... Στην αφετηρία...
Το
διήγημα του Λουίτζι Πιραντέλλο «Νεκρός
σε ξενοδοχείο»
αποτελεί μέρος της φιλόδοξης προσπάθειας
του Ιταλού θεατρικού συγγραφέα, ο οποίος,
προτού καταξιωθεί για το θεατρικό του
έργο, ήταν γνωστός κυρίως ως διηγηματογράφος,
να αποτυπώσει στιγμές της ανθρώπινης
καθημερινότητας σε διηγήματα, «novelle
per un anno»,
δηλαδή 365 διηγήματα, ένα για κάθε μέρα
του χρόνου, μια ημερολογιακή καταγραφή
της ζωής των ανθρώπων, θα λέγαμε. Μολονότι
ο Πιραντέλλο δεν πέτυχε το στόχο του,
καθώς συνέγραψε τελικά μόνο 256 διηγήματα,
ωστόσο με τις μικρές αυτές ρεαλιστικές
του ιστορίες της μικρής φόρμας, κατάφερε
να σκιαγραφήσει την ανθρώπινη ψυχή με
τρόπους που σε πολλά σημεία θυμίζουν
τον Μωπασάν και τον Τσέχωφ. Επίσης, το
«υλικό»
όλων αυτών των διηγημάτων θα τροφοδοτήσει
το θεατρικό του έργο.
Έτσι,
λοιπόν, στο διήγημα παρακολουθούμε μια
απλή καθημερινή ιστορία, αυτήν
του
θανάτου ενός ανθρώπου -είναι χαρακτηριστικό
ότι οι ήρωες τους διηγήματος δεν έχουν
ονόματα καν- σ' ένα ξενοδοχείο. Ενός
ανθρώπου,
που μόλις γύρισε από ένα υπερατλαντικό
ταξίδι κι
έγινε αντικείμενο
της προσοχής μιας ηλικιωμένης γυναίκας,
η
οποία με τη σειρά της ετοιμάζεται να
κάνει κι ίδια ένα αντίστοιχο υπερατλαντικό
ταξίδι. Η γυναίκα δε θα συναντήσει ποτέ
τον ένοικο του ξενοδοχείου, γιατί θα
βρεθεί νεκρός προτού συναντηθούν. Το
γεγονός του θανάτου θα ανατρέψει για
λίγο τους ρυθμούς της καθημερινότητας
των ανθρώπων, στην οποία όμως θα επανέλθουν
γρήγορα, αλλά όλες αυτές οι αναφορές
στο «ταξίδι»
λειτουργούν ως μια μελαγχολική υπόμνηση
και αλληγορία για το μεγάλο «ταξίδι»
που η μοίρα έχει ορίσει για όλους τους
ανθρώπους, ενώ γύρω τους η ζωή συνεχίζεται...
✵
Εκατόν πενήντα δωμάτια σε τρεις ορόφους, στο πιο πυκνοκατοικημένο σημείο της πόλης· τρεις σειρές πανομοιότυπα παράθυρα, με τα ίδια κιγκλιδώματα, τα ίδια γκρίζα παντζούρια ανοιχτά, μισάνοιχτα ή μόλις κλεισμένα: πρόσοψη να σου πετύχει! Αν όμως δεν υπήρχε κι αυτή, ποιος ξέρει τι περίεργη εντύπωση θα έκαναν, ιδωμένα απ' έξω, αυτά τα εκατό πενήντα ξύλινα κουτιά, το ένα πάνω στ' άλλο, πενήντα σε κάθε όροφο, μαζί με τους ανθρώπους τους; Τέλος πάντων...
Το ξενοδοχείο δεν είναι πολυτελείας, είναι όμως βολικό και καθώς πρέπει· ασανσέρ, πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό, έμπειρο και ντρεσαρισμένο· κρεβάτια γερά, ικανοποιητική τραπεζαρία, κι ακόμα, τμήμα ενοικίασης αμαξιών.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που παραπονιούνται για τις τιμές, τελικά όμως όλοι αναγνωρίζουν πως σε άλλα ξενοδοχεία, φτηνότερα ίσως, και η περιποίηση δεν είναι ίδια αλλά και στερείσαι το πλεονέκτημα να μένεις στο κέντρο της πόλης. Όσο για τα παράπονα που εισπράττει ο ιδιοκτήτης σχετικά με τις τιμές του, κατά βάθος δεν πολυσκοτίζεται: είναι έτοιμος να απαντήσει σε κάθε δυσαρεστημένο πως μπορεί να πάει αλλού!
Πάντως, το ξενοδοχείο είναι γεμάτο. Κι αν ακόμα πολλοί, κάθε πρωί που έρχονται τα πλοία, ή κατά τη διάρκεια της μέρας με τις αφίξεις των τραίνων, πράγματι καταφεύγουν αλλού, δεν είναι γιατί το θέλουν, αλλά γιατί εκεί δεν υπάρχει δωμάτιο.
Στο μεγαλύτερο ποσοστό πρόκειται για περιοδεύοντες υπαλλήλους ή για επαρχιώτες που έρχονται στην πόλη για να τακτοποιήσουν επειγόντως μια υπόθεση ή για να παραστούν σε μια δίκη ή και για να συμβουλευτούν κάποιο γιατρό· πελάτες δηλαδή περαστικοί, που δε μένουν παραπάνω από τρεις με τέσσερεις μέρες, αν δεν έρχονται το ένα πρωί για να φύγουν το αμέσως επόμενο: πολλές βαλίτσες, μπαούλα ελάχιστα. Όλο αυτό σημαίνει μεγάλη κίνηση, ένα αδιάκοπο πηγαινέλα από το πρωί μέχρι τις τέσσερεις μετά τα μεσάνυχτα. Ο διευθυντής κοντεύει να παλαβώσει. Σε κάποια στιγμή, στο ξενοδοχείο δεν υπάρχει ούτε τρύπα· το επόμενο λεπτό, τρία, τέσσερα ή και πέντε δωμάτια ξαφνικά αδειάζουν. Φεύγει το 15 του πρώτου ορόφου, το 32 του δεύτερου, το 2, το 20 και το 45 του τρίτου· ταυτόχρονα σχεδόν, άλλοι δυο πελάτες αναγγέλλουν την αναχώρησή τους. Κάποιος που έφτασε αργά, εύκολα μπορεί να βρει ελεύθερο το καλύτερο δωμάτιο του πρώτου ορόφου, ενώ ένας άλλος που είχε φτάσει λίγο πρωτύτερα απ' αυτόν, αναγκάστηκε να βολευτεί όπως - όπως στο 51 του τρίτου. Υπάρχουν πενήντα δωμάτια σε κάθε όροφο, αλλά κάθε όροφος φτάνει μέχρι και τον αριθμό 51, γιατί το 17 δεν υπάρχει σε κανέναν· απ' το 16, η αρίθμηση πετάγεται στο 18.
Πολλοί παλιοί πελάτες φωνάζουν τα γκαρσόνια με τ' όνομά τους κι έχουν την ικανοποίηση πως δεν αντιπροσωπεύουν γι' αυτά έναν απλό αριθμό, τον αριθμό του δωματίου τους: είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν σπίτι, οι άνθρωποι που όλο το χρόνο, με τη βαλίτσα στο χέρι, νιώθουν καλά όπου κι αν βρεθούν, οι άνθρωποι που είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, οι σίγουροι για τον εαυτό τους!
Σε όλους σχεδόν τους υπόλοιπους, παρατηρείς μια ταραχή που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του εκνευρισμού, της σκυθρωπότητας ή και της οργής. Όχι μονάχα δεν βρίσκονται στον τόπο τους και στο σπίτι τους, χάνουν και τον εαυτό τους. Στερημένοι απ' τις συνήθειές τους και απ' τον ειδικό τρόπο που καθημερινά βλέπουν και αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα της χαμοζωής τους, ζαλίζονται, παύουν ν' αναγνωρίζουν ο,τιδήποτε δικό τους. Μέσα τους σταματούν τα πάντα κι είναι σαν να αιωρούνται σ' ένα κενό που δεν ξέρουν πώς να το γεμίσουν· στο κενό αυτό, από στιγμή σε στιγμή τρέμουν μήπως δουν τα πράγματα να τους παρουσιάζονται με μορφή τελείως άγνωστη, φοβούνται μήπως μέσα τους γεννηθούν νέες επιθυμίες, ιδιόμορφες περιέργειες ή μήπως διακρίνουν και αναγκαστούν να έρθουν σε επαφή με κάποια αλήθεια διαφορετική, μυστηριώδη, που πλανάται γύρω τους ή και μέσα τους. Συνήθως ξυπνάνε πολύ νωρίς από το θόρυβο του ξενοδοχείου και του δρόμου κι αμέσως τρέχουν βιαστικοί στις δουλειές τους. Έτσι όμως βρίσκουν όλες τις πόρτες κλειστές: ο δικηγόρος θα 'ρθει σε μια ώρα κι ο γιατρός δε θ' αρχίσει να δέχεται πριν απ' τις εννιάμιση. Τέλος, μετά την τακτοποίηση των υποθέσεών τους, ζαλισμένοι, σκασμένοι, κουρασμένοι, επιστρέφουν στο ξενοδοχείο και κλείνονται στο δωμάτιό ους με τον εφιάλτη των δύο ή τριών ωρών που απομένουν μέχρι την αναχώρηση του τραίνου· κόβουν βόλτες καπνίζοντας με μανία και κοιτάζοντας το κρεβάτι που δεν τους τραβάει να ξαπλώσουν, τις πολυθρόνες και τον καναπέ που δεν τους ενθαρρύνουν να καθήσουν, το παράθυρο που δεν τους κινεί το ενδιαφέρον να ρίξουν μια ματιά έξω. Τι παράξενο κρεβάτι, αλήθεια! Κι αυτός ο καναπές, τι περίεργο σχήμα που έχει! Κι ο καθρέφτης, τι φρίκη!
Ξαφνικά, θυμούνται κάποια παραγγελία που ξέχασαν: τη μηχανή του ξυρίσματος, τις ζαρτιέρες για τη σύζυγο, την αλυσίδα για το σκύλο. Και χτυπάνε το κουδούνι. Θέλουν να ρωτήσουν τον καμαριέρη διεθύνσεις και πληροφορίες... πού θα βρούνε αλυσίδα με το ειδικό εκείνο πιάσιμο, που να 'ναι έτσι κι αλλιώς, και πώς να χαράξουν επάνω το όνομα...
- Του σκύλου;
- Οχι, το δικό μου, με τη διεύθυνσή μου.
Και τι δεν ακούνε αυτοί οι καμαριέρηδες μέσα στο ξενοδοχείο! Όλη τους η ζωή περνάει εκεί μέσα, μια ζωή χωρίς ξεκούραση, μια ζωή σε διαρκή κίνηση, γεμάτη δουλειές και υποχρεώσεις και υποθέσεις σε εκκρεμότητα.
Να, για παράδειγμα, στο νούμερο 12 του δεύτερου ορόφου μένει μια ηλικιωμένη πενθούσα κυρία που ζητάει απ' όλο τον κόσμο να μάθει περί ναυτίας. Πρέπει να πάει στην Αμερική κι εκείνη δεν έχει ταξιδέψει ποτέ της. Έφτασε χτες βράδυ ένα ερείπιο, υποβασταζόμενη απ' τη μια πλευρά απ' το γιο της κι απ' την άλλη απ' την κόρη της, τους οποίους βαρύνει το ίδιο πένθος.
Ειδικά τη Δευτέρα το απόγεμα στις έξι, ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου απαιτεί να γνωρίζει με ακρίβεια πόσα δωμάτια είναι διαθέσιμα. Αυτό, επειδή εκείνη την ώρα έρχεται το καράβι από τη Γένοβα με τους Αμερικανούς τουρίστες, όπως επίσης και το τραίνο, γεμάτο κόσμο. Χθες, ας πούμε, στις έξι, παραπάνω από δεκαπέντε ξένοι έκαναν την εμφάνισή τους στο γραφείο. Το ξενοδοχείο δεν δέχτηκε παρά μόνο τέσσερεις σε δύο δωμάτια: την κυρία που λέγαμε με το γιο της και την κόρη της στο 12 του δευτέρου ορόφου και, ακριβώς δίπλα, στο 13, έναν κύριο που είχε έρθει απ' τη Γένοβα. Ο διευθυντής σημείωσε στη λίστα:
Κος Πέρσικο, με τη μητέρα του και την αδελφή του, από τη Βιττόρια.
Κος Φουνάρντι Ροζάριο, επιχειρηματίας από τη Νέα Υόρκη.
Η ηλικιωμένη κυρία αποχωρίστηκε με πόνο, λίγο πριν, μια άλλη μικρή οικογένεια που αποτελούνταν κι εκείνη από τρία πρόσωπα και που της είχε δώσει τη διεύθυνση του ξενοδοχείου· μάλιστα δε, ένιωσε ακόμα πιο απογοητευμένη όταν έμαθε πως οι νέοι της φίλοι θα μπορούσαν να είχαν εγκατασταθεί στο διπλανό απ' το δικό της δωμάτιο, αν το 13 αυτό δεν είχε, μόλις ένα λεπτό νωρίτερα, δοθεί σ' αυτόν τον κύριο Φουνάρντι απ' τη Νέα Υόρκη.
Βλέποντας τη γριά μητέρα του να κλαίει, γαντζωμένη στο λαιμό της κυρίας που την είχε συνοδεύσει στο ταξίδι, ο γιος προσπάθησε να εξηγήσει στον κύριο Φουνάρντι την παράκληση της μητέρας του να παραχωρήσει στην άλλη οικογένεια το δωμάτιό του. Καθώς μάλιστα είχε γίνει σχεδόν αμερικανός κι εκείνος τόσα χρόνια, του μίλησε βέβαια στα αγγλικά· πράγματι, ο γιος είχε μόλις γυρίσει από την Αμερική μαζί με την αδελφή του εδώ και σαράντα μέρες, μετά το θάνατο του αδελφού τους που κρατούσε τη μητέρα τους κοντά του, στη Σικελία. Τώρα, επέστρεφε πάλι στην Αμερική με τη μητέρα του και την αδελφή του.
Η μάνα του δε σταματάει να κλαίει· έκλαψε και υπέφερε πολύ μέσα στο τραίνο σ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, που ήταν άλλωστε το πρώτο που έκανε, στα 67 της χρόνια. Την είχαν ξερριζώσει, είχε εγκαταλείψει με αληθινό σπαραγμό το σπίτι όπου μεγάλωσε, το νιόσκαφτο τάφο του γιου, που μαζί του είχε ζήσει τόσα και τόσα χρόνια, τις αναμνήσεις της γενέθλιας γης· και τώρα, βλέποντας τη στιγμή που θ' αναγκαζόταν ν' αφήσει τη Σικελία για πάντα, κρεμιέται απ' όλους κι απ' όλα, όπως χτες βράδυ από κείνη την κυρία, που με κανένα τρόπο δεν ήθελε ν' αποχωριστεί.
Ο κύριος Φουνάρντι, πάντως, δε θέλησε να υποχωρήσει. Αφού άκουσε την αγγλόφωνη παράκληση του γιου, απάντησε αρνητικά. Ήταν ένα από κείνα τα αποφασιστικά αμερικάνικα «όχι», με τα παχειά φρύδια συνοφρωμένα, το πρόσωπο φουσκωμένο αλλά και κίτρινο και τα πυκνά γένια αξύριστα· ύστερα, ανέβηκε με το ασανσέρ στο 13 του δευτέρου ορόφου.
Όσες προσπάθειες κι αν κατέβαλαν ο γιος και η κόρη της, δεν κατόρθωσαν να πείσουν την ηλικιωμένη μητέρα τους να χρησιμοποιήσει το ασανσέρ. Ο,τιδήποτε είχε σχέση με μηχανή τής προξενούσε μέχρι και τρόμο! Και να σκεφτεί κανείς ότι έπρεπε τώρα να πάει στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη, πως έπρεπε να διασχίσει μια τόσο μεγάλη απόσταση και μάλιστα δια θαλάσσης! Ο Ωκεανός!
Τα παιδιά της την ξόρκιζαν να ηρεμήσει, τη βεβαίωναν πως δε θα την πείραζε η θάλασσα. Αλλά πού να την πείσεις! Είχε τόσο πολύ υποφέρει μέσα στο τραίνο! Και τώρα, κάθε στιγμή και λεπτό, ρωτάει όποιον δει, αν είναι αλήθεια πως η θάλασσα ζαλίζει.
Τα γκαρσόνια, οι καμαριέρες και οι θυρωροί συνεννοήθηκαν τελικά και για να απαλλαγούν απ' τη φορτικότητά της τη συμβουλέψαν να απευθυνθεί στον κύριο του διπλανού δωματίου που μόλις είχε έρθει από τη Γένοβα κι επέστρεφε στην Αμερική· αυτός ήταν ένας άνθρωπος, της είπαν, που είχε μέρες και μέρες περάσει στη θάλασσα, ένας άνθρωπος που είχε διασχίσει τον Ωκεανό και, κατά συνέπεια, αυτός θα μπορούσε να της πει αν η θάλασσα ζαλίζει ή δεν ζαλίζει.
Με την πρώτη ωχρή αχτίνα ήλιου απ' το μεγάλο παράθυρο στο βάθος του σκοτεινού διαδρόμου, μπόρεσε και διέκρινε δυο μακριές σειρές παπουτσιών αριστερά και δεξιά. Μπροστά σε κάθε πόρτα υπήρχε κι από ένα ζευγάρι. Λίγο - λίγο έβλεπε να αυξάνονται τα κενά στις δυο μακριές σειρές και διάφορες πλάτες να σκύβουν έξω από πόρτες για να πάρουν το ζευγάρι που βρισκόταν μπροστά τους. Όλα τα παπούτσια είχαν πια αποσυρθεί· μονάχα τα παπούτσια του κυρίου της διπλανής πόρτας, εκείνου που είχε διασχίσει τον Ωκεανό και που θα τον ρωτούσε αν ζαλίζει η δεν ζαλίζει η θάλασσα, ήταν ακόμα εκεί.
Εννιά, εννιά και, εννιάμιση, δέκα, τα παπούτσια εκεί! Το μοναδικό ζευγάρι απ' όλο το διάδρομο που έμεινε ακίνητο ήταν εκείνο μπροστά στη διπλανή της, ακόμα κλειστή πόρτα. Τόσοι άνθρωποι πέρασαν, τόσος θόρυβος έγινε: καμαριέρηδες, καμαριέρες, γκρουμ, πήγαν κι ήρθαν, σχεδόν όλοι οι ξένοι βγήκαν, πολλοί μάλιστα γύρισαν, όλα τα κουδούνια χτύπησαν κι εξακολουθούν μερικά να χτυπάνε ακόμη· ο υπόκωφος βόμβος του ασανσέρ δε σταμάτησε ούτε στιγμή· απ' τον δεύτερο στον τρίτο, απ' τον τρίτο στο ισόγειο και πάλι απ' την αρχή. Παρ' όλα αυτά, ο κύριος του διπλανού δωματίου δε λέει να ξυπνήσει. Θα 'ναι πια έντεκα η ώρα και το ζευγάρι τα παπούτσια είναι ακόμα εκεί, μπροστά στην πόρτα.
Η κυρία δεν αντέχει άλλο. Βλέπει έναν καμαριέρη να περνάει, τον σταματάει και, δείχνοντάς του τα παπούτσια:
- Καλά, ο κύριος δεν ξύπνησε ακόμα;
- Τι να σας πω, της λέει εκείνος σηκώνοντας τους ώμους, θα 'ναι κουρασμένος φαίνεται. Έκανε μεγάλο ταξίδι.
Και φεύγει.
Η κυρία κάνει μια κίνηση με το χέρι της σαν να θέλει να πει:
- Α, καλά, και ξαναμπαίνει στο δωμάτιό της. Λίγα λεπτά αργότερα ξανανοίγει και, βγάζοντας το κεφάλι της από την πόρτα, τι να δει; Τα παπούτσια βρίσκονται ακόμα εκεί!
Θα 'κανε πράγματι μεγάλο ταξίδι αυτός ο άνθρωπος! Τι δρόμους θα 'χουνε κάνει αυτά τα παπούτσια: δυο μεγάλα, παλιά, στραβοπατημένα, κακοπαθιασμένα παπούτσια, με σκισμένα τα λάστιχά τους κι απ' τις δυο μεριές! Ποιος ξέρει τι βάσανα και τι ταλαιπωρίες έχουν υποστεί σε τόσους και τόσους δρόμους!
Η κυρία μπαίνει πια σχεδόν στον πειρασμό να χτυπήσει τη διπλανή πόρτα· τέλος όμως, αλλάζει γνώμη και ξαναγυρίζει στο δωμάτιό της. Τα παιδιά της αργούν. Ο εκνευρισμός της μεγαλώνει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να πήγανε, όπως της το είχαν υποσχεθεί, μέχρι τη θάλασσα, να δουν αν είναι ήρεμη. Αλλά πώς; Από τη στεριά, να δουν τη μακρινή τη θάλασσα, την ατέλειωτη, τον Ωκεανό;
Θα της πουν βέβαια πως είναι ήρεμη. Μα πώς να τους πιστέψει; Μόνον αυτός ο κύριος του διπλανού δωματίου μπορεί να της πει την αλήθεια. Στήνει αυτί· κολλάει στη μεσοτοιχία μήπως έτσι μπορέσει και πιάσει από δίπλα κάποιο θόρυβο. Τίποτε. Σιωπή. Μα έχει φτάσει κοντά μεσημέρι. Είναι δυνατόν να κοιμάται ακόμα; Να, χτυπάει κουδούνι για το γεύμα. Απ' όλες τις πόρτες του διαδρόμου βγαίνουν οι ένοικοι και κατευθύνονται προς την τραπεζαρία. Εκείνη, στέκει στην πόρτα και κοιτάζει να δει αν θα προσέξει κανείς τα παρατημένα παπούτσια. Όχι, κανείς. Όλοι πάνε κι έρχονται αδιάφοροι. Ένα γκαρσόνι ανεβαίνει να την φωνάξει: τα παιδιά της βρίσκονται κάτω, μόλις ήρθαν και την περιμένουν στην τραπεζαρία. Κατεβαίνει με το γκαρσόνι.
Τώρα πια, στο διάδρομο δεν υπάρχει ψυχή. Όλα τα δωμάτια είναι άδεια. Τα παπούτσια μονάχα, περιμένουν εκεί στη μοναξιά και στη σιωπή τους, μπροστά στην πάντοτε κλειστή πόρτα. Μοιάζουνε σαν τιμωρημένα. Φτιαγμένα για να περπατούν κι αφημένα τώρα εκεί, άχρηστα, φθαρμένα από την τόση χρήση, φαίνονται σαν να ντρέπονται και να ζητάνε κάποιος να τα πάρει επιτέλους!
Επιστρέφοντας από το γεύμα, η κυρία τα ξαναβλέπει στο ίδιο σημείο γεμάτη έκπληξη και τρόμο. Οι ένοικοι τελικά τα παρατηρούν κι αυτοί με περιέργεια κι ανησυχία. Πώς τον λένε αυτόν τον Αμερικανό που ήρθε χθες; Τον είδε κανείς; Έφτασε με το πλοίο απ' τη Γένοβα. Μήπως δεν κοιμήθηκε χθες βράδυ; Ίσως να ταλαιπωρήθηκε στο ταξίδι του... έρχεται από την Αμερική. Αν είχε αρρωστήσει στο ταξίδι, ποιος ξέρει πόσα βράδια θα τα πέρασε ξάγρυπνος... Ίσως θέλει να ξεκουραστεί, να κοιμηθεί μια μέρα ολόκληρη. Όμως, είναι δυνατόν; Με τέτοιο θόρυβο; Κι είναι ήδη μεσημέρι!
Ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται λίγο - λίγο γύρω απ' τα παπούτσια, μπροστά στην κλειστή πόρτα, δημιουργώντας ένα ημικύκλιο. Όλοι στέκονται κάπως απομακρυσμένοι, ίσως από ένστικτο. Κάποια στιγμή ένας καμαριέρης τρέχει να φωνάξει τον διευθυντή. Εκείνος στέλνει να ειδοποιήσουν τον ιδιοκτήτη, κι οι δυο τους, ο ένας πρώτα, ο άλλος ύστερα, χτυπάνε την πόρτα. Καμιά απάντηση. Προσπαθούν να την ανοίξουν· είναι κλειδωμένη από μέσα. Χτυπάνε δυνατότερα, ακόμα δυνατότερα. Σιωπή! Δεν υπάρχει αμφιβολία, πρέπει αμέσως να φωνάξουν την αστυνομία. Ευτυχώς, δυο βήματα απ' το ξενοδοχείο υπάρχει κάποιο τμήμα. Φτάνει ο επιθεωρητής με δυο αστυνομικούς και τον κλειδαρά. Η πόρτα παραβιάζεται· οι αστυνομικοί φράζουν την είσοδο στους περίεργους που σπρώχνουν. Μόνον ο επιθεωρητής κι ο ιδιοκτήτης μπαίνουν μέσα.
Ο άνθρωπος που διέσχισε τον Ωκεανό βρίσκεται νεκρός στο κρεβάτι, την πρώτη νύχτα που πάτησε το πόδι του στη στεριά· βρέθηκε νεκρός στον ύπνο του, με το ένα χέρι στο μάγουλο, σαν παιδί. Συγκοπή;
Όλοι αυτοί οι ζωντανοί, όλοι αυτοί που ο ασταμάτητος ρυθμός της ζωής τούς μάζεψε για μια μέρα εδώ για τις πιο απίθανες δουλειές, απασχολημένους με τις πιο άσχετες υποθέσεις, σπρώχνονται τώρα μπροστά απ' αυτό το μικρό δωμάτιο, που μοιάζει πια με μια κυψέλη μελισσών όπου μια ζωή έπαψε να υπάρχει. Το νέο κάνει το γύρο του ξενοδοχείου. Απ' όλους τους ορόφους όλοι τρέχουν, θέλουν να δουν, να μάθουν ποιος πέθανε και πώς!
- Δε θα μπει κανείς!
Ο επιθεωρητής κι ο ιατροδικαστής βρίσκονται τώρα μέσα στο δωμάτιο. Από τη μισάνοιχτη πόρτα, να, σχεδόν βλέπει κανείς το πτώμα πάνω στο κρεβάτι. Το πρόσωπό του είναι κάτασπρο. Και το χέρι στο μάγουλο· νομίζεις πως κοιμάται, ίδιος μωρό. Οι ερωτήσεις ξαναρχίζουν. Ποιος είναι; Και πώς τον λένε; Κανείς δεν ξέρει τίποτα. Ξέρουν μονάχα πως γύριζε απ' την Αμερική, απ' τη Νέα Υόρκη. Και πού πήγαινε; Τον περίμενε κανείς; Καμιά πληροφορία. Κι ακόμα, κανένα διευκρινιστικό στοιχείο απ' τα χαρτιά που βρέθηκαν στις τσέπες και στη βαλίτσα του. Επιχειρηματίας... αλλά τι λογής επιχειρηματίας;
Στο πορτοφόλι του 65 λίρες και λίγα ψιλά σ' ένα άλλο, μικρό πορτοφολάκι στην τσέπη του γιλέκου. Κάποιος απ' τους αστυνόμους παίρνει τα παπούτσια που δε θα ξαναπερπατήσουν ποτέ πια και τ' ακουμπάει στο μάρμαρο του κομοδίνου.
Λίγο λίγο, και για να αποφευχθούν τίποτε σκάνδαλα στις εφημερίδες, όλοι γυρίζουν στα δωμάτιά τους απ' τον πρώτο μέχρι ψηλά, τον τρίτο όροφο· άλλοι φεύγουνε πάλι για τις δουλειές τους.
Μόνο η κυρία που ήθελε να μάθει αν ζαλίζει ή δεν ζαλίζει η θάλασσα, στέκεται εκεί, μπροστά στην πόρτα, παρά τις προσπάθειες που κάνουν τα παιδιά της να την απομακρύνουν. Στέκεται εκεί και κλαίει, κλαίει συντετριμμένη απ' τη μοίρα αυτού του ανθρώπου που πέθανε ακριβώς μόλις διέσχισε τον ωκεανό, που κι η ίδια αύριο πρέπει να διασχίσει...
Παρά τις διαμαρτυρίες και τις φωνές των αμαξάδων και των αχθοφόρων που μπαινοβγαίνουν συνήθως χωρίς σταματημό, η μεγάλη, κεντρική πόρτα του ξενοδοχείου έχει κλείσει, σε ένδειξη πένθους. Μόνον η μικρή πόρτα έχει μείνει ανοιχτή.
- Μα γιατί την κλείσανε;
- Α, τίποτα... Κάποιος ένοικος βρέθηκε πεθαμένος.
Πιραντέλλο Λουίτζι
(Μετφ. Μάριος Λυκούδης)
Περιοδικό «Η ΛΕΞΗ» (1984)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου