... Στην αφετηρία...
Το
σύντομο διήγημα του Κώστα Βάρναλη «Το
κελάηδημα της τσίχλας»
δημοσιεύτηκε
από πολύ νωρίς σε διάφορα περιοδικά και
ανθολογίες με θέμα τα γεγονότα του
πολέμου 1940 – 44, της Κατοχής και της
Αντίστασης. Είναι ένα από τα πιο
αντιπροσωπευτικά δείγματα της νεοελληνικής
αντιστασιακής πεζογραφίας,
καθώς η ηρωίδα του, η Αννούλα, ένα μικρό
κοριτσάκι, που λόγω της εμφάνισής του
έχει το παρατσούκλι «τσίχλα», συμμετέχει
ενεργά στην αντίσταση, βοηθώντας τους
αντάρτες, εκεί κοντά στο χωριό της. Η
μικρή ηρωίδα, αψηφώντας τον κίνδυνο, θα
συνδέσει
τα παιδικά της παιχνίδια με τον αγώνα
και ο θάνατός της, πάνω στο δέντρο από
τους κατακτητές σαν να ήταν πουλί,
συγκινεί τον αναγνώστη και για τη
συμβολική του διάσταση -ένα μικρό παιδί
σαν ένα μικρό πουλί, αλλά με τεράστιο
θάρρος και ψυχή- αλλά περισσότερο τον
φορτίζει συναισθηματικά για το γεγονός
ότι οι κατακτητές ήταν ανάλγητοι ακόμη
και απέναντι στα πιο μικρά παιδιά.
Επίσης, τονίζει με τον πιο χαρακτηριστικό
τρόπο την πάνδημη συμμετοχή -ακόμη και
τα μικρά παιδιά συμμετείχαν
με όποιον τρόπο μπορούσαν-
του ελληνικού λαού στον αγώνα για την
Ελευθερία.
❂
Ήτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψηλά κανιά, δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε - πήδαγε κ' έτρεχε.
Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε;
Για έν' από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κ' είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.
Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες, και μια γιδόστρατα, που φέρνει μες από το δάσος των πέφκων στην κορφή του βουνού. Το απόμερο, ξεχασμένο χωριό, σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ' όνομά του.
Δεν του χρειαζότανε, λες και του 'πεφτε βάρος.
Αλλ' όσο τους λείπουνε των μικρών αυτών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσέβ' η ψυχή. Ψυχή του λαού.
Είμαστε στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής.
Το χωριό, που λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δυο Ελλάδων: της λέφτερης και της συνεργαζόμενης. Αλλά προς τα εδώ.
Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε, με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς μας», να μποδίζει τη λεφτεριά να κατέβει απ' την κορφή του βουνού προς τα κάτου - στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορφή του βουνού είχανε φωλιάσ' οι αγωνιστές του έθνους κ' ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα» για τους εχθρούς.
Με την απελευθερωτικήν επιτροπή του χωριού είχανε συχνήν επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας. Ήτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρεβάμενης του χωριού, που ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή -σαν ώριμο πλάσμα- κι αδείλιαστη.
Καλός καιρός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη - μα και κρύο τσουχτερό.
Η Τσίχλα μαζί μ' άλλα παιδιά (τα σκολειά κλεισμένα!) βγαίναν έξω απ' το χωριό σ' ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των γερμανών και των τσολιάδων.
Παίζανε τόπι.
Η Τσίχλα, πάνω στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κ' ύστερις έτρεχε, όσο μπορούσε πιότερο να το φτάσει.
Το τόπι κυλούσε στη ρεματιά κ' η Τσίχλα κυλούσε κ' αυτή.
Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κ' η τσίχλα κυλούσε κ' αυτή.
Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δυο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα, γραμμένο ή στοματικά, της Επιτροπής, και ξαναγυρνούσε πίσου λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια!
Αλλ' αφτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τους εχθρούς ξένους και δικούς.
- Πρέπει να ιδούμε τι τρέχει, με τρόπο - γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό...
Αλλά δε χρειάστηκε τρόπος. Ο πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι των ναζήδων, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα», τους πληροφόρησε τι συμβαίνει.
Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω απ' το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι, τη σταματήσανε κι αυτήνε. Και την ψάξανε.
Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.
- Έλα δω, πουλάκι μου, τη ρώτησε ο πρόεδρος. Ποιος σου το 'δωσε τούτο;
- Μόνη μου το 'γραψα.
- Και τι ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα;
- Όλοι μας ξέρουμε.
- Και τι άλλο «παιχνίδι» ξέρεις;
- Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους.
- Για σκαρφάλωσε σ' αφτήνε την ελιά να σε ιδούμε;
Η Τσίχλα βρέθηκε σ' ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.
- Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα «σκοπό» ν' ακούσουμε; Ό,τι σου αρέσει.
Κ' η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε.
- «Μάβρ' είναι η νύχτα στα βουνά...». (Αυτό το τραγούδι ήτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων).
Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ!...
Οι γερμαναράδες κ' οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σαν πουλί. Και το πουλί σωριάστικε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.
Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα που οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε ξαφνικά στο χωριό οι αντάρτες -και ναζήδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το άναντρό τους έγκλημα.
Κ' ύστερα;
Ύστερ' από ένα χρόνο η «Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ' όλην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούσανε να πνίξουνε το θλιβερό κελάδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας.
Βάρναλης Κώστας
`Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία (Ανθολογία),
εκδ. Άλμπατρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου