Έτσι τον έλεγαν το σκύλο του Γιαννή του Φλόκου, Τσιρίκο. Ένα μεγάλο γκέκικο σκυλί, οπούχε γεράσει φυλάγοντας από μικρό, κουτάβι ακόμα, τα χειμαδιά ενού Βούλγαρου τσοπάνου, πάνου στα σύνορα της Μακεδονίας. Σαν μπήκε ορμητικός μέσα ο στρατός μας κι έσπειρε στον εχθρό τον πανικό, τα κοπάδια σκορπίστηκαν στα λαγκάδια και στα όρη, χρησιμεύοντας για τροφή στον ελληνικό στρατό. Μαζί μ' αυτά πήραν τα βουνά και τα τσοπανόσκυλα, τρομαγμένα από το βρόντο των κανονιών, χάνοντας τον αφέντη και το κονάκι τους. Έν' από δαύτα ήτανε κι ο Τσιρίκος. Σαν έπαψε ο πόλεμος και γύριζαν οι στρατιώτες στα σπίτια τους ο Γιάννης ο Φλόκος, αντί άλλο λάφυρο, έφερνε δεμένο ένα αγριόσκυλο, ίδιο αρκούδα, στο χωριό του. Έτσι που το αντίκρισαν, τα παιδόπουλα πήγαν και χώθηκαν ανάμεσ' από τα φαρδιά φουστάνια των μανάδων τους.
«Παναγίτσα μου, ένα θεριό!»
Ο Τσιρίκος δεν άργησε ν' αφοσιωθεί στον καινούργιο του αφέντη. Βρήκε ησυχία, ζεστασιά, καλοπέραση και σα γέρος πια που ήτανε κι ύστερ' από τόσα βάσανα και τρομάρες οπούχε περάσει, ήθελε την καλή ζωή. Είχε όμως και τις καλές του μέρες, της παλικαροσύνης, σαν ξύπναγε μέσα του η ανάγκη να προστατέψει το χτήμα από τους νυχτοκλέφτες ή από τα τσακάλια και τις αλεπούδες. Άγρυπνος όξω απ' το κατώφλι του σπιτιού, άφηνε τη βροντερή φωνή του να γεμίζει τη νυχτιάτικη ερημιά της εξοχής, κι αλίμονο σ' όποιονε κόταγε να περάσει.
Ο Γιάννης ο Φλόκος είχε τρία χτήματα στον τόπο του. Το 'να ήταν στο Μακρολίβαδο, τ' άλλο στο Βασιλικό και τ' άλλο στην Ασφακόραχη. Μα προτίμηση ξεχωριστή είχε σε τούτο δω για πολλούς λόγους.
Πρώτ' απ' όλα γιατί εδώ πέρασε τα καλύτερά του χρόνια σα ζούσε ο πατέρας του κι είχε πολλά να θυμάται απ' αυτό το μέρος. Δε μπορούσε να ξεχάσει πόση ευχαρίστηση αισθανότανε σαν ξυπνούσανε μπονώρα, αυτός, ο πατέρας του κι ο κολλίγας με τους δυο του γιους για το κυνήγι. Αποβραδίς τι ετοιμασίες, τι μπαρουτόσκαγα στη μέση για να γεμίσουνε τα φυσέκια, τι στουπιά, τι τάπες φτενές και χοντρές, τι λάδωμα στις κάνες των ντουφεκιών. Μα ήταν κι ένα δίκαννο αυτό του πατέρα του, από κείνα τα αμερικάνικα των δώδεκα, που 'χουνε ατσάλινες σωλήνες και δεν κλωτσάνε, ούτε και με άκαπνο μπαρούτι από το πιο δυνατό. Αυτός δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα κι όλο σκούνταγε τον πατέρα του.
«Ξύπνα, πατέρα, φώτισε!»
Ησυχία δεν είχε, κι ονειρευότανε πότε θα μεγαλώσει κι αυτός να 'χει δικό του δίκαννο. Μα τώρα δεν είχε παρά ένα μακρύ καλάμι -ήτανε βλέπεις πολύ μικρός για ντουφέκι- και πήγαινε μπρος σκαρφαλώνοντας στις ραχούλες σαν κατσίκι και κρατώντας το καλάμι που το 'βαζε μέσα στα πυκνά σκοίνα για να μπρογκήξει τα ορτύκια, που 'ρχονταν το Σεπτέμβρη μπουλούκια απ' το πέλαγο της Αφρικής κι έπεφταν αποκαμωμένα από την κούραση, στην πρώτη στεριά που 'βρισκαν μπρος τους. Μα και το χειμώνα λίγες μπεκάτσες, τσίχλες και τσιχλοκότσυφα βαρούσαν, νερόκοτες, λαγούς κι αγριοκούνελα; Κι όταν το χιόνι έπεφτε πυκνό και σκέπαζε πάνω από μισό μπόι τ' απέναντι βουνό, λίγες φορές ήρθαν απ' όξω απ' την πόρτα τους ζαρκάδια κι αγριογούρουνα;
Κι έτσι χωρίς κόπο τα σκότωναν, κι είχαν να τρώνε όλο το χειμώνα πασπαλά (1), που τον έβγαζε μυρουδάτον η μάνα του απ' την πινιότα (2), και τον τηγάνιζε πάνω απ' τ' αναμμένα χοντροκούτσουρα της παραστιάς.
Ήταν μοναχικό αυτό το χτήμα μέσα στα βουνά. Κοντά, πολύ κοντά ήταν και το δάσος με τις αγριοβαλανιδιές, απ' όπου πολλές φορές τη νύχτα ακούγονταν τα τσακάλια να ουρλιάζουν· μα και λύκοι είχανε κάποτες φανεί κατά κει κι είχανε ριχτεί στα χειμαδιά. Αλλά έδωσε ο Θεός κι εξολοθρέφτηκαν κι έτσι πια οι τσοπαναρέοι σύχασαν.
Ύστερα λοιπόν από τόσα χρόνια, ερχόταν ο Γιάννης στην Ασφακόραχη να ξεκουραστεί και να ξεχάσει τις αγριάδες του πολέμου, κουτσαίνοντας λίγο από κάποιο τραύμα και σέρνοντας τον Τσιρίκο από 'να σκοινί, που με το κεφάλι κατεβασμένο ακολούθαγε πειθήνιος το νέο του αφεντικό. Ο πατέρας του είχε πεθάνει τον καιρό της γρίπης παίρνοντας μαζί του σε λίγο και τη γυναίκα του. Αδέρφια δεν είχε ο Γιάννης γιατί ήταν μοναχογιός. Στο χτήμα δε βρήκε άλλον παρά τους δύο γεροκολλίγους, μοναχούς κι αυτούς, γιατί οι γιοι τους πήγαν στην Αμερική να κάνουνε βιο. Κι έτσι μόνος του ο Φλόκος με τον Τσιρίκο έφερνε βόλτα το χτήμα του, χαϊδεύοντάς τον πολλές φορές στο τριχωτό του κεφάλι και λέγοντάς του:
«Έλα, παλικαρά Τσιρίκο μου, να τα πούμε λιγάκι οι δυο τραυματίες».
Το 'χε αγαπήσει σαν παιδί του το γέρικο σκυλί του ο Φλόκος. Μα κι αυτό κρεμόταν απ' τη μιλιά του αφεντικού του κι από το κοίταγμά του. Τον ακολούθαγε στα κυνήγια του μέσα στο δάσος ή στις βουνοκορφές, και πολλές φορές σαν εύρισκε το ντορό κανενός λαγού, πήγαινε και τον έβγαζε και με κυκλικό κυνήγημα τον έφερνε βόλτα - βόλτα μπρος στον αφέντη του, «εντός βολής».
Άλλοτε μυρίζοντας πότε τον αέρα, πότε το χώμα, πήγαινε κατευθείαν στις φωλιές των αλεπούδων, κι αφού φερμάριζε απ' όξω ακούνητος σαν απολιθωμένος με όρθια τ' αυτιά και την ουρά τέζα κόκαλο προς τα πίσω, ορμούσε μέσ' στην τρύπα σκάφτοντας σα λυσσιασμένος το χώμα, κι έκανε μακελειό εκεί μέσα. Σε μια τέτοια φοβερή μάχη έχασε την άκρια απ' τ' αριστερό του αυτί και τόνα του μάτι, που παρ' ολίγο να χυθεί από το νύχι ενός τσακαλιού· ήτανε πάντα κόκκινο και σα νερουλιασμένο. Αν δεν ήτανε έτσι μεγαλόσωμος, ο Τσιρίκος δε θα 'χε αφήσει αλεπού γι' αλεπού· αλλά πού να χωρέσει στις φωλιές τους! Δεν είχε και πάντα την όρεξη να σκάφτει με τα μπροστινά του πόδια για ν' ανοίξει την τρύπα πιο μεγάλη και να τις συγυρίσει αυτές τις καλιακούδες όπως έπρεπε· γέρος βλέπεις. Εσκέφτηκε όμως να κρύβεται πίσω από κάτι πυκνά χαμόκλαδα κοντά στη φωλιά κι όταν αυτές οι πονηρές ξεμύτιζαν προφυλαχτικά για να χυθούνε στ' αμπέλι και στα κοτέτσια, έπεφτ' απάνω τους σαν κεραυνός. Αλλ' αυτό λίγο βάσταξε, γιατί εκείνες πολύ πιο πονηρές απ' τον Τσιρίκο, αποφάσισαν μια νύχτα να κουβαλήσουν αλλού το σπιτικό τους και τον άφησαν στα κρύα του λουτρού -υπόθεση που έριξε το φτωχό Τσιρίκο σε μεγάλη συλλοή.
Πέρασαν δύο τρία χρόνια έτσι· κάτι με τους τρύγους στ' άλλα χτήματα, κάτι με το σκάψιμο, με το πότισμα, με τις ελιές, ο καιρός κυλούσε. Ο Φλόκος, μ' όλο που ήτανε καλός σε όλα του, είχε αποχτήσει ένα μεγάλο ελάττωμα στο στρατό. Είχε γίνει μπεκρής. Το 'τσουζε καλά, μωρέ μάτια μου, τόσο που πολλές φορές γινότανε κουτούκι απ' το μεθύσι. Τώρα μάλιστα που κι η μοναξιά τον βάραινε, στο κρασί το 'ριχνε για να παρηγοριέται. Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, σαν ήτανε μέρες βροχερές και δεν πήγαινε στα χτήματα, μέσ' του Σκορδοπατάκια την ταβέρνα μακριά από την Ασφακόραχη ως μια ώρα. Εκεί εύρισκε κι άλλους εργάτες και συχωριανούς κι άρχιζαν την κουβέντα κουτσοπίνοντας. Το βράδυ σα γύριζε σπίτι τρικλίζοντας, η γριά κολλήγισσα που τον άκουγε ν' ανεβαίνει την πέτρινη σκάλα, έλεγε στο γέρο της:
«Άκου πώς ανεβαίνει ο τρεκλαδίπλας· καμιά ώρα θα μου γκρεμίσει τους τενεκέδες με τα βασιλικά μου και τους κατιφέδες μου απ' το πεζούλι. Πού είσαι, γέρο αφέντη μας, να δεις την κατάντια του μονάκριβού σου;»
Ο Γιάννης είχε αρχίσει να στενοχωριέται· η συντροφιά του σκύλου του και των κολλήγιδων δεν του ήταν αρκετή· μα ούτε και στο κρασί εύρισκε κείνο που ποθούσε η καρδιά του. Ήταν νέος γερός, λεβέντης, είχε και βιο. Όσο για το κούτσαμα, ήταν τόσο λίγο που σχεδόν δε φαινότανε. Ένα πρωί γυρίζοντας στο δάσος για κάνα τρυγόνι, συναπαντήθηκε με τη Θυμιώ τη σγουρόμαλλη, που όταν έφυγε για τον πόλεμο την άφησε τόση δα παιδούλα και τώρα την ξανάβλεπε κοπέλα της παντρειάς. Έτσι που η Θυμιώ αντίκρισε το σκύλο, φοβήθηκε πολύ, τόσο που πήγε να την εύρει λιγοθυμιά και κόλλησε στον κορμό μιας βελανιδιάς κρατώντας την καρδιά της. Έτρεξ' ο Φλόκος και την ησύχασε, μα κι ο Τσιρίκος πήγε κοντά της κουνώντας την ουρά του.
Πιάσανε την κουβέντα· θυμήθηκαν ο ένας τον άλλο πώς ήτανε μικροί κι αυτός τής έλεγε με χαμηλή και γλυκιά φωνή, που την έκανε κάτι να νιώθει μέσα της: «Πώς ομόρφηνες, βρε Θυμιούλα, είδα κι έπαθα να σε γνωρίσω, φτου να μη βασκαθείς. Χαρά στον που θα σε βάλει στην αγκαλιά του μέσα».
Ο Γιάννης ήταν τολμηρός στις κουβέντες του κι αυτό έκανε τη Θυμιώ να κατεβάσει τα μάτια. Πήγε ο νους της στο κακό. Ερημιά, μέσα στο δάσος, κι αυτή μονάχη της. Πριν τελειώσει ο Γιάννης την κουβέντα του, «γεια σου», του λέει εκείνη, και πήρε δρόμο βιαστική σαν την κυνηγημένη ελαφίνα. Ο Φλόκος στάθη και την κοίταζε έτσι που 'στριβε ανάμεσ' από τους θεόρατους κορμούς των δέντρων. Κορμάκι γεμάτο, καλοδεμένο μέσα στο τσιτωτό φαντό φουστάνι, ανατάραζε τις λαχταριστές καμπύλες του, έτσι καθώς έκανε πέρα τον ανήφορο κι έβαζε στο νου του Γιάννη πολλούς κι όμορφους πειρασμούς. Μα κι αυτηνής χτυπούσε η καρδιά της κι ένιωθε να τρέμουνε τα πόδια της, παρ' όλο που το βήμα της φαινότανε σταθερό. - Τι μάτια βαθιά μαβιά, σαν τον ουρανό όντας νυχτώνει. Κι η φωνή του ζεστή και γεμάτη τσακίσματα που σου λιγώνουν την ψυχή.
Ξανανταμώθηκαν δυο τρεις φορές κάνοντας στην αρχή τον αδιάφορο, μα η τόλμη του Φλόκου έφερνε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Κι ένα γλυκό δειλινό, την ώρα που οι χρυσοκόκκινες αχτίνες του ήλιου παιχνίδιζαν ανάμεσα από τα πυκνόφυλλα των βελανιδιών και ραίναν με πέταλα φωτεινά το ερωτευμένο ζευγάρι, η Θυμιούλα η σγουρόμαλλη και ορθοστήθα λαχτάριζε σαν το ψάρι κάτω από τα πυρωμένα χείλη του λεβεντόκορμου παλικαριού. Ο Τσιρίκος σαν κάτι να 'νιωθε, σηκώθη από τη θέση του κι έβλεπε ανήσυχος τριγύρω, έχοντας το μάτι του καραούλι μην πάει κι έρχεται κανείς. Και το ζευγάρι έμεινε κει ευτυχισμένο ακούγοντας κάποιο αηδόνι που σα μεθυσμένο ξελαρυγκιαζόταν από το πολύ τραγούδι· και χάιδευαν χαμογελώντας τώρα το γέρο Τσιρίκο που ήταν ξαπλωμένος μπροστά τους, με το βαρύ του κεφάλι ακουμπισμένο στης Θυμιώς την ποδιά. Αγαπήθηκαν τρελά κι ένα πρωί ύστερ' από λίγον καιρό, ευλόγαγε ο παππάς το γάμο τους στο ερημοκκλήσι της Αγια - Σωτήρας.
Απ' αυτό το γάμο γεννήθηκε ένα όμορφο σγουρόμαλλο αγοράκι με σκούρα μαβιά μάτια. Μα ποια μοίρα σκληρή ζήλεψε την ευτυχία του Φλόκου; Η γυναίκα του, η χρυσή του Θυμιούλα, πέθανε πάνω στη γέννα. Αχ! Ποιο μάτι κακό τούς εβάσκανε κι έπεσ' ο μαύρος χάρος στην όμορφη φωλιά τους; Κι ο Φλόκος έχυνε δάκρυα φλογερά φωνάζοντας τη γλυκιά του γυναικούλα που τόσο γλήγορα την έχασε για πάντα: «Θύμιω μου, Θυμιούλα μου, πού είσαι, περδικούλα μου;» Κι έτρεχαν βρύση τα μάτια του. Ο Τσιρίκος καθόταν σκεφτικός στα πισινά του πόδια και στο νερουλιασμένο μάτι του κάτι τρεμοσάλευε σα δάκρυ έτοιμο να χυθεί, κι όταν ο Φλόκος έπαιρνε το μωρό στην αγκαλιά του κι απαλοχάιδευε το χνουδάτο του μουτράκι κλαίγοντας, ο Τσιρίκος δειλά και κουρασμένα σερνόταν ως εκεί και, βγάζοντας τη γλώσσα του, έγλειφε την άκρια απ' το γυμνό τριανταφυλλένιο ποδαράκι που ξεπρόβελνε μέσ' από τις άσπρες πάνες, σα να συμπονούσε κι αυτός και σα να 'θελε κάτι να προσθέσει στο στερημένο από της μάνας του τα χάδια, άτυχο μωράκι· κι ύστερα κάθιζε με το κεφάλι κάτω έχοντας τα δυο του μπροστινά πόδια σταυρωτά βαλμένα τόνα πάνω στ' άλλο.
Ο Φλόκος κατοικούσε στην απάνω κάμαρη του σπιτιού, που 'βγαινε στο χαγιάτι με την πέτρινη σκάλα. Από κάτου το κατώι ήταν διπλάσιο και χωρισμένο σε δυο κάμαρες. Στη μια, την πατωμένη, είχε βάλει την κούνια του παιδιού γιατί ήταν εκεί μέσα ένα καλό τζάκι που δεν εκάπνιζε και για να το 'χει έγνοια η γριά κολλήγισσα που τ' αγάπαγε και το 'χε μη στάξει και μη βρέξει. Μια γερή και ροδομάγουλη παραμάνα ερχόταν με τις ώρες και το βύζαινε, και τη νύχτα σαν ξύπναγε η γριά το ξεγέλαγε με λίγο ρωγοβύζι, χαμομηλάκι ή γλυκάνισο. Έπιπλο δεν είχε άλλο εκεί μέσα από 'να ξύλινο με στρίποδα κρεβάτι της γριάς (ο γέρος κοιμόταν από δίπλα κοντά στο γιούκο), ένα πολύ μεγάλο τραπέζι που 'πιανε σχεδόν τη μισή κάμαρη μ' ένα μεγάλο νταμωτό σεντόνι, ψηλά σε μια γωνιά μια εικονίτσα της Παναγιάς με λίγα ξερά βασιλικά. Στο μεγάλο αυτό τραπέζι, η κολλήγισσα έκανε χίλιων λογιών δουλειές· άνοιγε χυλοπίτες, άπλωνε μουσταλευριές, έκοβε τ' αλατζαδένια πανωβράκια του αντρός της. Ήτανε φτιαγμένο επίτηδες από κείνο τον καιρό οπού 'βαζε κλαρί για το κουκούλι· μια κι είχε μπόλικες τάβλες, το 'κανε καλό ν' αξίζει.
Η γριά κολλήγισσα ήτανε ήσυχη και καλή γυναίκα, αγάπαγε όλα τα ζωντανά και πολύ τα περιποιότανε. Μόνο τον Τσιρίκο τον φτωχό δεν είχε μάτια να τόνε δει. Κι όλο μουρμούριζε όταν έβλεπε το Φλόκο να κάνει πέρα ακολουθάμενος απ' το πιστό του σκυλί: «Χαρά στην αγάπη οπού 'χει, γιε μου, στο μούργο, στον παλιοκοπρίτη που τρώει χαράμι τα κουμούτσα (3). Που κακόν καιρό να 'χει, μου γέμισε ψύλλους και τσιμπούρια την κατσούλα μου, τη Μπάμπω μου... Ψι ψι ψι, που 'σαι, μωρή Μπάμπω, έλα, τρομάρα σου, να σε ξεψειριάσω...»
Δεν είχε όμως δίκιο η γριά, γιατί ο καημένος ο Τσιρίκος φρόντιζε για την καθαριότητά του, και τον έβλεπες ώρες ολόκληρες να ψυλλίζεται στον ήλιο με τη μούρη χωμένη μέσ' στο μαλλιαρό του σώμα και πολλές φορές που του ξέφευγε κάνας ψύλλος και χανόταν μέσα στο πυκνό δάσος της άγριας τρίχας του, γρύλιζε μέσα απ' τα δόντια του έτσι που έβαζε κάθε προσπάθεια να τον τσακώσει. Όσο για την κατσούλα, τη Μπάμπω, την είχε πρώτη φιλενάδα κι ας φώναζε η γριά· μαζί τρώγανε στην ίδια καβάβα χωρίς να μαλώνουνε, και το χειμώνα σαν η Μπάμπω τουρτούριζε, αυτός της άνοιγε την παχιά του γούνα, την αγκάλιαζε καλά, κι αυτή χουζούρευε μέσα στη ζεστασιά της κοιλιάς του Τσιρίκου έχοντας βγαλμένο μόνο το παρδαλό της κεφαλάκι ανάμεσ' απ' τα σκέλια του.
Μια μέρα χειμωνιάτικη, πολύ κρυαδερή, οπού 'χε από βραδύς χιονίσει, η γριά θυμήθηκε να πάει κάτου στο ρέμα οπού 'ταν στα ριζά του βουνού, για να πλύνει με τον κόπανο μερικά στρωματσόπανα και κάτι θειαφοσακούλες. Την είχε πιάσει από μέρες πριμούρα να κάνει αυτή τη δουλειά. Μα πέρασαν ώρες κι ακόμα να φανεί, χρόνιασε η ευλογημένη. Μην πάει και κοκκάλωσε με τέτοια παγωμάρα; Ο γέρος έλειπε κι αυτός απ' το πρωί στο μύλο που ήταν μακρυά στους Κάμπους· πότε ν' αλέσει τόσο στάρι, τρία φορτώματα ήταν αυτά. Κι ο Φλόκος ήταν στο μαγαζί, στην ταβέρνα πάλι του Σκορδοπατάκια. Ενάμιση χρόνο είχε να φανεί κατά 'κει, μα τώρα πάλι να που τον έσπρωχνε η καρδιά του στο καπηλειό. Τώρα εύρισκε πιο πολύ ευχαρίστηση στο σπίρτο, τη σούμα· φέρνει όμορφη ζαλάδα, θολώνει γλυκά το νου και δε συλλογιέται κανείς τίποτα· κι αυτό το κάψιμο που σου δίνει στο λαρύγγι, έτσι που κατεβαίνει στην καρδιά, κάνει να περνάνε όλ' οι πόνοι κι οι στενοχώριες αυτού του μαύρου ντουνιά. «Ε ρε, παλιόκοσμε, γιατί γεννιόμαστε, δε μου λες;»
Πέρσι σαν τέτοιο καιρό, πόσο αλλιώτικη ήταν η ζωή του. Ήσυχος, ευτυχισμένος κοντά στη γυναικούλα του που τήνε λάτρευε, μέτραγε στη ζεστασιά της αγκαλιάς της τις μέρες, που με τις πρώτες αυγουστιάτικες ζεστές πνοές, σα μέστωναν οι ροδακινιές και φούσκωνε το μοσκάτο σταφύλι, θα του 'φερναν τον πιο γλυκό καρπό που πόθησε η ψυχή του. Κι όσο έπεφτε πυκνό όξω το χιόνι και το ποτάμι επάγωνε, τόσο μεσ' στη φωλιά της περδικούλας του ήταν όλα γλυκόχνωτα και γελαστά. Γι' αυτό σήμερα ο Φλόκος με βαριά καρδιά κατεβάζει με την κούπα το σπίρτο, τη σούμα, και καίει τα σωθικά του πάλι στην ταβέρνα του Σκορδοπατάκια.
Η παραμάνα, σα βύζαξε καλά καλά το μωρό, το σκέπασε, έριξε δυο κούτσουρα στην παραστιά κι έφυγε χωρίς να κλείσει καλά την πόρτα οπού 'βγαινε στον καλαμοφράχτη με τις αγριομπουρνελιές. Βαρέθηκε να περιμένει την κολλήγισσα· κόντευε να σουρουπώσει κι είχε να πιάσει προζύμι και να 'τοιμάσει τις πινακωτές. Ο Τσιρίκος είχε αποκοιμηθεί αγκαλιά με τη Μπάμπω δίπλα στην παραστιά.
Κείνη την ώρα, πέρ' από τις γράνες κατά τα χειμαδιά, ακούστηκαν ξαφνικές ντουφεκιές. Τι να 'ναι, κάνε μου; Μήπως και πήγαν να κλέψουν στα μαντριά; Γιατί ακούστηκαν και σα βελάσματα γιδιών· ή καν' αγριογούρουνο, που το 'σφιξε το κρύο, ήρθε από μόνο του κι έπεσε στη μπούκα των τσοπαναρέων;
Θα πέρασε πάνω από μισή ώρα· το σούρουπο κατέβαινε μουντό σταχτερό, φέρνοντας αργά ξοπίσω του την πάχνη από τις ψηλότερες βουνοράχες.
Η γριά, μισοκοκκαλιασμένη, φάνηκε 'κει κάτω μακριά στο κατηφόρι να 'ρχεται. Ο Φλόκος με το γιακά σηκωμένο, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες της πατατούκας του και με το μαλλιαρό του σκούφο βαλμένον ως τ' αυτιά, γύριζε απ' το μαγαζί πιωμένος στα γερά. Παραξενεύτηκε σαν είδε την πόρτα ορθάνοιχτη με τέτοιο κρύο και τρικλίζοντας πέρασε το κατώφλι. «Καλοκαίρι σ' έπιασε, βρε κυρούλα;» είπε κι έκανε να προχωρήσει. Μα πριν να κάνει ένα βήμα, με μια κίνηση απότομη έβαλε τρομαγμένος το 'να χέρι στην καρδιά του και τ' άλλο, πετώντας πίσω το σκούφο του, το 'μπηξε μεσ' στ' ανορθωμένα του μαλλιά. Μπροστά, στα πόδια του, η Μπάμπω, η κατσούλα με την κοιλιά ανοιγμένη· παρά 'κει, σεντόνια ματωμένα, πανιά ξεσκισμένα, πράματα αναποδογυρισμένα, και το μακρύ σεντόνι, που σκέπαζε το μεγάλο τραπέζι, μόλις κρατιότανε από 'να μικρό λαγήνι, άκρη άκρη κρεμασμένο, ίδιο κουρτίνα, ως κάτου στο πάτωμα. Το βλέμμα του, που ξαστέρωσε μονομιάς απ' της σούμας τους ατμούς, πήγε σαν αστραπή στην κούνια του παιδιού του. Ένας σωρός ρούχα κουβαριασμένα κι από μια γωνιά ξεπρόβελνε σαν κάτι ματωμένο, σαν κάτι φαγωμένο!
Κι ο σκύλος, με τα δόντια κόκκινα, με μάτια που 'βγάζαν φωτιές, τριγύριζε γρυλίζοντας στην κάμαρη, ενώ μια μεγάλη σταγόνα αίμα πηχτό εστράγγιζε αργά από τα πλαδαρά του χείλια...
«Λύσσαξε και μου το 'φαγε», στριγγά πνιχτά ο Φλόκος βόγγηξε και του λύθηκαν τα γόνατα. Κρύος ιδρώς τον έλουσε κι άρχισε σύγκορμος να τρέμει. Τώρα μία θολούρα γένηκε σαν σύννεφο θανατερό μεσ' στ' ανακατωμένο του μυαλό. Το μάτι του πήγε πάλι τρέμοντας εκεί κατά την κούνια. Αντίκρυσε άλλη μια φορά το ματωμένο κρέας που έτσι απαίσια ξεπρόβελνε, και με μια φρίκη ανείπωτη έστριψε δώθε τα μάτια.
Μα ξαφνικά, σαν να τον κέντρισε κάποιας οχιάς το δόντι, ορθώθηκε σαν λέοντας και μ' ένα ξεφωνητό βραχνό ορμάει στο σκυλί του. Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Με δόντια, με νύχια, με μια ξεφρενιασμένη δύναμη το άδραξε απ' το λαιμό. Η πάλη ήταν φοβερή. Ο Φλόκος έμπηχνε με λύσσα, με μανία, τα νύχια του στις σάρκες του άμοιρου ζώου και σ' ένα απαίσιο, φρικιαστικό σύμπλεγμα κυλιότανε στο πάτωμα μέσα σε τρίχες, σ' αίματα, σπαράζονταν το σκυλί του. Σε μια στιγμή, καθώς το 'πιασε απ' τις δυο μασέλες, με τόση δύναμη τις τράβηξε αντίθετα που ως κάτω στο λαιμό τις ξέσκισε στα δύο. Τώρα ο Τσιρίκος εσφάδαζε κατά γης και το ζεστό του αίμα έτρεχε βρύση απ' τις πληγές του. Για μια στιγμή τόνα του πόδι, καθώς ετιναζότανε σ' ένα στερνό σπασμό, μπλέχτηκε στο μακρύ τραπεζομάντηλο και το 'ριξε καταγής. Του Φλόκου τα μάτια τεντώθηκαν ορθάνοιχτα, καρφώθηκαν σαν δυο ατσάλινα στιλέτα εκεί στη γωνιά κάτ' απ' το μεγάλο τραπέζι. Κι έτσι που ακόμα έφεγγε λίγο από το γέρσιμο της μέρας μέσα στην αναστατωμένη κάμαρα, είδε εκεί από κάτω έναν όγκο σκούρο, έν' άλλο ζώο, ξεσκισμένο, χιλιοδαγκωμένο, ψόφιο, πεσμένο μπρούμυτα, με το κεφάλι χωμένο κάτω απ' την κοιλιά. Ένα λυκόπουλο μέτριο στο μπόι, που δεν ανάσαινε πια και που τόσην ώρα το κρεμασμένο μεγάλο τραπεζομάντηλο έκρυβε έτσι προφυλαχτικά. Δεν πίστευε στα μάτια του· λυκόπουλο ή τσακάλι; Όχι, λυκόπουλο με τα ούλα του. Σαν αστραπή του 'ρθε στο νου κάτι που πολλές φορές άκουσε απ' τους τσοπαναρέους: Πως είχανε δει κάποτε, κατά κείθε απ' την Αητόραχη, στης Παπαδιάς το ρέμα, λύκους να πίνουνε νερό.
Τρικλίζοντας ο Φλόκος πήγε κατά την κούνια κι ο ανταριασμένος του λογισμός του σάλευε τα φρένα. Από μιαν άκρη έβγαιν' ένα ποδαράκι ματωμένο. Έν' «άχ!» σπαραχτικά του ξέσκισε τα σπλάχνα.
«Παιδάκι μου», φωνάζει καιπετάει με απόφαση τα κουβαριασμένα ρούχα, μην ξέροντας τι θ' αντικρίσουν τα μάτια του. Το μωρό κοιμόταν ήσυχο, απείραχτο, κι ένα κομμάτι ουρανού αχνόφεγγε ανάμεσ' από τα μισοκλεισμένα του βλέφαρα. «Παιδάκι μου», ξανάπε σιγανότερα ο Φλόκος κι η φωνή του έτρεμε. Έσκυψε πιο κοντά κρατώντας την αναπνοή του και τό 'βλεπε αχόρταγα ανάμεσα απ' τα δάκρυά του. «Κοιμάται, ζει, ανασαίνει...»
Κοίταξε προς τον τοίχο την εικονίτσα της Παναγιάς και κίνησε το χέρι του σε σταυροκόπημα. «Και το ματωμένο του ποδαράκι;» Σκουπίζοντας με μια κίνηση τα μάτια του στο πάνω μέρος των μανικιών του, το εξετάζει με προσοχή το μικρούλι, παχουλό κι αγαπημένο ποδαράκι· καμιά πληγή, κανένα δάγκαμα. Το 'χε γλείψει κατά τη συνήθειά του ο άμοιρος Τσιρίκος μετά από το μακελειό και σώριασε με το ματωμένο στόμα του όλα τα ρούχα πάνω στο παιδάκι, για να το προφυλάξει ακόμα και για να το βεβαιώσει, πως ως το θάνατο έφτασε για να το γλιτώσει απ' τον άγριο εχθρό. Το παχουλό, τριανταφυλλένιο ποδαράκι πάντα δεν το 'γλειφε δειλά, έτσι που ξεπρόβελνε μεσ' απ' τις άσπρες πάνες, σαν να 'θελε κι αυτός κάτι να προσφέρει στο στερημένο από της μάνας του τα χάδια άτυχο μωράκι;
Κι ο Φλόκος, χτυπώντας το κεφάλι του, ολόλυζε:
«Αχ! Τι έκανα! Τι έκανα!...»
Ταρσούλη Αθηνά
Περιοδικό «Νέα Εστία»,
τεύχος 18-19, Νοέμβρης 1927
Σημειώσεις:
(1) πασπαλάς: παστό κρέας από αγριογούρουνο
(2) πινιότα: κιούπι
(3) κουμούτσα: ξεροκόμματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου