημέρα ήμουν άρρωστος, το νευρικό μου σύστημα ήταν σε κατάσταση επικίνδυνη. Ήμουν πολύ άρρωστος, αξιοθρήνητος, επί μήνες ολόκληρους. Μα τι σημαίνει; Μα τι σημαίνει; Ένας άλλος εκέρδισε τη νίκη και όχι εγώ. Μια μέρα έγινα καλά εγώ, βρήκα πάλι τον εαυτό μου, ενώ εκείνος έμεινε για πάντα τρελός, κλεισμένος στο φρενοκομείο.
Ο χρόνος έκαμε την ενέργειά του, τη θεραπεία του, τώρα είμαι ήσυχος, ψύχραιμος, ισορροπημένος, κι ωστόσο ποτέ δεν παύω να διερωτώμαι: Μα πώς; Από την αγάπη μου εκείνη, που δεν είχε όρια, υπήρχε λοιπόν αγάπη μεγαλύτερη;
Κιτρόπουλος Γιώργος
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»
τεύχος 12, Αλεξάνδρεια 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου