Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ


     Α'
Θα ήταν πάνω - κάτω έντεκα η ώρα, όταν η μικρή Γαβίνα ξύπνησε στο πελώριο ξύλινο κρεβάτι της πάνω κάμαρας, όπου κοιμόταν πάντα με τη μάνα της που τόσο την αγαπούσε.
   Αλλά τη νύχτα εκείνη η μάνα της δεν είχε πάει ακόμα να κοιμηθεί σιμά της. Γιατί τάχα; Όσο κι αν άπλωνε η Γαβίνα τα χεράκια της απ' όλα τα μέρη του μεγάλου κρεβατιού, δε μπορούσε να βρει τη μάνα της. Μονάχα τα σεντόνια, κρύα σαν τον αγέρα, μονάχα τα προσκέφαλα, τίποτ' άλλο.
   Πού ήταν λοιπόν η μάνα της; Η Γαβίνα έπεφτε και σηκωνόταν πάντα μαζί μ' εκείνη. Ποτέ δε βρέθηκε μονάχη στο κρεβάτι, το μεγάλο και κρύο, μες στο σκοτάδι της τρομακτικής νύκτας.
   Αυτό λοιπόν ήταν μεγάλο πράγμα για τη μικρούλα.
   «Μάνα!... Μάνα!» φώναξε μ' αδύνατη φωνή.
   Αλλά κανείς δεν αποκρίθηκε. Έξω ούρλιαζε αγέρας και χιονόνερο χτυπούσε άγρια πάνω στα παράθυρα.
   Χωρίς αυτό, ίσως η Γαβίνα θα ξανακοιμόταν·  αλλά με τα σατανικά εκείνα ουρλιάσματα, μες στο βαθύ σκοτάδι της κάμαρας, τής ήταν απολύτως αδύνατο όχι μόνο να κοιμηθεί, αλλά και να ησυχάσει.
   Φοβόταν όλα τα φαντάσματα του κόσμου, το Χάρο, τους Βρυκόλακες, τον Πατέρα του αγέρα, τις Μάγισσες, τις Μαύρες, το Στοιχειό... όλα... όλα.
   «Μάνα! Μάνα!» φώναξε πάλι μ' όλη της τη δύναμη κι εκάθισε πάνω στο κρεβάτι. «Μάνα!... Μάνα!...»
   Έμεινε έτσι ως ένα τέταρτο, σηκώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή της, συνηθίζοντας στο σκοτάδι και στο μούγκρισμα του αγέρα.
   Κι επειδή η μάνα δεν απαντούσε, η Γαβίνα σκέφθηκε να ντυθεί και  να κατέβει στην κουζίνα να την αναζητήσει.
   Η αλήθεια είναι πως η μάνα της πάντα την έντυνε, γιατί εκείνη, μικρή ακόμη, δεν κατάφερνε να περάσει το φορεματάκι της με τα στενά μανίκια. Αλλά δεν πείραζε. Θα φορούσε μονάχα τη φουστίτσα. Την άφηνε πάντα πάνω στην καρέκλα, στα πόδια του κρεβατιού. Έπρεπε λοιπόν να κατέβει για να την πάρει.
   Να κατέβει; Μες στο σκοτάδι, μόνη, ξυπόλυτη;... Χρειαζόταν μεγάλο θάρρος κι η Γαβίνα, που έτρεμε από κρύο και φόβο, για πολλή ώρα εδίστασε.
   Αλλ' από τ' άλλο μέρος, δε μπορούσε να μείνει στο κρεβάτι χωρίς τη μάνα της. Ο αγέρας μούγκριζε αγριότερος ολοένα. Σε λίγο θα έμπαινε μες στην κάμαρα και θα έτρωγε το κεφαλάκι της Γαβίνας... Εμπρός λοιπόν.
   Κατέβηκε κι έβγαλε μια φωνή. Το ποδαράκι της άγγιξε κάτι το σκληρό, το κρύο, το στραβό, που βέβαια δεν ήταν το πάτωμα. Κανένας βάτραχος; Ένα φάντασμα τάχα;
   «Μάνα μου! Μάνα μου!» φώναξε η μικρή, του κάκου προσπαθώντας να ξανανέβει στο κρεβάτι. Αλλά επιτέλους, βλέποντας πως το φάντασμα δεν κουνιόταν και η μάνα της δεν ερχόταν, έσκυψε και βεβαιώθηκε πως εκείνο το πράγμα ήταν ένα παλιό παπούτσι.
   Χαμογέλασε κι η πρώτη αυτή περιπέτεια τής έδωσε θάρρος. Αποφάσισε να μη φοβηθεί τίποτα πια κι έτσι προχώρησε, ακουμπώντας στην άκρη του κρεβατιού. Αλλά  εκεί δε βρήκε την καρέκλα με τα ρούχα της κι άρχισε να θυμώνει και να βρίζει. Γιατί πρέπει να ξέρετε πως  δεν ήταν «πρότυπο ανατροφής»  κι αράδιαζε μ' ευκολία όλους τους διαβόλους, όπως τους άκουγε από τον παππού της και λιγάκι κι από τη μάνα της.
   «Πού στο διάβολο λοιπόν είναι τα ρούχα μου; Μήπως τα πήρε ο Σατανάς; Ανάθεμα η νύχτα και που την έφκιανε!...»
   Αλλά ξανάρχισε να τρέμει τόσο δυνατά, ώστε φαινόταν πως τα δόντια της θα έσπαζαν.
   Σ' ένα διάλειμμα του αγέρα και της βροχής, είχε ακούσει παράξενους ήχους ν' ανεβαίνουν από την κουζίνα κι ανθρώπινες φωνές θλιβερότερες και τρομακτικότερες από το μούγκρισμα της καταιγίδας.
   Τι συνέβαινε στην κουζίνα; Θε μου, Θε μου, και η μάνα της; Μην ήταν δαίμονες ή κλέφτες;... Κι ο παππούς κι οι θείοι έλειπαν τρεις μέρες τώρα, και δεν ήταν κανένας να προστατέψει τη μάνα, τη φτωχή της μάνα!
   Η περιέργεια ενώθηκε με τον τρόμο κι η Γαβίνα ξανάρχισε να ζητά τα ρούχα της, σκοντάφτοντας σ' όλα τα έπιπλα της κάμαρας. Στο τέλος κατόρθωσε να τα βρει και τα φόρεσε όπως όπως· αλλά ενώ όλα φαίνονταν πως είχαν τελειώσει, να ένα άλλο εμπόδιο που χάλαγε το σχέδιό της.
   Η πόρτα που έβγαζε στη σκάλα, ήταν κλειδωμένη απ' έξω. Κι όσα κι αν έκαμε, δε μπόρεσε να την ανοίξει. Κι η τρομερή σιωπή της μάνας εξακολούθησε, όταν ξανάρχισε να την κράζει, χτυπώντας την πόρτα με θόρυβο.
   Γύρισε προς το κρεβάτι, απελπισμένη, έκρυψε το κεφάλι της στα στρώματα κι άρχισε να κλαίει. Αλλά ξάφνου θυμήθηκε πως στη διπλανή κάμαρα ήταν μια εξωτερική σκάλα που κατέβαινε στην αυλή, ακριβώς εκεί που άνοιγε η πόρτα της κουζίνας.
   Η βροχή κι ο αγέρας εξακολουθούσαν, μα η Γαβίνα ήταν αποφασισμένη στο κάθε τι. Μπήκε στη διπλανή κάμαρα κι άνοιξε τη τζαμόπορτα, αδιαφορώντας για τον αγέρα και τη βροχή.
   Έτρεμε σαν το φύλλο, αλλά είχε λησμονήσει τέλεια τα φαντάσματα και τους βρυκόλακες. Μια ανέκφραστη αγωνία τής έσφιγγε την καρδούλα κι ένα φρικτό προαίσθημα, ανώτερο από την ηλικία της, τής έλεγε πως κάτω στην κουζίνα κάτι συνέβαινε. Αχ, εκείνες οι φωνές που άκουσε!...
   Σε μια στιγμή βρέθηκε κάτω από τη σκάλα, προφυλαγμένη από τη βροχή, μπροστά στην πόρτα της κουζίνας. Κι εκείνη ήταν κλειστή· αλλά η Γαβίνα δεν χτύπησε να της ανοίξουν, μολονότι έβλεπε τη λάμψη του αναμμένου τζακιού ανάμεσα από το μεγάλο χάσκισμα της πόρτας.
   Μαζεύτηκε καταγής και κόλλησε τ' αυτί της στην πόρτα.
   Δε φοβόταν πια, αλλά δεν ήθελε και να μπει στην κουζίνα, γιατί χωρίς άλλο η μάνα της θα την έδερνε.
   Ο παππούς κι οι θείοι -τρεις άνδρες ρωμαλέοι, μελαχρινοί, που τα λιωμένα τους ρούχα έδειχναν μια άθλια ζωή ακατάπαυστης κουραστικής εργασίας, και τα βαθουλωμένα σκυθρωπά τους μάτια διηγούνταν τη θλιβερή ιστορία ακαλλιέργητων ψυχών, που δεν τις διέφθειρε η φτώχεια, μα που δέρνονταν από φουρτούνα παθών φλογερών και θλιβερών και σκοτεινών -είχαν γυρίσει και κάθονταν γύρω στο τζάκι.
   Η μάνα της Γαβίνας, η Σιμόνα, όμορφη, νια, από εκείνες τις παράδοξες αραβικές ομορφιές που συναντά κανείς συχνά στη Σαρδηνία και που θυμίζουν τους Σαρακηνούς που υποδούλωσαν τη Σαρδηνία τον ένατο και δέκατο αιώνα, έμενε λιγάκι απόμερα, καθισμένη χάμω, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα, ξυπόλυτη και με τα μανίκια σηκωμένα.
   Ποτέ η Γαβίνα δεν είδε τη μάνα της τόσο χλωμή και λυπημένη, τη μάνα της που ήταν πάντα σκυθρωπή· ποτέ δεν είχε δει τα μαύρα μάτια της να λάμπουν τόσο παράξενα.
   Κάτω από το μαύρο μαντίλι, το κατεβασμένο στο μέτωπο, το πρόσωπο της Σιμόνας έπαιρνε όψη πτώματος. Τα χαρακτηριστικά της ήταν τεντωμένα από μια τρομακτική σοβαρότητα, τα μάτια της καθρέφτιζαν μίσος κι αγωνία.
   Αλλά εκείνο που τράβηξε περισσότερο την προσοχή της Γαβίνας και την ανάγκασε να μείνει έξω, ήταν η θέα ενός άγνωστου, καθισμένου κι εκείνου σιμά στο τζάκι, μα δεμένου σφιχτά με σκοινί στην παλιά μεγάλη καρέκλα που μόνη στόλιζε την κουζίνα -μια χοντροκαμωμένη καρέκλα που έμενε πάντα σε μια γωνιά, δεν την άγγιζε κανένας, αλλά συχνά την κοίταζε η Σιμόνα.
   Η Γαβίνα δεν είχε δει ποτέ πριν το πρόσωπο του άγνωστου αυτού, που όμως φορούσε το κουστούμι του χωριού. Και τον εξέταζε με περιέργεια, ρωτώντας τον εαυτό της ποιος τάχα να ήταν και γιατί ήταν εκεί δεμένος, μες στη βαθιά νύκτα...
   Ήταν ένας ομορφάνθρωπος σαράντα χρονών πάνω - κάτω. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά κι εκυμάτιζαν στο πλατύ του μέτωπο. Τα μάτια του σταχτερά κι οξύτατα. Μια ωραιότατη ξανθή γενειάδα έπεφτε στο στήθος του. Άγρια έκφραση σπασμού τού ζάρωνε όλο το πρόσωπο και στο μέτωπό του έλαμπαν, στο καθρέφτισμα της φωτιάς, σταλαγματιές από ιδρώτα. Αλλά δεν ήταν χλωμός σαν τους άλλους, και μάλιστα σαν τη Σιμόνα.
   Η Γαβίνα χωρίς άλλο δεν κατάλαβε όλες αυτές τις λεπτομέρειες, αλλά κατάλαβε πολύ καλά ότι εκεί μέσα, στη μαύρη κουζίνα, τη φωτισμένη από το τζάκι κι ένα καντηλέρι με τέσσερα φιτίλια, συνέβαινε κάτι το μυστηριακό, το έκτακτο. Κι ανίκανη να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, έμενε ακίνητη πίσω από την πόρτα, με το μέτωπο ακουμπισμένο στο χάσκισμα, με τα μεγάλα σταχτερά μάτια της (που έμοιαζαν πολύ με τα μάτια του ανθρώπου του δεμένου στην καρέκλα) διάπλατα κι αχόρταγα.
   Η μικρούλα έτρεμε πάλι. Σαν σβήστηκε η περιέργεια, η παλιά αγωνία την ξανακυρίευσε και συλλογιζόταν μήπως όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα άσχημο όνειρο.
   Παγωμένες πνοές του αγέρα τής χτυπούσαν τους ώμους που ήταν κακοσκεπασμένοι.
   Τα ποδαράκια της, τα χέρια της, όλο το προσωπάκι της ήταν σκεπασμένο πια από χιόνι, και το νερό που πλημμύριζε όλο και περισσότερο την αυλή, ανέβαινε, ανέβαινε, όλο και φουσκώνοντας περισσότερο από την άγρια βροχή.
   Πολύ γρήγορα θα ήταν αναγκασμένη να φύγει ή ν' ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν καταλάβαινε τίποτε απ' αυτά. Αισθανόταν τόσο κρύο, ώστε της ερχόταν μια τρελή επιθυμία να κλάψει... Κι όμως δεν κουνιότανε. Ένας κόμπος τής έσφιγγε το λαιμό και πολλές φορές λυγμοί ξεροί, σπασμωδικοί, τής έστριβαν τα χείλη που είχαν γίνει μαυροκόκκινα από το κρύο και τον τρόμο.
   Γιατί εκείνο που έβλεπε, εκείνο που άκουγε, ήταν μια τρομερή σκηνή που θα τρόμαζε κάθε άνθρωπο κι όχι εκείνη, ένα αδύνατο πλασματάκι εννιά μόλις χρονών.
 
Β'
   «Ηλία!... Ηλία!...» εφώναζε ο πατέρας της Σιμόνας. «Του κάκου ουρλιάζεις και γυρεύεις βοήθεια! Κανείς δεν  θα 'ρθει, και η θύελλα πνίγει τη φωνή σου. Κανένας δεν θα 'ρθει! Πρέπει να πεθάνεις εκεί, δεμένος στην καρέκλα όπου καθόσουν κάθε βράδυ πριν από δέκα χρόνια, θυμάσαι; Κάθε νύχτα, άθλιε!...  Σαν αρραβωνιαστικός τίμιος!... Στην καρέκλα που σαν άγιο λείψανο τη φυλάξαμε δέκα χρόνια... που σε περίμενε... που θα την πετάξουμε στη φωτιά βαμμένη με το άτιμο αίμα σου...»
   «Υπεράσπισε τον εαυτό σου!» είπε με κατήφεια η Σιμόνα. «Αν δε μας δικαιολογήσεις την άτιμη πράξη σου, ο θάνατός σου θα είναι φριχτός! Υπεράσπισε τον εαυτό σου! Δικαιολογήσου, και με μια πιστολιά τότε όλα θα τελειώσουν. Αλλιώς, αλίμονό σου!»  
   «Εσύ μιλείς έτσι;» αποκρίθηκε ο Ηλίας. «Εσύ, γυναίκα, που φαινόσουν η προσωποποίηση της καλοσύνης; Εσύ;»
   «Σε μισώ! Μ' ατίμασες εσύ, που ήσουν ο αρραβωνιαστικός μου, η ζωή μου, με πρόδωσες, με κατάστρεψες! Η λύπη σκότωσε μέσα μου κάθε ανθρώπινο αίσθημα. Σε μισώ και, δέκα χρόνια τώρα, δεν ονειρεύομαι τίποτ' άλλο παρά την εκδίκηση. Και τι είναι, άθλιε, η αγωνία που δοκιμάζεις απόψε εσύ, μπροστά σ' εκείνο που υπόφερα εγώ;... Είναι μίσος κι εγώ έσπρωξα τους δικούς μου σ' αυτή την εκδίκηση...»
   «Σκοτώστε με λοιπόν!» μουρμούρισε ο Ηλίας. «Αλλά συλλογιστείτε πως υπάρχει ένας Θεός... και μια συνείδηση...»  
   «Θα τα κανονίσουμε εμείς με τη συνείδησή μας και με το Θεό!» φώναξε ο Τάνου, ένας από τους αδελφούς, με άγριο και φαρμακερό χαμόγελο.
   «Η συνείδηση είναι ο Θεός!» είπε πηδώντας πάνω η Σιμόνα σαν οχιά. «Είχες εσύ συνείδηση; Συλλογίστηκες το Θεό;»
   Ο Ηλίας έγειρε το κεφάλι.
   «Σ' εξορκίζω στο παιδί μας!» είπε.
   «Ξέρεις λοιπόν πως έχω παιδί;»
   «Ναι, το ξέρω. Αν θες, το αναγνωρίζω. Την παίρνω μαζί μου και μια μέρα θα είναι πλούσια. Γιατί εγώ πλούτισα και με την άλλη δεν έχω παιδιά...»
   «Τι λες!» είπε ο Πέτρος, ο άλλος αδελφός. «Δεν κατάλαβες λοιπόν ακόμα πως δε θα βγεις από 'δω μέσα ούτε ζωντανός ούτε πεθαμένος;»
   Χάιδεψε για λίγο την κάνη του τουφεκιού του, που το κρατούσε στα γόνατά του, και είπε αργά με σκληρότητα:
   «Θα σε σκοτώσω εγώ, εγώ που ήμουν ο φίλος σου και που σ' έμπασα στο σπίτι μας για να μάς το ατιμάσεις και να το καταστρέψεις. Θα σε σκοτώσω εγώ και θα σε θάψω εγώ, φίδι κολοβό! Τι νόμιζες; Η οικογένειά μας πλήρωσε το τίμημα με τις προσβολές που δέχτηκε κι εμείς απόψε, εμείς που σε αναζητούσαμε δέκα χρόνια σ' όλα τα χωριά της Βαρβάγιας, σε βουνά και λαγκαδιές, εμείς θα ξεπλύνουμε με το αίμα σου την ντροπιαστική κηλίδα που κόλλησες στ' όνομά μας».  
   «Σιμόνα! Σιμόνα!» μουρμούρισε ο δεμένος άντρας, γυρίζοντας ένα παρακλητικό  και τρομαγμένο βλέμμα σ' αυτήν. «Η κόρη μας...»
   «Σώπα! Μη την αναφέρεις! Είναι το λουλούδι που γεννήθηκε από την αμαρτία... μα είναι αγνό σαν τα χιόνια του βουνού. Τη λερώνεις σαν μιλάς γι' αυτήν, άθλιε, γιατί είσαι άτιμος! Συ δεν είσαι τίποτα γι' αυτήν. Πατέρας της είναι ο Θεός!»
   «Δεν την αγαπάς, Σιμόνα! Αν την αγαπάς, άφησέ με να ζήσω!»
   Αστραπή έλαμψε στα αγριεμένα μάτια της γυναίκας.
   «Λατρεύω την κόρη μου και ζω μονάχα γι' αυτήν. Αν χαθεί απ' τη ζωή μου, όλα γύρω μου θα γίνουν συντρίμμια και θα 'μαι η πιο δυστυχισμένη γυναίκα. Την αγαπώ την κόρη μου, τη βασανισμένη. Είναι όλη μου η ζωή, η ευτυχία μου! Αλλά στο ξαναλέω, μην την ξαναπιάσεις στο στόμα σου. Η σκέψη της και μόνο, αντί να μου προκαλεί τον οίκτο για σένα, πράγμα αδύνατο πια για μένα έπειτα απ' όσα γίνηκαν, μού αυξάνει το μίσος, τη δίψα για εκδίκηση, και δε βλέπω την ώρα να μάθω πως σ' έχουν θάψει, ώστε, όταν εκείνη θα με ρωτά για τον πατέρα της, να μπορώ να της λέω χωρίς να κοκκινίζω από ντροπή: “Πέθανε!”».  
   «Ώστε, λοιπόν, το 'χετε αποφασίσει!» φώναξε ο Ηλίας. «Σκοτώστε με! Βλέπετε πως είμαι έτοιμος. Θα σας δείξω πώς πεθαίνουν οι γενναίοι, γιατί δεν είμαι δειλός, όπως νομίζετε. Γιατί, αν έκαμα ένα λάθος, δε φταίω εγώ, αλλά η τύχη κι η θέληση του Θεού. Σκοτώστε με!...»
   «Σκοτώστε με!» αντιλάλησε έξω το σφύριγμα το πένθιμο του αγέρα.
   Τα πέντε πρόσωπα της θλιβερής αυτής τραγωδίας έμειναν για μια στιγμή σιωπηλά. Τρομερή απάθεια ζωγραφιζόταν στα πρόσωπά τους κι η φωτιά εξακολουθούσε να φωτίζει τη σκηνή με κόκκινα σαν αίμα χρώματα.
   «Να μου πεις, λοιπόν, γιατί με πρόδωσες χωρίς λόγο, έπειτα από δυο χρόνια έρωτα», είπε η Σιμόνα τελικά, με το νου καρφωμένο μ' εμμονή στο παρελθόν. «Αν θυμάσαι, σχεδιάζαμε να στεφανωθούμε άμεσα... γιατί ήμουν έγκυος... Έτσι, εσύ έφυγες καβάλα στ' άλογο, το φορτωμένο με κάστανα, τυρί κι άλλα, που θα τα πουλούσες στο Νουόρο για να μου αγοράσεις το νυφικό δαχτυλίδι και τα στολίδια... Θα γύριζες σε τέσσερις - πέντε μέρες και μ' άφησες πίσω κλαίγοντας σχεδόν... Από τότε πέρασαν δέκα χρόνια, δέκα χρόνια αγωνίας, δακρύων και μίσους. Αλλά μου φαίνεται σαν να 'γιναν όλα χτες... Κι εσύ δε γύρισες. Και μετά από ένα μήνα έμαθα πως στεφανώθηκες μ' ένα κορίτσι από το Φόνι! Μίλησέ μας λοιπόν! Αν έχεις καμιά δικαιολογία, να μας την πεις. Και τότε εμείς θα σε σκοτώσουμε με μια μόνο τουφεκιά... Αλλιώς, μα το Θεό, θα σε κάψουμε ζωντανό!» 
   Ο τόνος της φωνής της είχε τόση σκληρότητα, που μια φριχτή ανατριχίλα διέτρεξε όλο το κορμί του Ηλία. Ωστόσο, με προσποιητή ψυχραιμία, είπε:
   «Δε φοβάμαι ούτε τη φωτιά ούτε τη σφαίρα. Αλλά θα σας πω τι ακριβώς έγινε. Δεν ήταν δικό μου το σφάλμα, αλλά το θέλημα του Θεού τα 'φερε έτσι! Ακούστε!»
   Κι άρχισε:
   «Ναι, έχουν περάσει δέκα χρόνια, μα λες κι ήταν χθες! Έφυγα με τη σκέψη μου σε σένα, κάνοντας σχέδια για τη μελλοντική μας ζωή μετά το γάμο... μα άλλες ήταν οι βουλές του Κυρίου.
   »Βρισκόμουν περίπου δυο ώρες μακριά από το Φόνι, όπου λογάριαζα να περάσω τη νύχτα, για να συνεχίσω την άλλη μέρα το ταξίδι μου για το Νουόρο, όταν άρχισε να χιονίζει. Δεν έδωσα σημασία, συνηθισμένος καθώς ήμουν σε κακοκαιρίες, και συνέχισα το δρόμο μου σ' ένα μονοπάτι, ανάμεσα από κακοτοπιές. Επειδή το ζώο ήταν παραφορτωμένο, ξεπέζεψα και συνέχισα περπατώντας πίσω του. Προχωρούσαμε, προχωρούσαμε... Ο αγέρας μαστίγωνε με νιφάδες χιονιού το πρόσωπό μου, το χιόνι κολλούσε στα ρούχα μου, στα χέρια μου, ακόμη και στα μάτια μου. Σε λίγο τα ρούχα μου και τα σακιά πάνω στ' άλογο ήταν φορτωμένα χιόνι, όταν...
   »Το μονοπάτι χάθηκε, καλύφθηκε απ' το χιόνι. Εγώ όμως, που πίστευα πως ήξερα καλά εκείνα τα μέρη, συνέχισα το δρόμο μου χωρίς ν' ανησυχήσω, ίσια μπροστά, με τα μάτια καρφωμένα ευθεία στο βάθος του ορίζοντα προς τα κει που φανταζόμουν πως θα 'βλεπα κάποια στιγμή τα σπίτια του Φόνι. Ο αγέρας ούρλιαζε σαν τρελός στα βουνά, το σκοτάδι της νύχτας απλωνόταν παντού και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει... Έπεφτε χωρίς σταματημό, γινόταν σωρός και την ίδια στιγμή καμιά ζωντανή ψυχή δε φαινόταν για να σπάσει την άγρια μοναξιά κι ησυχία που επικρατούσε...  Μονάχα εμείς -εγώ, που άρχισα πλέον να χάνω το κουράγιο μου, βρεγμένος καθώς ήμουν ως το κόκαλο και με τη θλιβερή υπόνοια πως έχασα το δρόμο, γιατί το Φόνι δε φαινόταν πουθενά, και το φτωχό μου τ' άλογο, που έτρεμε απ' το κρύο και με δυσκολία προχωρούσε.
    »Το χιόνι όλο κι έπεφτε πιο πυκνό και το σκοτάδι γινόταν ακόμη βαθύτερο. Μετάνιωσα που δεν έκανα στάση σε μια στάνη που είχα συναντήσει στο δρόμο μου μισή ώρα προτού ξεκινήσει να χιονίζει κι όπου ο τσοπάνης μ' είχε καλέσει να περάσω τη νύχτα. Απελπισμένος καθώς ήμουν, πήρα την απόφαση να γυρίσω πίσω και να πάω εκεί. Δε μπορούσα να προχωρήσω πια. Ήθελα να πάω καβάλα στ' άλογο, αλλά το ζώο ήταν κατάκοπο. Ξεφόρτωσα, λοιπόν, τα σακιά και τα 'κρυψα σ' ένα ασφαλές μέρος για να τα ξαναβρώ όταν θα επέστρεφα. Έπειτα καβαλίκεψα τ' άλογο και κίνησα για τη στάνη.
   “Εμπρός!” παρότρυνα χαϊδευτικά το κακόμοιρο το ζώο. “Απόψε θα ξεκουραστούμε εκεί κάτω κι αύριο το πρωί θα ξαναγυρίσουμε να πάρω τα πράγματα και θα κινήσουμε για το Φόνι. Έλα, λεβέντη μου!”
   »Για λίγο τ' άλογο φαινόταν σαν να 'ταν σύμφωνο με όσα του 'λεγα, αλλά έπειτα βράδυνε το βηματισμό του ώσπου στο τέλος σταμάτησε. Μάταια το παρότρυνα με τα λόγια, το χάιδεψα, το χτύπησα με το καμτσίκι. Δεν έλεγε να κουνηθεί. Αναγκάστηκα να ξεκαβαλικέψω και να κινήσω να βαδίζω με τα πόδια, σέρνοντας πίσω μου το δυστυχισμένο ζώο.
   »Ήταν στ' αλήθεια μια φριχτή νύχτα! Ο αγέρας είχε κοπάσει, αλλά το χιόνι έπεφτε χωρίς σταματημό. Σιγά - σιγά τα μάτια μου θάμπωναν, τα πόδια μου είχαν μουδιάσει κι όλο μου το κορμί ήταν τόσο ξυλιασμένο απ' το κρύο, που το 'νιωθα αναίσθητο κι αυτό σαν το χιόνι, πάνω στο οποίο περπατούσα τρικλίζοντας. Κάποια στιγμή εγώ και τ' άλογο βουλιάξαμε μέσα σ' ένα λάκκο. Ξανασηκώθηκα με δυσκολία, αλλά τ' άλογο δεν κουνήθηκε καν κι εγώ δε σκέφτηκα διόλου να το βοηθήσω.
   »Ξαναπήρα το δρόμο μονάχος μου πια. Ήμουν ολόκληρος σκεπασμένος με χιόνι. Χοντρά δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου. Τα χέρια μου κρέμονταν αναίσθητα και παγωμένα στα πλευρά μου, ενώ τα πόδια μου βάδιζαν παραπατώντας στην τύχη χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Ούτ' ένα φως δε διακρινόταν μέσα στη νύχτα, ούτε μια ανθρώπινη φωνή δεν ηχούσε στη φρικτή ερημιά του βουνού...
   »Μπροστά μου βρίσκονταν λαγκάδια και γκρεμοί. Σίγουρα δεν ήταν ο δρόμος απ' όπου είχα περάσει πρωτύτερα κι η στάνη δεν ήταν δυνατόν να εμφανιστεί, γιατί είχα χάσει το δρόμο... Οι δυνάμεις μου σταδιακά μ' εγκατέλειπαν. Έπειτα από μισή ώρα κουραστική πεζοπορία, η ομίχλη, που κατέβηκε απ' το βουνό, μ' έφτασε, πυκνή, μαύρη, και με τύλιξε, δυσκολεύοντας ακόμη πιο πολύ την ορατότητά μου. Εγώ συνέχισα να κατηφορίζω. Γρήγορα, όμως, κατάλαβα ότι, αν έκανα μερικά ακόμη βήματα, θα 'πεφτα στο γκρεμό, στην άβυσσο. Άλλωστε ήταν αδύνατο να προχωρήσω, γιατί το χιόνι μού έφτανε ήδη ως το γόνατο. Ήμουν βρεγμένος ως το κόκαλο κι όπως τα μάτια μου έτσι ήταν θολωμένος κι ο νους μου!
   »Έπεσα πάνω στο χιόνι κατάκοπος και προσευχήθηκα, αφιερώνοντας την ψυχή μου στο Θεό, ενώ συλλογίστηκα για στερνή φορά τη Σιμόνα».
 
Γ'
   Ο Ηλίας σώπασε για μια στιγμή, ταραγμένος από την ανάμνηση της τρομερής εκείνης νύχτας.
   «Συνέχισε», είπε η Σιμόνα.
   Ο τόνος της φωνής της δεν ήταν πια άγριος, τα μάτια της ήταν χαμηλωμένα κι η σκληρή έκφραση του προσώπου της είχε μαλακώσει αρκετά. Ο Ηλίας το κατάλαβε κι αισθάνθηκε ενδόμυχα ανακούφιση. Ωστόσο συνέχισε την αφήγησή του:
   «Όταν συνήλθα, ήταν πια μέρα. Βρισκόμουν ξαπλωμένος σ' ένα ζεστό κρεβάτι, στο βάθος μιας μεγάλης κουζίνας, που στο κέντρο της έκαιγε ένα τεράστιο τζάκι. Από το πλήθος των πραγμάτων που ήταν μέσα στην κουζίνα, κατάλαβα πως ήμουν σε  πλούσιο νοικοκυρόσπιτο. Ένα κορίτσι ετοίμαζε φαγητό δίπλα στο τζάκι κι από τα ρούχα της κατάλαβα πως ήταν από το Φόνι. Ήμουν στο Φόνι λοιπόν! Αλλά ποιος με πήγε εκεί; Ποιος μ' είχε σώσει; Τι τεράστια διαφορά από το πάπλωμα του χιονιού στο βουνό με το Χάρο στο πλάι μου, ως το ζεστό κρεβάτι, όπου ήμουν ξαπλωμένος τη στιγμή εκείνη, ενώ το όμορφο κορίτσι έστεκε σιμά μου περιμένοντας να δει, ίσως μέχρι πριν από λίγο, πότε θα ξαναγύριζα στη ζωή!
   »Ναι, ήταν πραγματικά ένα πανέμορφο κορίτσι! Όταν κατάλαβε πως ξύπνησα, ήρθε κοντά μου. Και τότε εγώ μπόρεσα να τη δω καλύτερα. Ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί ομορφότερο πλάσμα... εκτός από την Παναγία μας στις εικόνες τις μέρες της γιορτής της!
   »Είχε μάτια μεγάλα και μαύρα, πανέμορφα μαλλιά, δέρμα σαν το ρόδο, στοματάκι μικρούτσικο, μύτη λεπτή, λαιμό μακρύ και κατάλευκο, όλα ήταν τέλεια πάνω της...
   »Το κομψό της φόρεμα τόνιζε τις καμπύλες του κορμιού της και το μικρό της στήθος της που μόλις είχε αρχίσει να σχηματίζεται. Γιατί το κορίτσι αυτό δεν ήταν μεγαλύτερο από δέκα οκτώ χρονών.
   »Αν επιμένω σ' όλες αυτές τις λεπτομέρειες», συνέχισε ο Ηλίας,  ενώ τα μάτια της Σιμόνας σκοτείνιαζαν ξανά, καθώς μάντευε πως το κορίτσι εκείνο ήταν η γυναίκα που της τον έκλεψε και της κατέστρεψε την ευτυχία της ζωής της, «αν επιμένω, είναι για να σας κάνω να καταλάβετε πώς παρασύρθηκα κι έκανα ό,τι έκανα.
   »Ενώ λοιπόν την κοίταζα γοητευμένος όσο εκείνη μου τακτοποιούσε τα σκεπάσματα γύρω απ' τους ώμους, μια ανατριχίλα διαπέρασε όλο μου το κορμί. Τ' ομολογώ... τη στιγμή εκείνη τα λησμόνησα όλα, και την καταιγίδα της περασμένης νύχτας,  και τ' άλογό μου που ψόφησε μες στο χιόνι, και τα χαμένα κάστανα,  μα και την αφορμή για την οποία είχα κάνει το ταξίδι και βρισκόμουν τώρα στο κρεβάτι...
   “Πώς αισθάνεσαι;” με ρώτησε η κοπέλα αγγίζοντάς μου το μέτωπο και προσπαθώντας να δει το σφυγμό μου. “Είναι πέντε ώρες τώρα που βρίσκεσαι σε παραλήρημα! Πώς σε λένε;”
   “Κι εσύ ποια είσαι;” ρώτησα με βραχνή φωνή. “Πού βρίσκομαι;”
   “Στο σπίτι μου! Με λένε Κοζίμα Π... Απόψε ο υπηρέτης μου  περνούσε απ' το βουνό και σε βρήκε σχεδόν πεθαμένο πάνω στα χιόνια, σ' επήρε πάνω στ' άλογό του και σ' έφερε εδώ. Είσαι στο Φόνι. Έπειτα από πολλές φροντίδες συνήλθες κατά το ξημέρωμα, αλλά αμέσως μετά σού ανέβηκε ο πυρετός και σ' έπιασε παραλήρημα”.
   »Της διηγήθηκα την ιστορία μου, χωρίς να της κρύψω την αιτία του ταξιδιού μου και τον επικείμενο γάμο μου με τη Σιμόνα.
   “Θα 'σαι πολύ φτωχός, αφού είσαι αναγκασμένος να κάμεις ένα τέτοιο ταξίδι για ν' αγοράσεις τα δαχτυλίδια!” μου 'πε η Κοζίμα κοιτάζοντάς με  με τα μεγάλα λαμπερά της μάτια. 
   “Όχι!” αποκρίθηκα. “Δεν είμαι τόσο φτωχός. Έχω ένα κτήμα με καστανιές που μου δίνει εισόδημα είκοσι σκούδα κι έχω και δυνατά μπράτσα για να δουλεύω. Είναι, όμως, ανάγκη να πηγαίνω κάθε τόσο στο Νουόρο για να πουλάω τα προϊόντα μου. Έχω κάρο και βόδια κι άλογο και σπίτι... δεν είμαι φτωχός, όχι. Κι η Σιμόνα κάποια προίκα έχει...”
   »Μιλήσαμε έτσι για πολλή ώρα, σαν άνθρωποι που γνωρίζονται από καιρό κι η Κοζίμα μου είπε πως ήταν πλούσια και ορφανή. Διαχειριζόταν μόνη της την περιουσία της πλέον, γιατί ο κηδεμόνας της είχε πεθάνει πριν από λίγους μήνες. Μαζί της ζούσαν μια υπηρέτρια και δυο υπηρέτες, ο ένας ασχολιόταν με τ' αγροτικά κι ο άλλος, εκείνος που μ' έσωσε, ήταν τσοπάνης. Είχε το σπίτι, ένα πολύ μεγάλο κτήμα με κηπευτικά, στάνη και πολλά ζωντανά.
   »Όταν θέλησα να σηκωθώ μ' εμπόδισε, λέγοντάς μου πως ήμουν άρρωστος και πως ο γιατρός που φώναξε τη νύχτα για να με δει είχε διατάξει να μη μ' αφήσει να φύγω ούτε και να σηκωθώ απ' το κρεβάτι. Κι έτσι έμεινα ξαπλωμένος!
   »Ωστόσο, το ρίγος κι ο πυρετός δεν άργησαν να με ξαναπιάσουν... ένας δυνατός πυρετός που μ' έκανε να τινάζομαι πάνω στο κρεβάτι. Έμεινα έτσι μεταξύ ζωής και θανάτου μια βδομάδα περίπου. Στα διαλείμματα του παραληρήματός μου, όταν ερχόμουν κάπως στα σύγκαλά μου, παρακαλούσα την Κοζίμα να στείλει μήνυμα στη Σιμόνα  ότι ήμουν καλύτερα και να την καθησυχάσει για την αργοπορία μου. Κι εκείνη μου 'λεγε πάντα «ναι» και με καθησύχαζε ώστε να μένω ήσυχος.
   »Εκείνες τις ώρες των πόνων και των βασάνων μέσα στο μυαλό μου είχα πάντα τη Σιμόνα, αλλά τα μάτια μου κι ο νους μου, σκοτισμένα από τον πυρετό, έβλεπαν μόνο την Κοζίμα, την όμορφη Κοζίμα, που πήγαινε πάνω κάτω στην κουζίνα, στις μύτες των ποδιών της για να μη μ' ανησυχήσει, που έσκυβε συχνά πάνω απ' το κρεβάτι μου κι ακουμπούσε στο φλογισμένο μέτωπό μου το δροσερό χεράκι της το κατάλευκο, που αγρυπνούσε νύχτες ολόκληρες πλάι στο προσκέφαλό μου, μαγνητίζοντάς με με τα αθώα παιδικά της μάτια, που για το λόγο αυτό ήταν ακόμη πιο επικίνδυνα...
   »Όλες εκείνες οι περιποιήσεις κι οι φροντίδες που μου 'κανε, χωρίς να με γνωρίζει, ενώ γεννούσαν μέσα μου μια βαθιά ευγνωμοσύνη για κείνη, την ίδια στιγμή μ' έκαναν να συλλογίζομαι με στενοχώρια την παράδοξη αδιαφορία της Σιμόνας, της αρραβωνιαστικιάς μου, που δε νοιαζόταν διόλου για μένα που πέθαινα μακριά απ' τον τόπο μου για χάρη της κι έχοντας στο μυαλό μου μόνο αυτήν!... 
   »Έπειτα από μια βδομάδα, άρχισα να αισθάνομαι καλύτερα κι ο γιατρός μου είπε πως σε οκτώ - εννιά μέρες θα μπορούσα να ξαναγυρίσω στο χωριό μου. Σκεφτόμουν με λύπη την κακή κατάληξη του ταξιδιού μου και την αναβολή του γάμου. Τ' άλογο και τα κάστανα δε βρέθηκαν ποτέ, μολονότι η Κοζίμα μου 'πε πως είχε στείλει τον υπηρέτη της να ψάξει να τα βρει. Μια νύχτα παρόμοια μ' εκείνη τη θυελλώδη που έχασα το δρόμο, άκουσα ξάφνου ν' ανοίγει σιγά σιγά η πόρτα κι είδα να μπαίνει στο δωμάτιο μια γυναικεία μορφή που στην αρχή δε διέκρινα καλά ποια ήταν.
   »Θα 'ταν κοντά στα μεσάνυχτα. Άκουγα τον αγέρα να μουγκρίζει πάνω απ' το κρεβάτι μου, σκεπάζοντας κάθε ανθρώπινο ήχο. Στο τζάκι το πελώριο η φωτιά, σκεπασμένη με στάχτη, έριχνε κάπου κάπου μια φλόγα γαλαζωπή που φώτιζε ασθενικά την κουζίνα. Σ' εκείνη την αναλαμπή της φωτιάς νόμισα πως διέκρινα την υπηρέτρια, την Πέππα, και σκέφτηκα πως ερχόταν για να με δει και να βεβαιωθεί πως ήμουν καλά. Έκανα πως κοιμόμουν, αλλά με τα μάτια κλεισμένα περίμενα να δω τι θα γίνει.
   »Η γυναίκα προχώρησε στις μύτες των ποδιών της και σταμάτησε μπροστά στο κρεβάτι, κοιτάζοντάς με για πολλή ώρα με μάτια που λαμποκοπούσαν μες στο σκοτάδι. Χωρίς να το θέλω, τρεμούλιασμα απλώθηκε σ' όλο μου το κορμί...
   »Δεν ήταν η Πέππα, όχι... Ήταν η Κοζίμα... 
   »Τι να 'θελε; Γιατί με κοίταζε έτσι; Κι εγώ γιατί έτρεμα όλος κάτω απ' το βλέμμα της;
   »Ξαφνικά έσκυψε πάνω μου και με φίλησε στο στόμα!...
   »Τα χείλη της έκαιγαν σαν τη φωτιά κι εγώ σπαρτάρισα στ' άγγιγμά της σαν να μ' είχε αγγίξει σίδερο πυρωμένο. Νομίζοντας πως με ξύπνησε, η Κοζίμα έκανε ένα βήμα πίσω και πήγε μ' ανάλαφρα βήματα να καθίσει σιμά στο τζάκι. Ωστόσο εγώ δεν κουνήθηκα και συνέχισα να παριστάνω τον κοιμισμένο.
   »Μόλις ηρέμησε κάπως, η Κοζίμα σκάλισε τη φωτιά κι έγειρε το κεφάλι στα μπράτσα της, τ' ακουμπισμένα πάνω στα γόνατά της. Μου φάνηκε πως έκλαιγε...
   »Δε μπορώ να πω με βεβαιότητα τι γινόταν τη στιγμή εκείνη μέσα στην ψυχή μου, αλλά σίγουρα είχα λησμονήσει και τ' άλογο και τα κάστανα και τον γάμο. Το φιλί της Κοζίμας μου 'καιγε τα χείλη και μύριες σκέψεις σκόρπιες περνούσαν απ' το μυαλό μου.
   »Ήταν λοιπόν όνειρο; Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ότι η Κοζίμα, η τόσο νέα, η τόσο πλούσια, η τόσο ωραία, μ' είχε ερωτευτεί σε τόσο λίγες μέρες; Εμένα τον άγνωστο, τον ξένο, που ήξερε ότι ήμουν λογοδοσμένος με άλλη;
   »Δε μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου, στις αισθήσεις μου, γι' αυτό που μου συνέβαινε. Κι όμως έβλεπα την όμορφη κοπέλα εκεί δα, στο τζάκι, να κλαίει σιγανά. Κι ο νους μου σκοτιζόταν, το αίμα μου έβραζε. Θεέ μου, τι πειρασμός! Αν η Κοζίμα με ξαναφιλούσε, θα 'μουν πια χαμένος, παρ' όλα τα αγαθά σχέδιά μου και τις αγνές προθέσεις μου...
   »Εκείνη, όμως, έφυγε χωρίς καν να με κοιτάξει.
   »Το άλλο πρωί την είδα χλωμή και με μάτια κατακόκκινα. Μα δεν της είπα τίποτα. Μονάχα μια στιγμή που 'χε βγει απ' το δωμάτιο, εγώ ντύθηκα και κάθισα δίπλα στο τζάκι. Κι όταν εκείνη ξαναμπήκε, της είπα πως ήθελα να φύγω.
   “Έχεις δίκιο”, είπε με ψυχρότητα. “Σε κακομεταχειριστήκαμε πολύ... και φυσικά δε βλέπεις την ώρα να φύγεις”.
   “Θεός φυλάξοι!” φώναξα εγώ. “Ίσα ίσα κάνατε πολύ περισσότερα απ' όσα άξιζα. Μου σώσατε τη ζωή και θα το θυμάμαι όσο ζω! Θέλω να φύγω για να σας απαλλάξω από το μπελά της φροντίδας μου. Α, Κοζίμα, τι κουβέντα είναι αυτή που είπες; Για τόσο αναίσθητο με περνάς λοιπόν; Δεν ξέρω τι να κάνω για να ξεπληρώσω ό,τι σου χρωστώ. Εμπρός, μίλα!... Ζήτησέ μου ό,τι θες κι εγώ είμαι διατεθειμένος να κάμω το παν για σένα!...”
   »Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου αυτή και το 'χα κιόλας μετανιώσει.... Γιατί είδα τα μάτια της Κοζίμας να λαμποκοπούν από χαρά. Αχ! Μήπως θα μου ζητούσε το αδύνατο;... Να την αγαπήσω;...
   “Τότε μείνε μέχρι να γίνεις εντελώς καλά!”αποκρίθηκε εκείνη.
   »Έμεινα. Άλλωστε ένιωθα πως δεν είχα τη δύναμη να κάνω το ταξίδι της επιστροφής. Ήμουν ακόμη αδύναμος κι η κακοκαιρία συνεχιζόταν. Όμως κι εκεί δεν αισθανόμουν ασφάλεια κι ένα προαίσθημα μου 'λεγε πως θα υπέκυπτα στη μυστηριώδη γοητεία της Κοζίμας.
   »Πάλευα μ' όλες μου τις δυνάμεις να τη βγάλω απ' το μυαλό μου, αλλά η εικόνα της ωραίας κοπέλας, που καθημερινά τριγυρνούσε κοντά μου, κυριαρχούσε στις σκέψεις μου κι η ανάμνηση του φιλιού της μ' έκανε να τρέμω απ' τον πυρετό της ευτυχίας. 
   »Μάταια προσπαθούσα να φέρω στο νου μου τη Σιμόνα, την κατάστασή της, την ιερή υπόσχεση που της είχα δώσει. Κάθε φορά που έπαιρνα την απόφαση να γυρίσω κοντά της, να σου παρουσιαζόταν μπροστά μου η Κοζίμα, γοητευτική, ωραία, και με μάγευε μ' ένα χαμόγελό της, με μια γλυκιά της ματιά. Θεέ μου! Τι ανατριχίλες, τι πειρασμοί, τι αγώνες να μην παρασυρθώ! Έκλαιγα σαν μικρό παιδί και πολλές φορές τις σκοτεινές νύχτες, ενώ έξω λυσσομανούσε η καταιγίδα, εγώ σκεφτόμουν πώς να ξεφύγω από εκείνη την Κόλαση, λέγοντας στον εαυτό μου πως ήταν χίλιες φορές καλύτερα να πεθάνω μέσα στο δάσος πάνω στο βουνό παρά να ζω αυτό το βασανιστήριο. Γιατί με είχαν σώσει; Γιατί;
   »Αυτή η ενδόμυχη θλίψη αύξαινε την οργή μου. Ο πυρετός στο αίμα και στο μυαλό μου ένιωθα να με γεμίζει μίσος για την Κοζίμα, στην οποία χρωστούσα τόσα, την Κοζίμα, που ερχόταν κάθε νύχτα στο προσκέφαλό μου για να μου δώσει το συνηθισμένο φιλί, στο σκοτάδι. 
   »Δε μπορούσε να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. Κόντευα να πιστέψω πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο, ένα σχέδιο του Σατανά να με παρασύρει. Κι έτσι αποφάσισα να βεβαιωθώ. Καλύτερα να μην το 'χα κάνει ποτέ!...
   »Μια νύχτα, την ώρα που η Κοζίμα είχε σκύψει και με φιλούσε, την άρπαξα απ' το χέρι, ανοίγοντας τα μάτια μου διάπλατα, και κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω της στο αμυδρό φως του τζακιού. Εκείνη δε μίλησε, έτρεμε μόνο ολόκληρη και περίμενε να μιλήσω πρώτος εγώ.   
   “Τι σημαίνει αυτό, Κοζίμα;” τη ρώτησα αυστηρά. 
  »Εκείνη τότε έπεσε στα γόνατα και, κατεβάζοντας το κεφάλι, μουρμούρισε:
   “Συγχώρεσέ με! Σ' αγαπώ! Πεθαίνω για σένα!”
   »Κι εγώ άρχισα να τρέμω σ' αυτά της τα λόγια, μα συγκρατήθηκα κι είπα:
    “Τι είναι αυτά που λες; Δεν ξέρεις πως είμαι παντρεμένος;
    “Ψέματα! Τα ξέρω όλα!... Είσαι μόνο αρραβωνιασμένος και γνωρίζω την κατάσταση της Σιμόνας... Ξέρω, επίσης, ότι στο χωριό λένε πως εσύ δεν είσαι ο πατέρας... 
   “Κοζίμα!” της φώναξα τότε αγριεμένος. “Τι αρρωστημένα λόγια είναι αυτά που λες! Πες ό,τι θες... ότι μ' αγαπάς, ότι με θέλεις... μα μη χρησιμοποιείς άδικες και ψεύτικες κατηγορίες...” 
   “Λέω αυτό που άκουσα. Μα μη φωνάζεις! Θα ξυπνήσει η Πέππα και θα μας ακούσει... Σε παρακαλώ, μη με καταστρέψεις... Σ' αγαπώ! 
   »Τόσο ταπεινά με παρακαλούσε, ώστε χαμήλωσα τον τόνο της φωνής μου και της ζήτησα εξηγήσεις για την τρομερή κατηγορία σε βάρος της Σιμόνας. Μου διηγήθηκε διάφορες ιστορίες που δεν τις θυμάμαι, γιατί δεν πρόσεχα, αλλά απ' τις οποίες κατάλαβα καθαρά μόνο ένα πράγμα: ότι είχα πέσει θύμα απάτης, ότι η Σιμόνα δε μ' αγαπούσε, αλλά υποκρινόταν πως ήταν ερωτευμένη μαζί μου, για να σκεπάσει τη ντροπή της για ένα αμάρτημα, στο οποίο δεν ήμουν εγώ ο ένοχος... Τι φρίκη! Τι φρίκη!» 
   «Η άτιμη!...» πετάχτηκε η Σιμόνα, διακόπτοντας την αφήγηση του Ηλία, χλωμή και γεμάτη οργή, κουνώντας βίαια τα χέρια της. Ωστόσο ο Τάνου, ο αδερφός της, που δεν είχε επηρεαστεί από την αφήγηση του Ηλία και τον άκουγε με ύφος ειρωνικό και δύσπιστο, τη συγκράτησε στρεφόμενος προς τον άντρα:
   «Για συνέχισε το παραμύθι σου... μόνο τέλειωνε γρήγορα!»
   «Θα τελειώσω γρήγορα. Η Κοζίμα μού υποσχέθηκε πως θα μου φέρει αποδείξεις για τις κατηγορίες. Έπειτα, ξαφνικά, άρχισε να κλαίει.
   “Γιατί κλαις;” τη ρώτησα. Πραγματικά, δε μπορούσα ούτε κι εγώ να κρατηθώ πια. Ένας κόμπος μ' έπνιγε. Πίστευα και δεν πίστευα εκείνο που μου είχε πει για τη Σιμόνα. Κι ενώ απ' τη μια ήθελα να τη χαστουκίσω, από την άλλη ένιωθα τη λαχτάρα να τη φιλήσω και να της πω: “Εσένα μόνο αγαπώ, δε με νοιάζει πια για τη Σιμόνα!” 
   “Συγχώρεσέ με!” μου έλεγε κλαίγοντας. “Το ξέρω ότι δε μπορείς να μ' αγαπήσεις... γιατί αγαπάς εκείνη... Θα μ' αφήσεις να πεθάνω! Αχ, αν ήξερες πόσο υποφέρω! Φύγε, αν θέλεις, αλλά μη με λησμονήσεις! Παντρέψου τη Σιμόνα... αλλά όταν δυστυχήσεις, να θυμάσαι ότι εγώ είμαι πιο δυστυχισμένη από σένα”.
   »Μου μιλούσε ώρα πολλή με το κεφάλι σκυμμένο πάνω μου, έτσι που η φλογερή της ανάσα μού έκαιγε το πρόσωπο, ενώ το 'βρεχαν τα δάκρυά της. Ήμουν μπερδεμένος, δάγκωνα τα χείλη μου, με δυσκολία συγκρατώντας το κλάμα και τις βλαστήμιες που λαχταρούσα να ξεστομίσω.
   »Κάποια στιγμή η φωτιά στο τζάκι έσβησε, αφήνοντάς μας στο σκοτάδι. 
   “Αντίο! Αντίο!” είπε η Κοζίμα. “Σ' αφήνω ήσυχο τώρα! Άλλωστε, αύριο θα φύγεις και δε θα ξαναϊδωθούμε. Μη με λησμονήσεις, Ηλία. Αντίο, αντίο! Φύγε, δε σου ζητώ τίποτε! 
   »Ναι, δε μου ζητούσε τίποτε, αλλά την ίδια στιγμή μού γέμιζε το πρόσωπο φιλιά και δάκρυα, δάκρυα που έμοιαζαν με καυτό λιωμένο μολύβι, φιλιά παθιασμένα, τρελά, που μου 'καιγαν τα χείλη, τα μάτια, τα μάγουλα, που μου αφαιρούσαν όλο και περισσότερο τη λιγοστή φρόνηση και λογική που μου 'χε απομείνει.
   Κοζίμα”, είπα τελικά με βραχνή φωνή, σφίγγοντάς την στην αγκαλιά μου κι ανταποδίδοντας τα φιλιά της, σ' αγαπώ κι εγώ και θα μείνω μαζί σου!
 
.......................
 
   «Σε δυο μέρες», ολοκλήρωσε την ιστορία του ο Ηλίας, «ένας παπάς ήρθε στο σπίτι της Κοζίμας και μας πάντρεψε κρυφά. Εγώ είχα ακόμη πυρετό κι ενεργούσα μηχανικά, χωρίς να συνειδητοποιώ καλά - καλά τι συμβαίνει. Την ίδια μέρα ο γάμος δημοσιοποιήθηκε στο Δημαρχείο και μετά από τρεις βδομάδες ήμουν και επίσημα, σύμφωνα με το νόμο, ενωμένος για πάντα μαζί της. Όταν πια πέρασε ο αρχικός ενθουσιασμός και καταλάγιασε η ορμή του πάθους μου, ήρθα στα σύγκαλά μου και κατάλαβα το κακό που έκαμα. Είχα, επίσης, καταλάβει ότι όλες οι φήμες σε βάρος της Σιμόνας ήταν συκοφαντίες, αλλά ήταν αργά πια!» 
 
Δ'
   «Και ποιος μας λέει πως όλη αυτή η ιστορία που σκαρφίστηκες δεν είναι ένα παραμύθι;» φώναξε ο Τάνου με βροντερή φωνή. 
   Ο Ηλίας έγειρε το κεφάλι του κουρασμένα στο πλάι, η φλόγα της ελπίδας έσβησε από τα μάτια του. Στα πρόσωπα των κατηγόρων του, που διόλου δεν είχαν συγκινηθεί από την ιστορία του, έβλεπε κιόλας την καταδίκη του κι αισθανόταν την απάνθρωπη αγωνία του ανθρώπου που καταδικάζεται σε θάνατο ενώ είναι νέος και λαχταρά να ζήσει, αλλά απ' την άλλη δε θέλει και να εκδηλώσει τα συναισθήματά του για να μη φανεί δειλός.
   «Ώστε, λοιπόν, είναι αλήθεια», είπε. «Κανείς δε θέλει να με λυπηθεί...» 
   Γύρισε κι έριξε μια ματιά στη Σιμόνα, αλλά εκείνη έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Μα κι αν ακόμη εκείνη το 'θελε, δε θα μπορούσε πια να τον σώσει!
    «Είναι αποφασισμένο! Θα πεθάνεις!» ανακοίνωσε με υπόκωφη φωνή ο πατέρας της.
   Έπεσε σιωπή ανάμεσά τους. Η τύχη του Ηλία είχε αποφασιστεί. Δεν επρόκειτο να ξαναβγεί ζωντανός από το μοιραίο εκείνο σπίτι, όπου πριν από δέκα χρόνια είχε περάσει τόσες ευτυχισμένες στιγμές. Ο τρόπος με τον οποίο είχε παντρευτεί την Κοζίμα, διόλου δεν είχε αλλάξει την απόφαση της οικογένειας, που είχε ατιμάσει, να θέσει σ' εφαρμογή το σκληρό της σχέδιο. Το τουφέκι βρισκόταν πάντα στα χέρια του Πέτρου, έτοιμο να τιμωρήσει εκείνον που στάθηκε η αιτία της δυστυχίας της αδελφής του...
   Κι έπειτα ο θάνατός του ήταν πλέον μονόδρομος γι' αυτούς. Αν τον συγχωρούσαν και του χάριζαν τη ζωή, θα 'ταν χαμένοι, αφού εκείνος θα 'βρισκε τον τρόπο να τους εκδικηθεί έτσι πλούσιος και δυνατός που ήταν.
   Έπρεπε λοιπόν να τον σκοτώσουν. Κανένα ίχνος φόβου ή δισταγμού δεν επηρέαζε εκείνες τις καρδιές που τις είχε κάνει πέτρα μια ζωή σκληρή, γεμάτη αγωνίες και βάσανα, που θρησκεία τους είχαν κάνει την εκδίκηση και Θεό τους το μίσος.
   Μια άλλη νύχτα είχαν δώσει όρκο βαρύ γύρω από το ίδιο εκείνο τζάκι, μπροστά στην ίδια εκείνη φωτιά, που ποτέ δεν έσβηνε, να ξεπλύνουν με αίμα την προσβολή που τους έγινε. Και να τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια που περίμεναν, που είχε φτάσει η στιγμή που ονειρεύτηκαν.
   Κι έτσι ήταν πια έτοιμοι να σκοτώσουν έναν άνθρωπο με σχεδόν θρησκευτική προσήλωση, σίγουροι πως θα 'καναν αμάρτημα αν τον συγχωρούσαν, κι είχαν το μέτωπο, πίστευαν, ψηλά μπροστά στον ίδιο εκείνο Θεό, του οποίου τα διδάγματα αγνοούσαν και θεωρούσαν ότι ήταν το ίδιο αιμοχαρής μ' εκείνους.
   «Εσύ φύγε!» είπε ο Πέτρος στη Σιμόνα. 
   «Όχι, θα μείνω ως το τέλος!...» αποκρίθηκε η γυναίκα με σταθερή φωνή που έκανε τον Ηλία ν' ανατριχιάσει.
   Ο Πέτρος σήκωσε το τουφέκι...
   Ο αγέρας, η βροχή, οι βροντές έκαναν έναν τρομακτικό θόρυβο έξω απ' το σπίτι. Θύμιζαν ανθρώπινα ουρλιαχτά. Λες κι είχε ξεσπάσει η δίκαιη οργή του Θεού για το έγκλημα που επρόκειτο να γίνει σ' εκείνο το μαύρο κι απαίσιο σπίτι που το κατοικούσαν δαίμονες μ' ανθρώπινη μορφή...
   Ο Πέτρος σημάδεψε τον Ηλία. Αλλά, ενώ ήταν έτοιμος να τραβήξει τη σκανδάλη, ένας κρότος ξερός ακούστηκε, που σίγουρα δεν ήταν από τον αγέρα. Η μικρή πόρτα, που έβγαινε στην αυλή, άνοιξε.
   Κοιτάχτηκαν όλοι τρομαγμένοι, με χείλη πανιασμένα, με την καρδιά ανάστατη. Ο Πέτρος ακούμπησε ξανά το τουφέκι στα γόνατά του.
   Ποιος μπορεί να 'ταν; Ώστε, λοιπόν, τους ανακάλυψαν; Ήταν χαμένοι...
   Ξάφνου η Σιμόνα πετάχτηκε όρθια φωνάζοντας: «Γαβίνα! Γαβίνα!» Ρίχτηκε προς στην πόρτα με φρίκη σαν λαβωμένη ύαινα.
   Βρήκε πράγματι τη μικρούλα σωριασμένη στο έδαφος, λιπόθυμη και βρεγμένη ως το κόκαλο. Η Γαβίνα είχε δει κι είχε ακούσει τα πάντα. Μη μπορώντας ν' αντέξει το σοκ, λιποθύμησε γεμάτη τρόμο και φρίκη και, πέφτοντας, είχε χτυπήσει πάνω στην πόρτα, η οποία και άνοιξε. 
   «Παιδί μου!... Γαβίνα μου!... Αγάπη μου!...» ψέλλιζε κλαίγοντας η Σιμόνα. Και την πήρε στην αγκαλιά της και την έφερε κοντά στο τζάκι. Σαν την είδε κατάχλωμη, κρύα, βρεγμένη, με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο ακόμη αλλοιωμένο απ' τη φρίκη, τη νόμισε πεθαμένη. Ξεχνώντας τελείως τον Ηλία, ο οποίος έτρωγε με τα μάτια του το παιδί, άρχισε να κλαίει, αποκαλώντας τη με τα πιο τρυφερά υποκοριστικά, βγάζοντάς της τα μουσκεμένα της ρούχα, προσπαθώντας να ζεστάνει τα ποδαράκια της και γεμίζοντάς τη παντού με φιλιά...
    Μα η μικρούλα δεν έλεγε να συνέλθει.
  «Γαβίνα μου!... Παιδί μου!... Καρδούλα μου!... Αγάπη μου!... Αχ! Πέθανε! Πέθανε!... Το λατρεμένο μου παιδί, η μόνη μου χαρά... Λουλούδι μου!... Γαβίνα μου!... Τι θα κάνω... Θεέ μου... τι θα κάνω χωρίς αυτήν;... Είναι πεθαμένη... Κοιτάχτε!... Πατέρα μου, άγγιξέ την και συ...  είναι κρύα... πεθαμένη! Θεέ μου!»
   Η Σιμόνα έκανε σαν τρελή. Άλλοτε μιλούσε στο παιδί τρυφερά, άλλοτε γελούσε, όταν νόμιζε πως η Γαβίνα συνερχόταν, κι έπειτα πάλι ξανάρχιζε να κλαίει γοερά.
   Ο Τάνου κι ο Πέτρος όλη αυτή την ώρα αντάλλαζαν ματιές σκοτισμένοι και μπερδεμένοι. Η μικρή τα 'χε δει και τα 'χε ακούσει όλα. Τι θα γινόταν λοιπόν;
   Ο Ηλίας επίσης παρέμενε σιωπηλός, είχε τα μάτια του πάντα καρφωμένα στο παιδί, μελαγχολικός κι απελπισμένος. 
   «Αχ, κι αν πέθανε; Τι θα γινόταν, αν είχε πεθάνει;»
   Ο πατέρας της Σιμόνα, ο μπαρμπα - Τότοη, που ήτανε άνθρωπος προληπτικός, χαμογελούσε πικρά και συλλογιζόταν ότι όλα αυτά έγιναν με το θέλημα του Θεού ως τιμωρία ή ως προειδοποίηση. Ξαφνικά φως πλημμύρισε την ψυχή του και μια μεγάλη απόφαση έλαμψε στα μάτια του.
   Πήρε τη Γαβίνα από την αγκαλιά της μάνας της και την έβαλε στα χέρια του Τάνου.
   «Πήγαινέ τη στο κρεβάτι της», του είπε. «Και συ, Πέτρο, τρέξε γρήγορα και κάλεσε το γιατρό...»
   «Μα πατέρα...» φώναξε ο νέος γουρλώνοντας τα μάτια του και δείχνοντας με το δάχτυλο τον Ηλία, την ώρα που ο Τάνου, υπακούοντας στην πατρική διαταγή, βγήκε έξω με τη Γαβίνα στην αγκαλιά του και τη Σιμόνα από πίσω του να τον ακολουθεί με μια λάμπα στο χέρι.
   «Πήγαινε», του είπε ο γέρος. «Πήγαινε σου λέω... δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα κακό!»
   Έχοντας εμπιστοσύνη στα λόγια του πατέρα του, ο Πέτρος, που λάτρευε την ανιψούλα του και τη νόμιζε κι εκείνος πεθαμένη ή -έστω- ετοιμοθάνατη, απίθωσε το τουφέκι του στο τραπέζι και βγήκε έξω.
   Κάποια στιγμή ο μπαρμπα - Τότοη πλησίασε στην πόρτα και φώναξε:
   «Σιμόνα! Σιμόνα! Έλα κάτου!» 
   Η  νέα κατέβηκε αμέσως. Ο πατέρας της με αργή κι επίσημη φωνή τής είπε:
   «Σιμόνα! Η Γαβίνα τα είδε όλα!  Αυτό είναι το θέλημα του Θεού... Σιμόνα!»
   Εκείνη κατάλαβε. Στάθηκε για λίγες στιγμές ακίνητη, σιωπηλή, με τα μάτια καρφωμένα στον Ηλία, τα μεγάλα ανταριασμένα της μάτια, που η σκοτεινή τους λάμψη φανέρωνε την εσωτερική πάλη που γινόταν στην καρδιά της. 
   «Είναι το θέλημα του Θεού!» επανέλαβε ο γέρος.
   Τότε η Σιμόνα πλησίασε τον Ηλία και του έλυσε τα σκοινιά που τον κρατούσαν δεμένο. Έπειτα, τον πήρε απ' το χέρι, τον οδήγησε στην αυλή, άνοιξε το παλιό ξύλινο ξώπορτο και τον έσπρωξε στο δρόμο, λέγοντάς του:
   «Πήγαινε και να θυμάσαι πότε - πότε την κόρη σου!»
   Έμεινε εκεί να τον βλέπει ν' απομακρύνεται, μέχρι που χάθηκε πια από τα μάτια της μέσα στα ουρλιαχτά της καταιγίδας....
 
Ντελέντα Γκράτσια
(μετφ. Κώστας Καιροφύλας),
περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχ. 20 - 21, Δεκέμβριος 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου