«Για
στάσου, φίλε μου», είπα του Λαμπάρμπ, «ξεστόμισες τώρα δα αυτές τις
τέσσερις λέξεις: “Αυτό το γουρούνι ο Μορέν”. Πώς, να πάρει η ευχή, δεν
άκουσα ποτέ μου να μιλούν για τον Μορέν, δίχως να τον πουν γουρούνι;»
Ο Λαμπάρμπ, που είναι σήμερα βουλευτής, με κοίταξε με τα περίεργα σαν της νυχτερίδας μάτια του και μου 'πε:
«Πώς; Είσαι από τη Ροσέλ και δεν ξέρεις την ιστορία του Μορέν;»
Παραδέχτηκα πως δε γνώριζα την ιστορία του Μορέν. Ο Λαμπάρμπ τότε έτριψε τα χέρια του κι άρχισε να διηγείται:
«Θα γνώρισες, βέβαια, δίχως άλλο τον Μορέν και θα θυμάσαι το μεγάλο
εμπορικό κατάστημα που είχε επάνω στην προκυμαία της Ροσέλ;»
«Ναι, πολύ καλά».
«Λοιπόν μάθε πως στα 1862 ή 63 ο Μορέν πήγε να περάσει δεκαπέντε μέρες
στο Παρίσι για να διασκεδάσει, αλλά με την πρόφαση πως θα έκανε κάποια
ψώνια για το εμπορικό του. Ξέρεις τι σημαίνουν για έναν επαρχιώτη έμπορο
δεκαπέντε μέρες στο Παρίσι. Του ανάβουν τα αίματα. Κάθε βράδυ έξοδοι
στα θέατρα, ραντεβού με γυναίκες, μια αδιάκοπη αναστάτωση του πνεύματος.
Ξετρελαίνεται κανείς. Δε βλέπει πια μπροστά του παρά χορεύτριες με
μαγιό, θεατρίνες με πολύ ανοιχτά ντεκολτέ, γάμπες στρογγυλές, παχουλούς
ώμους...
»Και φεύγει τελικά με την καρδιά ακόμα γεμάτη ταραχή, με τη ψυχή γεμάτη
χαρά και μ' όρεξη για κείνα τα φιλιά που γαργαλούν τα χείλη.
»Ο
Μορέν βρισκόταν σ' αυτή την κατάσταση, όταν πήρε το εισιτήριό του για
να γυρίσει απ' το αμαρτωλό Παρίσι στη Ροσέλ, με το εξπρές των 8.40',το
βράδυ. Βημάτιζε ανήσυχος, γεμάτος θλίψη, μέσα στη μεγάλη αίθουσα
αναμονής του σιδηροδρομικού σταθμού της Ορλεάνης, όταν ξαφνικά στάθηκε
απότομα μπροστά σε μια νεαρή γυναίκα που φιλούσε στο μάγουλο μια
ηλικιωμένη κυρία. Είχε ανασηκώσει το βέλο της και από το θαυμασμό του ο Μορέν ψιθύρισε: “Όμορφο κομμάτι, στ' αλήθεια!”
»Μόλις αποχαιρέτησε την ηλικιωμένη, η νεαρή μπήκε μέσα στην αίθουσα αναμονής και ο Μορέν την ακολούθησε.
Έπειτα, όταν βγήκε στην αποβάθρα, ο Μορέν την ακολούθησε και πάλι. Κι
όταν ανέβηκε και μπήκε σ' ένα άδειο βαγόνι, ο Μορέν έκανε κι αυτός το
ίδιο.
»Ήταν λιγοστοί οι επιβάτες που θα ταξίδευαν με το εξπρές. Η μηχανή σφύριξε και το τρένο ξεκίνησε. Βρίσκονταν πια στο ίδιο βαγόνι. Ήταν ολομόναχοι!
»Ο
Μορέν την έτρωγε με τα μάτια του. Θα 'ταν δεκαεννιά με είκοσι χρονών.
Ξανθιά, ψηλή, με ζωντάνια. Τύλιξε τα πόδια της με μια ταξιδιωτική
κουβέρτα και ξάπλωσε πίσω στο κάθισμα για να κοιμηθεί.
»Όλη αυτή την ώρα διάφορες σκέψεις περνούσαν απ' το μυαλό του: “Τι τύπος γυναίκας να 'ναι άραγε;”
και χίλιες ιδέες και εικασίες έπλαθε με τη φαντασία του. Σκεφτόταν
πολλά. Είχε ακούσει να λένε για ερωτικές περιπέτειες που συμβαίνουν μέσα
σε τρένα. Ίσως να 'ταν τυχερός και να ζούσε κι ο ίδιος μια τέτοια
περιπέτεια. Ποιος ξέρει; Πολλές φορές έρχεται απρόοπτα μια καλή
ευκαιρία. Αρκεί να 'ταν αρκετά τολμηρός και θαρραλέος. Μήπως δεν το 'χε
πει κι ο Δαντών: “Θάρρος,
θάρρος, σε κάθε περίπτωση θάρρος!” Κι αν δεν το 'χε πει ο Δαντών,
σίγουρα το 'χε πει ο Μιραμπώ. Τέλος πάντων, κάποιος το είχε πει... Μα
έλα που δεν είχε το θάρρος, αυτό ήταν το πρόβλημα!...
»Άρχισε
τότε να φαντάζεται διάφορα σενάρια που θα τον έφερναν πιο κοντά στο
στόχο του, να κατακτήσει τη νεαρή γυναίκα. Αρχικά να της συστηθεί με
όλους τους κανόνες της ιπποσύνης κι έπειτα να προχωρήσει σε μερικές
φροντίδες και περιποιήσεις που θα την κολάκευαν, σε μια ζωηρή συζήτηση,
πολύ ευγενική, που θα κατέληγε σε μια εξομολόγηση και θα οδηγούσε,
τελικά, σ' εκείνο που φαντάζεστε...
»Ωστόσο
απ' όλα αυτά τα σενάρια έλειπε πάντα η αρχή, η αφορμή για να γίνει η
πρώτη κίνηση. Κι έτσι περίμενε την αφορμή, μια ευνοϊκή συγκυρία, με την
καρδιά του γεμάτη ταραχή και το μυαλό του σε σύγχυση.
»Στο μεταξύ η νύχτα είχε προχωρήσει και το όμορφο κορίτσι συνέχιζε να
κοιμάται, ενώ ο Μορέν έμενε ξάγρυπνος εξετάζοντας όλα τα ενδεχόμενα μιας
ερωτικής πολιορκίας. Κάποτε ξημέρωσε κι ο ήλιος σκόρπισε τριγύρω τις
πρώτες αχτίνες του, αχτίνες λαμπρές, που έρχονταν απ' την άκρη του
ορίζοντα κι έπεφταν κατευθείαν πάνω στο γλυκό πρόσωπο της κοιμισμένης
κοπέλας.
»Εκείνη
ξύπνησε τότε, ανασηκώθηκε στο κάθισμά της, έριξε μια ματιά έξω από το
παράθυρο κι έπειτα γύρισε και κοίταξε το Μορέν χαμογελώντας. Χαμογελούσε
σαν μια γυναίκα ευτυχισμένη, μ' ένα χαμόγελο ξέγνοιαστο και χαρωπό.
Ο Μορέν αναστατώθηκε. Χωρίς αμφιβολία το χαμόγελο εκείνο ήταν γι'
αυτόν, ήταν μια πρόσκληση μυστική, το ονειρεμένο σημάδι που τόσες ώρες
περίμενε.
»Ίσως το χαμόγελο αυτό να σήμαινε: “Πόσο
βλάκας, ανόητος και κουτός είσαι, ώστε να κάθεσαι εκεί, καρφωμένος στη
θέση σου σαν κούτσουρο από χτες το βράδυ!... Για κοίταξέ με, δεν είμαι
χαριτωμένη; Κι εσύ μένεις έτσι άπραγος μια ολόκληρη νύχτα, με μια όμορφη
γυναίκα απέναντί σου, χωρίς να τολμήσεις να κάνεις τίποτα, βλάκα, ε,
βλάκα;”
»Ο
Μορέν καθόταν σαστισμένος, μη βρίσκοντας μια λέξη κατάλληλη, ένα
κομπλιμέντο, έτσι για να πει επιτέλους κάτι, ο,τιδήποτε. Μα δεν του
ερχόταν τίποτα στο νου, εντελώς τίποτα. Και τότε ξαφνικά μια σκέψη πέρασε απ' το μυαλό του: “Ας γίνει ό,τι θέλει κι εγώ θα το τολμήσω! Εμπρός!”
Κι απότομα, χωρίς καμιά προειδοποίηση και χωρίς να βγάλει μιλιά απ' το
στόμα του, κινήθηκε προς το μέρος της νεαρής γυναίκας με τα χέρια
απλωμένα και τα χείλη λαίμαργα, την άρπαξε στην αγκαλιά του και τη
φίλησε.
»Εκείνη μ' ένα πήδημα πετάχτηκε πάνω κραυγάζοντας
«Βοήθεια!». Άνοιξε την πόρτα του βαγονιού, κουνώντας τα χέρια
κατατρομαγμένη, ενώ ο Μορέν, κατάπληκτος και βέβαιος πως θα ριχνόταν
στις ράγες εξαιτίας της ταραχής της, προσπαθούσε να τη συγκρατήσει από
το μεσοφόρι τραυλίζοντας: “Κυρία... Ω! Μην ταράζεστε κυρία!”
»Το τρένο έκοψε σιγά σιγά ταχύτητα μέχρι που σταμάτησε. Δυο
σιδηροδρομικοί υπάλληλοι έτρεξαν αμέσως κοντά τους, μόλις είδαν τις
απελπισμένες χειρονομίες της νεαρής κοπέλας, η οποία ρίχτηκε στα χέρια
τους με λυγμούς: “Αυτός ο παλιάνθρωπος θέλησε... θέλησε... να με... να...”
Λιποθύμησε προτού ολοκληρώσει τα λεγόμενά της. Είχαν πια φτάσει στο
σταθμό του Μοζέ. Ένας αστυνομικός, που έτυχε να βρίσκεται εκεί, συνέλαβε
τον Μορέν.
»Αργότερα,
όταν το θύμα της χυδαίας συμπεριφοράς του, συνήλθε, έδωσε κατάθεση και
οι αρχές τού απήγγειλαν κατηγορία. Έτσι ο κακόμοιρος έμπορος επέστρεψε
στο σπίτι του αργά το βράδυ με μια καταγγελία σε βάρος του για προσβολή
της δημοσίας αιδούς».
ΙΙ
«Ήμουν τότε αρχισυντάκτης στην εφημερίδα «Ο φάρος του Σαρέντ» και συναντιόμουν κάθε βράδυ με τον Μορέν στο καφενείο που σύχναζαν οι έμποροι.
»Ήρθε
και με βρήκε την επόμενη μέρα από το του πάθημά του μην ξέροντας τι να
κάνει. Του το 'πα στα ίσια: “Είσαι πραγματικά γουρούνι! Δε φέρονται έτσι
οι άντρες”. Έβαλε τα κλάματα. Η γυναίκα του τον είχε χτυπήσει κι έβλεπε
ότι η δουλειά του καταστρεφόταν, πως τ' όνομά του κυλίστηκε στη λάσπη,
πως ατιμάστηκε. Ακόμα κι οι φίλοι του είχαν αγανακτήσει μαζί του και δεν
του μιλούσαν πια. Με τα πολλά μ' έκανε να τον λυπηθώ κι έτσι φώναξα το
συνεργάτη μου, τον Ριβέ, έναν ζωηρό νέο που έδινε, όμως, πάντα καλές
συμβουλές, για να πάρω τη γνώμη του.
»Αυτός με συμβούλευσε να συναντηθώ με τον εισαγγελέα που ήταν φίλος μου. Έστειλα τον Μορέν στο σπίτι του και πήγα να βρω τον εισαγγελέα.
»Έτσι,
λοιπόν, έμαθα πως η παθούσα, η δεσποινίς Ενριέτα Μπονέ, ήταν ένα νεαρό
κορίτσι που μόλις είχε πάρει το δίπλωμά της στο Παρίσι για να γίνει
δασκάλα, ότι ήταν ορφανή από μάνα και πατέρα κι ότι πήγαινε για διακοπές
στο Μοζέ, όπου είχε ένα θείο και μια θεία, ένα καλοσυνάτο ζευγάρι της
μικροαστικής τάξης.
»Εκείνο που έκανε πιο δύσκολη τη θέση του Μορέν ήταν πως ο θείος της κοπέλας είχε υποβάλλει μήνυση εναντίον του. Ο εισαγγελέας μου είπε πως ήταν διατεθειμένος να σκεπάσει την υπόθεση, αν ο θείος απέσυρε τη μήνυση.
»Μετά
απ' αυτό πήγα στο σπίτι του Μορέν. Τον βρήκα άρρωστο στο κρεβάτι
εξαιτίας της στενοχώριας και των έντονων συγκινήσεων. Η γυναίκα του, μια
πανύψηλη γυναικάρα ως εκεί πάνω, κοκαλιάρα και με τρίχες στο πηγούνι,
του φερόταν πολύ άσχημα· στιγμή δεν τον άφηνε σε ησυχία. Με οδήγησε στο
δωμάτιό του, φωνάζοντας περιφρονητικά:
“Ήρθατε να δείτε αυτό το γουρούνι, τον Μορέν; Ορίστε, λοιπόν, καμαρώστε τον!...”
»Του εξέθεσα την όλη κατάσταση κι εκείνος με παρακάλεσε να πάω να βρω
την οικογένεια της κοπέλας. Αν κι η θέση μου ήταν λεπτή, ωστόσο δέχτηκα
να του κάνω τη χάρη.
»Επειδή, όμως, δεν ήθελα να πάω μόνος μου στο σπίτι των θείων της νέας,
παρακάλεσα τον Ριβέ να έρθει μαζί μου. Του υποσχέθηκα πως θα φεύγαμε
αμέσως, γιατί την επόμενη μέρα το απόγευμα είχα μια επείγουσα δουλειά
στην Τορέλ.
Έτσι, δύο ώρες αργότερα χτυπούσαμε την πόρτα ενός κομψού εξοχικού
σπιτιού. Ήρθε και μας άνοιξε ένα όμορφο κορίτσι. Θα 'ταν σίγουρα η
παθούσα. Έσκυψα και ψιθύρισα σιγανά στον Ριβέ: “Διάβολε! Τώρα αρχίζω να
καταλαβαίνω τον Μορέν”.
»Ο θείος, ο κύριος Τονελέ, που έτυχε να 'ναι συνδρομητής του «Φάρου»
και θερμός υποστηρικτής των πολιτικών του θέσεων, μας υποδέχτηκε με
μεγάλο ενθουσιασμό, μας έδωσε συγχαρητήρια, μας έσφιξε το χέρι εγκάρδια,
καταγοητευμένος που τον είχαν επισκεφτεί δύο απ' τους συντάκτες της
αγαπημένης του εφημερίδας. Ο Ριβέ μού ψιθύρισε στ' αυτί: "Να δεις που θα καταφέρουμε εύκολα τη δουλειά αυτού του γουρουνιού του Μορέν".
»Άρχισα κάποια στιγμή να μιλάω για το λεπτό ζήτημα που μας είχε οδηγήσει εκεί. Προσπαθούσα να φοβίσω τον θείο τονίζοντάς του τις συνέπειες που θα είχε το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε.
Του έδωσα να καταλάβει πως, δίχως καμιά αμφιβολία, η υπόληψη της
ανιψιάς του θα δεχόταν πλήγμα από το σάλο που θα προκαλούσε αυτή η
υπόθεση, γιατί κανένας δε θα πίστευε πως επρόκειτο μόνο για ένα απλό
φιλί.
»Ο απλοϊκός εκείνος άνθρωπος φάνηκε να κλονίζεται· αλλά δε μπορούσε ν' αποφασίσει τίποτε χωρίς τη γνώμη της γυναίκας του, που θα επέστρεφε αργά το βράδυ. Ξαφνικά φώναξε μ' ενθουσιασμό:
"Σταθείτε, μου 'ρθε μια λαμπρή ιδέα. Τώρα που σας έχω δε σας αφήνω να
φύγετε. Θα φάτε και θα κοιμηθείτε εδώ απόψε κι οι δυο κι όταν γυρίσει η
γυναίκα μου, θα ξανασυζητήσουμε το θέμα κι ελπίζω να καταλήξουμε σε
κάποια συμφωνία".
»Ο Ριβέ στην αρχή δεν ήθελε να παραμείνουμε, αλλά η επιθυμία να
βγάλουμε εκείνο το γουρούνι τον Μορέν από τη δύσκολη θέση, τον έκανε να
υποχωρήσει κι έτσι δεχτήκαμε την πρόσκληση.
»Ο θείος σηκώθηκε πάνω χαρούμενος, φώναξε την ανιψιά του και μας πρότεινε να κάνουμε έναν περίπατο στο κτήμα του.
»Ο Ριβέ κι εκείνος ξεκίνησαν συζήτηση για τα πολιτικά, ενώ εγώ έμεινα
δυο - τρία βήματα πίσω, περπατώντας πλάι στην ανιψιά. Ήταν, στ' αλήθεια,
πολύ χαριτωμένη, τρισχαριτωμένη θα έλεγα!
»Της
είπα λοιπόν: “Σκεφτείτε, δεσποινίς μου, τι έχετε να τραβήξετε... Θ'
αναγκαστείτε να παρουσιαστείτε στο δικαστήριο, ν' αντιμετωπίσετε πλήθος
αδιάκριτα βλέμματα, να μιλήσετε μπροστά σ' όλο τον κόσμο, να διηγηθείτε
δημόσια όλη εκείνη τη θλιβερή σκηνή του βαγονιού. Μα, για πέστε μου, δε
θα 'ταν καλύτερα να μη βάζατε τις φωνές να 'ρθουν οι υπάλληλοι, όταν
έγινε το επεισόδιο; Γιατί δεν αλλάξατε απλά θέση;”
»Έβαλε τα γέλια. “Σαν να 'χετε δίκιο”, είπε. “Μα τι τα θέλετε; Φοβήθηκα πολύ.
Εκείνο το κτήνος ρίχτηκε πάνω μου σαν μανιακός, χωρίς να πει ούτε μια
λέξη και τα μάτια του γυάλιζαν τρελαμένα. Ούτε που κατάλαβα καλά - καλά
τι ήθελε να κάνει...”
»Τότε της είπα αστειευόμενος: “Μόλις τώρα, δεσποινίς μου, παραδεχτήκατε
ότι ο κακομοίρης ο Μορέν αξίζει τη συγχώρεση, γιατί, εδώ που τα λέμε,
δεν είναι κι εύκολο να βρεθεί κανείς απέναντι σ' ένα τόσο όμορφο κορίτσι
και να μη νιώσει την εύλογη λαχτάρα να το φιλήσει”.
»Γέλασε ξανά πιο δυνατά και φάνηκαν όλα της τα δοντάκια.
“Από την επιθυμία μέχρι την πράξη, κύριε”, είπε, “υπάρχει μεγάλη απόσταση.
»Παραξενεύτηκα μ' αυτά της τα λόγια, μου φάνηκαν κάπως μυστηριώδη. Τη ρώτησα, λοιπόν, έξαφνα: “Κι αν σας φιλούσα τώρα εγώ, τι θα κάνατε;”
»Κοντοστάθηκε για μια στιγμή και με κοίταξε εξονυχιστικά από πάνω μέχρι κάτω. Έπειτα μου 'πε χαμηλόφωνα: “Ω! Για σας αλλάζει το πράγμα!”
»Προτού προλάβει να κάνει την παραμικρή κίνηση για ν' απομακρυνθεί,
είχα προλάβει να της σκάσω ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Έκανε ένα βήμα
πίσω, μα ήταν αργά πια. Τότε μου είπε: “Απ' ό,τι βλέπω δεν ντρέπεστε ούτε κι εσείς! Να μην το ξανακάνετε αυτό ποτέ. Ακούτε; ”
»Πήρα ύφος συνεσταλμένο και της είπα σιγανά: “Μα, δεσποινίς μου, δε σας κρύβω πως θα 'θελα κι εγώ να δικαστώ για τον ίδιο λόγο που θα δικαστεί ο Μορέν”.
»Ξεκαρδίστηκε στα γέλια και μου 'πε:
“Τι αστείος που είστε!”
»Δεν είχε καλά - καλά ολοκληρώσει τη φράση της και την είχα αρπάξει
στην αγκαλιά μου, γεμίζοντάς την φιλιά παντού όπου έβρισκα, στα μαλλιά,
στο μέτωπο, στα μάτια, κάποιες φορές στο στόμα, στα μάγουλα και γενικά
σ' όλο της το πρόσωπο, σ' όποιο, τέλος πάντων, σημείο άφηνε ακάλυπτο
στην προσπάθειά της ν' αποφύγει τα χείλη μου.
»Ξέφυγε από τα χέρια μου κατακόκκινη και οργισμένη. “Είστε θρασύς και χυδαίος, κύριε”, μου είπε, “και φταίω εγώ που κάθομαι και σας ακούω”.
»Η κατάσταση είχε ζορίσει αρκετά, μα μου 'ρθε μια ξαφνική έμπνευση:
“Δεσποινίς μου, είμαι ερωτευμένος μαζί σας εδώ κι ένα χρόνο!”
»Σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε έκπληκτη. Τότε της είπα:
“Αλήθεια
σας λέω, δεσποινίς μου, ακούστε με. Τον Μορέν δεν τον γνωρίζω και λίγο
με νοιάζει τι θα πάθει. Είτε πάει φυλακή είτε περάσει από δίκη, το ίδιο
μου κάνει. Εσάς, όμως, σας είδα για πρώτη φορά πέρισυ, πίσω απ' τα
κάγκελα του κήπου. Μόλις σας αντίκρισα, ένιωσα μέσα μου μεγάλη ταραχή κι
από τότε η εικόνα σας βρίσκεται διαρκώς στο νου μου. Δε με νοιάζει αν
με πιστέψετε ή όχι. Σας ερωτεύτηκα με πάθος. Η σκέψη σας με ακολουθεί
παντού. Λαχταρούσα να σας ξαναδώ. Έτσι βρήκα την αφορμή, αναλαμβάνοντας
την υπόθεση αυτού του κτήνους του Μορέν, και να 'μαι τώρα μπροστά σας!
Παραδέχομαι πως το πάθος μου για σας μ' έκανε να ξεπεράσω τα όρια της
ευπρέπειας. Συγχωρέστε με γι' αυτό που έκανα, συγχωρέστε με, σας
παρακαλώ”.
»Με
κοιτούσε εξεταστικά, προσπαθώντας να καταλάβει αν της έλεγα την
αλήθεια, αλλά ήταν φανερό πως η διάθεσή της είχε φτιάξει κι ήταν έτοιμη
να ξαναχαμογελάσει. “Ψέματα λέτε”,
μουρμούρισε. Σήκωσα το χέρι μου για να της ορκιστώ και, υιοθετώντας το
ύφος ενός αληθινά ειλικρινούς ανθρώπου (μα θαρρώ πως είμαι πάντα
ειλικρινής), της είπα: “Σας ορκίζομαι πως λέω αλήθεια”.
»Τότε εκείνη είπε απλά: “Ώστε έτσι λοιπόν;”
»Ήμασταν μόνοι, ολομόναχοι πια, γιατί ο Ριβέ κι ο θείος της είχανε
προχωρήσει μπροστά κι είχανε χαθεί στα στριφογυριστά μονοπάτια του
κήπου. Της έκανα μια γλυκιά και φλογερή ερωτική εξομολόγηση, σφίγγοντας
και φιλώντας τα δάχτυλα των χεριών της. Της μιλούσα σιγανά και τρυφερά
ανάμεσα απ' τις σγουρές μπουκλίτσες των μαλλιών της που σκέπαζαν τ'
αυτάκια της. Φαινόταν εντελώς αδύναμη ν' αντιδράσει, τόσο πολύ είχε
μαγευτεί απ' τα λόγια μου.
»Κάποια στιγμή το χέρι της συνάντησε το δικό μου και το 'σφιξε με πάθος, ενώ εγώ την κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου από τη λεπτή της μεσούλα, μ' ένα σφίξιμο τρεμουλιαστό που δυνάμωνε ολοένα. Εκείνη δεν έκανε καμιά κίνηση για να ξεφύγει. Το στόμα μου χάιδευε το μάγουλό της κι έπειτα, ξαφνικά κι αβίαστα, τα χείλη μου βρήκαν τα δικά της. Το φιλί μας εκείνο κράτησε τόσο, μα τόσο πολύ. Και θα κρατούσε ακόμα περισσότερο, αν δεν άκουγα λίγα βήματα πίσω μου ένα διακριτικό βήξιμο.
»Κάποια στιγμή το χέρι της συνάντησε το δικό μου και το 'σφιξε με πάθος, ενώ εγώ την κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου από τη λεπτή της μεσούλα, μ' ένα σφίξιμο τρεμουλιαστό που δυνάμωνε ολοένα. Εκείνη δεν έκανε καμιά κίνηση για να ξεφύγει. Το στόμα μου χάιδευε το μάγουλό της κι έπειτα, ξαφνικά κι αβίαστα, τα χείλη μου βρήκαν τα δικά της. Το φιλί μας εκείνο κράτησε τόσο, μα τόσο πολύ. Και θα κρατούσε ακόμα περισσότερο, αν δεν άκουγα λίγα βήματα πίσω μου ένα διακριτικό βήξιμο.
»Εκείνη
βιάστηκε να χαθεί ανάμεσα σε κάτι δεντράκια. Γύρισα κι αντίκρισα τον
Ριβέ που ερχόταν προς το μέρος μου. Κοντοστάθηκε, στα μισά της
διαδρομής, και μου 'πε χωρίς διάθεση για αστεία: “Έτσι, λοιπόν, τακτοποιείς εσύ τις υποθέσεις αυτού του γουρουνιού του Μορέν;”
III
»Κατά τη διάρκεια του δείπνου κόντεψα να χάσω το μυαλό μου. Καθόμουν
δίπλα της και το χέρι της συναντούσε αδιάκοπα το δικό μου κάτω από το
τραπέζι. Το πόδι μου πατούσε το πόδι της κι οι ματιές μας έσμιγαν σ'
ερωτική συνωμοσία.
»Κάναμε αργότερα μια βόλτα στον κήπο, στη φεγγαράδα, όπου βρήκα την ευκαιρία να της ψιθυρίσω για να τη συγκινήσω όλα τα γλυκόλογα που μου 'ρχονταν στο νου από τα βάθη της καρδιάς μου. Την έσφιγγα στην αγκαλιά μου, τη φιλούσα συνέχεια, κολλώντας τα χείλη μου στα δικά της. Μπροστά μας, σε κάποια απόσταση, ο θείος της κι ο Ριβέ περπατούσαν συζητώντας. Οι σκιές τους τούς ακολουθούσαν πάνω στο χώμα των μονοπατιών.
»Κάναμε αργότερα μια βόλτα στον κήπο, στη φεγγαράδα, όπου βρήκα την ευκαιρία να της ψιθυρίσω για να τη συγκινήσω όλα τα γλυκόλογα που μου 'ρχονταν στο νου από τα βάθη της καρδιάς μου. Την έσφιγγα στην αγκαλιά μου, τη φιλούσα συνέχεια, κολλώντας τα χείλη μου στα δικά της. Μπροστά μας, σε κάποια απόσταση, ο θείος της κι ο Ριβέ περπατούσαν συζητώντας. Οι σκιές τους τούς ακολουθούσαν πάνω στο χώμα των μονοπατιών.
