Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

ΈΝΑΣ ΧΟΡΟΣ

   
    Γύρισε με κεφάλι βαρύ, με μάτια κόκκινα.
   Έριξε το μικρό δεματάκι της, το σκεπασμένο με εφημερίδα, επάνω στην καθέκλα και είπε μια «καλησπέρα» ξερή χωρίς να φιλήσει το χέρι της μητέρας της χωρίς να χαμογελάσει εις τα μικρά αδελφάκια της.
   «Γιατί χθες δεν ήλθες, Κλεοπάτρα μου;» είπεν η μήτηρ ανήσυχος. Έτριψε λιγάκι τους οφθαλμούς, έριψεν τον πίλον της επάνω εις άλλην καθέκλαν και αφού έβηξε αρκετά, είπε χασμωμένη:
   «Εγώ... ξενύχτισα στο νυκτέρι. Κακιά γυναίκα η κυρία μας ούτε φωτιά δεν άναψε, μόνο παγώνανε τα δαχτυλάκια μας, τ' άχνιζα με το στόμα μου και ζωντανεύανε για να πιάσουν το βελόνι».
   «Νυκτέρευες; Αχ, δυστυχισμένο μου παιδί, κι εγώ κοιμόμουνα στο ζεστό κρεβάτι μου. Σ' έφερα στον κόσμο για να σε τυραννώ».
   Άρχισε να κλαίει με πικρά δάκρυα. Η Κλεοπάτρα ύψωσε τους ώμους και μετέβη εις το δωμάτιόν της, μικρόν, σκοτεινόν, με μια κλίνην απεριποίητον.
   Εξεδύθη όσα ενδύματα επρόφθασε και ερίφθη επί της κλίνης ψιθυρίζουσα:
   Χα, χα, νυκτέρι! Νυκτέρι με βαλς, με μαζούρκα ρωσική και λανσιέ· τι ευκολοπίστευτες είναι οι μανούλες; Τώρα κλαίει, ενώ εγώ πέρασα την ωραιότερη νύκτα της ζωής μου... Τι νύκτα... θαρρώ πως ήταν όνειρο. Εκείνη η σάλα η στολισμένη με σημαίας και με χαλιά και με άνθη, τι μικρή που φαίνουνταν από το πλήθος! Αλήθεια! Διασκέδασα περίφημα! Καλά μού είπε η Σμαρώ: πως δεν είναι ντροπή, ούτε αμαρτία! Ντροπή... αμαρτία... ενώ υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι περνούν όλη τους τη ζωή, με μια συλλογή μονάχα, πώς να διασκεδάσουν.
   Είναι αλήθεια πως έτρεμα λιγάκι στην αρχή, όταν η Σμαρώ μού είπε· ο κύριος είναι ο καβαλιέρος σου και έβαλε το χέρι μου μέσα στα χέρια ενός αγνώστου. Η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά και κάτω από τη μάσκα το πρόσωπό μου έβγαζε φλόγες.
   Δυο φορές τον ετυράννησα εκείνον τον ωραίο νέο. Με πήγε στο μπουφέ να με τρατάρει και εγώ δεν έβγαλα τη μάσκα μου.
   «Αυτή η μάσκα δεν είναι δυνατόν να παραστρατήσει λιγάκι για να δω το πρόσωπο που κρύπτει;»
   Εγώ την εφόρεσα καλύτερα. Ήξευρα πως θα ήτο έκπληξις γι' αυτόν το ωραίο προσωπάκι μου.
   Τα μεσάνυχτα η Σμαρώ εφόρεσε το επανωφόρι της και μ' εβοήθησε να φορέσω το ιδικόν μου.
   «Θα φύγουμε, Σμαρώ;» ερώτησα με πίκρα.
   «Βλέπε χωρίς να μιλείς».
   Πήγαμε στο ξενοδοχείο Σπόνεκ να φάμε στρείδια και μαύρο χαβιάρι, δια τα οποία τρελαίνεται η Σμαρώ.
   «Βγάλε τη μάσκα σου»,  μού είπε, άμα εκάθισε στο τραπέζι· εγώ έτρεμα· τότε εκείνη έλυσε μόνη της τη μάσκα μου και ο καβαλιέρος μου είπε με χαρά:
   «Τι ωραίο κοριτσάκι!»
   Εγώ εκοκκίνισα και έτρεμα περισσότερο· δεν έλεγα τίποτε· η Σμαρώ έτρωγε με φοβερή όρεξη.
   Ήθελα να επιστρέψουμε γρήγορα στο χορό· προτιμούσα εκείνη την φωτοπεριχυμένη αίθουσα από το ξενοδοχείον.
   Ο καβαλιέρος μου μού εφόρεσε τη μάσκα μου και εφίλησε θαρρώ τα μαλλιά μου, διότι η καρδιά μου ήρχισε να κτυπά δυνατά. Πήγαμε στο χορό.
   «Μ' αγαπάς;» μ' έλεγε στο δρόμο. «Μ' αγαπάς;» μ' έλεγε ενώ χορεύαμε. «Μ' αγαπάς;» μ' έλεγε ενώ περιπατούσαμε.
   Εγώ δεν έλεγα τίποτε, γιατί η Σμαρώ μού είχε πει: «Αν θέλεις να διασκεδάζεις καλά από καμιά φορά, πρέπει να κατορθώσεις να μην αγαπήσεις κανένα από τους καβαλιέρους αυτούς, που φαίνουνται ταπεινοί, σαν σκλάβοι, γιατί ύστερα γίνουνται άγριοι και άπονοι σαν αφέντηδες. Φάγε, πιε, ας πληρώνουν, μην τους λυπάσαι... μα πρόσεχε μην τους πιστέψεις και τους αγαπήσεις γιατί χάθηκες· δε θα 'χεις πια ούτε κεφάλι για το βελόνι ούτε καρδιά ήσυχη».
   Η Σμαρώ είχε δίκιο.
   Αυτά είπε μέσα στα δόντια της, με οφθαλμούς λάμποντας, με χείλη ξηρά και μέσα εις τον ύπνο της χαμογελά· τι ενθυμείται άραγε; Το φίλημα επί της κόμης της, ή το «μ' αγαπάς» εκείνο το οποίον την συνόδευεν τόσο ελκυστικόν, και το οποίον τόσα υπόσχεται εις νεαράν εικοσαέτιδα καρδίαν;
   Η μητέρα της σιγά, σιγά, έρχεται και την καλοσκεπάζει· είναι ακόμη δακρυσμένη και φιλεί σιγά τα χεράκια που το βελόνι τα πληγώνει για να τής φέρουν ψωμί. Μπαίνει στο άλλο δωμάτιον και λέγει στα παιδάκια της:
   «Παιδιά, σιγά να παίξετε· πολύ σιγά, γιατί κοιμάται η αδελφίτσα σας, που εξενύχτισε για σάς στο νυχτέρι».
   Η μεγαλύτερη τα μαζεύει γύρω της και τους λέγει σιγά σιγά ένα παραμύθι και εκείνα ακούουν φρόνιμα, φρόνιμα.
 
   Η Πατρίτσα την άλλην Κυριακήν πήγε στης Σμαρώς το δωμάτιον. Ήτο γεμάτο από κουρέλια διαφόρων χρωμάτων και το τραπεζάκι είχε ακόμη τα ψίχουλα και τα πιάτα του χθεσινού δείπνου της. Η ιδία ήτο ντυμένη σαν πριγκιπέσσα σωστή, φορούσε λιγάκι στραβά το καπέλο της και έβαζε τα γάντια της.
   «Θα βγεις έξω;»
   «Έχω ακόμη μισή ώρα».
   «Έχω πολλά πράγματα να σού πω».
   «Σ' έδιωξε η κυρία σου;»
   «Όχι και συ... μα ξεύρεις...»
   «Πού να ξέρω».
   «Τον αγαπώ».
   «Τον αγαπάς;!!! Είσαι τρελή, εχάθηκες».
   Η Κλεοπάτρα ήρχισε να κλαίει.
   «Λέγε, να δούμε...»
   «Άκουσε, έχω δίκιο να τον αγαπώ».
   «Σού είπε πως θα σε πάρει! Χα, χα, χα, παλιά δουλειά...»
   «Άκουσε πρώτα. Τον είδα την ώρα που έβγαινα απ' το κατάστημά μου και με συνόδευσε έως στο σπίτι».
   «Α... το διάβολο!»
   «Μού είπε πως με είδε στον ύπνον του· ότι χωρίς και ο ίδιος να το υποπτευθεί με αγάπησε με τα σωστά του και τώρα θα με ζητήσει από τη μητέρα μου, άμα τελειώσει η δίκη, την οποίαν έχει και από την οποίαν ελπίζει πολλά. Βλέπεις; Δεν είναι κακός... δεν λέγει ψέματα».
   «Αυτός δίκη έχει; Άλλοι έχουνε μάνες ετοιμοθάνατες, άλλοι από γριές θείες περιμένουν κληρονομίας, άλλοι αδελφή έχουνε να παντρέψουνε κ.τ.λ., αυτά όλα είναι η παροιμία «όποιος δε θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει». Τώρα αυτά ήταν όλα;»
   «Ναι...»
  «Σε λυπούμαι, θα υποφέρεις πολύ, μα είναι αδύνατον, όπως φαίνεται να μην περάσει η καρδιά κι απ' αυτό το μονοπάτι. Έτσι κι εγώ αγάπησα μια φορά και πήρα για απάντηση «δυο τρία φαρμακερά λόγια» που είναι αδύνατο να τα ξεχάσω... Τώρα σκούπισε τα μάτια σου και έλα να κάμουμε έναν περίπατο ως στο Στολή, να πάρεις λίγο αέρα, γιατί ο αέρας είναι ωφέλιμος εις όλα, ακόμα και στον έρωτα».
 
   Η Κλεοπάτρα είναι άρρωστη· η γριά μητέρα της κτυπά στον τοίχο το κεφάλι της και λέγει:
   «Εγώ το θανάτωσα το παιδί μου, η ξένη η δουλειά το έφαγε».
   Φτύνει αίμα και βήχει νύχτα μέρα η Πατρίτσα, καμιά φορά μέσα στο παραμιλητό της λέγει και ένα όνομα.
   Η Σμαρώ ήλθε να την δει.
   «Δεν σού το είπα να μην αγαπήσεις;»
  «Δεν μπορούσα να πιστέψω πως μ' εγελούσε· μόνο όταν είδα την εφημερίδα που έγραφε για τους γάμους του, πίστεψα κι έτρεξα σαν τρελή στο γραφείο του».
   «Καλέ μικρούλα μου», μού είπε κι ετόλμησε να χαϊδέψει τα μάγουλά μου, «είμαι τριάντα πέντε χρονών· δεν σού φαίνεται πως αρκετά διασκέδασα; Είναι καιρός να νοικοκυρευτώ. Τώρα πάρε αυτά τα είκοσι φράγκα ν' αγοράσεις ένα ζευγάρι γάντια και ένα ριπίδι. Αντίο... έχω δουλειά».
   «Τι να σού πω; Έφυγα αποκαμωμένη, επρόφθασα και πέταξα τα είκοσι φράγκα, ήλθα και έφτυσα το πρώτο αίμα, από τότε όλο φτύνω αίμα».
   «Έπρεπε να μην τον αφήσεις και τόσο στην ησυχία του, λίγη βοή έπρεπε να κάμεις».
   «Με τι δικαίωμα; Αν βαστούσα όπλο... θαρρώ πως θα τον σκότωνα».
   «Δεν σού έλεγα να μην αγαπήσεις;»
   «Ναι, μού το έλεγες, μα έχω κι εγώ ένα πικρό παράπονο μαζί σου».
   «Λέγε...»
   «Γιατί να με πλανέψεις και να με πας στο χορό; Ήμουνα τόσο ήσυχη με το βελόνι και με την ευχή της μάνας μου. Για μάς αυτά τα πράγματα έχουν κακό τέλος. «Μια τόση δα διασκέδαση ύστερα από τόσους κόπους δεν μάς ταιριάζει;» λέμε και τρέχουμε στους χορούς· ή κρυώνουμε ή αγαπίζουμε και... πεθαίνουμε».
   Η Σμαρώ έφυγε πολύ συλλογισμένη και η Κλεοπάτρα σε λιγάκι ξεψύχησε.
   Η γριά μάνα της τραβά τα μαλλιά της και ξεφωνίζει πως το παιδάκι της το έφαγε η πολλή δουλειά. Αλίμονο! Η δουλειά γλιτώνει, δε θανατώνει. Την Κλεοπάτρα την έφαγε μια τρελή συμβουλή και μια κακή απόφαση.
   Ήλθαν τα κορίτσια της γειτονιάς και τής έραψαν άσπρο νυφικό φουστάνι, τη στόλισαν με λουλούδια λεμονιάς και πήγε η κόρη νύφη στο Χριστό.
   Τ' αδέλφια της θαρρούσαν πως κοιμάται και λέγανε:
   «Σιγά... να μην κάμουμε βοή, γιατί γλυκά κοιμάται η Πατρίτσα μας».
   Στο δρόμο εσταυρώθηκε το λείψανο μ' ένα αμάξι πλούσιο.
   «Τι νέα! Η καημένη!» είπε η κυρία του αμαξιού και έφερε τα δίοπτρα στα μάτια της. Ο κύριος εγύρισε και είδε το πικρό χαμόγελο της πεθαμένης, εχλώμιασε λιγάκι και έπειτα παραδόθηκε στη φαιδρά φλυαρία της κυρίας του.
   Έκαμναν νυφικήν επίσκεψη.
   Άκουσαν τα ξεφωνητά της μάνας που έλεγε, έξω απ' τα παράθυρα:
   «Εγώ σε σκότωσα, Πατρίτσα μου, η ξένη δουλειά σε έφαγε».
   «Τι πρόστυχα που κλαίνε!» είπε η κυρία και ο κύριος εχαμογέλασε.
   Εξηκολούθησαν τας επισκέψεις, πήραν ευχάς από φίλους και από συγγενείς κι εγύρισαν σπίτι τους κουρασμένοι λιγάκι, μα πολύ χαρούμενοι.
 
Παπαδοπούλου Αλεξάνδρα
Περιοδικό «Μπουκέτο», 
τεύχος 6, 
Ιούνιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου