Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

MANTAΛΕΝΑ

 ... Στην αφετηρία...
 
   Στο διήγημα «Μανταλένα», που γράφτηκε το 1917 και δημοσιεύτηκε το 1918 στο «Ημερολόγιον Σκόκου», ο Ξενόπουλος, ως άριστος γνώστης της παιδικής ψυχολογίας, μιας και σε πολλά έργα του έχει ήρωες παιδιά και ασχολήθηκε με το να γράφει και κείμενα για παιδιά, παρουσιάζει με τρόπο τρυφερό αλλά και απόλυτα σύμφωνο με τις αρχές της ψυχολογίας τα δυνατά και έντονα συναισθήματα που προκαλεί στην παιδική ψυχή του ήρωα, που μπορούμε εύκολα να εικάσουμε ότι είναι ο ίδιος ο Ξενόπουλος, καθώς είναι πολύ έντονος ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας στο διήγημα, η χρήση του α' ενικού προσώπου, αλλά και στοιχεία που παραπέμπουν στη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, μια γειτονοπούλα του, η Μανταλένα, που έδωσε φυσικά και τον τίτλο στο διήγημα. Η μορφή της Μανταλένας παρουσιάζεται απόλυτα εξιδανικευμένη μέσα απ' τα μάτια του μικρού παιδιού που την έχει ως το απόλυτο πρότυπο ωραιότητας! Δε θα μπορούσαμε, βέβαια, να μιλήσουμε για έρωτα λόγω της πολύ μικρής ηλικίας του αφηγητή -αν και δε θα ήταν παράδοξο, αν ο Ξενόπουλος είχε εντρυφήσει και στις βασικές αρχέςς της ψυχανάλυσης που είχαν αρχίσει στην εποχή του να γίνονται δειλά δειλά γνωστές στην Ελλάδα. Η πραγματικότητα, βέβαια, για την ηρωίδα υπήρξε σκληρή κι αυτό δεν παραλείπει να το τονίσει ο Ξενόπουλος στο διήγημά του, αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν "αγγίζει" καθόλου τον μικρό ήρωα-αφηγητή. Εν τέλει, η επιθυμία του ώριμου σε ηλικία πλέον αφηγητή να "ξαναζήσει" σαράντα χρόνια μετά, συναντώντας τη γριά πια Μανταλένα, τις παιδικές του μνήμες θα πραγματοποιηθεί... 
 
✼ 
 
   Οι πρώτες μου γι' αυτήν αναμνήσεις ξεκαθαρίζουν με δυσκολία, χαμένες στα σύθαμπα της νηπιακής ηλικίας. Ανάμεσα στους ήχους, που έφθαναν από μακριά στην ασυνείθιστη ακοή μου, αγνώριστοι όλοι κ' εκπληκτικοί, έμαθα γρήγορα να ξεχωρίζω τη φωνή της. Ήταν μια φωνή δυνατή, καθαρή, δροσερή, γλυκειά, που θα 'λεγα πως έλαμπε και στα μάτια μου με το χρώμα του μελιού ή του χειμωνιάτικου ήλιου. Την άκουγ' από το περβολάκι, όπου έπαιζα με τα χώματα και τα πετραδάκια, καθισμένος μέσα στην πέτρινη γούρνα· την άκουγ' από το παράθυρο της σάλας, όπου στεκόμουν ανεβασμένος σε μια καρέκλα κι' έβλεπ' αντίκρυ το Κάστρο· την άκουγα κάποτε κι' από το κρεββατάκι μου, στην άλλη κάμαρα, όταν ξυπνούσα το πρωί με τα κελαδήματα των πουλιών. Και πρέπει να 'δειχνα μια πολύ χαρούμενη έκπληξη, γιατί συχνά η μητέρα μου, γελαστή, μου έλεγε:
   - Άκου, η Μανταλένα!...
   Έτσι ήξερα, πως η γλυκειά και καθαρή εκείνη φωνή έβγαινε από κάποιο πλάσμα που το 'λεγαν «Μανταλένα», μα που δεν το είχα ιδή ποτέ. Πολλά άλλα πλάσματα, ακόμα τότε, τα 'ξερα έτσι μόνο απ' τη φωνή τους, απ' τον ηχό τους. Μ' ανάμεσα σ' όλα, γνωστά μου κι' άγνωστα, ειδωμένα κι' ανείδωτα, η Μανταλένα μού φαίνουνταν σαν κάτι ξεχωριστό. Τη φανταζόμουν πιο όμορφη κι' από τη μητέρα μου, όταν μ' εκύτταζε γελαστή· πιο γλυκειά κι από τη γιαγιά μου, όταν μ' εχάϊδευε στο κεφάλι και στο πηγούνι.
   Μια μέρα, καθώς στεκόμουν μπροστά στο παράθυρο, ανεβασμένος στην καρέκλα, άκουσα πάλι τη φωνή της. Μου φάνηκε πως έβγαινε από τόσο κοντά μου, ώστε ώρμησα να προβάλω, για να ιδώ. Η μητέρα μου, που με παράστεκε από πίσω, μ' εκράτησε. Επειδή όμως επέμενα, μ' εσήκωσε στην αγκαλιά της και μ' άφησε να βγάλω το κεφάλι μου από τη γρίλλια. Και να, το ξεχωριστό, το θαυμάσιο, το θείο που μου υπόσχουνταν η φωνή: Σ' ένα διπλανό παράθυρο, δυο - τρία σπίτια πιο κάτω απ' το δικό μας, αριστερά μου, είδα ένα κεφάλι ολόξανθο, που έλαμψε στα μάτια μου με το χρώμα του μελιού και του χειμωνιάτικού ήλιου.
   - Η Μανταλένα! μου ψιθύριζε καθώς με κρατούσε η μητέρα μου. Την είδες λοιπόν τη Μανταλένα;
   Ναι, την είδα, την έβλεπα, μα όχι όσο ήθελα. Γιατί καθώς ήταν κι' εκείνη γυρισμένη αριστερά και μιλούσε μ' έν' άλλο κορίτσι, μαυριδερό, σ' έν' άλλο παράθυρο, πιο κάτω, δεν μου 'δειχνε παρά τα ξανθά της μαλλιά, τον κάτασπρο σβέρκο της και λιγάκι από την ουρανιά καμιζόλα της. Του κάκου περίμενα να γυρίση μια στιγμή το πρόσωπό της προς το μέρος μου· του κάκου αντιστάθηκα όσο μπορούσα δυο - τρεις φορές, που θέλησε η μητέρα μου να με τραβήξη μέσα. Η Μανταλένα εξακολουθούσε να μιλά με το μαυριδερό κορίτσι, γυρισμένη αντίθετα. Κι' άξαφνα, μ' έν' απότομο κίνημα, σα να τη φώναξε κάποιος από το σπίτι, έμπασε μέσα το κεφάλι της και την έχασα.  
   Δεν θυμούμαι αν έκλαψα και τότε, όπως μια φορά που μου 'καναν με το πρίσμα φάσματα στον τοίχο κι' άξαφνα μου το 'κοψαν. Από κείνη όμως την ημέρα, που είδα το ξανθό κεφάλι, η γλυκειά φωνή μου φαίνουνταν πιο γνώριμη, πιο αγαπητή και πιο ζωηρά χρωματισμένη με το χρώμα του μελιού και του χειμωνιάτικου ήλιου...
 
   Γυρίζαμε απ' τη γειτονική μας Εκκλησία. Κάποια Κυριακή; Κάποια γιορτή;...
   Η μητέρα μου με κρατούσε απ' το χεράκι κ' η νταντά, στο πλάϊ μας, ήταν έτοιμη να με σηκώσει στην αγκαλιά της, γιατί μόλις έσερνα τα πόδια μου.
   Άξαφνα βλέπω τη μητέρα μου να στέκεται και να μιλά προς τα ψηλά. Στέκουμαι κ' εγώ και σηκώνω το κεφάλι μου. Ήμαστε κάτω από ένα παράθυρο, που πρέπει να 'ταν το ίδιο εκείνο, όπου εδώ και λίγες μέρες είχα ιδή το ξανθό κεφάλι. Γιατί και τώρα το ίδιο κεφάλι ήταν εκεί προβαλμένο. Θα το γνώριζα κι' από τα μαλλιά του. Άκουσα όμως και τη μητέρα μου που είπε:
   - Καλημέρα, Μανταλένα μου...
   Και τη γλυκειά δυνατή φωνή που αποκρίθηκε:
   - Καλημέρα σας, κυρία!...
   Απόρησα, θαμπώθηκα και καταχάρηκα. Ήμουν στην ηλικία, που όλα μας φαίνουνται θαύματα, υπερφυσικά. Πώς βρέθηκε άξαφνα μπροστά μας το παράθυρο εκείνο, σε μια στιγμή που το νόμιζα μίλλια μακριά;
   Μα έκαμα έτσι κ' είδα, γνώρισα το σπίτι μας, στην ίδια γραμμή. Βέβαια, καλέ, ήταν το παράθυρο της Μανταλένας! Και να από κάτω του μια πόρτα, λαδιά σκούρα, με το 'να πορτόφυλλο κλειστό, με τ' άλλο διάπλατο, απ' όπου φαίνουνταν παρά μέσα μια σκάλα κιτρινωπή, ίσια, φωτισμένη ζωηρά και φαιδρά από κάποιο αθώρητο φεγγίτη.
   Τράβηξα τη μητέρα μου απ' το χέρι, για να της δείξω πως ήθελα να μπούμε σ' εκείνη την πόρτα και ν' ανεβούμε σ' εκείνη τη σκάλα, για να φθάσουμε τη Μανταλένα.
   Μα η μητέρα μου αντιστάθηκε.
   - Σύχασε, μου είπε, τώρα θα πάμε στο σπίτι μας.
   Κ' επρόσθεσε, κυττάζοντας ψηλά:
   Δε βλέπεις καλέ; Ο γιος μου θέλει να σου κάμη βίζιτα... Να, να, με τραβουλιάζει...
   Ντράπηκα κ' έπαψα αμέσως το τραβούλιγμα. Η Μανταλένα γελούσε δυνατά κ' έλεγε λόγια που δεν τα θυμούμαι, γιατ' ίσως και δεν τα καταλάβαινα. Γελούσε κ' η μητέρα μου, που έσκυβε τώρα σε μένα και μου 'λεγε:
   - Την αγαπάς την κυρία Μανταλένα;... Σ' αρέσει;... Ιδές τη λοιπόν! Να!...
   Moυ σήκωνε το κεφαλάκι απ' το πηγούνι· κ' εγώ αντιστεκόμουν, έβαζα δύναμι να το κρατώ σκυφτό· γιατί καταλάβαινα πως άμα το σήκωνα τώρα, θ' αντίκρυζα τα μάτια της Μανταλένας να με κυττάζουν, κι' αισθανόμουν ντροπή, ίσως μάλιστα και κάποιο φόβο.
   Γιατί πρωτήτερα, που η Μανταλένα μιλούσε με τη μητέρα μου, είχα ιδή μια στιγμή αυτά τα μάτια από το πλάι και μου είχαν φανή πολύ αλλοιώτικα, πολύ διαφορετικά απ' όσα μάτια είχα ιδή ως τότε. Φανταζόμουν πως, αν τα 'βλεπα ολόισα, καρφωμένα στα δικά μου, θα τρόμαζα, όπως τρόμαξα μια φορά στη σοφίτα, όπου, παίζοντας, γύρισα μια παληά εικόνα, πεταμένη ανάποδα σε μιαν άκρη, και βρέθηκα άξαφνα αντίκρυ σ' ένα μεγάλο πρόσωπο με κάτι μάτια φοβερά. Άντρας ήταν; Γυναίκα ήταν; Δεν ξέρω! Με μια κραυγή τρόμου πέταξα την εικόνα, έφυγα κι' ούτε ξαναπάτησα στη σοφίτα εκείνη.
   Μα σήμερα, η περιέργεια κατανίκησε και τη ντροπή και το φόβο. Έπειτα η μητέρα μου ήταν κοντά μου, με κρατούσε απ' το χέρι· τι είχα να πάθω; Κ' επιτέλους σήκωσα το κεφάλι μου κ' είδα τα μάτια της Μανταλένας που με κύτταζαν.
   Τρόμαξα πάλι, γύρισα μια στιγμή τα δικά μου αλλού κ' έσφιξα το χέρι της μητέρας μου. Μα σα να με τράβηξαν με μαγνήτη τα μάτια εκείνα, τα ξανακύτταξα χωρίς να θέλω. Αυτό έγεινε δυο - τρεις φορές, ως που να ξεθαρρευτώ. Κι' άφοβα τότε ξακολούθησα να τα κυττάζω...
   Τα μάτια της Μανταλένας, μεγάλα, ολάνοικτα, τριγυρισμένα από μαύρα, μακρυά τσίνορα, είχαν το χρώμα της γαλαζόπετρας. Μα έχυναν τόσο φως, ώστε δεν μ' άφιναν να βλέπω τίποτ' άλλο από το πρόσωπό της. Αυτά έβλεπα μόνο και τα ξανθά της μαλλιά. Ήταν για μένα μια καινούργια εντελώς γοητεία. Είχα καρφωθή εκεί στη μέση του δρόμου, με το κεφάλι μου ψηλά. Η μητέρα μου, για να κουνηθώ, αναγκάσθηκε να με τραβήξη με δύναμι. Την ακολούθησα. Μα όσο πηγαίναμε, εγώ ως που μπήκαμε πια στην πόρτα μας, ξακολουθούσα να κρατώ το κεφάλι μου γυρισμένο κατά το παράθυρο της Μανταλένας.
   Από τότε, μόλις άκουγα τη γλυκειά, δυνατή φωνή, ξαναφαίνουνταν μπροστά μου το ξανθόμαλλο κεφάλι με τα γαλάζια μάτια. Η Μανταλένα για μένα ήταν έν' αλλοιώτικο πλάσμα, ένα γοητευτικό τέρας, που δεν είχε παρά μαλλιά και μάτια.
 
   Σιγά - σιγά, μεγαλώνοντας, τη συμπλήρωνα, την έβλεπα καθαρά. Όταν έγεινα πια πέντε χρονών, η Μανταλένα, εκτός απ' τα μαλλιά και τα μάτια, είχε για μένα κ' ένα κατακόκκινο στόμα με κάτασπρα δόντια, που τα μπροστινά, τ' απάνω, μου φαίνουνταν σα μεγαλείτερ' από τ' άλλα· είχε ακόμα μια μύτη ίσια, στενή και μακρυά, που με δυσκολία ξεχώριζα τα ρουθουνάκια της, και δυο αυτάκια τριανταφυλλιά, στολισμένα με δυο μικρούτσικα διαμάντια. Πάντα όμως τα μάτια της έλαμπαν περισσότερο· κι' όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα 'βλεπα σα μέσα σ' ένα γαλάζιο φως. Και το μέλι ακόμα των μαλλιών της μού φαίνουνταν πως εκυάνιζε αλαφρά, σαν το παληό χρυσάφι μιας καρφίτσας που φορούσε η γιαγιά μου.
   Ήταν άραγε τόσο υπερφυσικά ώμορφη η Μανταλένα, όπως την έβλεπα απ' τα πέντε μου χρόνια ως τα επτά; Δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα. Δεν θα 'ξερα καν να 'πω ούτε τι ηλικία είχε, τον καιρό που, μαζί με τον κόσμο, την πρωτογνώρισα. Θυμάμαι πάντα το στήθος της μεστό, στρογγυλό, φουσκωμένο. Μα ήταν τότε κοριτσόπουλο δεκαπέντε χρονών ή μεγάλο κορίτσι, εικοσιπεντάρα; Αδύνατο να συμπεράνω. Το μόνο βέβαιο είναι  πως ύστερ'  από τριάντα χρόνια που την ξαναείδα, η Μανταλένα ήταν γρηά κι' άσχημη, με δυο δόντια μονάχα -εκείνα τα μπροστινά, που μου φαίνουνταν πάντα μεγαλήτερα.  Μα κι' απ' αυτό τίποτα δεν βγάζω. Μπορεί να γέρασε πρόωρα,  η δυστυχισμένη, όπως πρόωρα μπορεί να 'χε μεγαλώση και το στήθος της. Κ' η πιο άσχημη γρηά δεν μπορεί να στάθηκε στον καιρό της πεντάμορφη;
   Την ιστορία της όμως την ξέρω· κι' απ' αυτή βγάζω πως η ώμορφη Μανταλένα, αυτό το νηπιακό μου όνειρο, στάθηκε μια από τις πιο δυστυχισμένες γυναίκες του τόπου της και του καιρού της. Κ' είναι μάλιστα το πρώτο πλάσμα στον κόσμο, που μαζί με τη χαρά της Ωμορφιάς, μου γνώρισε και τη θλίψη της Δυστυχίας. Θα ήμουν τότες ως επτά χρονών. Η μητέρα μου μ' έστελνε κάθε μέρα στο σπίτι της Μανταλένας, όπου η θεια της, μια αγαθώτατη και καθαρώτατη γρηούλα, μ' εμάθαινε να συλλαβίζω  στη φυλλάδα μου και μου 'λεγε παραμύθια. Το μάθημα με στενοχωρούσε πολύ. Μια μέρα μάλιστα, θυμούμαι, πέταξα με θυμό τη φυλλάδα μου και φώναξα: «Να μου δώσετε το μηνιάτικό μου να φύγω!» (Γιατί ίσα - ίσα εκείνο το πρωί είχα πάη το ασημένιο δίφραγκο, που πληρώναμε κάθε μήνα τα πέντ' έξη παιδιά, γειτονόπουλα, του νηπιαγωγείου). Τα παραμύθια όμως τ' άκουγα πάντα μ' ευχαρίστηση, αν και τα 'ξερα πια απόξω, γιατί η γρηά δασκάλα μάς έλεγε δυο - τρία, πάντα τα ίδια. Ήμουν κατενθουσιασμένος προπάντων όταν μπορούσα, ακούγοντας το παραμύθι με τις πεντάμορφες, τις βασιλοπούλες, τις νεράιδες, τις μάγισσες, να βλέπω και τη γλυκειά Μανταλένα, πότε απ' τη μισάνοικτη πόρτα, στην καμαρούλα της, όπου κτένιζε ατέλειωτα  τα χρυσά της μαλλιά -ολάκερη ιεροτελεστία!- πότε 'κει, μπροστά μας, να κάθεται στην καρέκλα και να πλέκη ήσυχα ή να κεντά.
   Σπάνια, πολύ σπάνια μιλούσε, και σιγά - σιγά. Η φωνή της, μέσα στο σπίτι, ήταν ολωσδιόλου αλλοιώτικη, παρά όπως την άκουγα απ' το περιβόλι. Την ύψωνε καθαρή και δυνατή μόνο σαν κουβέντιαζε, απ' τα παράθυρα του δρόμου ή της αυλής, με τις αντικρινές της φιληνάδες. Φώναζε τότε και γελούσε, σαν ένα πλάσμα χαρούμενο και ξέννοιαστο. Μα μόλις τέλειωνε την κουβέντα κ' έμπαινε μέσα, το γέλιο της έσβυνε, το πρόσωπό της γίνουνταν σοβαρό, μελαγχολικό, κ' η φωνή της δεν αντηχούσε παρά σ' ένα πολύ χαμηλό τόνο, βαρύ, σχεδόν πένθιμο... Μου 'κανε μεγάλη εντύπωση αυτή η διαφορά. Πώς κτυπά ένα κουδούνι όταν του χουφτώνης ολάκερο κι' όταν πάλι το κρατάς μόνο απ' το χερούλι; Έτσι μου φαίνουνταν κ' η Μανταλένα όταν μιλούσε απ' το παράθυρο κι' όταν μιλούσε μες στο σπίτι. Μα το λυπημένο ύφος τής πήγαινε. Γίνουνταν πιο ώμορφη όταν σιωπούσε ή σιγομιλούσε μελαγχολικά. Τα χαμηλωμένα ματόκλαδα με τα μαύρα τσίνορα έρριχναν μια θαυμάσια σκιά στις γαλάζιες κόρες. Ήταν στιγμές που ζωντάνευε μπροστά μου τη Βασιλοπούλα του παραμυθιού. Κ' ήταν άλλες που μου φαίνουνταν σαν τη γαλανή Φραγκοπαναγιά, που είχε στο εικονοστάσι της μια γειτόνισσά μας κοντέσσα. Το βράδυ το 'λεγα της μητέρας μου:
   - Μαμάκα, η κυρία Μανταλένα δεν είναι απαράλλακτη με την Παναγία;
   Κ' η μητέρα μου το 'λεγε του πατέρα μου και γελούσαν.
   Ένα βράδυ, εκεί που δειπνούσαμε, ο πατέρας μου με ρώτησε:
   - Κωστάκη, άμα μεγαλώσης... θέλεις να πάρης γυναίκα σου τη Μανταλένα;
   Εγώ κούνησα αμέσως το κεφάλι μου ζωηρά, με προθυμία· κ' έπειτα, ξαφνικά, μια φλόγα ντροπής ανέβηκε στα μάγουλά μου. Εκείνοι έσκασαν από τα γέλια.
   Άλλη φορά, ρώτησα τη μητέρα μου:
   - Μα γιατί η κυρία Μανταλένα είναι πάντα λυπημένη;
   - Γιατί δεν έχει μητέρα, παιδί μου.
   - Της πέθανε;
   - Ναι.
   - Ούτε πατέρα;
   - Όχι, πατέρα έχει...
   - Και γιατί δεν είναι μαζί του;
   - Γιατί άμα έχασε τη μητέρα της, πριν γεννηθής εσύ, την πήρε η θεία της, να την έχη σαν παιδί της.
   Τόσο μόνο μού είπε η μητέρα μου και, χωρίς να τη ρωτήσω άλλο, επωφελήθηκε για να προσθέση:
   - Λυπάται, η καημένη, σα θυμάται τη μητερούλα της. Βλέπεις, παιδί μου; Τίποτα δεν μπορεί να μπη στη θέσι της μητερούλας· ούτε μπαμπάς ούτε θεία. Γι' αυτό και συ πρέπει να 'σαι φρόνιμος, να μ' ακούς, να μη με συγχίζης και να μ' αγαπάς.
   - Σ' αγαπώ, ψιθύρισα. Πάντα θα σ' αγαπώ, μαμάκα!...
   Κι από μέσα μου είπα: «Θ' αγαπώ όμως και τη Μανταλένα».
 
   Αργότερα έμαθα.
   Δεν ήταν μόνο που δεν είχε μητέρα η Μανταλένα, παρά που είχε και μητρυιά. Η μητρυιά αυτή, κάμποσα χρόνια, της είχε κάμη πολύ κακή ζωή. Δηλαδή κ' η Μανταλένα μπορεί να 'χε κάμη κακή τη ζωή της μητριάς της. Οπωσδήποτε, δεν μπορούσαν πια να ζουν στο ίδιο σπίτι. Γι' αυτό η Μανταλένα  αναγκάστηκε να φύγη από το πατρικό και να ζητήση άσυλο στο σπίτι της φτωχής της θειας.
   Την αγαπούσε τάχα ο πατέρας της; Της χάριζε ωραία πράμματα; Την έβλεπε συχνά; Τίποτ' απ' αυτά δεν μπορούσα τότε να ξέρω. Εγώ ποτέ δεν είδα πατέρα της Μανταλένας. Μα για να εξηγώ την αιώνια μελαγχολία της, μου έφθαναν οι πληροφορίες της μητέρας μου.
   Μια μέρα τη ζύγωσα ξαφνικά και της είπα:
   - Ξέρω γιατ' είσαι λυπημένη! Θυμάσαι τη μαμάκα σου που πέθανε.
   Κ' η Μανταλένα ξαφνιάστηκε, θύμωσε και μ' αποπήρε:
   - Να μου κάνης τη χάρι! μου φώναξε. Δεν είναι δική σου δουλειά!... Πήγαινε να διαβάσης τη φυλλάδα σου. Ορίστ' εκεί!...
   Μου 'ρθαν κλάμματα. Τα είδε η γρηά δασκάλα μου, μ' εχάιδεψε και μου είπε στ' αυτί:
   - Μην της μιλάς ποτέ για τη μάνα της. Της τη θυμίζεις και πικραίνεται χειρότερα. Έπειτα έχει κι' άλλα βάσανα, το καημένο. Είναι βαρειά άρρωστος ο πατέρας της.
   Μ' όλη μου την καρδιά συχώρεσα αμέσως τον απότομο τρόπο της Μανταλένας, γιατί είδα πως όλο το λάθος ήταν δικό μου. Λυπήθηκα μάλιστα πολύ που, χωρίς να θέλω, την πίκρανα. Κι' από την ημέρα εκείνη, αντί να λιγοστέψη, μεγάλωσε η παιδιάτικη λατρεία που της είχα.
   Άξαφνα ένα βράδυ, πολλήν ώρα αφού σκόλασα, ήλθε στο σπίτι μας η είδησι: Πέθανε ο πατέρας της Μανταλένας.
   Δεν ήξερ' ακόμη από θάνατο κ' η είδηση δεν μου 'καμε και τόσο φοβερή εντύπωση. Δεν φαντάστηκα αμέσως καμμιά μεγάλη συμφορά για τη Μανταλένα. Συλλογίστηκα μόνο, ότι την άλλη μέρα, θα την έβλεπα πολύ λυπημένη, ίσως και κλαμμένη. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου να μη της πω ούτε λέξι για τον πατέρα της. Θα 'κανα σα να μην έμαθα τίποτα...
   Και το πρωί, ανύποπτος μπορώ να πω, πήρα τη σάκκα μου και πήγα, όπως πάντα, στο σκολειό μου.
   Θε μου! Τι με περίμενε!
   Δεν ξέρω τι ώρα ήταν. Θυμούμαι μόνο πως ο ήλιος δεν είχε κατεβή ακόμα στο στενό μας δρόμο με τα ψηλά σπίτια. Έτρεξα το μικρό διάστημα, που χώριζε την πόρτα μας από την πόρτα της Μανταλένας, μέσα σε μια στακτερή  σκιά, δροσερή, σχεδόν κρύα. Ψήλωσα όσο μπορούσα στις μύτες των ποδιών και κτύπησα μια φορά τον σιδερένιο μπατταδούρο. Κάποιος από πάνου τράβηξε το σχοινί του σαρταρέλλου και το σκούρο λαδί πορτόφυλλο άνοιξε. Το 'σπρωξα τότε, μπήκα μ' ορμή κ' ετοιμάστηκα ν' ανεβώ. Αλλά η σκάλα, φωτισμένη ζωηρά από ένα μικρό, ανατολικό φεγγίτη, δεν ήταν ελεύθερη. Εκείνη τη στιγμή κατέβαιναν δυο άνθρωποι: Η Μανταλένα μπροστά κι' ο θειος της από πίσω.
   Στάθηκα ευθύς με το κεφάλι ψηλά.
   - Ποιος είναι; ρώτησε από πάνου η δασκάλα μου.
   Κ' η Μανταλένα, κατεβαίνοντας, με τα γαλάζια της μάτια ολάνοιχτα, καρφωμένα απάνου μου, αποκρίθηκε σιγά, μα πολύ σιγά:
   - Ο Κωστάκης...
   Η φωνή της ήταν αθόρυβη, όπως το βήμα της. Ήταν σα μιαν αληθινή οπτασία, σαν ένα πλάσμα υπερφυσικό, που κατέβαινε τη σκάλα χωρίς να την αγγίζη... Το φουστάνι της ήταν τόσο μακρύ, που αλήθεια, δεν έβλεπα τα πόδια της. Και το φουστάνι αυτό ήταν κατάμαυρο. Κατάμαυρη κι' η ζακέτα με τα στενά μανίκια. Κατάμαυρη κι' η μαντίλλια, που ήταν ριχμένη απάνω στα ξανθά μαλλιά κ' έφθανε με απλές, ίσιες πτυχές, ως πάρα κάτω από τη μέση. Με το 'να της χέρι,  κατάλευκο σαν το κερί, την κρατούσε ενωμένη κάτω  απ' το πηγούνι. Τ' αυτιά της όμως έβγαιναν έξω κ' είδα ευθύς πως σήμερα δεν ήταν στολισμένα με τα μικρά διαμάντια... Η Μανταλένα ήταν  βουτηγμένη στα φρικτά μαύρα. Δεν έκλαιγε. Μα το πρόσωπό της, κατακόκκινο, αναμμένο, είχε μια τέτοια έκφραση λύπης, πόνου, συντριβής, που μου φαίνεται πως ποτέ δεν την είδα σ' άλλο πρόσωπο ανθρώπου. Τα μάτια της προπάντων -αχ, Θε μου, εκείνα τα μάτια της! Πώς γυάλιζαν στεγνά, κατάξερα, πώς φαίνουνταν σα να 'χαν χύση όλα τα δάκρυα που μπορούσαν!
   Δυο - τρεις στιγμές μπόρεσα ν' ανθέξω στο κύτταγμά τους. Έπειτα κατέβασα τα δικά μου και ξυστά - ξυστά, τοίχο - τοίχο, κρατώντας και την αναπνοή μου, προσέχοντας να μην αγγίξω ούτ' ένα κρόσσι της μαύρης μαντίλλιας, ανέβηκα γρήγορα τη σκάλα -μα πολύ γρήγορα, σα να με κυνηγούσαν- έτρεξα ίσια στη γωνίτσα μου κ' εκάθησα, έπεσα στο σκαμνάκι μου. Τα μικρά μου πόδια έτρεμαν, σα να είχα κάμη δρόμο πολύ. Ήμουν στην κάμαρα ολομόναχος. Κανένα παιδί δεν είχ' έλθη ακόμα κ' η δασκάλα μου ήταν στην κουζίνα, απ' όπου με είδε τη στιγμή που ανέβαινε και μου φώναξε ένα θλιμμένο «Καλώστονε!» Η Μανταλένα με το θείο της βγήκαν στο δρόμο. Άκουσα το βρόντο της πόρτας που ξανάκλεισε πίσω τους και μου 'λθε να σηκωθώ και να κυττάξω απ' το παράθυρο. Ήθελα να 'βλεπα: έτσι αλαφρά, αερικά, θα περπατούσε και στο δρόμο η μαυροφόρα Μανταλένα, όπως κατέβηκε και τη σκάλα; Μα δεν τόλμησα. Κ' έμεινα στη θέση μου μονάχος, λυπημένος, συλλογισμένος. Μπορώ να πω και φοβισμένος. Γιατί η ζωντανή εκείνη εικόνα της Δυστυχίας μού είχε προξενήση λύπη μαζί και φόβο...
 
   Πού πήγαινε τάχα τόσο πρωί η μαυροφόρα Μανταλένα; Στο σπίτι βέβαια του πεθαμένου πατέρα της και της κακής μητρυιάς της. Θα 'καναν σήμερα την κηδεία. Και πότε θα γύριζε; Θα την ξανάβλεπα σήμερα; Ύστερα, το μεσημέρι, τ' απόγεμα, θα 'ρχουνταν πάλι, θα 'βγαζ' εκείνα τα φρικτά μαύρα, θα φορούσε την κόκκινη, τη γαλάζια ή την άσπρη καμιζόλα της, και θα κάθουνταν εκεί, με το εργόχειρό της, ν' ακούη κι' αυτή το παραμύθι της γρηάς;
   Τίποτ' απ' αυτά!
   Η μέρα εκείνη πέρασε ολωσδιόλου αλλοιώτικα στο σκολάκι μας.
   Τα παιδιά δεν ήλθαν, εκτός από μένα κι' από ένα άλλο. Η δασκάλα δεν μας έβαλε καινούργιες συλλαβές· μας άφισε να λέμε και να ξαναλέμε τις περασμένες. Κι' ούτε παραμύθι μας είπε, ούτε «φιγούρες» μάς έδειξε, ούτε να παίξουμε μάς έδωσε την άδεια. Όλη την ημέρα είχε το νου της αλλού. Στον πεθαμένο βέβαια και στη μαυροφόρα Μανταλένα... 
   Κ' εγώ εκεί τον είχα. Στιγμή δεν μπορούσα να ξεχάσω την πρωινή οπτασία. Ολοένα η λύπη έσφιγγε τη μικρή μου καρδιά δυνατώτερα. Πολλές φορές τα μάτια μου βούρκωσαν και τα δάκρυά μου, χοντρά και ζεστά, έσταξαν στη φυλλάδα.
   - Γιατί κλαις; με ρωτούσε ο μικρός μου συμμαθητής.
   - Έτσι, του απαντούσα -ή και δεν του απαντούσα καθόλου.
   Το μεσημέρι, κρατώντας με κόπο τα κλάματα, διηγήθηκα στη μητέρα μου τη συνάντηση που είχα κάμη στη σκάλα. Και περιγράφοντας τη Μανταλένα, της είπα:
   - Φορούσε ολόμαυρα σα γρηά.
   Η μητέρα μου, χωρίς να θέλη, χαμογέλασε· έπειτα ευθύς σοβαρεύτηκε και μου αποκρίθηκε: 
   - Η καημένη! Τώρα απόμεινε δισάρφανη. Και θ' αργήση να τα βγάλη αυτά τα μαύρα...
   Τι; Αιωνίως έτσι θα 'βλεπα μπροστά μου τη Μανταλένα, μαυροφόρα σα γρηά; Μ' αυτό δεν θα μπορούσα να το υποφέρω! Θα 'ταν σα ν' άλλαζε ο ρυθμός του παντός, σα να μην ξημέρωνε ποτέ...
   Τ' απόγεμα ξαναπήγα στο σκολειό, αλλά η Μανταλένα δεν είχε γυρίση. Μόνο ο θειός της ήλθε μια στιγμή και ξανάφυγε...
   Όσο βράδυαζε, όσο λιγόστευε το φως της ημέρας, τόσο μεγάλωνε η θλίψη κι' ο αόριστος εκείνος φόβος μου. Με τη φαντασία, έβλεπα τη Μανταλένα ακόμα πιο μαύρη, ακόμα πιο δυστυχισμένη, και τα γαλάζια μάτια της μ' εκύτταζαν μ' ένα τρόπο, που στιγμές - στιγμές μου 'ρχουνταν να ξεφωνίσω, σα να 'βλεπα φάντασμα.
   Έφαγα ανόρεκτα, έπεσα στο κρεββατάκι μου, μα στάθηκε αδύνατο  να κοιμηθώ. Η βαρειά μου καρδιά ζητούσε ένα ξεθύμασμα. Κι' άρχισα να σιγοκλαίω. Ποτέ, ως τότε, δεν είχα κάμη τέτοιο θρήνο. Κ' εγώ δεν ξέρω πόσες ώρες είχα κλάψη, με το πρόσωπο χωμένο στο προσκεφάλι. Όταν η μητέρα μου μπήκε στην κάμαρα, για να πλαγιάση κι' αυτή, με βρήκε έτσι και τρόμαξε.
   - Τι έχεις, παιδί μου;... Γιατί κλαις; με ρώτησε.
   Κ' εγώ, δυναμώνοντας το κλάμα, της φώναξα: 
   - Λυπάμαι τη Μανταλένα!
   Μ' αγκάλιασε, με σκούπισε, με φίλησε, με χάιδεψε, δεν ήξερε τι να μου κάνη για να με παρηγορήση. Κ' εγώ ξακολουθούσα να κλαίω και να λέω:
   - Λυπάμαι τη Μανταλένα!...
 
   Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε στο σπίτι της θειας της η Μανταλένα. Ούτε την άλλη, ούτε την άλλη...
   Ποτέ πια!
   Φαίνεται, πως η κακή μητρυιά είχε ξαναγυρίση στη μητέρα της, κ' η Μανταλένα μπόρεσε να καθήση πάλι στο πατρικό της, με τη γιαγιά της και μ' έναν αδελφό που είχε, μεγαλήτερο.
   Για πολλές ημέρες, έβλεπα να της κουβαλούν από το σπίτι της θειας της τα πράμματά της: Μια ντουλάπα καρυδένια, ένα φορτσεράκι με χρυσά καρφάκια, μια κασσετίνα με αχιβάδες, έναν καθρέφτη με βελουδένια κορνίζα, δυο βάζα κόκκινα. Τίποτα δεν έμειν' εκεί μέσα που να τη θυμίζη, εκτός από μια κορδελίτσα των μαλλιών, μαβιά, που κρέμουνταν ξεχασμένη απάνω απ' το σκοτεινό κομμό της θειας, στην ίδια κάμαρα που καθόμαστε τα παιδιά. Και το σπίτι μού φαίνουνταν σαν άδειο...
   Δεν την ξαναείδα.
   Πέρασαν χρόνια, μεγάλωσα, πήγα στο «αληθινό» σκολειό, άρχισα να ερωτεύουμαι κορίτσια της ηλικίας μου. Μα πάντα θυμούμουν την ωμορφιά της μεγάλης εκείνης Μανταλένας· ήταν αδύνατο να ξεχάσω την πρωτογνώριστη λύπη που μου προξένησε η δυστυχία της κ' έμεινα με την εντύπωση της μαύρης οπτασίας, που μου παρουσιάστηκε 'κείνο το πρωί.
   Δεν την ξαναείδα.
   Πέρασαν κι' άλλα χρόνια, χρόνια πολλά... Έγειν' άντρας, ξενιτεύτηκα, δυστύχησα, ευτύχησα, αγάπησα, παντρεύτηκα, χήρεψα, ξαναπανδρεύτηκα, έκαμα ένα σωρό παιδιά, έζησα κ' έφτασα στην ηλικία εκείνη που ο άνθρωπος αρχίζει να ζη περισσότερο με αναμνήσεις.
   Κι' οι αναμνήσεις αυτές με ξαναγύριζαν συχνά στην πατρίδα μου, στο πατρικό μου σπίτι, στο καντούνι μας, στο σκολάκι της θειας, στο σπίτι της Μανταλένας. Πότε άκουγα με το νου μου την καθαρή και γλυκειά φωνή της, όπως την άκουγα τότε, πριν γνωρίσω την ίδια· πότε έβλεπα το κεφάλι της με τα ξανθά μαλλιά, γυρισμένο, όπως το πρωτοείδα στο παράθυρο· πότε τα γαλάζια της μάτια, όπως με πρωτοκύτταξαν εκείνη την Κυριακή που γύριζα από την Εκκλησιά· και πότε τα ίδια αυτά μάτια, μα τόσο αλλοιώτικα, όπως μου φανίστηκαν το πένθιμο εκείνο πρωί. Έτσι, συχνότερα, οι αναμνήσεις μου 'φερναν μια Μανταλένα μαυροφόρα και θλιμμένη, σαν εικόνα υπέρτατης Δυστυχίας, και μαζί μ' αυτή, κάτι απ' τη βαθειά λύπη, κάτι απ' το θρησκευτικό φόβο, που είχε δοκιμάση τότε η παιδική μου καρδιά.
   Σαν ξαναγύρισα, μετά τριάντα χρόνια ξενητειάς, στην πατρίδα μου, ρώτησα και για τη Μανταλένα. Ζη;
   - Ζη, μου είπαν, η τρισκακομοίρα, μα καλλίτερα να μη ζούσε!
   Και μου διηγήθηκαν από τη ζωή της όσα δεν ήξερα.
   Σ' αυτά τα τριάντα χρόνια, είχε παντρευτή δυο φορές, είχε κάμη δέκα παιδιά και, καινούργια Νιόβη, τα είχε θάψη όλα ένα - ένα. Στο τέλος τής πέθανε κι' ο δεύτερος άντρας της. Ο αδελφός της, παντρεμένος, έλειπε στα ξένα από καιρό. Θεια, θειος, δεν υπήρχαν πια. Κι' η Μανταλένα, ολομόναχη, έρμη, ζούσε σ' ένα μαύρο, κατάκλειστο σπίτι, με μια ψυχοπαίδα.
   Αιστάνθηκα μι' ακατανίκητη επιθυμία να την ξαναϊδώ.
   Ξεκίνησα έν' απόγεμα και πήγα στο σπίτι της.
   Η ψυχοπαίδα, σαστισμένη, μ' έμπασε σε μια σάλα σκονισμένη, με παληούς, μαυρισμένους καθρέφτες, που τα παράθυρά της, από την αντίστασι που έκαμαν, κατάλαβα πως είχαν ν' ανοίξουν καιρό.
   Ο αέρας που έμπαινε απέξω, προσπαθούσε να διώξη κάποια μυρωδιά μούχλας και νεκρουλιάς.
   Και σε λίγο, χωρίς να με προειδοποιήση ο παραμικρός κρότος, παρουσιάστηκε μπροστά μου μια μαυροφόρα γυναίκα, μια ψηλή γρηά.
   Ήταν η Μανταλένα.
   Θα την εγνώριζα, αν δεν ήξερα πως ήμουν στο σπίτι της;
   Μου φαινεται ναι. Διατηρούσε ίσιο το ανάστημά της και ίδιο τον αέρα της. Φορούσε ολόμαυρα, όπως την τελευταία φορά που την είδα και περπατούσε αλαφρά, αερικά, σα να μην άγγιζαν τα πόδια της στο πάτωμα.
   - Με γνωρίζετε; της είπα. Ο Κωστάκης...
   - Μπα, μπα; έκαμε.
   Με θυμήθηκε. Και τα μάτια της, που τα κρατούσε μισόκλειστα μ' αδιαφορία, τ' άνοιξε ζωηρά και τα κάρφωσε απάνω μου.
   Ανατρίχιασα.
   Ήταν τα ίδια, απαράλλακτα, όπως με είχαν κυττάξη την τελευταία φορά, σ' εκείνη τη σκάλα.
   Το ισχνό, το καταζαρωμένο πρόσωπο φωτίσθηκε πάλι από το γαλάζιο εκείνο φως, τα κάτασπρα μαλλιά ξαναπήραν το χρυσό τους χρώμα που κυάνιζε, και για μια στιγμή παρουσιάσθηκε μπροστά μου η ίδια Μανταλένα της τελευταίας οπτασίας, η ίδια ζωντανή εικόνα της υπέρτατης Δυστυχίας, το ίδιο φάντασμα του Πόνου και του Πένθους.
   Τα σαράντα χρόνια που χώριζαν τις δυο στιγμές, ξαφανίσθηκαν από τη μέση και ξανάγεινα το παιδάκι, που ανέβηκε φοβισμένο τη σκάλα του σκολειού του, εκείνο το πρωί, προσέχοντας μην αγγίξη τα κρόσσια της μαύρης μαντίλλιας. Ο ίδιος αόριστος φόβος μ' εκυρίεψε κ' εκύτταξα γύρω μου, σα να 'θελα να φύγω...
 
Ξενόπουλος Γρηγόριος
Ημερολόγιον Σκόκου (1918)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου