... Στην αφετηρία...
Το
διήγημα «Ο
εθελοντής αεροπόρος»
του Κώστα Σούκα, που δημοσιεύτηκε στο
περιοδικό «Νέα
Εστία»
(τευχ. 808, Μάρτιος 1961), έχει
ως κεντρικό ήρωα τον Παύλο, έναν Έλληνα
αεροπόρο που πολεμά ως εθελοντής στον
Εμφύλιο Πόλεμο της Ισπανίας το 1936. Μέσα
από τη συμμετοχή του ήρωα στις πολεμικές
συγκρούσεις, στους κινδύνους και στις
αερομαχίες, αλλά και στις σχέσεις που
αναπτύσσει με τους Ισπανούς συντρόφους
του, αγωνιστές εναντίον του φρανκικού
καθεστώτος, αναδεικνύεται τόσο η
δημοσιογραφική πείρα του συγγραφέα
Κώστα Σούκα όσο και η κομμουνιστική
ιδεολογία την οποία ασπάζεται. Ο Παύλος,
ένας αποφασισμένος αγωνιστής, μένει
σταθερά προσανατολισμένος στις ιδέες
του για κοινωνική δικαιοσύνη και δε
λυγίζει από τις απώλειες των συντρόφων
του ούτε κι αυτής ακόμη της αγαπημένης
του Καρμελίτας, μιας Ισπανίδας νοσοκόμας,
που θα βρει επίσης
το θάνατο την
ίδια περίοδο.
Ο πόλεμος είναι επώδυνος και
η απώλεια των
αγαπημένων
ανθρώπων ακόμη πιο επώδυνη, αλλά
η δέσμευση του ήρωα είναι σταθερή:
«Νo
pasarán!»
✼
Στη γέμισή του το φεγγάρι σπαταλούσε το φως του από δώθε μεριά, στ' αντικρυνό βουνό, που 'χε στημένα τα κανόνια της η φιλική πυροβολαρχία. Φωσφόριζε, ξεχειλισμένο στην κορφή κι αναρροούσε ασημένιο, σαν μια πηγή ανεξάντλητη κι ανεξιχνίαστη της ζωής και του ονείρου της.
Κοιτάζοντας τόση σιωπηλή μαγεία οι αεροπόροι στο πολεμικό ξεκίνημά τους παραλογιάσανε. Τους συνεπήρε μαζί ο φόβος κι ο οίστρος της ζωής, που θέλει να ζει αιώνια, μυριάδες θάνατοι κι αν υπάρχουν.
Χειρότερα απ' τους άλλους βρίσκεται ξελογιασμένος μπροστά στη σκαλίτσα του μικρού βομβαρδιστικού ο Έλληνας πυροβολητής· είναι εθελοντής ο Παύλος, στον πόλεμο της σπαραγμένης Ισπανίας.
Τούτος είχε ένα παραπάνω λόγο στο ξελόγιο του. Την τελευταία στιγμή τον φέρανε πίσω φεύγοντας για τη Βαλέντσια· ακυρώθηκε με κάτι άλλες άδειες κι η δική του κι είναι ολότελα απροετοίμαστος για τον ξαφνικό νυχτερινό αιφνιδιασμό που διατάχτηκε.
Δυο μήνες με τον πόλεμο είναι μακρυά απ' τη φίλη του, την κόρη της ντόνας Ντ' Εσκουέρα, κι είχε ποθήσει πολύ τη μικρή του την Καρμελίτα.
Δεν ήτανε δειλός ο Παύλος, ενάμισυ χρόνο στον εμφύλιο πόλεμο, χτυπώντας απ' τον αέρα το στρατό του Φράνκο. Ο πυροβολητής του βομβαρδιστικού αεροπλάνου πολέμησε τόσο καλά όσο κι οι σπανιόλοι μαχητές του στρατηγού Μιάχα και του κυβερνήτη Λάργκο Καμπαλέρο. Τιμήθηκε και με το μετάλλιο ανδρείας, όταν πήρε ένα μικρό τραύμα στο μπράτσο του, σε κάτι αεροπορικές μάχες της Καταλωνίας.
Σ' αυτές σώζοντας ο δημοκρατικός στρατηγός τη Μαδρίτη με το πεισματερό σύνθημα του στρατού στα σφιγμένα δόντια: «Δε θα περάσουν», αποκατάστησε ένα καινούργιο απρόσβλητο μέτωπο που τώρα όμως κινδυνεύει γιατί το χτυπάνε φρενιασμένοι μαζί με τους ξένους ενισχυτές ο Μόλλα κι ο Ντελιάνο, οι στρατηγοί του Φράνκο.
Όξω στο υπόστεγο πριν να σηκωθούν και να ξεκινήσουν τους βρήκανε τα εχθρικά αεροπλάνα.
Στην αρχή πετώντας ψηλά διστάξανε να περάσουν την κορφή, όπου η αεράμυνα. Οι δυο ισπανοί συνοδοί του Έλληνα πυροβολητή αγαναχτισμένοι με την καθυστέρηση προσπαθούσαν με τα κυάλια να τ' αναγνωρίσουν: Γερμανικά γιούνκερς είναι; Μήπως ιταλιάνικα;
Ο Πέντρο πασσάρισε τα κυάλια στον Πασκουάλε και τούτος βεβαίωσε πως είναι τύπου αράντο και φίατ.
Οι δυο σπανιόλοι βλαστημούσαν· ο οχτρός αργοπορούσε την αναχώρησή τους κι είναι μεγάλη ανάγκη να φύγουν το γρηγορώτερο. Πρωτήτερα ο διοικητής τούς έκανε την πολεμική ανασκόπηση: η κατάσταση, τρίτο έτος του πολέμου, στο έβγα του Μάρτη, χειροτέρεψε πολύ και τοιμάζει ο οχτρός καίριο χτύπημα, γύρω στην Καταλωνία. Το πιο πιθανό ότι γυρεύει ν' ανοίξει ρήγμα στο Καστελιών ντε λα Πλάνα, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω απ' τη Βαρκελώνα.
Γι' αυτό αναγκάστηκε ν' ανακαλέσει κάποιες άδειες ο διοικητής, μ' αυτές και του Έλληνα εθελοντή, μ' όλο που ξέρει το στενό σύνδεσμό του με τη σπανιόλα συμπατριώτισσά του.
Τη γνώρισε την Καρμελίτα ο Έλληνας, εθελόντισσα κι' αυτήν, σ' ένα νοσοκομείο της Βαλέντσιας όταν πληγώθηκε.
Με πόση προσοχή εφρόντισε τις αλλαγές στο τραύμα του! Είχε μια τρυφερή στοργή κι αφοσίωση που αναπλήρωναν τη μητέρα του που ήταν μακρυά του. Του κοστίζει η στέρηση της γερόντισσας στην Ισπανία, που γίνηκε δεύτερη πατρίδα του. Αποχαιρετώντας τον η Καρμελίτα, δύο μήνες πρωτήτερα, σε μια φεγγαροβραδυά σαν την αποψινή, δείχτηκε γενναία στη θλίψη της για να μην ταράξει τον πολεμιστή. Τον αποχαιρετούσε για τη μάχη χωρίς να ξέρει αν θα τον ξαναδεί. Με το κεφάλι της γυρμένο πάνω στον ώμο του του 'λεγε πως η ζωή είναι ωραία. Αληθινά είναι ωραία. Και τι γυρεύει ο θάνατος ανάμεσα στους ερωτευμένους;
Δεν ήτανε ούτε δειλός, ούτε και προληπτικός ο Έλληνας πολεμιστής.
Ήτανε και φανατικός στον τετράγωνο ορθό λόγο. Όμως οι μάχες, οι περιπέτειες του πολέμου, σε μια υπηρεσία τόσο τολμηρή κι επικίνδυνη, γυρεύουνε στα κρυφά να τον υποσκάψουνε, να μην πιστεύει τις τέτοιες «χαζομάρες». Χαζομάρες τα 'λεγε κάτι τέτοια, όμως είδε χτες ένα ζωντανό όνειρο που δε θέλει να φύγει απ' το νου του: Περπατούσε υπνοβάτης μ' ανοιχτά μάτια, στ' αφρόχειλο του πηγαδιού και κάποιος τονε σκούντησε. Ποιος τόνε σκούντησε; Βέβαια δεν τον έσπρωξε η Καρμελίτα, αλλά από μια σκοτεινή παρόρμηση, μέσα του, επρόκειτο τώρα που θα τη συναντούσε να την παντρευόταν. Αν πεθάνει, να μην αφήσει έκθετη τη μητέρα τ' αγέννητου παιδιού του.
Από τον νταλκά που κουφόβραζε κι άχνιζε μέσα του τον αποτράβηξε ένας λόγος του διοικητή. Μπας και τον έπαιρνε για δειλό; Μονάχα αφαιρεμένος είναι ο Παύλος.
Τον κράτησε πίσω ο διοικητής και του μιλάει φιλικά: Με τις παλιομπακατέλες π' αγοράζουνε στα παλιατζίδικα των ουδετέρων η αποψινή εξόρμηση κρύβει μεγάλους κινδύνους, όμως είναι ανάγκη να χτυπηθεί με κάθε θυσία ο εχθρός. Κόμπιασε για να του πει του εθελοντή πως αν θέλει μπορεί να τον εξαιρέσει για την άδειά του.
Τον αφήνει στην ελεύθερη εκλογή του, δεν τον υποχρεώνει για μια τόσο δύσκολη αποστολή, κι αν έχει ο πολεμιστής κάποιους ενδοιασμούς, κάποιους, και στάθηκε. Είδε μια ανυπόμονη κίνηση του Έλληνα και δε θέλησε να προσβάλει το φιλότιμό του. Το ξέρει ο Ισπανός πως το φιλότιμο είναι το πιο σπουδαίο για τους δυο αυτούς περήφανους λαούς. Ο Παύλος αρνήθηκε κοκκινίζοντας. Ο ίδιος δεν κατάλαβε γιατί κοκκίνισε -μέσα του μια φωνίτσα του αντιστρατεύτηκε, του ζητούσε την άδεια να τρέξει στο κορίτσι. Να μποδίσει το κορίτσι που στ' όνειρο -όνειρο ήτανε;- θέλησε να τον ρίξει στο πηγάδι!
Η νύχτα στο έβγα του Μάρτη είναι νοτισμένη. Τους διαπέρασε η υγρασία της ώρας που τρέχει. Κι όλα τρέχουνε να φτάσουνε σε κάποιο τέρμα. Πού να φτάσουν;
Όμως σε δυο λεφτά τα πράγματα γίνηκαν ακόμη χειρότερα, ύστερα από τα πρώτα αναγνωριστικά φανήκανε και διωχτικά. Μαζί τους μπορεί να 'ναι και βομβαρδιστικά και τώρα ο Θεός ή ο διάολος ξέρει πώς θα ξεμπερδέψουν, πάνω που μετρούσαν τα δευτερόλεπτα για να ξεκινήσουν.
Τρία και πάλι τρία του σχηματισμού των εννιά μπουκάρισαν πίσω από τ' αφώτιστο μέρος του βουνού και σπάσανε την αεράμυνα. Η πυροβολαρχία εκεί πάνω του λαϊκού στρατού (μισογυμνασμένος στρατός) βουβάθηκε με τις πρώτες βολές. Απ' το ύψος που βρισκόντουσαν τα εχθρικά, σκαρφαλωμένα στη στέγη τ' ουρανού στένεψαν, στα γρήγορα, τους κύκλους τους και τώρα κυλήσανε με μιας κάτω, στην κορφή, σαν καταπέλτες. Επέσαν πάνω στη φεγγαρίσια φραγή του βουνού αποφασισμένα να πολυβολήσουν την πυροβολαρχία.
Σείστηκε η κορφή ως τις ρίζες της και βουή ακολούθησε και καπνοί και φωτιές κι ο σεισμός έφτασε μουγγός εδώ κάτω.
Σηκωθήκανε κάτι δικά τους διωχτικά να χτυπήσουνε τον οχτρό, όμως μοιάζανε σκυλάκια που γαυγίζουνε, χωρίς να μπορούν να δαγκάσουν. Το ένα απ' το φιλικό σμήνος κατάπεσε, ένα δεύτερο το κυνηγούν κι ο Πασκουάλε σήκωσε με βραχνά αναφωνητά τις γροθιές του κατά τον ουρανό. Και τώρα έκλαιγε με δάκρυα λύσσας.
Τέλος γίνηκε κάτι σα θάμα. Μι' ανακούφιση φανερώθηκε στον ουρανό και τώρα χαράζονται οι πρώτες στέρες βολές της πυροβολαρχίας. Η αεράμυνα ανασυντάχτηκε, ματαίωσε τον πολυβολισμό· τούφες - τούφες μικρά συννεφάκια φυτεύει τις βολές της, στην αρχή στα τοιχώματα τ' ουρανού, ύστερα στένεψε και πεδούκλωσε τον οχτρό. Μπουκωτό, δαγκωτό το μπαρούτι. Δυο χτυπήθηκαν με ζημιές, τρίτο πήρε να πέφτει κι ο Πέντρο φώναζε με κραυγές τη χαρά του.
Καταφέρανε και διώξανε τα εχθρικά κι αυτά μια και δεν είταν εδώ ο σκοπός τους έφυγαν μακρυά, κατά τη θάλασσα και τρυπώσανε σε μια πτυχή, κρυμένη, τ' αφώτιστου ουρανού, εκεί κάτω που μαζώνεται ένα φράγμα από σύγνεφα.
Οι δικοί μας πήραν στα γρήγορα τη διαταγή κι αναχώρησαν.
Κίνησαν μια συνοδεία διωχτικά κι' αναγνωριστικά, γύρω στα τέσσερα μικρά βομβαρδιστικά και θα γυρέψουνε να ενωθούν μ' ένα φιλικό μεγάλο σμήνος πέρα απ' τη θάλασσα, μακρυά.
Η θάλασσα είναι κάτω· απλώνεται μια ασπράδα μέσα του η θάλασσα κι η ψυχή του λιμνάζει στεκάμενη, βάρυπνη, όπως ένας που φουμάρισε χασίσι. Βαρεμένη είναι η ψυχή του Παύλου και τούτη η ασπράδα τον κυρίεψε από κάτω καθώς κρατάει στην τσέπη του το τελευταίο γράμμα του κοριτσιού. Δεν ήξερε πως ματαιωθήκανε οι άδειες και τον περιμένει ανυπόμονη. Μαζί με την ντόνα μητέρα της του τοιμάζει μια τούρτα με κρέμα σαντιγύ που τ' αρέσει πολύ. Τη στολίζει με εικοσιεφτά κεράκια, όσα τα χρόνια του, και τώρα που θα φτάσει θα τ' ανάψει να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλιά του. Έχει καλεσμένες για τον ερχομό του κάτι φιλενάδες της. Θα του χορέψουνε τους όμορφους χορούς που θαύμαζε στην πατρίδα της ο Έλληνας. Οι κόρες της Βαλέντσιας θ' ανεμίσουν αγεροφέρνοντας τις χειροκέντητες μαντήλιες, θα δαιμονίσουν πάνω απ' το καμαρωτό κεφάλι τις καστανιέτες, χτυπώντας μ' ορμή τα τακούνια στα παθιασμένα σανίδια της πίστας, θα φωνάξουν με τις ερωτικές κραυγές τους: ολέ - ολέ.
Κάτι του 'λεγε ο Πασκουάλε και πετάχτηκε ο Παύλος απορημένος. Πού βρίσκονται; Στον αέρα βρίσκονται; Η θάλασσα είναι κάτω μ' αυτή την κρέμα σαντιγύ; Ευτυχώς τα κεράκια δεν τ' άναψαν ακόμα. Είχε ταραχθεί πως βιάστηκαν και τ' άναψαν, τον πρόδωσαν και δεν τον περίμεναν.
Ξαφνιάστηκε: Δεν τα πήρα τα γάντια μου; Είχε νιώσει κρουσταλιασμένα τα δάχτυλα; Βελόνες μέσα στα νύχια του.
Τα 'χει πάρει τα γάντια, τα φοράει χοντρά και ρωτάει το σύντροφό του να μάθει πόσες χιλιάδες ποδάρια ανέβηκαν και κρυώνει.
Κάποιος αόρατος σύντροφος τον λυπήθηκε κι ήρθε αυτός και κάθησε στην κινητή πολυθρόνα, τον Παύλο τον έστειλε εκεί κάτω στην τούρτα με τα κεράκια;
Τα κεράκια, του 'γραφε η Καρμελίτα, συμβολίζουν τη ζωή, είναι ωραία η ζωή, έλεγε, βέβαιη για τη νίκη. Τα κατορθώματα του λαϊκού στρατού την εξασφαλίζουν. Οι ντυναμιτέρος της Αστούριας ζωνόντουσαν στη μέση τους το μπαρούτι κι έφταναν ίσα με τις σφηκοφωλιές του οχτρού, τάχα πως είναι αυτόμολοι. Εκεί έβαζαν φωτιά στο φυτίλι και τιναζόντουσαν στον αέρα μετά των αλλοφύλων. Της απαντούσε πως οι δυο λαοί μοιάζουν αδέρφια, στην περιφρόνηση της ζωής. Αναπολούσε την ιστορία, τους προγόνους του. Το Σούλι, το Κούγκι, νεώτερα το Αρκάδι στην Κρήτη. Πόσα ολοκαυτώματα στην ιστορία, πόση προσφορά της ζωής στο θάνατο που τη δικαιώνει τη ζωή με την έξαρσή της.
Όμως η βραχνή φωνή πίσω του στο φωναγωγό του μιλούσε:
- Δεξιά, του 'λεγε ο Πασκουάλε.
- Πιο κάτω.
- Αριστερά.
- Αριστερώτερα, τον οδηγούσε στη σκόπεψή του.
Τι συμβαίνει κι είναι όπως αυτόματο, μετακινημένος στην κινητή πολυθρόνα του, θωρακισμένος με δυο πολυβόλα στα πόδια του; Είναι μπρουμουτισμένος με το μάτι στο σκοπευτικό δαχτύλιο και με τα χέρια στις σκαντάλες στο δίδυμο πολυβόλο.
Είδε αμέσως πως τους ζώσανε εχθρικά διωχτικά κι αλυχτάνε γύρω, έχει αρχίσει εδώ πάνω η μάχη. Δυο χτυπήθηκαν από φιλικές βολές, ένα τρίτο πεισματερό επιμένει να τους δέσει μέσα στις σταυρωτές βολές του. Η κοιλιά του οχτρού, μια στιγμή, γυρισμένη κατά το φεγγάρι είναι μαλακιά, λιπαρή, σαν του κακού τ' ασπόνδυλου που κρύβει μέσα τα βρωμερά του σπλάχνα.
Σε βοήθεια του Παύλου έφτασε από κάτω (φιλική θα 'ναι) η αεράμυνα και πεδούκλωσε τον επικίνδυνο οχτρό. Τον δάγκωσε ο προβολέας και κείνο φάνηκε να λαχταρίζει σαν το καμακισμένο ψάρι.
Δεν είχε καλοκαταλάβει τον εαυτό του· σκυμένον με το μάτι στο δαχτύλιο κι έβαλε τη σκόπεψή του είκοσι μοίρες δεξιά. Μι' αόρατη φωνή «πυρ» άκουσε μέσα του!
Ένοιωσε τις βολές του πως βρήκανε ψαχνό.
Πρωτήτερα κι απ' το σεισμό της βολής έφτασε στην καρδιά του ο σεισμός του εχθρικού· το χτύπησε ο Παύλος και πέφτει. Το είδε κι έκανε μια κίνηση στα πάνω, μια κίνηση στα κάτω και με μιας, μ' ένα μεγάλο μουγκρητό, χάθηκε αφήνοντας πίσω του μια μαύρη καπνιά, το σκοτωμένο του το αίμα.
Όμως πριν να την καλοκαταλάβει την νίκη του, έφτασε η καταστροφή. Τον κυκλογύρισαν άλλοι οχτροί να γδικηθούν το σύντροφό τους. Το βομβαρδιστικό του Παύλου γυροφέρνει ψηλότερα από δέκα χιλιάδες ποδάρια, όμως τα εχθρικά το κυνηγάνε, τρεχαλάνε την ανηφόρα, το ξεπερνούν κι αιώνες φαίνονται οι στιγμές σε τούτο το θανατερό κυνηγητό. Τον στενεύουν σα να τον κολλάνε σε τοίχο, τέλος τους ξεφεύγει μέσα σ' ένα σύγνεφο κι ύστερα από λίγο έρχεται ο Παύλος καβάλλα, πάνω απ' το πιο γρήγορο -γιούνκερ τόδε, γιούνκερ γερμανικό- μ' εχθρικό σπανιόλικο πλήρωμα. Οι ξένοι ενισχυτές δεν τρώνε βέβαια το κουτόχορτο, φυλάγονται απ' τις κακοτοπιές, δε στέλνουν μαζί με τα ξένα αερόπλοια και δικά τους πληρώματα, αν χτυπηθούν και πέσουν, να 'χουν μονάχα υπόνοιες οι οχτροί τους. Στη στιγμή μετακινήθηκε ο Παύλος κάτω απ' την τορέλα για ν' ακούει τις οδηγίες για τη σκόπεψή του. Άπλωσε το χέρι του δεξιά στο μοχλό να τον σύρει. Θ' ανοίξει τ' αερόφρενο, κάτι σαν μια μετάλλινη καταπαχτή, κι από μια σειρά τρύπες, στρογγυλές, θα μπει με βουή ο αγέρας, να κόψει λίγο την ταχύτητα, να μη λαθέψει η βολή του.
Όμως τι πάθανε οι σύντροφοί του; Αφήσανε τέτοια ευκαιρία και τους ξέφυγε; Τον είχε ο Παύλος τον οχτρό καβάλλα, από κάτω του, σαν τον παλαιστή μέσα στα γόνατά του, τον τουμπάρισε τον αντίπαλο. Κείνη τη στιγμή που περίμενε το φωναγωγό να διατάξει φωτιά και μολύβι, δε μίλησε ο Πασκουάλε και του ξέφυγε, του ξεγλύστρησε ο οχτρός και πάει τώρα να τον πάρει από κάτω.
- Βρε Πασκουάλε, μουγκάθηκες; Κοίτα το μπάσταρδο, μας πήρε καπάκι.
Την ίδια ώρα το βομβαρδιστικό παραπάτησε γιατί το καμακώσανε οι δαγκάνες του φιλικού, που τον νόμιζε ο Παύλος, προβολέα. Κρύο το φως, γαλαχτερό τον τυφλώνει. Ξεφεύγει ο Έλληνας τον προβολέα, ξεγλυστράει, κείνος τον πιάνει πάλι, και πάλι του γυμνώνει την ψυχή του, την κρουσταλιάζει μέσα σ' αυτά τα κακά φωτερά πλεμάτια και τέλος μια στιγμή γλυτώνει κρυμένος σ' ένα άλλο μικρό σύγνεφο.
Γυρίζει να δει τι πάθανε οι σπανιόλοι συντρόφοι και δε μιλάνε, γλωσσοδέτης τους έπιασε; Όμως κοιτάζοντας πίσω του παραλόγιασε, κοιτάζει και παράλυσε η καρδιά του, στη στιγμή μέτρησε την καταστροφή.
- Πασκουάλε! πάγωσε η φωνή στα χείλη του. Πασκουάλε, δε μιλάς; Ο Πασκουάλε είναι ακίνητος, σκοτωμένος κι ο Πέντρο.
Τότε ανοίγει τα μάτια του και τον κυρίεψε τρόμος: Κάποιος τον σκούντησε χτες τη νύχτα πάνω στ' αφρόχειλο του πηγαδιού; Η Καρμελίτα είταν τη νύχτα στ' όνειρό του; Τον κορόϊδεψε πως κάτω είταν μια τούρτα με τα εικοσιεφτά κεράκια, τα χρόνια της ζωής; Και τότε βλαστημώντας: Γιατί τ' άναψες τα κεριά; Στους πεθαμένους ανάβουνε κεριά. Σβήστα, σβήστα! Αντίς γι' απάντηση τα κεριά από κάτω ξερνούν στο σώμα του φωτιά και μολύβι.
Ένιωσε θεομόναχο τον εαυτό του αμάμεσα ουρανό και γης, εκεί ψηλά, στις δέκα - δώδεκα χιλιάδες ποδάρια!
Κατάλαβε πως πέφτει κι η «τούρτα» κάτω, μεγαλώνει, μεγαλώνει, πληθαίνουν τ' αναμμένα κεράκια, γίνονται χιλιάδες, μυριάδες, τον στραβώνουν μέσα στα μάτια του, τον πνίγουν μέσα στους καπνούς και ξερνούν απάνω του όλη τη φωτιά τους.
Την ίδια ώρα ένιωσε ένα τρομερό τράβηγμα στο στομάχι, μετακινήθηκε το στομάχι, ρίζωσε πλοκαμούς στο στήθος του.
Τότε κατάλαβε πως τραυματίσθηκε, πιάνει το αίμα με τα χέρια του, πέφτει, τα σωθικά του γυρεύουνε να ξεκολλήσουν στην κατρακύλα. Ξεκολλήσαν τ' αχαμνά σαν να του τα 'κοβαν με μαχαίρι. Και τότε παραλογίζεται κι ουρλιάζει και πώς θα πάει χωρίς τ' αχαμνά του στην Καρμελίτα; Τι μου 'ρθες να κάνεις δίχως τ' αχαμνά σου; Θα τον διώξει η φλογισμένη γυναίκα! Παραλόγιασε τόσο πολύ που τραβάει το μοχλό, κατεβάζει τ' αερόφρενα και χύθηκε βουίζοντας μέσα απ' τις τρύπες της καταπαχτής κύμα βουερό και πηχτό, ο αγέρας, κόβοντας σε τόσο δύσκολη στιγμή όλη την ταχύτητα. Βρήκαν τον ακίνητο στόχο τα εχθρικά και τον χτυπάνε ολούθε, κι ίδια λυκόσκυλα αλυχτάνε γύρω του.
Τραβάει να ξεγαντζώσει τα σταυρωτά σακουλάκια τ' αλεξίπτωτου απ' το στήθος του και βλαστημάει και παραμιλάει: Ψέμματα του 'παν πως καβαλλικεύει ένα θεριό, οπλισμένο κινητά κι ακίνητα πυροβόλα. Ψέμματα πως δεν το πιάνει τίποτα τέτοιο θεριό, φορτωμένο μια ντουζίνα μπόμπες που θα κάψουν ολάκερους στρατούς. Τον γέλασαν και πως είναι μια τούρτα εκεί κάτω, του χάρου είναι το στόμα και καπνίζουν τα κεριά φωτιά και μολύβι! Ώσπου να ριχτεί με τ' αλεξίπτωτο πνίγεται απ' τους καπνούς. Ποιος καίγεται; Αυτός καίγεται; Τ' αεροπλάνο καίγεται;
Τότε πατάει με μιας όλα τα κουμπιά κι αμολάει τρομάζοντας και τις δώδεκα βόμβες πάνω σ' οχτρούς και φίλους!
Άκουσε πίσω του τον Πασκουάλε που φρένιασε: Κερατά, γιατί βομβάρδισες δίχως διαταγή; Σε τι στόχο έριξες; Την Καρμελίτα σκότωσες; Και του 'λεγε πως θα τον στείλει στο μουσκέτο...
Κανένας πίσω του δε μίλησε! Οι σύντροφοί του είναι νεκροί. Ο ίδιος πέφτοντας με τ' αλεξίπτωτο είχε γυρέψει για τον εαυτό του Στρατοδικείο και μουσκέτο.
Τον ρωτούσε τον Παύλο η σπανιόλα, τι τον έσπρωξε να 'ρθει στην πατρίδα της, να τραυματιστεί, να κινδυνέψει;
Είναι σκυμμένη μ' αφοσίωση μάνας πάνω στο προσκέφαλό του για να περιποιείται τα τραύματά του, ένα διαμπερές του θώρακος κι εγκαύματα πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Της απαντούσε, για να πολεμήσει τον Φράνκο. Μήπως όμως, κατά βάθος, την ξέρουμε τη μοίρα μας, που έρχεται από μέσα από προγόνους και προγόνους, τα γνωρίζουμε τα κίνητρα στις πράξεις μας εκείνες που στα ύστερα τις εξηγούμε με το νου;
Της έλεγε, μόλις θα σηκωθεί θα κάνουν το γάμο τους. Περηφανεύεται γιατί στο πρόσωπό της θα συγγενέψει μ' ένα λαό μ' αίμα αψύ, ζεστό, μ' αίμα αξεθύμαστο, σαν τους προγόνους του.
Ανήκει κι αυτός σε μια πατρίδα που δεν προσκύνησε σε μια ζωή φτηνή και λιπαρή μ' όλους τους πειρασμούς και τους κατατρεγμούς της.
Στην πατρίδα της Κρητικιάς μητέρας του το λατρεύανε, στ' αρχαία χρόνια, το δυνατό ερωτικό ζώο, τον ταύρο τον ιερό και γύρευαν κι οι αρχαίοι Κρητικοί να τον νικήσουν.
Του απαντούσε η σπανιόλα ότι οι συμπατριώτες της γυρεύουνε να μετρηθούνε με τη δύναμή του μα δε θα τον νικήσουν μπαμπέσικα. Οι τορεαντόρ, οι πικαντόρ, όλοι οι λειτουργοί της αρένας, αναζητώντας με την κοφτερή λεπίδα τους το κεφάλι του ταύρου, θα παλαίψουνε στήθος με στήθος και μ' ίσους όρους με το δυνατό ζώο, ακόμα και με τη θυσία του ανθρώπου. Αλλιώς τον ταυρομάχο τον περιφρονούν για δειλό και δολοφόνο.
Λοιπόν, μόλις θα κλείναν οι πληγές του θα παντρευόταν τη μητέρα τ' αγέννητου παιδιού του και θα φεύγαν για την Ελλάδα. Ο πόλεμος τέλειωνε κι οι ντυναμιτέρος ήτανε πια ένα κουρασμένο κοπάδι, διαιρεμένο για το ποιος φταίει στην ήττα. Πρέπει να φύγουν από δω γιατί η ζωή με τους εκδικητικούς νικητές θα 'ναι ανυπόφορη.
- Θα μας σκοτώσει ο Φράνκο.
- Κι αν δε μας σκοτώσει, τέτοια ζωή δουλωμένη δεν είναι ζωή. Ήξερε ο Έλληνας καλά από δουλεία αιώνων.
Όμως η Καρμελίτα δεν έζησε για να φύγουν. Σκοτώθηκε σ' ένα βομβαρδισμό που τον έκανε στο νοσοκομείο ένα ξένο σμήνος με φιλικά σήματα.
Τις ατιμίες τούτες τις προμάντεψε ο Έλληνας: Ο Άξονας δοκίμαζε την Ισπανία μαζί με τα καινούρια όπλα καταστροφής και πολέμου και τους νέους τρόπους για την υποδούλωση ξένων και δικών του λαών - τον ίδιο τον άνθρωπο. Περνώντας ο Παύλος τα γαλλικά σύνορα και μπαίνοντας κρυφά στην πατρίδα της, είχε κρυμένες στις φόδρες του σακκακιού του κάτι σελίδες από 'να βιβλίο του Πρώσσου στρατοκράτη: Ο Λούντεντορφ όριζε τον πόλεμο αιφνιδιαστικό κι ολοκληρωτικό. Πήρε τις τσαλακωμένες σελίδες και τις μετάφρασε κατά λέξη: Κανένα ψέμμα, ατιμία, προδοσία, απάτη, δεν απαγορεύεται στο νέο πόλεμο για να κερδηθεί η νίκη.
Η Καρμελίτα είχε τιναχτεί με τρομάρα: Τι λοιπόν είναι η νίκη; Και τι χρειάζεται τότε η νίκη;
Δεν ήτανε τυχερή να ζήσει η Καρμελίτα και σκοτώθηκε η αδερφή του πολεμικού νοσοκομείου.
Είταν ζεστή και καμαρωτή η ομορφιά της. Στα μάτια της έκαιγε το πάθος του έρωτα και της αφοσίωσης. Η θυσία της λαμπάδας για χάρη της φλόγας της έκαιγε στα μεγάλα καστανά μάτια της σπανιόλας. Κάποιος δικός της, συμπατριώτης απ' το Μπούργκος, τραυματίας στο γειτονικό κρεβάτι είχε υμνήσει σε στίχους την ομορφιά της. Σκοτώθηκε κι αυτός στο βαμβαρδισμό του νοσοκομείου.
Έγραψε ότι «στη χάρη και στην αφοσίωση του πάθους άστραφτε στα μάτια της η ερωτική αγιότητα. Φορούσε διάδημα τη βαθειά της θλίψη, σαν προαίστημα μέσα της κρυμμένο. Αναζητούσε το σπαραχτικό αγκάλιασμα, το φίλημα που ξερριζώνει τη ρίζα της ψυχής. Τ' ακούνε τέτοιο φίλημα οι αγέννητοι μέσα στα σπλάχνα της μάνας, ανοίγουν θαμπωμένα τα μάτια και ξεκινάνε με βέβαια κι ανυπόμονα τα βήματά τους να φτάσουν. Τη θλίψη της την πράϋνε ο έρωτάς της, η ελπίδα του, σαν τον ήλιο που λαμπραίνει σπαραγμένα τα κλωνάρια του χειμώνα, βιασμένα απ' την καταιγίδα.
Το ερωτικό ρίγος της αγίας της Άβιλας έτρεμε στον πλούσιο κόρφο της κι οι μυστικές ικεσίες του κορμιού της, στην απουσία του εραστή, είτανε η υψηλή πρόσκλησή της στο νυμφίο. Και κρατούσε την καρδιά του Έλληνα στα χέρια της όπως φαρφουρένιο βάζο, τρομάζοντας πάντα πως θα το σπάσει».
Στην κηδεία της επήγε σκαστός απ' το νοσοκομείο· τον μπόδισαν γιατί με την απελπισμένη ταραχή του ξανάνοιξαν τα τραύματά του. Έσκυψε στο χώμα, στο φέρετρο, κάθησε στα γόνατα, κι ώρα πολλή κοίταζε το πτώμα. Το πρόσωπο δεν είχε πάθει τίποτα, είχε κρατήσει ο θάνατος ανέγγιχτη την ομορφιά της. Σήκωσε με προσοχή το κεφάλι της, έπιασε τις μακρυές μαύρες πλεξούδες, κι αυτές λυτές στα δάχτυλά του αναρρίγησαν ζωντανές θυμούμενες τα χάδια του.
Θέλησαν να τον σηκώσουν. Εκείνος έσπρωξε τους φίλους του που επίμεναν να τον τραβήξουν, μαντεύοντας οι φίλοι πως έπνιγε με δυσκολία μέσα του έναν κατακλυσμό από δάκρυα.
Τέλος πιάνοντας το φτυάρι έριξε ο ίδιος το τελευταίο χώμα στο λάκκο. Της ορκίστηκε με σφιγμένα δόντια να γδικηθεί το φόνο της. Εκδίκηση και τιμωρία.
- Κι αν πέρασε ο Φράνκο, αυτοί δεν θα περάσουν, ορκίστηκε.
Σούκας Κώστας
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
(Ε.ΚΕ.ΒΙ).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου