Τετάρτη 14 Ιουνίου 2023

ΈΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΤΑΥΘΑ

   
   Ήταν ένα γράμμα. Ένα γράμμα όπως όλα τ' άλλα, με το γαλάζιο αεροπορικό φάκελο,  το όνομα, τη διεύθυνση και τη λέξη ενταύθα υπογραμμισμένη με μια κυματιστή γραμμή.
   Δεν ήμουν παραλήπτης του κι αν έφτασε στα χέρια μου, φταίει η τρελή νοτιά που φυσάει συχνά το πρωί. Ποιος ξέρει από ποιου διανομέως τα χέρια το πήρε, αναρωτήθηκα, βλέποντάς το να στροβιλίζεται μέσα στου ανέμου το φύσημα και να πέφτει μπροστά μου καθώς βάδιζα στο πεζοδρόμιο.
   Έσκυψα και το σήκωσα. Το κοίταξα για λίγο διστακτική. Ο λεπτός γραφικός χαρακτήρας της διεύθυνσης μαρτυρούσε γυναικείο χέρι και τ' όνομα που έγραφε απ' έξω μού ήταν ολότελα άγνωστο. Ένας κάποιος κύριος... μα στ' αλήθεια, τι έπρεπε τώρα να κάνω; Να το ανοίξω, να το σκίσω, να το παραδώσω στο ταχυδρομείο, ή... Μού πέρασε απ' το μυαλό κάτι άλλο πιο πρωτότυπο ακόμη. Όχι βέβαια να το πάω στη διεύθυνση που έγραφε, μα να το αφήσω να πέσει ξανά στη θέση που έπεσε και να παρακολουθήσω τι θα συνέβαινε. «Μια φορά», συλλογίστηκα, «από μια σύμπτωση, ξέφυγε που ξέφυγε απ' τον κανονικό δρόμο που κάνουν όλα τα γράμματα. Ας δω πώς πρόκειται να συνεχίσει».
   Μ' όλο που φυσούσε δυνατά, ήταν ζεστό κυριακάτικο πρωινό και μού δινόταν έτσι μια ευκαιρία να διασκεδάσω την ώρα μου. Υπολόγιζα πως ως το μεσημέρι θα 'χε δώσει κάποιος απ' τους ανθρώπους που θα το βρήκαν μια λύση κι ήμουν περίεργη να δω αυτή τη λύση. Άφησα λοιπόν να μού ξεφύγει απ' τα χέρια και το παρακολούθησα που έφευγε μέσα στου ανέμου τα στροβιλίσματα. Μετά το είδα να πέφτει στο αντικρινό πεζοδρόμιο μπροστά σ' έναν κύριο που βάδιζε με τα χέρια στις τσέπες. Τον είδα να κοντοστέκεται, να σκύβει να το πιάσει, μα ξαφνικά να μετανιώνει και να το κλωτσά με την άκρη του παπουτσιού του. Ήταν ολοφάνερο πως δεν έβρισκε σωστό για τη σοβαρότητά του, να το μαζέψει, κι αρκέστηκε, αφού κλωτσώντας το το αναποδογύρισε και διάβασε τη διεύθυνση, αρκέστηκε να σηκώσει τους ώμους και να προσπεράσει.
   Βρήκα κάπως απογοητευτική για το πείραμά μου τη στάση του, μα στάθηκα περιμένοντας κάτι καλύτερο.
   Μια κυρία, ένας νέος, μια άλλη πιο νέα κυρία, προσπέρασαν δίχως να το προσέξουν. Ύστερα κάποιος σταμάτησε μπρος του. Ένας ψηλός δυνατός νέος, με μπερδεμένα από τον άνεμο μαύρα μαλλιά, έσκυψε, το σήκωσε και δίχως να το καλοεξετάσει το έβαλε στην τσέπη του.
   «Η περιπέτεια αρχίζει», μουρμούρισα κι άρχισα να παρακολουθώ τον ψηλό νέο.
   «Τι λεπτός άνθρωπος», συλλογιόμουν. Με μια ματιά μόνο -δίχως ν' αρχίσει να το τριγυρίζει στα χέρια του- το 'βαλε στην τσέπη του κι οπωσδήποτε, τώρα το πηγαίνει στον παραλήπτη του. Θα αισθάνεται μάλιστα -το μαντεύω- κάπως δύσκολα. Τι θα πει; Πώς πρέπει να φερθεί, για να μη φανεί αδιάκριτος; Είναι κάπως σπάνιο να βρεις ένα γράμμα ανεπίδοτο και να είσαι υποχρεωμένος να υποκαταστήσεις το διανομέα. Όμως είναι και τόσο γοητευτικό, ένα τέτοιο εύρημα σού δημιουργεί ξαφνικά ένα άγνωστο πεδίο με τόσες πιθανότητες, τόσες προοπτικές...
   Ο ψηλός νέος βάδιζε σε κάμποση απόσταση μπρος μου αμέριμνος. Συχνά χαιρετούσε με μειδίαμα γνωστούς του περαστικούς. Άλλοτε πάλι στεκόταν κι αντάλλαζε μαζί τους μερικά λόγια. Έδειχνε τόσο ξένοιαστος, συλλογιστείτε ούτε μια φορά δεν έβγαλε απ' την τσέπη του και δεν έδειξε σε κανένα το εύρημά του. Ήμουν απόλυτα βέβαιη λοιπόν πως το γράμμα βρισκόταν σε καλά χέρια, ενός λεπτότατου κι αισθηματικού ανθρώπου, που η διακριτικότητά του ξεπερνούσε κι άξιζε χίλιες φορές πιο πολύ απ' τη μηχανική εργασία οποιουδήποτε ολότελα αδιάφορου ταχυδρομικού διανομέα.
   Άρχισα να βάζω με το νου μου, τι τάχα να περιείχε το φάκελο εκείνο. Το λεπτό γυναικείο του γράψιμο μ' έκανε να φαντάζομαι μια ερωτική ιστορία, κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ολότελα ξεχωριστό, όπως συμβαίνει πάντα μ' αυτού του είδους τις ιστορίες. Συλλογιζόμουν ένα φύλλο χαρτί γεμάτο με λόγια το ίδιο συνηθισμένα μα το ίδιο ξεχωριστά, όπως συμβαίνει πάντα μ' αυτού του είδους τα επιστολόχαρτα, που πάνω τους μια γυναίκα εμπιστεύεται τα αισθήματά της το ίδιο συνηθισμένα μα και ξεχωριστά όπως για κάθε ερωτευμένη γυναίκα.
   Μού περνούσε από τον νου μια πονεμένη ιστορία αγάπης, κάτι λιγάκι σαν Στέλλα Βιολάντη, ένας πατέρας σκληρός, μια ύπαρξη εμποδισμένη να συναντήσει τον νέο που αγαπά, ένα γράμμα που κρυφά εμπιστεύτηκε σε μια φίλη της να ταχυδρομήσει. Και... αλήθεια τι ατυχία (συλλογιζόμουν). Αυτό το γράμμα, που με τόσο καρδιοχτύπι θα περίμενε εκείνη να φτάσει στον προορισμό του, είχε ξεφύγει απ' τα χέρια του διανομέα και περιπλανιόταν τώρα...
   Και βέβαια περιπλανιόταν. Πώς αλλιώς να εξηγήσω τον δρόμο που ακολουθούσε ο ψηλός νέος με το γράμμα στην τσέπη. Μέσα στον ζεστό άνεμο που φυσούσε ήταν ολοφάνερο πως τού ήταν ευχάριστο να περπατά άσκοπα, κι αν είχε βέβαια μια κατεύθυνση, πήγαινε προς αυτήν με χίλια δυο ζιγκ -ζαγκ, που με κούραζαν.
   Ναι, αυτό ήταν, ήμουν κουρασμένη. Απ' τη στιγμή που είχα σηκώσει το γράμμα απ' τον δρόμο, είχαν περάσει δυο ώρες περίπου κι αυτός συνέχιζε να περπατά, χαιρετώντας ή σταματώντας τους φίλους του.
   Άρχισαν τα πόδια μου, ενοχλημένα, να βρίσκουν την ιστορία εκείνη κάπως ανόητη. Μέσα σε τόσα άπειρα περιστατικά που συμβαίνουν, τι σημασία μπορεί να 'χε ένα γράμμα, που ξέφυγε απ' τα χέρια του διανομέα και κατέληξε στην τσέπη ενός -δε λέω, λεπτού και διακριτικού- μα κάπως αργόσχολου κι αναποφάσιστου κυριακάτικου περιπατητή;
   Έκαμα μια τελευταία προσπάθεια. Κοντοστάθηκα και κοίταξα τις σκονισμένες μου γόβες, που με στένευαν φοβερά τώρα. Έκανα μια ύστατη, λοιπόν, προσπάθεια να φανταστώ εκείνη τη δυστυχισμένη ύπαρξη, την ερωτευμένη εκείνη κοπέλα, που λιγάκι σαν Στέλλα Βιολάντη, αγωνιούσε προσμένοντας να φτάσει το γράμμα της στον αγαπημένο της... Πόσο όμως είναι άδικος, χαμένος κόπος, να συμπάσχει κανείς για τη δυστυχία των άλλων, όταν τον στενεύουν τα παπούτσια του...
   Ανασήκωσα τους ώμους μου λοιπόν και σταμάτησα. Ας γινόταν ό,τι ήταν τυχερό να συμβεί. Εγώ δεν άντεχα πια κι η ιστορία του γράμματος δίχως εμένα ας τραβούσε το δρόμο της. Με κάποιο συναίσθημα λιποταξίας πήρα το λεωφορείο κι επέστρεψα σπίτι μου.
 
   Συμβαίνει, ωστόσο, συχνά μια παράξενη αρχή, να ΄χει και μια συνέχεια παράξενη.
   Είχα ξεχάσει όλα τα παραπάνω, όταν χθες βράδυ, μού συνέστησαν, θα μαντεύετε ποιον. Μού συνέστησαν τον ψηλό κι αδύνατο νέο, που 'χε περιμαζέψει το γράμμα απ΄ τον δρόμο.
   Υποκλίθηκε με το μειδίαμά του εκείνο, που το 'χα μάθει τόσο καλά παρακολουθώντας τον το κυριακάτικο πρωινό.
   Ήταν ο κύριος άλφα κι ήμουν η δεσποινίς βήτα, ωστόσο μια παράξενη σύμπτωση, μια μισοτελειωμένη ιστορία βρισκόταν ανάμεσά μας, κάνοντάς με να βρω κάποιον τρόπο για να μάθω το τέλος της. Κι ήταν κάπως δύσκολο να βρεθεί αυτός ο εύσχημος τρόπος, αν δεν συνέβαινε καθώς ο νέος έβγαζε το μαντήλι του, να του πέσει κάτι απ' την τσέπη.
   Έσκυψα και το σήκωσα, ήταν το γράμμα. Το ίδιο εκείνο γράμμα, τσαλακωμένο, με κάμποσες σημειώσεις πάνω στο φάκελο, που εξακολουθούσε να μένει κλειστός.
   Προσπάθησα δίνοντάς το να κρύψω κάθε ερωτηματική ή απογοητευτική έκφραση απ' το βλέμμα μου.
   Μα και κείνος παίρνοντάς το φάνηκε ν' απορεί. Το κοίταξε κάμποσες φορές με αμηχανία, μη μπορώντας να θυμηθεί πώς βρισκόταν ένα ξένο γράμμα στην τσέπη του. Κι ύστερα δίχως να διστάσει, ξέρετε τι έκανε; Έκοψε το γραμματόσημο και ξαναδιαβάζοντας βιαστικά τις σημειώσεις του πάνω στο φάκελο έσκισε το γράμμα σε μικρά κομμάτια και τα πέταξε καταγής.
   «Μαζεύετε γραμματόσημα;» τον ρώτησα.
   «Ναι», μού αποκρίθηκε. «Είναι μια απ' τις μικρές μου μανίες...»
 
Κιτσόπουλος Γιώργος
Περιοδικό «Νέα Πορεία»
τεύχος 1, Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1955

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου