Ένα έγκλημα φοβερό βαραίνει τη ζωή μου. Όλος ο κόσμος γνωρίζει πως σκότωσα τη γυναίκα του φίλου μου Ανδρέα Κ. και πως έμεινα πέντε χρόνια φυλακή, από τα είκοσι που είχα καταδικασθεί για το έγκλημά μου αυτό. Όλος ο κόσμος ξέρει ακόμα τους λόγους, για τους οποίους σκότωσα τη γυναίκα του αδερφικού μου φίλου, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο και όσα γραφήκαν στις εφημερίδες της εποχής εκείνης. Μα περισσότερο από το φόνο, οι λόγοι που τον κίνησαν, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφία, κολλούν στο όνομά μου και στην υπόληψή μου μια ατιμία, που λίγες βρίσκονται σαν αυτή στον κόσμο.
Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: Ο Ανδρέας, που ήταν αδελφικός μου φίλος, μού είχε από χρόνια εξομολογηθεί την αγάπη του για τη Λίνα Β., κόρη μιας οικογενείας γνωστής και στους δυο μας και την απόφασή του να την παντρευτεί, χωρίς τη θέληση των γονέων της. Εγώ τον βοήθησα στην ερωτική του αυτή ιστορία με μία προθυμία, που φαινόταν ανεξήγητη. Και μια νύχτα, με τη βοήθειά μου και τη βοήθεια δύο άλλων πιστών μου ανθρώπων, την έκλεψε από το σπίτι της κι έκαμαν μυστικά σ' ένα ερημοκλήσι τους γάμους τους, στεφανωμένοι από μένα
Από τότε -σύμφωνα πάντα με τις εφημερίδες και τη δικογραφία- ήμουνα ο καλύτερος φίλος του σπιτιού. Ο Ανδρέας μού είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, ήμουνα κάθε μέρα σχεδόν στο σπίτι τους και συχνά με είχαν δει να συνοδεύω την κυρία, όταν έλειπε ο άνδρας της, σε περιπάτους και σε θέατρα. Ο κόσμος είχε αρχίσει να μιλεί για τη στενή μου αυτή σχέση με την οικογένεια του Ανδρέα και κάποτε μάλιστα βρέθηκαν κακόβουλοι άνθρωποι να τού σφυρίξουν στο αυτί πως δεν έπρεπε να εμπιστεύεται τόσο πολύ το φίλο του. Εκείνος όμως, άνθρωπος αγαθός -έγραφε μια εφημερίδα- είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο φίλο του και ήταν από τους ανθρώπους, που έχουν ακόμα την αφέλεια να πιστεύουν στη φιλία και στην τιμιότητα. Και έτσι οι σχέσεις μας εξακολούθησαν όπως πάντα.
Μια νύχτα όμως -σύμφωνα πάντα με τη δικογραφία και τις εφημερίδες- την ώρα που ο Ανδρέας έλειπε, όπως συνήθιζε κάθε βράδυ, στη λέσχη, εγώ μπήκα στο σπίτι του κρυφά, από τη μικρή πόρτα του κήπου, όπως εβεβαίωσε κάποια γειτόνισσα που με είδε από το παράθυρό της. Η γυναίκα αυτή που με αναγνώρισε είχε την περιέργεια να μείνει στη θέση αυτή ωσότου να με ιδεί να φύγω. Αυτή ήταν και μια από τους κυριότερους μάρτυρες στο δικαστήριο, γιατί, όπως αποδείχτηκε κατόπι, η υπηρεσία έλειπε από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Η γυναίκα αυτή, λοιπόν, κατέθεσε ότι ύστερα από μισή ώρα, που με είδε ν' ανεβαίνω στο σπίτι -κατά τα μεσάνυχτα- άκουσε μια ζωηρή λογομαχία απάνω στο σπίτι. Η λογομαχία κράτησε πολλή ώρα. Η κυρία Λίνα ακούστηκε έπειτα να βγάζει τρομασμένες φωνές, ένας πυροβολισμός αντήχησε και ύστερα τίποτε. Η γυναίκα αυτή έβαλε τις φωνές και κάλεσε την αστυνομία. Σε λίγο δύο χωροφύλακες φτάσανε κι ανέβηκαν, μαζί με άλλους γείτονες και διαβάτες του δρόμου, στο σπίτι όπου κάποιο τρομερό έγκλημα φαινόταν να είχε γίνει.
Το θέαμα που είδαν, όταν ανέβηκαν στο σπίτι, ήταν αυτό: Η κυρία του σπιτιού, πεσμένη σ' ένα χαμηλό σοφά, έπλεε στο αίμα της.
Φαινότανε πεθαμένη. Αντίκρυ της, με τις πλάτες ακουμπισμένες στον τοίχο, ένας άνδρας -ήμουν εγώ- την κοίταζε ακίνητος με μάτια ορθάνοικτα από φρίκη. Όταν είδε την αστυνομία ο άνθρωπος αυτός, είπε: «Πιάστε με! Εγώ τη σκότωσα». Και δε θέλησε να πει άλλη λέξη. Αυτή την ώρα μια τραγική σκηνή ακολούθησε. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο άνδρας της σκοτωμένης. Ήταν η ώρα που γύριζε πάντα από τη λέσχη. Μπροστά στο τρομερό θέαμα έμεινε απολιθωμένος. Τότε ο άνθρωπος, που τον κρατούσαν οι χωροφύλακες, ξαναείπε πάλι στον άνδρα της σκοτωμένης: «Εγώ τη σκότωσα. Θέλησα να την αποκτήσω και μου αντιστάθηκε. Ο νόμος ας κάνει εκείνο που πρέπει». (Αυτή η απάντηση έκαμε τη χειρότερη εντύπωση στο δικαστήριο και ο εισαγγελέας τη χαρακτήρισε ως «κτηνώδη ομολογία ενός τέρατος»). Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει με τα νύχια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. Εκείνος ξαναείπε: «Η γυναίκα σου πέθανε τίμια. Για το φόνο ας κάνει καλά ο νόμος». Τότε ο άνδρας έπεσε απάνω στο πτώμα της γυναίκας του και φιλούσε σαν τρελός το χλωμό πρόσωπό της. Οι χωροφύλακες πήραν τον κακούργο και τον έβγαλαν έξω. Ο άνδρας, μέσα στους λυγμούς του, ξανάλεγε συχνά με πνιγμένη φωνή: «Ο καλύτερός μου φίλος! Ο καλύτερός μου φίλος!»...
Το δικαστήριο των ενόρκων καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε είκοσι ετών ειρκτή, με την ελαφρυντική περίπτωση της «μετρίας συγχύσεως των φρενών».
Αυτό είναι το έγκλημα που βαραίνει την ζωή μου.
Τα πράματα δεν έγιναν όμως όπως παρουσιάσθηκαν στο δικαστήριο και όπως τα ομολόγησα ο ίδιος στην απολογία μου. Είμαι ένοχος ενός φόνου. Γι' αυτόν θα δώσω λόγο στο Θεό. Επιθυμώ όμως να γνωρισθούν τ' αληθινά αίτια του εγκλήματός μου. Γι' αυτό γράφω σήμερα, βγαλμένος απ' τη φυλακή με Βασιλική Χάρη, τις γραμμές αυτές, που παρακαλώ τους κληρονόμους μου να τις φέρουν στη δημοσιότητα μετά το θάνατό μου, ποτέ όμως πριν από το θάνατο του Ανδρέα Κ.. Αυτός δεν πρέπει να μάθει ποτέ, με κανένα τρόπο, τα πραγματικά αίτια του εγκλήματος αυτού.
Τα πραγματικά λοιπόν περιστατικά του εγκλήματος, που βαραίνει τη ζωή μου και την υπόληψή μου είναι αυτά που θα διηγηθώ παρακάτω με όλη την ειλικρίνεια ενός ανθρώπου, που, αφού βάσταξε μαρτυρικά το βάρος μιας ατιμίας σε όλη του τη ζωή, θέλει ν' αλαφρώσει, ύστερ' απ' το θάνατό του, τη μνήμη του μπροστά στους ανθρώπους από μια τρομερή κι ατιμωτική παρεξήγηση, που μόνος του την προκάλεσε, για ένα σκοπό που τον νόμισ' ευγενικό.
Ο Ανδρέας Κ. ήτανε ένας παιδικός μου φίλος, που τον αγαπούσα περισσότερο από αδελφό. Δε θα διηγηθώ μια ζωή ολάκερη, που πέρασε σε μια ατέλειωτη τρυφερότητα μεταξύ μας, χωρίς την παραμικρότερη σκιά. Θα φθάσω στη στιγμή, που ο φίλος μου αγάπησε τη Λίνα Β., αυτήν που σκότωσα με το ίδιο μου το χέρι.
Η Λίνα ήτανε κόρη μιας φιλικής και στους δυο μας οικογενείας, μοναχοκόρη γεμάτη ομορφιές και χάρες, ένα από τα πλάσματα που έρχονται στον κόσμο για να σκορπίζουν γύρω τους τις μεγάλες ευτυχίες, μα και τις μεγάλες συμφορές. Όταν ο Ανδρέας μού πρωτοφανέρωσε το αίσθημά του γι' αυτή την κοπέλα, ένα αίσθημα που άρχισε να βρίσκει μια γλυκιά ανταπόκριση στην καρδιά της κόρης, ένας παράξενος φόβος με πάγωσε για το φίλο μου. Δεν ήξερα περισσότερο απ' αυτόν τον κόσμο. Ήξερα όμως πως ο φίλος μου ήταν από τους ανθρώπους, που αγαπούν μ' έναν τρόπο τόσο ολοκληρωτικό, που κάνει δύσκολη την ανταπόδοση της αγάπης. Σε τέτοιου είδους αγάπες μονάχα η ψυχή πλασμάτων αδικημένων από τη φύση μπορεί να δώσει μια τέλεια ανταπόδοση. Και η Λίνα ήτανε όμορφη, προικισμένη με όλα τα δώρα που χαρίζει η Φύση στα ευγενικά λουλούδια, τα πλασμένα για να μοιράζουν τα κάλλη τους σε όλο το πλήθος.
«Σ' αγαπάει κι αυτή;» τού είπα ένα βράδυ, που, ακουμπισμένος στο στήθος μου, μού έκανε την ερωτική του εξομολόγηση.
«Κάτι μού λέει πως μ' αγαπάει...» μού είπε σιγαλά.
Δεν είπαμε άλλο τίποτε εκείνο το βράδυ. Ο φίλος μου άφηνε να τα πουν όλα τα άλλα τ' άστρα, που σπινθήριζαν με μια εξαιρετική λαμπράδα στον καθαρότατο ουρανό και το κύμα που έσβηνε στα πόδια μας με κάποιους μυστικούς φλοίσβους. Και μείναμε ώρες έτσι, χωρίς να μιλήσουμε καθόλου.
Την άλλη μέρα δεν τον είδα. Αυτό τύχαινε πρώτη φορά στην αδερφική ζωή μας. Έμαθα όμως πως ήτανε καλά. Έπειτα, για καιρό, τον έβλεπα ακόμη σπανιότερα. Κάθε τρεις, κάθε τέσσερις μέρες. Εύρισκε πάντα μια δικαιολογία γι' αυτές τις συχνές του απουσίες κι εγώ τη δεχόμουν χωρίς να τη συζητώ. Δεν ξέρω πού αφιέρωνε τις ώρες που έπαιρνε από τη φιλία μας. Ένιωθα όμως ότι κάτι περισσότερο μού 'παιρνε από τις ώρες της συντροφιάς του. Κι εξήγησα τότε το πράμα μ' έναν αστείο και μελαγχολικό μαζί τρόπο. Όπως ένας, που έχει ένα μεγάλο χρέος να πληρώσει, έλεγα μέσα μου, μαζεύει όλα τα μικρά χρέη που τού έχουν οι άλλοι, για να κάμει μ' αυτά το μεγάλο ποσόν που του χρειάζεται, έτσι και ο φίλος μου μάζευε όλες τις μικρές αγάπες, που είχε σκορπίσει γύρω του, για να κάμει μ' αυτές τη μεγάλη αγάπη που είχε να προσφέρει. Αργότερα έμαθα πως και στο σπίτι του είχε γίνει ανεξήγητα ψυχρός με τους δικούς του και πως και άλλοι φίλοι του, λιγότερο βέβαια αγαπημένοι από μένα, είχαν τα ίδια παράπονα.
Εγώ δεν είχα κανένα παράπονο. Έκανα τη θυσία μου, σαν κάτι τι μοιραίο. Όλοι έχουμε την υποχρέωση να δίνουμε πίσω την αγάπη που μας χαρίζει ένας άνθρωπος, τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έχει την ανάγκη να πληρώσει ένα μεγάλο χρέος αγάπης.
Μια μέρα, ύστερα από μήνες, ζήτησε να με ιδεί.
«Άκουσε!» μού είπε, σα να έφθανε στο συμπέρασμα μιας μεγάλης ομιλίας, που δεν είχαμε κάμει μα που εγώ την είχα διαβάσει στο πρώτο βλέμμα που μού έριξε. «Αποφάσισα να πάρω την Λίνα. Τι με συμβουλεύεις;»
Το πιο μάταιο πράμα του κόσμου είναι να δίνει κανείς μια συμβουλή, όταν τού τη ζητάει ένας ερωτευμένος. Τού αποκρίθηκα με μια ερώτηση:
«Τη ζήτησες;» τού είπα.
«Είναι περιττό!» μού αποκρίθηκε. «Το ξέρω πως δε μού τη δίνουν. Θα την κλέψω».
«Εκείνη;» τον ρώτησα.
Χαμογέλασε.
«Θα 'χω τη συνδρομή σου;» μού είπε σε λίγο.
Τού 'δωκα το χέρι μου, χωρίς να πω λέξη. Μού το 'σφιξε μ' ευγνωμοσύνη. Ήτανε πια πολύ αργά να τού αρνηθώ τίποτε. Η Μοίρα από 'δω και μπρος είχε το λόγο. Κι ευχήθηκα να τού φανεί ευνοϊκή.
Δυο χρόνια ο Ανδρέας είχε ζήσει ευτυχισμένος με τη Λίνα. Και θα ζούσε ίσως ακόμα όλη του τη ζωή, αν δεν τύχαινε το θλιβερό περιστατικό, που έγινε αφορμή μιας διπλής δυστυχίας, και που εγώ είμαι το μεγαλύτερό της θύμα.
Κάποτε, πολλά χρόνια πριν παντρευτεί, ο Ανδρέας μού είχε πει:
«Αν παντρευτώ καμιά φορά και μάθεις πως με απατάει η γυναίκα μου, σ' εξορκίζω στη φιλία μας να μη μού το πεις».
Ήτανε τάχα θλιβερό προαίσθημα ή μια ψυχρή και υπολογισμένη παράκληση, που έπρεπε να τη βάλω στο νου μου και να την ακολουθήσω στην ώρα της.
«Είσαι ανόητος!» τού είπα.
Κι αλλάξαμε ομιλία.
Ωστόσο από τη στιγμή που παντρεύτηκε ο Ανδρέας, αισθάνθηκα πως είχα την παράξενη υποχρέωση να παρακολουθώ την ευτυχία του και ν' αγρυπνώ απάνω σ' αυτή. Δεν ξέρω πώς μού είχε καρφωθεί αυτή η ιδέα. Αλλά κάτι μού έλεγε μέσα μου πως θα ήμουν λιγάκι υπεύθυνος για ό,τι θα μπορούσε να γίνει στο μέλλον μ' αυτό το γάμο. Κι έτρεμα για την ευτυχία του Ανδρέα, όσο δεν έτρεμε ο ίδιος. Αυτός ήτανε ερωτευμένος με τη γυναίκα του ύστερα από δύο χρόνια, όπως και την πρώτη στιγμή, και είχε σ' αυτήν την απόλυτη εμπιστοσύνη των ανθρώπων, που αγαπούν πολύ βαθιά και πιστεύουν στην ανταπόδοση της αγάπης, από έναν αντικατοπτρισμό της δικής τους αγάπης στην καρδιά του αγαπημένου προσώπου. Εγώ όμως έτρεμα για την ευτυχία του.
Κάποτε ένας κοινός μας φίλος μού είπε:
«Κάτι μουρμουρίζεται, ξέρεις, για τη Λίνα με το λοχαγό Β.. Άκουσες τίποτε;»
«Αδύνατο!» τού είπα. «Κακίες του κόσμου!»
Μέσα μου όμως μια φρικτή βεβαιότητα άρχισε να γεννιέται. Κακίες του κόσμου! είχα πει. Αλλά ήξερα πως η κακία δεν είναι μεγαλοφυΐα. Είναι απλό τάλαντο. Και τα τάλαντα δε δημιουργούν. Μόνο η μεγαλοφυΐα δημιουργεί. Η μεγαλύτερη συκοφαντία του κόσμου δε μπορεί να κάμει τίποτε από το μηδέν. Πλέκει το έργο της πάντα απάνω σ' ένα θέμα, που τής το δίνει κάποιος άλλος. Αν ζητήσει κανείς στο βάθος, θα βρει πάντα το απόκρυφο πρότυπο, που είναι η πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πως, μολονότι ήμουν τακτικός στο σπίτι του Ανδρέα, δεν είχα αντιληφθεί ποτέ μου το παραμικρό, που να μού δώσει μια σχετική υποψία. Και δεν μπορώ να πω πως δεν ήμουν πάντα προσεκτικός για μια τέτοια αποκάλυψη. Έπειτα το πρόσωπο αυτό, για το οποίο μιλούσαν, ο λοχαγός Β., δεν ήταν από τους ανθρώπους που σύχναζαν στο σπίτι του Ανδρέα, δεν ήτανε, να πούμε, ο τύπος του οικογενειακού φίλου. Εκείνο, ίσως, που θα μού έδινε κάποια υποψία εκ των υστέρων, ήταν μια εξαιρετική τον τελευταίο καιρό τρυφερότητα της Λίνας για τον άνδρα της. Είναι μια τρυφερότητα χαρακτηριστική των ένοχων γυναικών, που δεν φαντάζομαι να προέρχεται από υποκρισία ή από σχέδιο ν' αποπλανηθεί ο σύζυγος. Εξ εναντίας τη φαντάζομαι πολύ φυσική και ειλικρινή και γι' αυτό ίσα ίσα είναι τόσο κοινή σ' αυτές τις περιστάσεις. Είναι ένα είδος ευγνωμοσύνης της γυναίκας προς τον άνδρα της για τη νέα ευτυχία που τής παραχωρεί, χωρίς να το θέλει ή να το φαντάζεται. Αλλ' αυτά είναι σκέψεις που κάνω τώρα, γυρίζοντας το νου μου στις λεπτομέρειες της θλιβερής αυτής ιστορίας, που δεν έχουν επιτέλους και μεγάλη σημασία.
Όπως και να είναι, ο λοχαγός Β. ήτανε το πραγματικό πρόσωπο του δράματος. Και δεν άργησα να λάβω την απόδειξη. Ένα βράδυ, διαβαίνοντας τυχαίως έξω από τη λέσχη μαζί με κάποιον φίλο, είδα τον Ανδρέα να μπαίνει μέσα. Ο φίλος μου -ήταν ο ίδιος άνθρωπος που μού είχε μιλήσει για τα σχετικά λόγια του κόσμου- με τράβηξε από το χέρι και με σταμάτησε στη σκιά του πεζοδρομίου.
«Αν έχεις υπομονή», μού είπε πονηρά, «να περιμένεις λιγάκι, θα ιδείς το λοχαγό Β. να βγαίνει από τη λέσχη».
«Θέλεις να πεις...» τού είπα ταραγμένος.
«Αυτό που θέλω να πω...» μού είπε. «Καταλαβαίνεις;»
Σταθήκαμε χωρίς να μιλήσουμε πια. Η ώρα ήτανε δέκα μιας ωραίας χειμωνιάτικης νύχτας Δεκεμβρίου. Σ' ένα τέταρτο, ο λοχαγός Β. φάνηκε πράγματι από τη θύρα της λέσχης με πολιτικά ρούχα, κοντοστάθηκε μια στιγμή και ύστερα, σαν να πήρε μια ξαφνική απόφαση, προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το αντίθετο μέρος. Ένας αμαξάς, σταματημένος στη γωνία και που ήτανε φαίνεται γνωστός του, τον κάλεσε με τ' όνομά του και τον ρώτησε αν επιθυμεί τίποτε. Εκείνος τού απάντησε μ' ένα αρνητικό κίνημα του κεφαλιού και προχώρησε βιαστικός.
«Σ' αφήνω», είπα του φίλου μου.
«Μήπως πρόκειται να τον ακολουθήσεις;» μού είπε. «Χωρίς να λάβεις τον κόπο, μπορείς να είσαι βέβαιος πού πηγαίνει».
«Τι ιδέα!» είπα, όσο πιο αδιάφορα μπόρεσα. «Έχω ένα φιλικό πόκερ, που με περιμένει. Γεια σου!»
Όταν έστριψε ο φίλος μου τη γωνία, μπήκα στο αμάξι που περίμενε απ' έξω από τη λέσχη και τού έδωκα τη διεύθυνση ενός μικρού καφενείου, που βρισκότανε πλάι στο σπίτι του Ανδρέα. Έλπιζα πάντα να φτάσω πρωτύτερ' από το λοχαγό, που είχε φυσικά τη συνήθεια να κάνει πεζός το νυχτερινό αυτό περίπατο. Καθώς περνούσε το αμάξι από τα στενά δρομάκια της συνοικίας, συλλογιζόμουν το περίεργο πράμα, να γνωρίζουν οι ξένοι και οι αδιάφοροι με τόσες λεπτομέρειες μερικά πράματα, που ούτε τα φαντάζονται οι ενδιαφερόμενοι κι εκείνοι που ενδιαφέρονται γι' αυτούς.
Με μια κρυφή ελπίδα, ωστόσο, πως ο φίλος μου, που έγινε αφορμή της θλιβερής εκδρομής μου μέσα στη σκοτεινή αυτή χειμωνιάτικη νύχτα, θα φανερωνόταν ένας κοινός κακόγλωσσος με πολλή φαντασία, έφτασα σε λίγο στο καφενεδάκι και κάθισα πίσω από το τζάμι, που αντίκριζε την πόρτα του σπιτιού του Ανδρέα. Σε λίγο είδα εκείνο που μ' έκανε να καθίσω δυο ώρες πίσω από το βρόμικο τζάμι και να σκουπίζω με αγωνία κάθε λίγο τους ατμούς, που μού 'κρυβαν τη θέα προς τα έξω. Περίμενα να ιδώ το λοχαγό Β. ν' αφήνει το σπίτι, όπου η ατιμία -αλίμονο!- είχε μπει από την πόρτα και η ευτυχία είχε φύγει από το παράθυρο. Όλα έγιναν, όπως μού τα είχε προφητέψει ο φίλος μου.
Στις δύο ώρες της αγωνίας, που πέρασα μέσα στο μικρό εκείνο και βρόμικο καφενεδάκι, ανάμεσα σε ανθρώπους χυδαίους και αδιάφορους, είχα πάρει την απόφασή μου. Ύστερ' από το λοχαγό Β., θ' ανέβαινα αμέσως εγώ στο σπίτι του Ανδρέα, με το αδερφικό θάρρος που είχα στην οικογένεια.
Ορκίζομαι ότι δε μελετούσα τίποτε κακό. Ήθελα απλώς να ιδώ τη Λίνα, να τής φανερώσω ότι τα ξέρω όλα -δε μπορούσε βέβαια να μού αρνηθεί την ατιμία της, για την οποία είχα χειροπιαστές αποδείξεις- και να την εξορκίσω, δίνοντάς της το λόγο μου πως δε θα βγάλω λέξη από το στόμα μου στον άνδρα της, να την εξορκίσω να ξαναγυρίσει στον ίσιο δρόμο, κόβοντας κάθε σχέση με το λοχαγό.
Ώρμησα αμέσως προς το πορτάκι του κήπου, πήρα το κλειδί που κρεμότανε πάντα στο γνωστό μου μέρος πίσω από τα κάγκελα, άνοιξα και προχώρησα προς τη μέσα θύρα βιαστικός, για να προλάβω τη Λίνα πριν πλαγιάσει. Τα παράθυρα προς τον κήπο ήταν φωτισμένα ακόμα. Χτύπησα ελαφρά το τζάμι της θύρας και στον ίδιο καιρό, για να γνωρίσει τη φωνή μου, φώναξα:
«Κυρία Λίνα! Κυρία Λίνα!»
Μισάνοιξε το παράθυρο και με μια φωνή, που έτρεμε, μα που προσπαθούσε να φανεί ατάραχη και γλυκιά, μού είπε:
«Εσείς, κύριε Παύλο; Πώς τέτοια ώρα; Σάς συμβαίνει τίποτε;»
«Με συγχωρείτε πολύ, κυρία Λίνα, που σάς ανησυχώ!» είπα, προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου. «Μα είναι μεγάλη ανάγκη να ιδώ τον Ανδρέα. Είδα φως στα παράθυρα... Είναι μέσα, σάς παρακαλώ, ο Ανδρέας;»
Η Λίνα ησύχασε.
«Δε γύρισε ακόμη από τη λέσχη», μού αποκρίθηκε. «Μα όπου να 'ναι θα γυρίσει. Θέλετε να μπείτε μέσα να τον περιμένετε;»
«Με υποχρεώνετε, κυρία μου. Αν δε σάς ανησυχώ...»
«Τι λέτε; Σάς ανοίγω αμέσως».
Σε λίγο βρέθηκα μέσα στο μικρό σαλονάκι, όπου τόσες φορές είχα περάσει τη βραδιά μου σε μια ατμόσφαιρα αγάπης και ευτυχίας.
«Καθίστε!» μού είπε η Λίνα. «Εμένα θα μού επιτρέψετε ν' αποσυρθώ. Έχω ένα τρομερό πονοκέφαλο».
Και μού έβαλε μπροστά μου κάποια εικονογραφημένα περιοδικά να περάσω την ώρα μου, προσμένοντας το φίλο μου.
«Δυο λεπτά μονάχα θα ήθελα να σάς κρατήσω, κυρία Λίνα...» τής είπα μ' ένα παρακλητικό ύφος. «Δυο λεπτά μόνο».
Στάθηκε. Σήκωσα τα μάτια μου απάνω της. Η ομορφιά της είχε κάποιο θριαμβευτικό τόνο αυτό το βράδυ, που μού θύμιζε τις πρώτες ημέρες του γάμου της με τον Ανδρέα. Το πρόσωπό της, χλομό στην πρώτη στιγμή, πλημμύρισε από ένα κύμα αίματος, που έκαμε ν' ανθίσουν όλα τα τριαντάφυλλα της όψης της. Τα μικρά της αυτάκια πετούσαν φλόγες, σα δυο κατακόκκινα, κρεμεζιά (1) γαρύφαλλα. Και μέσα σ' ένα σκοτεινό κύκλο, σαν να τον είχε χαράξει επιδέξιο κραγιόνι, τα δυο της μάτια πετούσαν αστραπές, που θύμιζαν μια παιχνιδιάρικη μπόρα σ' έναν καλοκαιρινό ουρανό. Τα μαλλιά της, τα μεταξωτά εκείνα μαλλιά, με το θαμπό χρώμα της στάχτης, άταχτα, μπερδεμένα, σα να τα είχε ανακατέψει ένα δυνατό φύσημα ανέμου, έπεφταν στο μέτωπό της και ξεχείλιζαν στα πλάγια του κάτασπρου λαιμού της. Η ομορφιά της Λίνας πανηγύριζε την ωραιότερη γιορτή της.
Ο νους μου πέταξε αμέσως σε δυο ανθρώπους. Στο λοχαγό πρώτα, ύστερα στον Ανδρέα. Κι ένιωσα ένα λυγμό να με πνίγει.
«Καθίστε, σάς παρακαλώ, κυρία Λίνα. Δυο λεπτά μόνο!»
Κάθισε, βιαστική πάντα να φύγει, ανήσυχη, ενοχλημένη από την παρουσία μου.
Εγώ δεν έβλεπα πια τίποτα. Σαν κάτω από ένα κύμα, περνούσαν μπροστά μου θαμπά το ωραίο εκείνο πρόσωπο, τα έπιπλα γύρω, που είχαν γνωρίσει μία παλιά ευτυχία, οι προσωπογραφίες των τοίχων που κοίταζαν μ' ένα ύφος παράξενο γύρω τους, η μικρή βιβλιοθήκη με τα κομψοδεμένα βιβλία της, που κρατούσαν τώρα τα μυστικά χιλίων μικρών Γαλεότων (2), κρυμμένα πίσω από τα τζάμια, όλα τριγύρω τα έβλεπα θαμπά, θολά, θλιβερά, σα σε όνειρο. Σε μια στιγμή τα μάτια μου πέσανε στο μεγάλο κόκκινο ντιβάνι. Αυτό το είδα καθαρά, όπως στην πραγματικότητα. Τα μαξιλάρια του ήταν ανακατωμένα, άλλα πεσμένα στο πάτωμα, και το σκέπασμά του έπεφτε προς τα πλάγια και σερνότανε απάνω στο παρκέτο. Μού φάνηκε πως ξύπνησα από ένα όνειρο.
«Ακούστε, κυρία Λίνα...»
Δε θυμάμαι πια τι είπα. Θυμάμαι όμως ότι μίλησα με καλοσύνη και συγκίνηση. Θυμάμαι έπειτα, ότι εκείνη τινάχτηκε εξαγριωμένη μπροστά μου. Μ' έβρισε, με μεταχειρίσθηκε σαν έναν τιποτένιο.
«Με όλα αυτά δε θα πω τίποτε στον άντρα σας!» τής είπα. «Κάμετε όπως θέλετε».
Εκείνη ώρμησε απάνω μου.
«Μη με φοβερίζετε! Να τα πείτε όλα. Σας παρακαλώ. Έχω κι εγώ να τού πω. Και να είσθε βέβαιος πως θα πιστέψει εμένα».
«Να τού πείτε; Τι;...»
«Πως ήρθατε εδώ τέτοια ώρα να μού επιτεθείτε, να τον ατιμάσετε, εσείς ο αδερφικός του φίλος. Ένας παλιάνθρωπος, που τον γκρέμισα από τις σκάλες».
Και μ' έσπρωξε μανιασμένη προς τη θύρα.
Δε θυμάμαι πια τίποτε από ό,τι έγινε. Πού βρέθηκε το πιστόλι, πώς το πήρα, πώς πυροβόλησα, δε θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι μόνο πως μια στιγμή, σαν να ξύπνησα από έναν εφιάλτη, είδα μπροστά μου ένα πτώμα κι έναν άνθρωπο, που ορμούσε απάνω μου άγριος, ενώ δύο χωροφύλακες με προστάτευαν από τη μανία του. Ήταν ο Ανδρέας.
«Γιατί τη σκότωσες; Γιατί;...» φώναζε με λυγμούς.
Άξαφνα μού ήρθαν στο νου μου τα λόγια που μού είπε η Λίνα, λίγα λεπτά πριν την σκοτώσω.
«Γιατί θέλησα να την αποχτήσω», τού είπα, «και μού αρνήθηκε. Η γυναίκα σου πέθανε τίμια!»
Εκείνος έπεσε απάνω στο πτώμα και το αγκάλιαζε και το φιλούσε. Εμένα με πήρανε στη φυλακή. Μα μπροστά στα σκοτισμένα μάτια μου έβλεπα ακόμα το φίλο μου ν' αγκαλιάζει τη γυναίκα του, αθώα, πιστή, τίμια σαν την πρώτη στιγμή. Και μια ευτυχία παράξενη πλημμύριζε τα στήθη μου.
Όλα τ' άλλα έγιναν όπως τα διηγήθηκα παραπάνω. Όποιοι βρουν τα χειρόγραφα, ας φροντίσουν να τα δώσουν στη δημοσιότητα, μετά το θάνατό μου. Ποτέ όμως πριν από τον θάνατο του Ανδρέα Κ.. Αυτός, με κανένα λόγο, δεν πρέπει να μάθει τις πραγματικές αφορμές, που με κίνησαν να σκοτώσω τη γυναίκα του.
Νιρβάνας Παύλος
Το πέρασμα του Θεού και άλλα διηγήματα,
εκδ. Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Ι. Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1922
Σημειώσεις:
(1) κρεμεζί: έντονο, βαθύ κόκκινο χρώμα ή πορφυρό
(2) Γαλεότος: «Ο Μέγας Γαλεότος» αποτελεί τον τίτλο ενός από τα πιο διάσημα θεατρικά δράματα του Ισπανού νομπελίστα συγγραφέα Χοσέ Ετσεγαράι ι Εϊθαγίρρε (El gran Galeoto, 1881). Στην Ελλάδα το έργο μεταφράστηκε από τον Δημήτριο Βικέλα. Η μεταφορική σημασία: Στο έργο αυτό, ο «Γαλεότος» προσωποποιεί την κοινή γνώμη, τις κοινωνικές φήμες και το κουτσομπολιό, τα οποία έχουν τη δύναμη να καταστρέψουν τη ζωή των ανθρώπων, σπρώχνοντάς τους σε καταστάσεις που αρχικά δεν επιδίωκαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου