Ο παπάς, πρωινός καθώς ήταν και εδιάβαζε στο κελί του εξαφνιάστηκε.
Επρόβαλε ξέσκουφος, αχτένιστο ακόμη το κεφάλι του, από το βορειανό παραθυράκι, που βλέπει προς τη μικρή τη «χορεύτρα» της εκκλησιάς.
Ο ήλιος ανεβασμένος δυο τριχιές απάνω στον Ταΰγετο έσκυφτε τώρα και έκανε να κοκκινίζουν πιο πολύ τα κόκκινα βράχια της Πετραχώρας κατάγναντα.
Ο παπάς για μια στιγμή εθαμπώθηκε από την αντηλιά.
Έφερε το χέρι του σκιάδι στο ματόφρυδό του και γλήγορα εχόρτασαν τα μάτια του το φως.
Έβλεπαν τώρα ολάνοιχτα και δεν εχόρταιναν τον τρόμο.
«Οι καταραμένοι! Οι καταραμένοι!»
Έσερνε τα ψαρά του γένια με την ψυχή γιομάτη φρίκη και εκαταριόταν.
«Οι καταραμένοι! Οι καταραμένοι! Το είπαν και το κάμανε!...»
Κάτω στο πεζούλι της αυλής η θεια - Αβράμαινα η κελάρισσα ετραβούσε τα μάγουλά της.
«Μπα, φωτιά να τους κάψει! Μπα, φωτιά να τους κάψει! Το κακό που μας κάμανε!...»
Αντίκρυ, στην πόρτα της εκκλησιάς, κοντοσκοίνι δεμένο με γαϊδουράκι, με τα κουρέλια και τα παλιόρουχα πανωκάπουλα φορτωμένα, χωρίς σαμάρι, εβουρδούλιζε την ουρά του πέρα δώθε, να διώχνει τις μύγες, που σύγνεφο απάνω του εβούιζαν και το τσιμπούσανε.
Εκατοχρονίτικη και ακόμη πρέπει να ήταν η έχθρα, που εχώριζε θανάσιμα τα δυο χωριά.
Και το χώρισμα αυτό τόσα και τόσα χρόνια δεν το είχανε στομώσει οι τόσοι σκοτωμοί.
Η αιμόχαρη Θεά, που ελατρεύανε με ακοίμητο μίσος, δεν εχόρταινε την άσβεστη δίψα της στο κόκκινο ποτάμι, που εχυνόταν ανάμεσα στα δυο χωριά. Ήθελε και άλλο, και άλλο.
Και όσο έπινε, τόσο εδιψούσε, περισσότερο.
Και όσο αυτή εδιψούσε, τόσο και το ποτάμι εφούσκωνε.
Τα χρονικά της έχθρας τους συγκρατημένα στη μνήμη των «οψιμόγερων» και από γενιά σε γενιά μ' ευλάβεια περισσή παραδομένα, ανιστορούσαν αιματοκυλίσματα και σπαραγμούς. Μα την ολόπρωτη αφορμή, που τους εχώριζε, χαμένη στα κατάβαθα των περασμένων, ούτε την ήξερε κανείς, ούτε κανείς μπορούσε να τη μάθει.
Η ιστορία η άγραφτη εσάστιζε κι έπαιρνε τη θέση της ο θρύλος.
«Έτσι το βρήκαμε, σου λέει, πάππου - προς πάππου!»
Σε κάθε καινούργιο φονικό από το ένα χωριό ή από το άλλο, τα άλλα χωριά τα κοντινά εκουνούσαν το κεφάλι.
«Πάλι χαρές ο Χάρος!»
«Το ένα του πόδι στη Χαλκόχωρα, τ' άλλο στην Πετραχώρα!...»
Και αλήθεια το 'λεγαν. Όσο και αν την επλάνευε η τραγική τους ειρωνεία την αλήθεια.
Ο χάρος εβράδιαζε στη Χαλκόχωρα και εξημερωνόταν στην Πετραχώρα.
Εθρηνούσανε τον σκοτωμένο τους νεκρό οι Χαλκοχωρίτισσες, και πριν να φυτρώσει στο μνήμα του το πρώτο χορτάρι, οι Πετραχωρίτισσες σκυμμένες στο χερόμυλο ετρίβανε σιτάρι για το «χόντρο» κι εμοιρολογούσαν.
«Οι οχτροί θα πάρουν πίσω σύνταχα το αίμα τους!...»
Το κακό δεν έδειχνε να σταματήσει.
Το μίσος τους λες κι είχε ρίξει ρίζες βαθιές μέσα στους τάφους, που η πολυχρόνια έχθρητα άνοιξε ανάμεσό τους.
Από την άγριά τους ψυχή είχε πετάξει τρομασμένη κάθε αγάπη. Και τόσο εσυνηθίσανε τα μάτια τους το αίμα κι εμέστωσέ τους η καρδιά στο χύσιμό του, που και του λόγγου τα θεριά θα τους εζήλευαν.
«Ο Γιαννούκος ο “άρχοντας” μαζεύει γραφές... Όταν μισέψει για το μακρινό του ταξίδι, δε θαν τ' αστοχήσουμε!... Θε να σας στείλουμε την κατούνα του ξεπλερωμή για την τρέβα!...»
Ήταν από τις άγριές τους συνήθειες να στέλνουν ονειδιστικά πειράγματα αναμεταξύ τους. Εξαιματώναν έτσι την πληγή κι εξάναφταν το λαγοκοιμισμένο μίσος τους.
Οι Χαλκοχωρίτες ήτανε σε «χρέι».
Μια νύχτα τώρα τελευταία, στα λουπινοχώραφα, έξω στο καρτέρι, τους είχαν ξεπαστρέψει έναν από τους «κάλλιους» της γενιάς οι Πετραχωρίτες. Κι έμενε ακόμη «αγδίκιωτος».
Είτε γιατί εφυλάγονταν οι εχθροί, είτε γιατί οι Χαλκοχωρίτες, όσο κι αν την εγύρευαν, δεν εύρισκαν κατάλληλη ευκαιρία, αργήσανε «να πάρουνε πίσω το αίμα τους».
Οι Πετραχωρίτες ξεχύνανε το μίσος τους σε περιγέλιο. Τάχα από τη δειλία τους τόσον καιρό αποφεύγανε να χτυπηθούν μαζί τους οι εχθροί, ενώ «έσκουζε το αίμα τους». Κι επαράγγελναν κάθε τόσο στους Χαλκοχωρίτες περιπαιχτικά με τον Πραματευτή το Γυρολόγο.
«Ο Γιαννούκος ο “άρχοντας” πεθαίνει... Σαν πεθάνει δε θα σας λησμονήσουμε κι έννοια σας... Θα σας στείλουμε τα υπάρχοντά του, ξεπληρωμή, για να κάμουμε αγάπη!...»
Ο Γιαννούκος ήτανε λωβιάρης. Άγνωστος μια ημέρα έπεσε από τα σύγνεφα. Επαράδειρε κάμποσο, κι εκόνεψε από τότε σε ένα ερημοκκλήσιδο μες στο λαγκάδι, ανάμεσα στα δυο χωριά, κοντύτερα στην Πετραχώρα. Παντοτεινός τους εκεί τρόμος, να τους κολλήσει την αρρώστια και στα δυο χωριά.
Μα δεν είχε και δύναμη να κινηθεί ο άμοιρος. Έμενε πάντα του στο απόμερο ερημάδι σα σπιτόφιδο. Και έτσι τον άφηναν.
Κάποτε και πότε οι Πετραχωρίτες οι βουκόλοι που κατακεί αραδίζανε για να ποτίσουνε στη Λούμπα την Αθολωτή τα γελάδια, από μακριά τού πετούσαν περαστικά κανένα αποκόμματο.
Κι εζούσε σα σκυλί.
Τι σκυλί και σκυλί; Και το σκυλί έχει στον ήλιο μοίρα.
Αυτός, κι απομόναχος, έσερνε τα λυγδερά του κουρέλια κι έξυνε στον ήλιο τις πληγές του. Εφούσκωνε η σάρκα του πρησμένη, και όλο του το κορμί από σπυριά και λέπια σκεπασμένο εσάπιζε.
Όλοι εφοβούνταν την αρρώστια του κι από μακριά. Η πρόληψή τους τη συνταύτιζε με την πανούκλα ή τη χολέρα.
Ετρέμανε τη λέπρα του Γιαννούκου, κι άνοιγαν διάπλατες τις πόρτες στο θανατικό, που είχε θρονιάσει ανάμεσα στα δυο χωριά το μαύρο μίσος τους και τους δεκάτιζε αγιάτρευτη πανούκλα.
Οι Πετραχωρίτες το 'λεγαν μόνο. Σαν αναγέλασμα και σα φοβέρα το συχνόλεγαν.Έτσι για να πληγώνουν τους εχθρούς. Δεν το 'βαναν στο νου τους να το κάμουν κι έργο.
Μα η Κατερίνα η χήρα το 'δεσε. Το 'δεσε κόμπο μυστικό στο μαύρο γεμενί της.
Τον άντρα της, το Βαγγέλη Μουσμούλη, της τον είχαν σκοτωμένο οι Χαλκοχωρίτες δώ και δέκα χρόνια.
Α, πώς το θυμάται, πώς το θυμάται! Σαν να ήταν χθες;
Εγύριζε από το λόγγο με τη μούλα τους φορτωμένη ξύλα κι ενυχτώθηκε. Είχε δεν είχε προσπεράσει το Διλάγκαδο. Κάτω στα Κουμαρίστικα οι εχθροί τού εκράταγαν «χωσία». Κρυμμένοι πίσω από τους αρμακάδες μέσα στα λαχίδια τού άναψαν σταυρωτά.
«Α, τα σκυλιά, τα σκυλιά δεν έχουν πίστη!...»
Οι τουφεκιές, μια πάνω στην άλλη, ακούστηκαν καθαρά στη βραδινή σιγαλιά πάνω ως την Πετραχώρα.
Η Κατερίνα εκαθόταν ήσυχη έξω στη ρούγα κι έγνεθε με τις αλλες γυναίκες.
Η καρδιά της άθελα ελάχτισε.
Επροσηκώθηκε κι εσταυροκοπήθηκε αλαφιασμένη κι έτρεξε μέσα ανήσυχη να ανάψει το καντήλι.
Ένα κακό προαίσθημα, έτσι αόριστο, την έσφιγγε μες στην καρδιά.
Δεν επρόκαμε να το καλοσκεφτεί, που άκουσε απ' όξω θρήνους και βλαστήμιες. Εχύμησε μισόψυχη στον ηλιακό, κι είδε τον κόσμο της γενιάς τους να μπαίνουν στην αυλή θλιμμένοι.
Της τον εφέρνανε ξερόν κοιτάμενον, απάνω στο μουλάρι κρεμασμένον τον ακριβό της το Βαγγέλη.
«Α, τα σκυλιά, τα σκυλιά!» Πώς ναν το λησμονήσει!...
Από γενιά «αντρειανή» η Κατερίνα είχε χαμένους σκοτωτούς, πριν από τον άντρα της, δυο αδέρφια ακόμη, ξακουστά για την παληκαριά τους.
Έτσι το μίσος της για τους εχθρούς ήταν διπλό. Και μόνο για τον όλεθρό τους εσκεφτότανε.
Ας ήταν, μαθέ, τρόπος να μαυροφορέσουν όλες οι Χαλκοχωρίτισσσες καθώς αυτή!
«Και στη φωτιά να πέσει!...»
Όταν τέλος ο Γιαννούκος εσυχωρέθηκε «ο άρχοντας», μια νύχτα, που το μαύρο της Κατερίνας γεμενί δεν εξεχώριζε από το σκοτάδι, αργά προς τα μεσάνυχτα, με αποκοτιά που μέσα της εθέριευε το μίσος, χωρίς να την τρομάξει ούτε το μόλυσμα από τα κουρέλια του λωβιάρη, τα εφόρτωσε στο βασταγό, εχώθηκε μες στους εχθρούς αθώρητη, κι έδωκε σάρκα στο φριχτό αναγέλασμα.
«Τι θα γίνει, λοιπόν; Τι θα γίνει;» αναρωτιόνταν οι άντρες ανήσυχοι στου παπα-Γόνιμου την αυλή συναγμένοι.
Το μίσος τούς έσφιγγε και ο φόβος την ψυχή τούς εμούδιαζε. Και κανένας τους δεν εύρισκε τη σωτήρια λύση, που θα γλίτωνε από τον ξολοθρεμό τη Χαλκόχωρα.
Ο παπάς πάνω στο ξώστεγο με τις γλάστρες, τριγυρισμένος από την παπαδιά και τις γειτόνισσες που είχανε χάσει και φωνή και χρώμα, αγωνιόταν να παρηγορήσει τον κόσμο. Να εγκαρδιώσει και τις γυναίκες που αίμα δεν είχαν.
«Οργή Θεού και θα περάσει! Μην κάνετε έτσι, ευλογημένοι. Θα περάσει!...»
Έτρεμαν τα ψαρά του γένια νευρικά κι ο τρόμος της φωνής του τον επρόδωνε, όσο και αν πάσχιζε να δείξει μια προσποιητή απάθεια.
Έσερνε ευχές κι ευλογίες, να διώξει από τους χωριανούς του το κακό.
«Απότρεψον, Κύριε, αφ' ημών την οργήν σου!»
Και έστελνε αναθέματα και κατάρες στους Πετραχωρίτες.
«Ανάθεμά τους, που αναθεμά τους!...»
Ωστόσο ο κίνδυνος ο φοβερός με τις κατάρες δεν έφευγε.
Από την αυγή που ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα -να τον εκεί, στην πόρτα της εκκλησιάς αγνάντια, μες στην καρδιά του χωριού!
Έπαιρνε τώρα γιόμα.
«Πότε, λοιπόν, θ' αποφάσιζαν;»
Οι άντρες εκάθονταν περίτρομοι κι άπραγοι.
Οι γυναίκες ανυπόμονες μουρμούριζαν.
Η λιτανεία αποφασισμένη για το ίδιο βράδυ.
Μα το γαϊδουράκι;
Πώς να βγει το γαϊδουράκι από τη μέση;
Είπανε να το σύρουνε με τα κουρέλια του. Να το βγάλουν όξω από τη Χαλκόχωρα. Να το φέρουν ως των εχθρών το σύνορο, στο Διλάγκαδο, κι εδεκεί να τ' αφήσουνε να γυρίσει μόνο του στην Πετραχώρα.
Όλοι ήταν σύμφωνοι. Μα κανένας τους δεν είχε το κουράγιο να το αναλάβει.
Περισσότερο κι απ' το βόλι του εχθρού καθένας εφοβότανε το μόλεμα. Πώς θα σιμώσει το βασταγούρι; Πώς θα το λύσει; Τάχα δεν ήταν μολεμένο το σκοινί;
Και στο δρόμο; Πώς θα το πήγαινε στο δρόμο;
Έπειτα -ελογάριαζε- οι χωριανοί του οι ίδιοι, ακόμη κι οι δικοί του -ποιος τα ξέρει!- θα τον αποφεύγανε περίτρομοι.
«Μεριάτε, μεριάτε, παιδιά, ο Λωβιάρης!...»
Ακόμη κι αν δεν κόλλαε τη φοβερή τη λώβα, του μακαρίτη του Γιαννούκου την «αρχόντισσα», που εκαλοκαθόταν μες στα κουρέλια του στου βασταγού τα καπούλια.
«Τι θα γίνει; Και τι θα γίνει;» ξαναρωτιόταν άπραγοι κι αμφίβολοι οι Χαλκοχωρίτες.
Οι γυναίκες αδημονούσαν. Η στενοχώρια τους για των αντρών την άργητα άρχιζε να τους γίνεται χολή και πείσμα.
Η γριά - Αβράμαινα η κελάρισσα, σαν προεστή, είχε ένα λόγο παραπάνω. Με τη γνώμη και των άλλων γυναικών πειραχτικά τους ονείδιζε.
«Τι μωρογάρετε, κιοτήδες;»
Ήθελε ακόμη να τους έλεγε:
«Α, οι Πετραχωρίτες πρέπει να ήταν τολμηρότεροι! Αυτοί δε φοβηθήκανε να μπούνε στου Γιαννούκου το ρημόσπιτο. Αυτοί δε φοβηθήκαν να σηκώσουν τα κουρέλια του λωβιάρη, να τα φορτώσουνε στο γαϊδουράκι και να το σύρουν μες τη μέση το χωριό, να μας φιλέψουν την πανούκλα! Και σεις λιγοψυχήσατε, καλότυχοι;»
«Κιοτήδες! Κιοτήδες!...»
Ο παπάς είπε:
«Ας αφήσουμε να 'ρθει κι ο Δήμαρχος».
Ο Δήμαρχος ήταν και γιατρός. Θα ήξερε αυτός να εύρει κάποια λύση.
Ο Λυκίσσας ο λιοτριβιάρης είχε ξεκινήσει μπονώρα κι είχε πάει με το μουλάρι του στο κοντινό το χωριό,για να τον φέρει.
Η ώρα τους έχει. Όπου να 'ναι φτάνουνε.
Ο ήλιος εκατέβαινε πίσω από της Κορώνης τα βουνά και τα ξεψυχισμένα χρώματα του απόβραδου, που έβαφαν τον αέρα ακόμη, άρχισαν να σκεπάζουν τους λόφους πέρα τους αλαργινούς με ίσκιους γαλάζιους, όταν μια βοή κι ένας σάλαγος εθόλωσαν τον ορίζοντα της Χαλκόχωρας.
Έτρεχαν οι άντρες σπουδαστικά και ακολουθούσαν τους αναγκαστά τα γυναικόπαιδα.
Από κάθε χέρσωμα και από κάθε χωράφι, από κάθε άκρη και περίτραφο, από τα ανώγια και από τα κατωκέλλια, χερόβολα άχυρα άρπαζαν, σανούς δεμάτια αγκάλιαζαν, ξύλα εζάλωναν, φράχτες εσυντζάκιζαν, θάμνους εξερρίζωναν. Και φορτωμένοι και βιαστικοί, από το φόβο τους τον πανικό κυνηγημένοι, ο ένας πίσω από τον άλλον ανηφόριζαν κοπαδιαστοί σαν τα καματερά μερμήγκια.
Έφερναν τις ζαλιές και τα φορτώματα και τα απανωσώριαζαν μέσα στο χωριό, στους δρόμους και στις αυλές, στα σταυροδρόμια και στα τρίστρατα. Όπου ήταν διάκενο κι όπου ήταν λάκκωμα, κι όπου ήταν άπλωμα κι ισιάδι.
Ολόγυρα στην εκκλησιά σηκώσανε τους πιο πολλούς σωρούς. Κι από όλους τους σωρούς τον πιο τρανόν υψώσανε στης εκκλησιάς μπροστά την πόρτα. Ένα τεράστιον όγκο ξύλα κι άχυρα, που εσκέπαζε το γαϊδουράκι το φτωχό με τα κουρέλια του, για πάντα αναπαυμένο από τις μύγες!
Κι όταν στο μυστικό το μούχρωμα, το σημαντήρι του εσπερινού από το μοναστήρι της Σωτηριώτισσσας πέρα εθρήνησε στον άτρεμο αέρα τον θάνατο της ημέρας, και η νύχτα χήρα πεπλωμένη με τα κρέπια της επρόβαλε στο ιερό της το κατώφλι, σαν από κάποιο μυστικό προαίσθημα ως και τα δέντρα δειλιασμένα εγονατίσανε.
Τα σκυλιά αλαφιασμένα στο ασυνήθιστο ποδοβολητό και τον τάραχο ούρλιαζαν ασώπαστα στις γειτονιές σαν τσακάλια.
Ήταν και δεν ήταν κατεβασμένη η Εκάτη στα άφεγγα καλντηρήμια της Χαλκόχωρας, όταν ο παπα - Γόνιμος, αχνός σαν θειαφοκέρι, εβγήκε από την εκκλησιά ξεσκούφωτος με τ' άγια του ωμοφόρια. Μουρμούριζε ψαλμούς στο διάβα του κι εκράταε λαμπάδα αναμμένη.
Εβάδισε ίσια απάνω στον τρανό σωρό κι εκόλλησε στα άχυρα τη φλόγα.
Εσπίθισαν τα άχυρα κι ανάδωσαν κολώνα τον καπνό.
Η φωτιά εβόσκησε κι απλώθη.
Οι χωριανοί που περιμένανε απ' όξω συναγμένοι την αρχή, όρμησαν τώρα απάνω στη φωτιάν ακράτητοι.
Αρπάζανε δαυλιά ή κλαδιά αναμμένα και ετρέχανε γοργά, σπουδαστικά, διαγράφοντας στο διάβα τους φλογότοξα στεφάνια με τις λαμπαδωμένες δάδες.
Όταν ανάψανε όλους της χορεύτρας τους σωρούς, γύρω στην εκκλησιά, χέρι σε χέρι εδώσανε φωτιά και σ' όλους τους σωρούς μες στο χωριό τους άλλους.
Λίγο ακόμη κι απ' άκρη σ' άκρη αναφλεγόταν η Χαλκόχωρα.
Όλο το χωριό τώρα έπλεε παραδομένο στους καπνούς και στις φλόγες.
Σ' όλους τους δρόμους και σ' όλες τις αυλές και τις ρούγες είχαν φουντώσει τώρα τους σωρούς, κι όλες τις θημωνιές είχαν ανάψει.
Είχαν ρημώσει τα σπίτια, που εφάνταζαν μες στις πυκνές τις φλόγες ξωτικά χαλάσματα· κι όλοι οι Χαλκοχωρίτες είχαν ξεσπιτίσει κι είχαν κατεβεί συφάμελοι κι επαραστέκανε στον πύρινο εξαγνισμό της Χαλκόχωρας.
Οι φλόγες γλώσσες γιγαντωμένες παντού υψώνονταν κι εγλύφανε τον ουρανό, που σαστισμένος έσκυφτε να ιδεί τα πύρινα όργια. Εφώτιζαν παράξενα τους νέους πυρολάτρες που επαραστέκαν κυκλωμένοι γύρω στις φωτιές, κι έριχναν σχήματα τρομαχτικά στους τοίχους και στις λιθιές τους αλλόκοτους ίσκιους τους.
Τα φρύγανα και τα χλωρόκλαδα εκουφοτρίζανε σα να μασούσαν κόκαλα οι φωτιές· δεντρογαλιές αι φλόγες εσφυρίζανε σαϊτευτά, και τ' αναμμένα τ' άχυρα σπιθούλες φτερωτές ανάλαφρα τα σήκωνε ο καπνός, τα στριφογύριζε, τ' ανέμιζε ο αέρας στις μαύρες στεγωσιές και στα παράθυρα.
Κανείς δεν εφοβότανε μην πιάσουνε φωτιά τα σπίτια και τ' αχυροκάλυβα.
Ο φόβος ο τρανός που τους κυρίευε σύψυχους, είχε αποπνίξει μέσα τους κάθε άλλη ανησυχία κι έγνοια.
Οι γριούλες -του Τρόμου και της Λαχτάρας ιέρειες- έπαιρναν τώρα τη θρακιά με κεραμίδια και έχυναν άφθονα πάνω στα αναφτά κάρβουνα λιβάνι, και ετρύπωναν φαντάσματα σωστά στα αχούρια και στα χαμόσπιτα. Εθύμιαζαν τα ζούδια και τις αράχνες να ξορκίσουν το μεγάλο το κακό.
Τα παιδιά, που στην ψυχή τους δεν πολυκάθεται ο φόβος, συνεπαρμένα από το αναπάντεχο, το φωτερό πανηγύρι, έτρεχαν σαν άτια ασπέδιστα γύρω από τις φωτιές χαρούμενα κι εχοροπηδούσαν.
Και όταν πια όλες οι φωτιές πέρα πρόσπερα είχαν φουντώσει, κι οι φλόγες κορωμένες αγκάλιαζαν τη Χαλκόχωρα παντού, μεγαλόπρεπη και θαυμαστή, μυστήριο γιομάτη, από τη χορεύτρα απάνω ξάγναντα εξεκίνησε η παράξενη η λιτανεία.
Αχνός, χλωμός ο παπα - Γόνιμος μπροστά, με την ασημωμένη μαύρη εικόνα της Αγίας Βαρβάρας στην αγκάλη, και πίσωθε όλοι οι χωριανοί με τις λαμπάδες αναφτές στα χέρια.
Και όπως εροβόλαγε η λιτανεία φανταστικά μυστηριακή μες στα στενά λιθόστρωτα καντούνια από τις φλόγες ονειρόφεγγα, τα γυναικόπαιδα από τις αυλές, απαρατούσαν μόνες τις φωτιές να καίουνται και ακολουθούσαν πίσω στην ουρά και έσμιγαν με στριγγιές φωνές τις ικεσίες τους περίτρομες, να διώξουν το κακό από τη Χαλκόχωρα.
Πασαγιάννης Κώστας
Περιοδικό «Γράμματα»,
τεύχος 18, Αλεξάνδρεια 1913

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου