Σ' ένα απ' τα ταξίδια μου που έκανα στην Αίγυπτο, γνωρίστηκα και πιάσαμε φιλία μ' έναν Εβραίο πλούσιο, που άλλο δεν έκανε παρά να ταξιδεύει.
Ήτανε λεύτερος, αν και περασμένος στα χρόνια. Αλλά να μια μέρα μαθαίνω πως παντρεύτηκε.
Και είχε νοικιάσει τότε κι ένα μεγάλο σπίτι, αλλά μου είπε πως θα χτίσει γρήγορα δικό του και στο Κάιρο, και όπως το θέλει αυτός... και μου είπε έπειτα: «Εκεί θα έρχεσαι να βλέπεις τα αξιοθέατα!» Τα αξιοθέατα, που έλεγε, τα 'ξερα, τα 'χα δει. Και δεν ήταν παρά ένας σκελετός γίγαντας, μια μούμια... και τίποτε άλλο. Αλλ' όχι, ίσως έβαζε και το θειο του που δεν μπορούσε η γη της Νότιας Αμερικής να τον φάει και να τον χωνέψει και ας έμεινε χρόνια μέσα της. Και είχε αναγκαστεί να τον πάρει για να τον φέρει στη Γη που έμεινε αυτός, ή σε κοντινή του...
Τώρα δίχως άλλο ο θειος του θα 'χει γίνει χώμα κι αυτός.
Όταν τον ξανάδα, μου είπε πως το σπίτι ήταν έτοιμο και είχε πάει και η οικογένειά του κι έμενε...
Και πήγαμε για να τον δούμε. Ωραίο σπίτι, μα την αλήθεια! Ένα πολύ ωραίο σπίτι, έξοχο!
Μα πώς μπορούσε να μην είναι, αφού είχε τον καλύτερο αρχιτέκτονα της χώρας. Τον δασκάλευε όμως κι αυτός...
Σ' ένα ιδιαίτερο χώρισμα της αυλής εστάθηκε, έβγαλε ένα κλειδί και άνοιξε μια πόρτα...
«Εδώ είναι τα αξιοθέατά μου», είπε και κατέβηκε πρώτος τα δυο, τρία σκαλοπάτια.
Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο συγυρισμένο σαν αίθουσα υποδοχής... Κατέβηκα. Αλλά γρήγορα παραξενεύτηκα, γιατί αντί να δω μια μούμια, είδα δυο και μάλιστα τη μια μεγαλόσωμη...
Γύρισα να δω τον Ιωσήφ, αλλά τον είδα να μιλά με κάποιον, που ήταν στην πόρτα. Πάλι με τράβηξαν οι μούμιες, και πάλι σε λίγο, σα να ζήτησα τη βοήθεια του Ιωσήφ γύρισα να τον δω. Αλλά δεν τον είδα. Θα 'χει φύγει μ' εκείνον που μιλούσε.
Η μούμια η νέα με τραβούσε, και απ' αυτήν δεν μπορούσα να τραβήξω τα μάτια μου...
Αλλά να, μια πνοή ανέμου δυνατή. Όλα μέσα εκεί κινήθηκαν κι έτριξαν. Έγινε ησυχία πάλι. Αλλά σα να δυνάμωσε, ήρθε πάλι πιο δυνατή η πνοή του ανέμου. Είδα τότε την ανοιχτή πόρτα να πηγαίνει να κλείσει και όρμησα να την κρατήσω.
Άδικα όμως, η πόρτα έκλεισε με κρότο. Προσπάθησα να την ανοίξω, πολέμησα. Τίποτα, η πόρτα έμεινε κλεισμένη...
Κουρασμένος έπεσα σ' ένα καναπεδάκι...
Έμεινα κλεισμένος. Η ώρα περνούσε.
Κανείς δεν πλησίαζε την κλεισμένη πόρτα... Χωμένος στα μαλακά στρώματα περίμενα να 'ρθει κάποιος...
Η ώρα περνούσε. Μα να, κάτι ακούω.
Ναι, να ξαφνικά, ακούω κάποιο κρότο...
Γυρίζω και κοιτάζω και βλέπω ένα γυάλινο σκέπασμα να υψώνεται, κι έπειτα μια φωνή να λέει:
«Α, ναι, για να πάρω λίγον αέρα!»
Ήταν ο νέος, που είχε φέρει ο Ιωσήφ, και είχε καθίσει στον κράβατόν του, αφού έβαλε πέρα το γυάλινο σκέπασμα κι έπειτα γυρίζοντας σε μένα:
«Α, εδώ είσαι και συ; Α, καλά! Κι έχω να σου πω πολλά. Και θα σου πω λίγα εσένα... Εκείνος έφυγε... Ο ανεψιός μου είναι! Τέρας σωστό! Μ' έκλεισε στη γυάλα. Το τέρας! Α, και να τον έπιανα, α! Μα τώρα τι να σου πω. Δε μου λες, έχεις δει ανθρωποφάγους; Όχι; Είχα πάει σ' αυτούς. Δε μ' έφαγαν όμως! Γιατί δεν πεινούσαν. Ναι, ναι. Ύπνο και φαΐ. Και όταν ξυπνούν κοιτάζει ο ένας τον άλλον! Σωστοί αγριάνθρωποι! Μα παντού το ίδιο δε γίνεται; Τα κρέατα τα βάζουν στο νερό. Ναι, ναι. Από κει βουτούν και τα βγάζουν. Μα είναι αγριάνθρωποι σωστοί! Δεν αξίζουν τίποτε. Τρώνε κι έπειτα κοιμούνται. Άνθρωποι είναι κι αυτοί!
» Για άκου, άκου! Σ' ένα απ' τα χωριά τους, που πήγα, είχαν και λίγο πολιτισμό! Είχαν και χασάπικο! Ναι, και χασάπικο! Είχανε και τσιγκέλια από ξύλο όμως... Και πάνω τους τα 'χαν στολισμένα με κρέατα, με κομμάτια κρέας... Ήταν όμοιο μ' αυτά που βλέπουμε όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι...
» Δεν είχαν καμιά διαφορά... Και μη, δε μου λες, μη αυτές οι δεσποινίδες, που ταράζονται, όταν βλέπουν αίμα, δε λένε: “Αχ, να 'χαμε αυτό το μπούτι...” Θα πεις είναι αρνίσιο, ή βοδινό, το ίδιο κάνει... Συνηθίζουν! Και όλα συνήθεια είναι. Μα δε με ρώτησες για τα κεφάλια, γιατί δεν τα βάζουν στα τσιγκέλια! Αυτά τα 'χουν για τους καλοφαγάδες και τα κρατούν μέσα σε νερό! Είναι ακριβά! Με τι τ' αγοράζουν; Με δέρματα, προβιές, και άλλα τέτοια... Έτσι που λες, είναι για τους καλοφαγάδες, γιατί τρώνε τα μέσα κι αφήνουν για στολίδι το κρανίο.
» Έτσι, που λες, όλα είναι συνήθεια, όλα! Τα καλά κρέατα θα τα λιγουρεύουν και οι κομψές κυρίες... Ναι, ναι άκουσε εμένα τι σου λέω!...»
Μια άλλη φωνή ακούστηκε να λέει και τον διάκοψε.
«Πω, πω! Ούτε αναπνοή να πάρω μπορώ απ' αυτή τη γυάλα που μ' είχαν κλείσει.
» Για άκου, άκου, τα κόκαλά μου πώς τρίζουν, τρίζουν. Άκου δω. Συ να πάψεις να λες, να λες, μη σηκωθώ και σε πιάσω!
»Και, και... Ακούς; Μιλιά! Εγώ θα μιλήσω. Εσύ για άκου... Ακούς; Μιλιά! Εγώ, εγώ! Ναι, ναι. Εγώ είμαι παιδί του αρχηγού φυλής μεγάλης! Ακούς; Ναι, εγώ μιλώ... Ο πατέρας μου όμως πέθανε ξαφνικά όταν εγώ ήμουν μικρός ακόμα. Τ' ακούς; Όταν ήμουν εγώ μικρός ακόμα, ορμούνε τότε τ' αδέλφια του πατέρα μου και αρπάζουν την αρχηγία, και ζήτησαν να με σκοτώσουν εμένα. Μα η μάνα μου και οι αδελφές μου μ' έκρυψαν και με βοήθησαν να φύγω. Κι έφυγα εγώ, πήρα όμως μαζί μου και το ιερό ραβδί του Αρχηγού. Ήξερα πού θα πήγαινα, η μάνα μου με συμβούλεψε. Θα περνούσα σε μια χώρα διπλανή κι έπειτα θα πήγαινα σε μια χώρα διπλανή, κι έπειτα θα πήγαινα σε μια χώρα που ο αρχηγός της ήτανε πολύ φίλος του πατέρα μου. Και ήταν αυτός ένας σοφός άνθρωπος... Ήξερε πού πήγαινα. Του διηγήθηκα τι μου είχε συμβεί και μ' έβαλε μαζί με τα παιδιά. Μου είπε όμως να προσέχω να μη χάσω το ραβδί του Αρχηγού. Και είχε αυτό το ραβδί ένα φίδι στην άκρη του, να ξεπετιέται σαν έτοιμο να δαγκάσει... Και ήταν με μεγάλη τέχνη φτιαγμένο... Τρόμαζες που το 'βλεπες!...
» Όταν μεγάλωσα με φώναξε ο γερο αρχηγός και με ρώτησε τι σκοπεύω να κάμω. Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα μου; Να μου δώσει και στρατό να με βοηθήσει να πάρω το κράτος του πατέρα μου ή να μείνω μαζί του;...
» Του απάντησα πως θέλω να γυρίσω πρώτα, να δω πολλά μέρη, κι έπειτα βλέπουμε...
» Και άρχισα να γυρίζω εδώ κι εκεί. Και παντού με υποδέχονταν με σεβασμό βλέποντας το ραβδί της αρχηγίας που κρατούσα. Με πήγαιναν στους αρχηγούς τους και αυτοί με φιλοξενούσαν. Πηγαίναμε και στους ναούς τους και κάναμε θυσία στους θεούς τους.
» Κι έτσι πήγαινα, γύριζα τις διάφορες χώρες. Μα όταν θέλησα να προχωρήσω σε κάποια άλλη χώρα, που είχε δάση μεγάλα, κι άκουσα πώς τη λένε σταμάτησα και ρώτησα τι λέγανε. Χώρα των λιονταριών. Να περάσω σ' αυτή ή να μην περάσω; Αλλ' ο γέρος αρχηγός, που με συνόδευε, μου είπε. “Πέρασε άφοβα! Έτσι λεγόταν από μια φορά... Είναι καλοί άνθρωποι και σέβονται πολύ τους αρχηγούς. Και πρέπει να σου πω και τούτο. Αυτοί είναι ψαροφάγοι!”.
» Και μπήκα στη χώρα αυτή, που 'χε αυτό το άγριο όνομα. Και μόλις επροχώρησα λίγο, είδα και δυο κοπάδια από πρόβατα που τα οδηγούσαν παιδιά. Βρέθηκαν εδώ και άνθρωποι να με συνοδέψουν. Μόλις είδαν την ιερά ράβδο, πλησίασαν σκυφτοί, για να μου πουν πως είναι στις διαταγές μου.
» Δάση πυκνά υπάρχουν στα μέρη εκείνα. Αλλά είδα και μια τεράστια λίμνη που πολλοί άνθρωποι ψάρευαν... Και θυμήθηκα τότε τι μου 'χαν πει, πως οι κάτοικοι αυτού του μέρους είναι ψαροφάγοι...
» Απ' τους ανθρώπους, που με συνόδευαν, έμαθα πως ο Μεγάλος Αρχηγός, πολύ γέρος, έμενε τον περισσότερο καιρό μαζί με την οικογένειά του σ' ένα βουνό θαυμάσιο, που ήταν μέσ' στα δάση. Και αργά και πού ερχόταν στη χώρα. Μου είπαν και πως στο πόδι του στεκόταν ένας που έφτιαχνε ανθρωπάκια... Και τ' ανθρωπάκια αυτά ήταν έξοχα σαν ανθρωπάκια αληθινά.
» Κάτι όμως, που δεν το 'καναν, μου κίνησε την προσοχή μου. Σε όλα τα μέρη που είχα πάει πάντα θα μ' έπαιρναν και θα πηγαίναμε σε Ναό και θα προσφέραμε θυσίες. Εδώ όμως τίποτα γι' αυτό. Μα ούτε Ναούς δεν είχα δει... Μιλιά όμως γι' αυτό. Οι ξένοι που φιλοξενούνται δεν πρέπει να ρωτούν, ν' αφήνουν να τους λένε...
» Μόλις πλησιάσαμε λίγο στο εργαστήρι του αντιπροσώπου του Μεγάλου Αρχηγού, είδαμε πολλούς να βγαίνουν απ' το εργαστήρι και να 'ρχονται σε μας...
» Ούτε θυσίες όμως και τότε, ούτε τίποτα τέτοιο. Αφού είπαμε διάφορα άλλα, ο Φάγκος, έτσι λεγόταν ο αντιπρόσωπος του Μεγάλου Αρχηγού, άρχισε να μιλά για τ' ανθρωπάκια του. Και τα 'κανε και μίλησαν, και μίλησαν όλα μαζί και φώναξαν: “Βλάκες, βλάκες, βλάκες!”
» Έβαλαν όλοι τα γέλια κι εγώ μαζί. Και πάλι ξαναφώναξαν και πάλι. Και άλλα γέλια.
» Άμα έγινε ησυχία ο αντιπρόσωπος μάς διηγήθηκε πως τώρα κι αρκετά χρόνια είχε παρουσιαστεί στα μέρη μας κάποιος ωραίος άντρας με πολλούς άλλους μαζί, που έλεγαν πως αυτός είναι ο Θεός! Ο Φάγκος πήγε και τον βρήκε και του λέει:
“Συ είσαι Θεός και κάνεις ανθρώπους, ε; Λοιπόν είμαστε συνάδελφοι, γιατί κι εγώ κάτι τέτοιο κάνω”.
“Εσύ ανθρώπους κι εγώ ανθρωπάκια! Για άκουστα!”
» Κι είχε παρατάξει όλα τ' ανθρωπάκια του και όλα μαζί άρχισαν να φωνάζουν:
“Βλάκες, βλάκες, βλάκες!”
» Την άλλη μέρα ο Θεός που έκανε ανθρώπους και οι άνθρωποι που 'χε μαζί του είχαν γίνει άφαντοι.
» Έμεινα στο εργαστήρι του Φάγκου κι έτρωγα όλο ψάρια, περιμένοντας να κατέβει ο Μεγάλος Αρχηγός.
» Έμεινα περιμένοντας το Μεγάλο Αρχηγό, που θα μου έδινε την ευλογία του, γιατί αυτός ο Μεγάλος Αρχηγός ήταν ο πιο γέρος· εκεί άλλος δεν υπήρχε να 'χει την ηλικία του.
» Το άλλο πρωί που σηκώθηκα και βγήκα έξω, είδα κόσμο πολύ να 'ρχεται από πέρα απ' το ποτάμι· κόσμο φορτωμένο πράγματα και φοβισμένο, φαινόντουσαν καθαρά πως κάποια συμφορά τους κυνηγούσε...
» Και ήταν πολλοί που ερχόντουσαν και όλοι κρατώντας διάφορα πράγματα. Και όλοι έτσι φοβισμένοι, με χαμένο το χρώμα τους.
» Κι έλεγαν, έλεγαν στους δικούς μας που 'χαν μαζευτεί και τους κοίταζαν...
» Εγώ προσπαθούσα να μάθω χωρίς να ρωτήσω, αλλά ο αντιπρόσωπος του Μεγάλου Αρχηγού ήρθε και με πλησίασε. Κι αυτός μου εξήγησε τι συνέβαινε.
“Δράχτες, που καθόντουσαν σχεδόν ήσυχοι στα βουνά τους, σηκώθηκαν κι άρχισαν τα παλιά τους. Ρίχτηκαν και αρπάζονται και σκοτώνουν, και ο κόσμος φεύγει...”
» Κι ένας περαστικός φορτωμένος διάφορα πράγματα, που 'χε σταθεί κοντά εκεί και που τ' άκουσε:
“Φεύγει” λέει! “Τους Βεγαλιώτες τους κατασφάξανε. Δεν ξέρουνε αυτοί από φιλίες”.
» Κι ερχόντουσαν, ερχόντουσαν περνώντας το ποτάμι, γυναίκες, άντρες, παιδιά...
» Εγώ, που άκουγα αυτά, κι έβλεπα τους ανθρώπους να φεύγουν, είπα στον αντιπρόσωπο του Μεγάλου Αρχηγού:
“Μα εσείς τι κάνετε; Θα 'ρθουν κι εδώ;”
“Ας έρθουν!”
» Και δε μου 'πε τίποτε άλλο, γύρισε το κεφάλι του και κοίταζε αλλού...
» Το πλήθος που περνούσε φεύγοντας, σταμάτησε να περνά. Οι αγριάνθρωποι επλησίαζαν. Από ψηλά τούς έβλεπαν να έρχονται. Άρχισαν να περνούν απ' τις μικρές γέφυρες. Κι ένα μεγάλο πλήθος ερχόταν με φωνές.
» Αλλά δε φαίνονταν να ταράζουν και πολύ τους πολλούς άντρες με ασπίδες και μεγάλες λόγχες που ανεβασμένοι σε υψώματα τους κοίταζαν στηριγμένοι στις μακριές λόγχες τους.
» Αλλά να πέρα, κάτι άλλο γινόταν.
» Ένας γέρος μακρυγένης, είχε βγει απ' το δάσος ιππεύοντας μικρόσωμο άσπρο άλογο, αλλά πίσω του τι ήταν εκείνοι, που τον ακολουθούσαν σε γραμμές, σε τάξη, που δεν τη χαλούσαν...
» Και ο αντιπρόσωπος του Μεγάλου Αρχηγού:
“Να η νίκη!” Εφώναξε δείχνοντας τον παράδοξο κείνο στρατό, που υπακούοντας στις διαταγές του καβαλάρη γέροντα, έμπαινε στη γραμμή και παρετάσσετο, στα άδεια από πολεμιστές υψώματα που ήταν από πάνω απ' αυτούς που ερχόντουσαν με φωνές και αγριάδα... Και κείνη τη στιγμή ένα νέο κύμα έφτασε εκεί... Τώρα και οι άντρες του Μεγάλου Αρχηγού εφώναζαν, μα να σαν να 'γιναν χίλιες βροντές μαζί υψώθηκαν τα μουγκρίσματα χιλίων διακοσίων λεόντων, που ο Μεγάλος Αρχηγός είχε φέρει...
» Και τι έγινε τότε; Όλοι εκείνοι με τις άγριες φωνές, γυρίζοντας τις πλάτες, έφευγαν αφήνοντας φωνές τρομάρας μεγάλης...
» Όλα σκοτείνιασαν, όλα εχάθηκαν με μιας, έπειτα μα σα ν' ακούγει τη φωνή του γέρου, που στεκόταν στο πόδι του Αρχηγού, να λέει:
“Και γι' αυτό και μεις έχουμε τη θρησκεία των λεόντων, γι' αυτό εμείς έχουμε τη θρησκεία των λεονταριών!...”
Το κλειδί φαινόταν να παλεύει στην πόρτα για να την ανοίξει.
Και επί τέλους άνοιξε. Ο Ιωσήφ όρμησε μέσα.
«Εδώ σ' έκλεισα, εδώ! Ω, συγγνώμη, συχώρεσέ με για το λάθος μου αυτό, συχώρεσέ με».
«Καλά που ήρθες!» του είπα εγώ. «Γιατί έβλεπα ένα όνειρο μακρύ με πολλά πρόσωπα. Τώρα μάλιστα μού διηγόταν ο Ρούζης...»
«Ποιος είναι αυτός ο Ρούζης;»
«Ο σκελετός».
«Και πώς το 'μαθες ότι τον λέγαν έτσι;»
«Μου το 'πε ο ίδιος!»
«Μπα, κι εγώ δεν ήξερα τι όνομα να του δώσω!»
«Μα ήταν όνειρο...»
«Όχι, όχι, μιλούν κάποτε κι αυτοί... οι σκελετοί».
Βουτυράς Δημοσθένης
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχος 2
Φεβρουάριος 1955

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου