Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

ΈΓΚΛΗΜΑ

... Στην αφετηρία...
 
   Στο διήγημα «Έγκλημα», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες» (φιλολογική επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου, Κέδρος, Αθήνα 2004), η Διδώ Σωτηρίου παρουσιάζει τη ζωή ενός Αμερικανού πιλότου, του Τζώρτζ Φλάι (= αυτού που πετάει), ο οποίος πήρε μέρος στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συμμετείχε -συγγραφική αδεία- στη ρίψη των ατομικών βομβών στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα. Κι έτσι ο Τζωρτζ Φλάι έγινε ο «ήρωας» της πατρίδας του και κέρδισε δόξα, χρήμα κι όλα τα καλά, που ο καταναλωτικός πολιτισμός των Η.Π.Α. μπορούσε να του δώσει. Όμως, το νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις… Τα χρόνια περνούν, οι ολέθριες συνέπειες της πυρηνικής ενέργειας για την ανθρωπότητα γίνονται εμφανείς και γιγαντώνεται το κίνημα για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων μέσα στα πλαίσια της ισορροπίας του τρόμου που συντηρεί ο Ψυχρός Πόλεμος. Και η εικόνα του πάλαι ποτέ ήρωα Φλάι θολώνει, η δόξα του μοιάζει ξεχασμένη, ενώ ο ίδιος «κρύβει» την «ηρωική» του δράση σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή της ανθρωπότητας, ενώ οι ενοχές κι οι τύψεις αρχίζουν να τον βασανίζουν και να του ταράζουν τον ήρεμο ύπνο του… 
   «Οι ήρωές μου δεν περιορίζονται να κλαίνε τη μοίρα τους αντιδρούνε. Οδηγός τους είναι η ανθρωπιά, η ανάγκη κοινωνικής δικαιοσύνης», έγραψε κάποτε η Διδώ Σωτηρίου. Θα καταφέρει άραγε ο Τζωρτζ Φλάι να εξιλεωθεί και ν' αποσείσει από πάνω του το στίγμα της ενοχής για να γίνει ξανά «ήρωας», αλλά χωρίς τη λάμψη των προβολέων πλέον;    
 

 
   Ο αεροπόρος Τζωρτζ Φλάι ήταν ευχαριστημένος, σχεδόν ευτυχισμένος. Κρατούσε ο ίδιος το βολάν του αυτοκινήτου που τον έφερε στη νέα βάση του με «απόρρητες εντολές». Πατούσε γκάζι και τ' αμάξι έτρεχε, μόλις που άγγιζε την άσφαλτο, λες κι απογειωνόταν τ' αγαπημένο του «Λάκυ 29».
   Με μισόκλειστες βλεφαρίδες προσπαθούσε να σκεφτεί. (Ο λόγος το λέει «να σκεφτεί». Απ' όταν άρχισε ο πόλεμος μεγάλα παρεδώσε με τη σκέψη δεν είχε.) Χαιρότανε τον αναπάντεχο θρίαμβό του. Δεν είναι μικρό πράμα μέσα σε τόσους αεροπόρους σπουδαίους και τρανούς να διαλέξουν εσένα για την πιο σοβαρή μυστική αποστολή του πολέμου! Να σε καλεί ολόκληρος πτέραρχος της ολκής του Μπίλλυ Μπεθ κι αντί να σε διατάζει κι εσύ να στέκεις κλαρίνο, να σε χτυπάει φιλικά στον ώμο, να τρώτε μαζί ανεπίσημα, να τσουγκρίζετε και να σου λέει: «Τζωρτζ, είσαι ο πιο γενναίος αεροπόρος μου, ο πιο ψύχραιμος και μορφωμένος...» Και το άλλο πρωί να σου εμπιστεύονται απ' το Επιτελείο απόρρητα του πολέμου που δεν τα ξέρουν καλά καλά ούτε οι υπουργοί ούτε οι στρατάρχες!
   Eκατό δύσκολες αποστολές είχε στο ενεργητικό του ο Τζωρτζ. Και οι εκατό «εστέφθησαν υπό πλήρους επιτυχίας», όπως λένε. Ο διάολος ξέρει τι στρατώνες, τι συρμούς, τι αποθήκες και φάμπρικες τίναξε στον αέρα. Μα μεγαλύτερη διάνα από κείνο το εχθρικό θωρηχτό δε θυμάται. Το βούλιαξε στο άψε σβήσε, λες κι ήτανε παιχνιδάκι.
   Σαν παλαβιάρης χορευτής, αγκαλιά με την πιο μεθυστική ντάμα, στριφογύριζε με τ' αεροπλάνα του στο γαλάζιο άπειρο κι έκανε τρελές φιγούρες λούπινγκ δι λουπ κι ύστερα με μια κάθετη εφόρμηση τραβούσε ίσια στο στόχο. Το χέρι σταθερά στο μοχλό. Το μάτι άγρυπνο. Κι οι μπόμπες να φεύγουνε η μια πίσω απ' την άλλη, απούντο. Τι γλέντι σαν έπαιρνε ξανά τ' αψήλου και κάτωθέ του φλόμωνε ο στόχος κι οι καπνοί με τις άγριες φλόγες σε στρογγυλές σταχτοκίτρινες και κοκκινόμαυρες τούφες τινάζονταν στον ουρανό.
   Ύστερα από κάθε τέτοιο κατόρθωμα η προσγείωση ήταν πανηγύρι κι η αναφορά θρίαμβος. Τα μετάλλια στοιβάζονταν στα συρτάρια του κι η τσέπη είχε αρκετά δολάρια για τρελά γλεντοκόπια. Ο Στάιμ ήθελε να του μάθει το πιο όμορφο κόλπο, να πίνει το δεύτερο μπουκάλι ουίσκι στην αγκαλιά ενός εικοσάχρονου μπουμπουκιού, της Χέλλεν.
   «Τυχεράκια», έτσι τον φώναζε ο Τζίμης, που με τη δέκατη πτήση του βρέθηκε στο νοσοκομείο δίχως χέρια... «Τυχεράκια», τον φωνάζανε κι οι άλλοι συνάδερφοι, λίγο με φθόνο, λίγο με θαυμασμό! Ο Τζωρτζ ένιωθε δυνατός, ατσαλένιος, μπορούσε να κυριαρχεί τα νεύρα του, να διατάζει το κορμί του, να δαμάζει ακόμα και τα άγρια στοιχεία της φύσης, να κάνει τους πιο δύσκολους μαθηματικούς υπολογισμούς, να μην πέφτει ούτε δευτερόλεπτο όξω. Του φαινότανε πως είχε γίνει ο ήρωας των παιδικών κόμικς. Ο Μάιτυ Μάιτ, ο Σούπερμαν... Σχεδόν περιφρονούσε κείνον τον συναισθηματικό φοιτητάκο Τζωρτζ Φλάι, με το φτωχικό τριμμένο κουστούμι, που τρελαινότανε για βιβλία και ιδανικά κι ενθουσιαζότανε με τις παλάβρες της θείας Έμιλυ, που κήρυχνε την «πανανθρώπινη αγάπη». Τι θα 'λεγε τώρα η θεία Έμιλυ για τους εχθρούς της πατρίδας; Τι θα 'λεγε γι' αυτόν; Θα πήγαινε τις Πέμπτες στο «τσάι των σαραντάρηδων» και θα μιλούσε, όπως παλιά, για τον ανεψιό - φαινόμενο που δέκα χρονών έλυνε τις πιο δύσκολες εξισώσεις; Θα 'βρισκε τάχα τρόπο να εξωραΐσει και τα σημερινά πολεμικά κατορθώματά του και να τα συμβιβάσει με τις ειρηνικές ιδέες της; Ή μπα και τον έβαζε με αηδία στον ίδιο κορβανά που έβαζε όλους τους αξιωματικούς; «Επαγγελματίες δολοφόνοι, που, αντί να γράφονται στη σήμανση, περνούν στας...δέλτους της πατρίδας!» Φτωχή θεία Έμιλυ! Αν έπεφτες στα χέρια του εχθρού, θα μιλούσες ακόμα για τα ιδανικά της πανανθρώπινης αγάπης;
   Ο Τζωρτζ θυμόταν το χαρτζιλίκι που του 'δινε κάθε Σάββατο η θεία του. Ήταν το μόνο του έσοδο, εξόν από τα λίγα που κονομούσε άμα δούλευε εποχιακά σερβιτόρος στη φοιτητική λέσχη. (Είναι αλήθεια πως μικρός είχε περάσει δύσκολα χρόνια. Μάνα δε γνώρισε, κι ο πατέρας του, που ήταν δικαστής, πέθανε καρδιακός όταν αυτός έκλεινε τα δώδεκα...)
   Τώρα θ' αλλάξουνε όλα για τον Τζωρτζ. Τις προάλλες, ύστερα απ' την τελευταία παρασημοφορία του, πήγε με το φίλο του τον Τζόυς και τα τσούξανε για καλά. Κι ο Τζόυς χαχάνιζε νευρικά και του 'λεγε:
   - Η δόξα είναι γερό ομόλογο, Τζωρτζ! Πλερώνεται. Σε λίγο θα γυρίσεις με άδεια στην πατρίδα, θα τρέχουν το ξοπίσω σου οι δημοσιογράφοι, οι επιχειρηματίες, οι διαφημιστές: «Μίστερ Φλάι, διηγηθείτε, παρακαλώ, ένα κατόρθωμά σας για τις φίλες της κρέμας Άρντ». «Μίστερ Φλάι, έναν χαιρετισμό για τους ακροατές του ραδιοσταθμού Τρουθ». «Μίστερ Φλάι, ένα χαμόγελο, παρακαλώ, για την τηλεόραση. Θαν κιου!» «Μίστερ Φλάι, μια ολοσέλιδη φωτογραφία σας για το εξώφυλλο του περιοδικού Γούμανς Μπιούτι». «Μίστερ Φλάι, πώς κρίνετε τον μπακαλιάρο “Ο Γλάρος” της εταιρίας Μπι - Εφ - Άι;» «Μίστερ Φλάι, τι έχετε να πείτε για τη μάρκα αυτοκινήτων Πουλ - Πουλ;» «Μίστερ Φλάι, μια βίλα στη Μπελφόρνια από την εταιρία Τα Φρούτα Κάνουν Καλό». «Μίστερ Φλάι, ένα αεροπλανάκι Ι.Χ. από την πολεμική βιομηχανία Ντεθ Κορπορέισιον», «... ένα ηλεχτρικό ψυγείο απ' την ποτοποιία Πόκα - Πίκα», «... μια χρυσή μασέλα από την Μπάνα Μπομπ Σοσάιτι». «Ω μίστερ Φλάι, κάνετέ μας τη μεγάλη τιμή να γίνετε τεχνικός σύμβουλος της αεροπορικής εταιρίας μας». Και, που λες, φιλαράκο Τζωρτζ, τα τσεκ θα εισρέουν και οι σταρ θα σε βρίσκουν τον πιο γοητευτικό άντρα της ευτυχισμένης χώρας μας. «Σέξι!» Και η Σούζι δε θα σου γυρίσει την πλάτη για να τρέχει πίσω απ' τον Ουίλλυ, μα θα κολλάει τα ζεστά, αχόρταγα χείλη της όλη νύχτα πάνω στα δικά σου...
 
   Η εκατοστή πρώτη μυστική αποστολή του Τζωρτζ Φλάι πραγματοποιήθηκε. Η μέρα ήτανε λαμπρή. Όλα ήταν καινούργια γι' αυτόν· το αεροπλάνο του, η νέα βόμβα που κουβαλούσε, τα ίδια τα συναισθήματά του. Ο στρατάρχης Βένσαν κατέβηκε αυτοπροσώπως στο αεροδρόμιο  μ' ένα μικρό επιτελείο επιστημόνων.
   - Τζωρτζ Φλάι, του είπε επίσημα. Σήμερα είναι μια ιστορική μέρα, που θα σφραγίσει το μέλλον της ανθρωπότητας. Η κραταιά πατρίς μας παραδίδει εις χείρας σου την υπερβόμβαν, η οποία θα τερματίσει τον πόλεμον υπέρ ημών...
   Ο Τζωρτζ τώρα πετάει. Τα μάτια του σπιθίζουν, η ψυχή του τραγουδά. Τα στιβαρά χέρια του κρατούν γερά το τιμόνι της Ιστορίας. Του φαίνεται πως το αεροπλάνο του κουβαλάει τον ίδιο τον ήλιο. Σε λίγο θ' ανάψει μια πελώρια φλόγα και θα είναι αυτό το φως της ειρήνης. Δεύτε λάβετε φως...
   Μπροστά του βλέπει μιαν ολοπόρφυρη ουράνια πόρτα στολισμένη με δάφνες, που φέρνει ίσια στη δόξα. Πάνωθέ της κυματίζει η σημαία της πατρίδας σα μια κομμένη λουρίδα έναστρου ουρανού. Ξεδιπλώνεται, απλώνεται σ' ολόκληρο τον κόσμο, γίνεται η σκεπή της γης. Μπάντες παίζουνε θούρια. «Κυβέρνα, Μακαρθία! Κυβέρνα, αγαπημένη γη της ελευθερίας». Ο Τζωρτζ στέκει στην ουράνια αυτή πύλη. Χαιρετάει τα πλήθη που τον αποθεώνουν. Μόνο στην άκρη κάποια γυναίκα με ακαλαίσθητους χοντρούς φακούς κλαίει.
   - Ω, θεία Έμιλυ, κλαις; Γιατί;
   - Τζωρτζ, αγαπημένο μου παιδί, μην το κάνεις αυτό. Γύρισε πίσω, Τζωρτζ!
   - Θεία Έμιλυ, θυμάσαι την ιστορία του Μινώταυρου και του Θησέα, που μου διηγιόσουνα σαν ήμουνα παιδί; Θέλω να γίνω Θησέας, ν' απαλλάξω τον κόσμο από τον άδικο αιμάτινο φόρο του πολέμου...
   - Τζωρτζ, γελιέσαι; Ή θες να με γελάσεις; Μη! Μη, Τζωρτζ!
   Ο Τζωρτζ δε σκέφτεται πια. Υψώνεται, χάνεται μέσα στα σύγνεφα. Το μάτι άγρυπνο. Ξεδιακρίνει το στόχο: μια απέραντη πολιτεία!
   ... Η πολιτεία ξυπνάει. (Τι όνειρο να είδε;) Οι μάνες θηλάζουν τα μωρά τους, τα χτενίζουν, τα μυρώνουν. Οι νοικοκυρές συζητούν για το φαΐ. Ηλιάζουν τα σεντόνια, βγαίνουν για ψώνια. Οι μαθητές κάθονται στα θρανία. Στους κήπους παίζουν παιδάκια. Στις φάμπρικες ιδροκοπούν χιλιάδες εργάτες. Οικοδόμοι πηγαινοέρχονται στις σκαλωσιές και τραγουδούνε το μέλλον. Κάποιος νιόγαμπρος αργοπορημένος στην αγκαλιά της γυναίκας του της δίνει αρπαχτά το φιλί του χαιρετισμού. Ένας ζωγράφος αγωνιά να βάλει τις τελευταίες πινελιές στον πίνακα της ζωής του. Κι ο ποιητής, αιώνιος νοσταλγός της ειρήνης, γράφει στίχους για το θρίαμβο της απλής ανθρώπινης ζωής...
   Ο Τζωρτζ δε διακρίνει άλλο από το στόχο του. Νιώθει ολόκληρος ένα πελώριο μάτι, ένα πελώριο χέρι. Φέρνει σταθερά τα δάχτυλα στον μοχλό. Το ρολόι της Ιστορίας σημειώνει: Τρία! Δύο! Ένα!
 
   Τα μάτια του Τζωρτζ δεν αντέχουνε στη λάμψη. Γυρνάει πίσω, φεύγει, τρέχει σα να τον κυνηγούνε κοπάδια λυσσασμένων θηρίων! Νιώθει να παραλύει η καρδιά του, να τρέμουν τα χέρια του. Μάτια, αυτιά, κόκαλα, όλα τον πονούνε! Θαρρείς και γέμισε η ψυχή του με κείνο το ραδιενεργό νέφος που σα θεόρατο δηλητηριασμένο μανιτάρι κάλυψε τον κόσμο. Όλα σκοτείνιασαν. Ήλιος δεν υπάρχει! Φως δεν υπάρχει! Έρεβος! Θε μου! Μη ράγισε η σφαίρα της γης; Μην καταποντίσθηκε ο κόσμος; Τι έγινε λοιπόν; Μα τι έγινε;
   Η πρωτεύουσα της Μακαρθίας υποδέχεται τον ήρωά της, Τζωρτζ Φλάι. Μιλιούνια άνθρωποι, με φωτογραφικές μηχανές και σημαιούλες στο χέρι, κατακλύζουν τα πεζοδρόμια. Από τους ουρανοξύστες ρίχνουν εκατομμύρια φέιγ βολάν με τη φωτογραφία του ήρωα. Αυτοκίνητα με φρακοφορεμένους διπλωμάτες, πολιτικούς, επιχειρηματίες, στρατηγούς και στρατάρχες πηγαίνουν στη δοξολογία. Χιλιάδες αστυνομικοί και μυστικοί με μοτοσικλέτες κι αυτοκίνητα «αμέσου δράσεως» πλαισιώνουν τ' ανοιχτό αμάξι όπου ορθός ο Τζωρτζ χαιρετάει σαστισμένος τα πλήθη. Εκατοντάδες δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερς, κινηματογραφιστές τρέχουν το κατόπιν του. Συνεντεύξεις, γεύματα, τηλεόραση, έκτακτες εκδόσεις, φωτεινές επιγραφές: «Η πατρίδα ευγνωμονούσα!» Οι εταιρίες βιάζονται να διαφημιστούν συνδέοντας τη φίρμα τους με το όνομα του θρυλικού αεροπόρου. Δώρα κατακλύζουν το σπίτι του. Ως και η εκκλησία θέλει να του εξασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο!
   Ο Τύπος γεμίζει με περιγραφές κι ανέκδοτα από τη ζωή του. «... Στην κούνια ακόμα, ο Τζωρτζ έπνιξε ένα φίδι που κουλουριάστηκε στο κορμί του!» Ο ήρωάς μας χαμογελάει. Κάπου έχει διαβάσει ένα τέτοιο περιστατικό, μα δε θυμάται πού. Διαμαρτύρεται για τις ανακρίβειες.
   - Ο λαός θέλει μύθο, μίστερ Φλάι. Το αναγνωστικό μας κοινό διψάει, όπως καταλαβαίνετε...
   Ο Τζωρτζ δεν καταλαβαίνει, μα δεν έχει καιρό να σκεφτεί. Η δόξα είναι μεθυστική. Δέκα ιδιαίτερες και άλλοι τόσοι ιδιωτικοί ντέντεκτιβ προσπαθούν να τον σώσουν από τις περισφίξεις των θαυμαστών του, που ζητούν μέρα νύχτα αυτόγραφα και φωτογραφίες.
 
   Με τον καιρό όμως όλα κοπάζουνε κι ο ήρωάς μας ξεχνιέται, ξεθωριάζει. Έμεινε μόνο το μανιτάρι του, να φλομώνει τον αέρα με ραδιενεργά ντουμάνια που σκαρώνουνε κάτι παράξενα χρόνια. (Ειρηνικά, επιμένουν να λένε!) Οι σοφοί εφευρέτες παρομοιάζουνε την αφεντιά τους με το μαθητευόμενο μάγο κι όταν βγαίνουν απ' τα εργαστήριά τους χτυπιούνται σα μοιρολογίστρες γιατί φοβούνται μήπως και πάρουν άσκημο δρόμο τα έργα τους κι εξαφανίσουνε την ανθρώπινη ζωή από της γης το πρόσωπο!
   Όλα είναι αβέβαια. Πληθαίνουν οι ψυχίατροι, οι ψυχαναλυτές, οι χαρτορίχτρες. «Σε πόσα τέρμενα ο νέος πόλεμος;» Πληθαίνουν οι άνεργοι. Πληθαίνουν οι «ύποπτοι» που η Μακαρθία γιατρεύει με «πλύσεις εγκεφάλου». Η βόμβα, ο πόλεμος! Η βόμβα, ο πόλεμος! Άγριο τατουάζ κάνει ο τρόμος στις ψυχές των ανθρώπων...
   Λιγοστεύει το οξυγόνο στη βίλα του Τζωρτζ Φλάι. Κάτι τον πνίγει... Ο ταχυδρόμος κάθε πρωί τού αφήνει ένα βουνό έντυπα με όσα φοβερά γράφουνται για το κατόρθωμά του. Κι ένα βράδυ -ω, εκείνο το βράδυ!- μέσα στο βαθύ ύπνο του χτυπάει το ιδιαίτερο τηλέφωνό του.
   - Ο Τζωρτζ Φλάι; Ο ίδιος;
   - Ο ίδιος, να παρ' η οργή! Τι τρέχει;
   - Τζωρτζ Φλάι, αναλογίσου το κακό που έκανες! Δολοφόνησες σε τρία δευτερόλεπτα τρακόσες χιλιάδες ψυχές!
   Η φωνή τελειώνει μ' ένα λυγμό. Ο Τζωρτζ ανατριχιάζει, τα χάνει. Ύστερα οργίζεται, βρίζει, θέλει να ειδοποιήσει την Αστυνομία, να ζητήσει προστασία. Μα στέκει αναποφάσιστος, ξαγρυπνάει κοντά στο τηλέφωνο, ακουμπάει το χέρι του στ' ακουστικό μήπως και πηδήξει μόνο του και ξανακουστεί η φοβερή φωνή! Το μυαλό του τρομαγμένο τρέχει εδώ και κει, παλιά, τωρινά, μελλούμενα. Γιατί λοιπόν όλοι τα βάζουν μαζί του; Γιατί; Αυτός ήτανε ο τελευταίος τροχός. Δεν είναι δική του εφεύρεση η βόμβα. Ούτε πήρε αυτός απόφαση να τη ρίξει στα κεφάλια των ανθρώπων. Αυτός εκτελούσε διαταγές. Μόνο διαταγές...
   Θυμάται μια δίκη που εισαγγελέας ήταν ο πατέρας του και κατηγορούμενος ένας νεαρός δολοφόνος από καλή φαμελιά. Τον είχε βάλει κάποιος άλλος να σκοτώσει μια χήρα. Σκοτεινή υπόθεση. Η δικαιοσύνη τσάκωσε αυτόν που εκτέλεσε το φόνο, τον δίκασε και τον καταδίκασε. Εκείνος που τον έσπρωξε στο έγλημα εξαφανίστηκε...
   Κάθε βράδυ την ίδια ώρα χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Τζωρτζ παγωμένος πιάνει το ακουστικό.
   - Τζωρτζ Φλάι, αναλογίσου το κακό που έκανες! Δολοφόνησες σε τρία δευτερόλεπτα τρακόσες χιλιάδες ψυχές!
   Χιμάει με μανία πάνω στο τηλέφωνο, το ξεριζώνει, το πετάει, το ποδοπατάει, ουρλιάζει!
   - Δε σε φοβάμαι! Δε σε φοβάμαι! Θα συντρίψω τους εχθρούς μου. Θα δείξω σ' όλους πως είμαι δυνατός, πως δεν φοβάμαι κανέναν! Κανέναααν!
   Κρατά σφιχτά με τα δυο χέρια το κεφάλι του. Ύστερα το κουνάει να τιναχτούν πέρα οι εφιάλτες. Σηκώνεται ορθός, ντουραίνει, προχωρεί, ψαχουλεύει στο συρτάρι του να βρει το μπουκαλάκι με τα ναρκωτικά. Τα δάχτυλα μπερδεύονται στα μετάλλια του. Τα χουφτιάζει και τα πετάει όξω απ' το παράθυρο. Πίνει δυο μαζί λουμινάλ και κοιμάται. Μέσα στο βαρύ του ύπνο ακούει πάλι το τηλέφωνο.
   - Ο Τζωρτζ Φλάι; Ο ίδιος; Έξω σε περιμένουνε τρακόσες χιλιάδες νεκροί!
   Οι σκελετοί πηδούνε μ' αλαλαγμούς από τις πόρτες και τα παράθυρα. Τον κυνηγούνε ολούθε. Τρέχει, λαχανιάζει, σκοντάφτει πάνω σε ερείπια. Οι πέτρες χιμούνε κι αυτές καταπάνω του. Τα σίδερα από τα γκρεμισμένα μπετόν αρμέ γίνονται φίδια. Τυλίγονται στα πόδια του, στα χέρια του, στο λαιμό του, χώνονται μέσα στην καρδιά του και τη δαγκώνουν. «Μηηη! Μηηη!» σκούζει και ξυπνάει. Ιδρώτας τον περιλούζει. Ο νους τριγυρνάει στην αυτοκτονία. 
   Ένας φίλος του γιατρός τού συστήνει ν' απομακρυνθεί για λίγο σε μιαν εξοχή, να ζήσει τη φυσική ζωή.
   - Δεν έχεις τίποτα οργανικό, του λέει. Είσαι ταύρος. Λίγη ξεκούραση σου χρειάζεται.
   Φεύγει μακριά, σ' ένα απόμερο χωριό που κανείς δεν τον ξέρει. Σκάβει ολημερίς, φυτεύει δέντρα και τριανταφυλλιές. Κάνει παρέα μόνο με γελάδια, πρόβατα, άλογα, σκύλους και λίγα παιδόπουλα της γειτονιάς. Παίζει μαζί τους, τα περιποιείται. Τα μάτια τους τον κοιτούνε φιλικά, του γελούνε, κι αυτό τον ξεκουράζει.
   - Ανκλ Τζωρτζ, του λέει μια μέρα ο μικρός φίλος του ο Τζων, δέκα χρονώ αγόρι. Ήθελες να 'σουνα εσύ ο πρώτος αστροναύτης; Εγώ ήθελα!
   - Και γιατί δεν ήθελες να 'σαι ο πρώτος αεροπόρος που έριξε την υπερβόμβα κι έδωσε τη νίκη στην πατρίδα σου; τον ρωτάει με αγωνία.
   - Όχι, θείε Τζωρτζ, δεν ήθελα να είμαι αυτός.
   - Μα γιατί; Γιατί;
   - Δεν ξέρω γιατί. Μα δεν θα 'θελα. Ο δάσκαλος μας είπε πως αυτός...
   Ο Τζωρτζ τον κόβει απότομα:
   - Τζώνυ, κοίταξε! Μα κοίταξε! Η Σάλλυ άρπαξε το μικρό κοτοπουλάκι σου!
   Το παιδί το βάζει στα πόδια. Τρέχει να τσακώσει τη γάτα. Ο Τζωρτζ γέρνει το κεφάλι, βαρύ από κούραση. Θέλει να κλειδωθεί στο σπίτι του και να μη βγει ποτέ. Όμως... όχι. Θα παίξει και το τελευταίο του ατού. Αλλιώς; Αλλιώς πρέπει να ομολογήσει πως νικήθηκε πια, πως πιστεύει κι ο ίδιος στην ενοχή του.
   Μόλις γυρίζει το παιδί, ξαναπιάνει κουβέντα:
   - Δε μου λες, Τζων, αν σου 'λεγα πως ο αεροπόρος που έριξε την υπερβόμβα είμαι εγώ; Τι θα 'λεγες;
   - Έλα τώρα, θείε Τζωρτζ. Άσε τις σαχλαμάρες! Εσύ είσαι τόσο καλός! Πάμε για την τιμωρία της Σάλλυ. Θα γίνει γλέντι τρελό!
   Τον πιάνει απ' τα δυο χέρια και τον σέρνει με το ζόρι. Ο Τζωρτζ μοιάζει άψυχος! Τα παιδιά της γειτονιάς μαζεύονται και πομπεύουνε τη γάτα με όσο μπορούν περισσότερη σκληράδα. Της δένουνε τενεκεδάκια στην ουρά, της βάζουνε νέφτι...
   - Φτάνει! Σταματήστε!
   Ο Τζωρτζ τρόμαξε με την αγριοφωνάρα που έμπηξε. Δεν αντέχει άλλο. Φεύγει γρήγορα σαν την ένοχη Σάλλυ. Του είναι αδύνατο να μείνει στο χωριό.
   Το βράδυ παίρνει τη βαλίτσα του σαν κλέφτης, δίχως ν' αποχαιρετήσει κανέναν μπαίνει στ' αυτοκίνητό του... Κρατάει ο ίδιος το βολάν, πατάει γκάζι και τρέχει. Στο νου του στριφογυρνάει μια έκκληση. Γιατί αυτή; Του την ταχυδρομούσανε τρακόσες μέρες συνέχεια. Έγραφε: «Είμαι δεκαεννιά χρονών φοιτήτρια. Όταν έπεσε η βόμβα στην άτυχη πατρίδα μου ήμουνα κοριτσάκι. Οι γονείς μου νομίσανε πως με γλιτώσανε. Ξαναχτίσαμε σιγά σιγά το σπίτι μας, ξαναφυτέψαμε δέντρα, λουλούδια. Είπαμε να ξεχάσουμε. Τελείωσα το λύκειο. Μπήκα στο πανεπιστήμιο. Πέρσι, για πρώτη φορά ανθίσανε τα χρυσάνθεμα στον κήπο μας. Ο έρωτας ήρθε κι αυτός. Η ζωή έγινε όμορφη. Κάναμε όνειρα με τον αγαπημένο μου... Όμως... στο αίμα μου παραμόνευε ο θάνατος, η λευχαιμία! Είμαι καταδικασμένη. Θα πεθάνω! Μα, πριν κλείσω τα μάτια μου, θέλω ν' ακουστεί η φωνή μου, σ' όλα τα πέρατα της γης. Ν' αγγίξει τις καρδιές των ανθρώπων. Να σταματήσουνε το χέρι των πολεμόχαρων αρνητών της ζωής, των δολοφόνων της ανθρώπινης χαράς! Να μη γίνει ποτέ και πουθενά τέτοιο άλλο κακό...»
   «Να μη γίνει ποτέ και πουθενά τέτοιο άλλο κακό...»
   «Να μη γίνει ποτέ και πουθενά τέτοιο άλλο κακό...»
   Η φράση αυτή, σαν από πλάκα γραμμοφώνου που χάλασε, στριφογυρνάει στο μυαλό του Τζωρτζ. Την ψιθυρίζει ευλαβικά, σιγά. Στάζει σα λάδι στην πληγωμένη καρδιά του. Χαλαρώνει τους αρμούς των σκουριασμένων νεύρων του. Γλυκαίνει τη θωριά του. Μήπως υπάρχει τρόπος να συμφιλιωθεί ξανά με τους ανθρώπους; Μήπως μπορεί να κάνει κάτι καλό;
   Σταματάει τ' αυτοκίνητό του· γυρίζει πίσω και παίρνει άλλο δρόμο. Δε θα πάει στη βίλα του. Δεν του ανήκει. Δεν τήνε θέλει. Θα πάει στο πατρικό του, θα ξαναβρεί τη θεία Έμιλυ...
   Μόλις φτάνει μαθαίνει πως η γριούλα πεθαίνει και τον αποζητάει. Τρέχει κοντά της, χύνεται με δάκρυα στην αγκαλιά της.
   - Θεία Έμιλυ! Γιατί σ' απαρνήθηκα; Γιατί δεν έτρεξα σε σένα; Μείνε κοντά μου, θεία Έμιλυ! Μη φεύγεις! Σε θέλω! Σ' έχω ανάγκη! Πες μου, τι να κάνω που να 'ναι τόσο καλό όσο το κακό που έκανα;
   Η θεία Έμιλυ κάτι προφέρει. Η φωνή της μόλις ακούγεται.
   - Μα ναι, Τζωρτζ. Ναι... παιδί μου αγαπημένο!...  
   Απλώνει τ' αδύνατα χέρια της, χαμογελάει όσο πιο όμορφα μπορεί και φεύγει απ' τη ζωή. Το ίδιο βράδυ της ξαγρύπνιας ο Τζωρτζ Φλάι κάθεται και γράφει την πρώτη ανοιχτή επιστολή του: «ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΉΡΩΑΣ, ΕΙΜΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ...»
   Τήνε στέλνει παντού, σε όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά που τον αποθέωσαν, στην κυβέρνηση, στην εκκλησία, στους στρατιωτικούς στους επιστήμονες. Μάταια περιμένει να δει κάτι δημοσιευμένο. Μια απόλυτη σιωπή καλύπτει τη φωνή της διαμαρτυρίας του! Ύστερα, μια μέρα διαβάζει κατάπληχτος στις πρωινές εφημερίδες:
   «Ο Τζωρτζ Φλάι, ο ήρωας αεροπόρος, ασθενεί από σχιζοφρένειαν βαρυτάτης μορφής!»
   Αναστατωμένος τρέχει στο γκαράζ να πάρει το αυτοκινητό του, να πάει να δει το δικηγόρο του, να υποβάλει μηνύσεις. Ενδεχομένως να ζητήσει ακρόαση από τον ίδιο τον πρόεδρο. Στην εξώπορτα τον σταματούν δύο μυστικοί.
   - Είσθε υπό κράτησιν, του δηλώνουν.
   - Εγώ υπό κράτηση; Και γιατί;
   - Αυτή την εντολή έχουμε.
   - Μα ξέρετε ποιος είμαι;
   - Δυστυχώς, ναι!
   Ένα αυτοκίνητο Πρώτων Βοηθειών φτάνει την ίδια στιγμή μ' ανατριχιαστικό σφύριγμα. Έξι άντρες με άσπρες μπλούζες παλεύουν να του περάσουνε τον ζουρλομανδύα. Ο Τζωρτζ αγωνίζεται, τους ξεφεύγει, πηδάει τον φράχτη. Τον κυνηγούνε, τον πιάνουν, τον χτυπούνε, τον μεταφέρουνε σε «ειδικό» ψυχιατρείο. Τον υποβάλλουνε σε φοβερές «θεραπείες», «πλύσεις εγκεφάλου». Τον ρίνουνε στην απομόνωση.
   Μια νύχτα, βρίσκει κάτω από το προσκέφαλό του ένα όπλο. Το παίρνει στα χέρια του, το στριφογυρνάει, το κοιτάζει και χαμογελάει με σιγουριά:
   - Όχι, δε θ' αυτοκτονήσω! Εγώ τώρα μόλις γεννήθηκα. Τώρα μόλις είδα το φως. Έχω πολλά να κάνω...
 
Σωτηρίου Διδώ 
«Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες»
Κέδρος, 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου