Με το σούρουπο, ο Φλορένσιο κατέβηκε με το κοριτσάκι ως το σπίτι, ακολουθώντας το μονοπάτι, γεμάτο ίχνη και πέτρες γυαλιστερές, που μόνο ο Μαριάνο κι η Σούλμα έπαιρναν το θάρρος να διασχίσουν με το τζιπ. Η Σούλμα τους άνοιξε την πόρτα κι ο Φλορένσιο νόμισε πως τα μάτια της ήταν σαν να είχε μόλις καθαρίσει κρεμμύδια. Ο Μαριάνο ήρθε από το άλλο δωμάτιο, τους είπε να περάσουν, όμως το μόνο που ήθελε ο Φλορένσιο ήταν να τους ζητήσει να κρατήσουν το κοριτσάκι μέχρι την άλλη μέρα το πρωί, γιατί έπρεπε να πάει στην παραλία για επείγουσα υπόθεση και δεν υπήρχε κανείς στο χωριό να τον παρακαλέσει να του κάμει αυτή τη χάρη. «Βέβαια», είπε η Σούλμα, «να μας την αφήσεις οπωσδήποτε, θα της βάλουμε εδώ κάτω ένα κρεβάτι». «Μπες μέσα να σε κεράσουμε ένα ποτό», επέμεινε ο Μαριάνο, «ίσα ίσα για πέντε λεφτά», όμως ο Φλορένσιο είχε αφήσει το αυτοκίνητο στην πλατεία του χωριού κι έπρεπε αμέσως να συνεχίσει το ταξίδι του. Τους ευχαρίστησε, φίλησε την κορούλα του, που είχε κιόλας ανακαλύψει το σωρό με τα περιοδικά στο τραπεζάκι. Όταν η πόρτα έκλεισε, η Σούλμα κι ο Μαριάνο κοιτάχτηκαν απορημένα σχεδόν, λες κι όλα είχαν συμβεί υπερβολικά γρήγορα. Ο Μαριάνο μάζεψε τους ώμους του και γύρισε στο εργαστήρι του, όπου πάσχιζε να κολλήσει μια παλιά καρέκλα. Η Σούλμα ρώτησε τη μικρή μήπως πεινούσε, της πρότεινε να παίξει με τα περιοδικά, στην αποθήκη υπήρχε εξάλλου μια μπάλα και μια απόχη για να κυνηγήσει πεταλούδες. Η μικρή την ευχαρίστησε κι άρχισε να φυλλομετράει τα περιοδικά. Η Σούλμα την πρόσεξε για λίγο, ενώ ετοίμαζε τις αγραγκινάρες για το δείπνο και σκέφτηκε πως μπορούσε να την αφήσει να παίζει μόνη της.
Το βράδυ έπεφτε νωρίς κιόλας στο νότο, ίσα - ίσα που τους έμενε ακόμα ένας μήνας, πριν να επιστρέψουν στην πρωτεύουσα, να μπουν στην άλλη ζωή του χειμώνα, που στο κάτω - κάτω της γραφής ήταν η ίδια προσπάθεια να επιζήσουν, να παραμείνουν από απόσταση μαζί, φίλοι αγαπημένοι, υπακούοντας και παίζοντας το ρόλο τους στις πολυάριθμες επιπόλαιες λεπτές τελετές, που κατά συνθήκη έχει αναλάβει κάθε ζευγάρι, όπως τώρα που ο Μαριάνο χρειαζόταν ένα μάτι της κουζίνας για να ζεστάνει το κουβαδάκι με την κόλλα κι η Σούλμα έβγαζε από τη φωτιά την κατσαρόλα με τις πατάτες, λέγοντας πως θ' αποτέλειωνε αργότερα το βράσιμο κι ο Μαριάνο την ευχαριστούσε, γιατ' η καρέκλα είχε σχεδόν τελειώσει κι ήταν καλύτερα να μπει η κόλλα μια κι έξω, αλλά ζεσταμένη φυσικά. Η μικρή έριχνε ματιές στα περιοδικά, στο βάθος του μεγάλου δωματίου, που χρησίμευε για κουζίνα και για τραπεζαρία. Ο Μαριάνο τής έφερε μερικές καραμέλες από την αποθήκη. Ήταν ώρα να βγουν στον κήπο να πιουν ένα ποτό, κοιτάζοντας να πέφτει η νύχτα στους λόφους. Ποτέ δεν είχε φανεί άνθρωπος στο μονοπάτι, το πρώτο σπίτι του χωριού διακρινόταν μόλις, στο ψηλότερο σημείο πίσω τους. Μπροστά τους, η πλαγιά συνέχισε να κατηφορίζει, μέχρι το βάθος της κοιλάδας, που είχε κιόλας σκοτεινιάσει. «Γέμισε τα ποτήρια, έρχομαι αμέσως», είπε η Σούλμα. Όλα γίνονταν κυκλικά, κάθε πράγμα στην ώρα του και κάθε ώρα για κάθε πράγμα, με εξαίρεση την πιτσιρίκα, που μεμιάς χαλούσε ελαφρά την τάξη των μερών του σχήματος. Ένα σκαμνάκι κι ένα ποτήρι γάλα γι' αυτήν, ένα χάδι στα μαλλιά κι έπαινοι για το πόσο ήσυχη ήταν. Τα τσιγάρα, τα χελιδόνια που στριφογύριζαν πάνω από το σπιτάκι. Όλα επαναλαμβάνονταν, κουτάκια που το ένα έμπαινε στο άλλο, η καρέκλα είχε σχεδόν στεγνώσει, κολλημένη όπως αυτή η νέα μέρα, που τίποτε νέο δεν είχε πάνω της. Οι ασήμαντες διαφορές ήταν η μικρή το σούρουπο, όπως καμιά φορά το μεσημέρι ο ταχυδρόμος τούς έβγαζε μια στιγμή από τη μοναξιά, φέρνοντας κάποιο γράμμα για το Μαριάνο ή για τη Σούλμα, που ο παραλήπτης το έπαιρνε και το κρατούσε, χωρίς να πει λέξη. Ένας μήνας ακόμα μ' επαναλήψεις που ήταν δυνατό να προβλεφθούν, σαν πρόβες· και το τζιπ, φορτωμένο μέχρι τα μπούνια, θα τους έφερνε πίσω, στο διαμέρισμα της πρωτεύουσας, στη ζωή που μόνο κατά τους τύπους διέφερε από ετούτη, η ομάδα της Σούλμα ή οι ζωγράφοι, φίλοι του Μαριάνο, τ' απογεύματα στα μαγαζιά γι' αυτήν κι οι νύχτες στα καφενεία για τον Μαριάνο, ένα πήγαιν' - έλα ξεχωριστά, αν και συναντιόντουσαν πάντα, ώστε να λάβουν χώρα οι οριακές τελετές, ο πρωινός ασπασμός και τα ουδέτερα κοινά προγράμματα, όπως τώρα που ο Μαριάνο πρόσφερε ακόμα ένα ποτό κι η Σούλμα δεχόταν, με το βλέμμα χαμένο στους μακρινούς λόφους, βαμμένους κιόλας με χρώμα βαθύ βιολετί.
«Τι θα 'θελες να δειπνήσεις, κοριτσάκι;» «Δε με νοιάζει, ό,τι θέλετε, κυρία». «Μάλλον δεν της αρέσουν οι αγραγκινάρες», είπε ο Μαριάνο. «Μ' αρέσουν», είπε η μικρή, «με λαδόξιδο, αλλά λίγο αλάτι, γιατί τσιμπάει στη γλώσσα». Γέλασαν, θα της ετοίμαζαν ξεχωριστό λαδόξιδο. Και αυγά βραστά ίσως. «Με το κουταλάκι», είπε η μικρή. «Και λίγο αλάτι, γιατί τσιμπάει στη γλώσσα», αστειεύτηκε ο Μαριάνο. «Το αλάτι τσιμπάει πολύ», είπε η μικρή, «δίνω στην κούκλα μου πουρέ ανάλατο, σήμερα δεν την έφερα, γιατί ο μπαμπάς μου βιαζόταν και δε μ' άφησε να την πάρω». «Ωραία νύχτα θα κάμει», σκέφτηκε φωναχτά η Σούλμα, «πρόσεξε πόσο διάφανη είναι η ατμόσφαιρα προς το βοριά». «Ναι, δε θα κάμει πολλή ζέστη», είπε ο Μαριάνο, μπάζοντας τις καρέκλες στο κάτω σαλόνι, ανάβοντας τα φώτα που ήταν κοντά στο μεγάλο παράθυρο, που έβλεπε στην κοιλάδα. Μηχανικά, γύρισε επίσης το κουμπί του ραδιοφώνου. «Ο Νίξον θα ταξιδέψει στο Πεκίνο, τι μου λες», είπε ο Μαριάνο. «Σήμερα δεν υπάρχει ούτε ιερό, ούτε όσιο», είπε η Σούλμα και ξέσπασαν σε γέλιο ταυτόχρονα. Η πιτσιρίκα είχε αφοσιωθεί στα περιοδικά και σημάδευε τις σελίδες με τα μίκυ - μάους, σαν να είχε σκοπό να τα διαβάσει και δεύτερη φορά.
Η νύχτα έφτασε ανάμεσα στο εντομοκτόνο, με το οποίο ο Μαριάνο ψέκαζε το πάνω υπνοδωμάτιο και στη μυρουδιά ενός κρεμμυδιού, που η Σούλμα έκοβε, σιγοτραγουδώντας ένα ρυθμό ποπ του ραδιοφώνου. Στη μέση του δείπνου, η μικρή άρχισε να κλείνει τα μάτια της πάνω από το βραστό αυγό της. Της έκαμαν αστεία, τη σκούντησαν ν' αποφάει. Ο Μαριάνο τής είχε κιόλας ετοιμάσει το κρεβατάκι της μ' ένα φουσκωτό στρώμα. Το είχε στήσει στην πέρα γωνία της κουζίνας, ώστε να μην την ενοχλήσουν, σε περίπτωση που θ' αποφάσιζαν να μείνουν για λίγο στο κάτω σαλόνι, ακούγοντας δίσκους ή διαβάζοντας. Η πιτσιρίκα έφαγε το ροδάκινό της και παραδέχτηκε πως νύσταζε. «Ξάπλωσε, αγάπη μου», είπε η Σούλμα, «σου είπα πως, αν θέλεις να κάνεις πιπί σου, δεν έχεις παρά ν' ανέβεις στο πάνω πάτωμα, θα σου αφήσουμε ανοιχτό το φως της σκάλας». Το κοριτσάκι τούς φίλησε στο μάγουλο, ζαβλακωμένο κιόλας από τη νύστα, όμως πριν ξαπλώσει, διάλεξε ένα περιοδικό και το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι της. «Είναι απίθανοι», είπε ο Μαριάνο, «τι άπιαστος κόσμος κι ετούτος· και να σκεφτεί κανείς πως ήταν ο κόσμος μας, ο κόσμος όλων μας». «Στο κάτω - κάτω, δεν είναι διαφορετικός», είπε η Σούλμα, που μάζευε το τραπέζι. «Κι εσύ έχεις τις μανίες σου, θέλεις το μπουκάλι της κολόνιας αριστερά και την ξυριστική μηχανή δεξιά· κι εγώ δε λέω κουβέντα». Δεν είναι μανίες εντούτοις», σκέφτηκε ο Μαριάνο, «μάλλον μια απάντηση στο θάνατο και στην ανυπαρξία, να προσέχεις τα πράγματα και τους χρόνους, να επιβάλεις τελετουργίες κι όρια, ενάντια στην αταξία, γεμάτη τρύπες και κηλίδες». Μόνο που δεν υπήρχε πια λόγος να το λέει φωναχτά, κάθε φορά γινόταν φανερό πως όλο και περιοριζόταν η ανάγκη να κουβεντιάσει με τη Σούλμα. Κι η Σούλμα δεν έλεγε τίποτα που να καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε αλλαγή στις ιδέες. «Φέρε την καφετιέρα, έβαλα τα πιατελάκια στο τραπέζι του τζακιού. Κοίταξε αν υπάρχει ζάχαρη στη ζαχαριέρα, υπάρχει πακέτο ανάνοιχτο στην αποθήκη. Δε βρίσκω το τιρμπουσόν, ετούτη η μπουκάλα το ρακί έχει όμορφο χρώμα, δε νομίζεις; Ναι, όμορφο χρώμα. Μια και θ' ανέβεις, φέρε μου τα τσιγάρα που άφησα πάνω στο κομό. Το ρακί είναι όντως καλό. Κάνει ζέστη, τι λες; Ναι, ο καιρός είναι βαρύς, καλύτερα να μην ανοίξουμε τα παράθυρα, θα γεμίσει ο τόπος πεταλουδίτσες και κουνούπια».
Όταν η Σούλμα άκουσε τον πρώτο θόρυβο, ο Μαριάνο ήταν σκυμμένος κι έψαχνε ανάμεσα στους σωρούς των δίσκων, υπήρχε μια σονάτα του Μπετόβεν που δεν είχαν ακούσει καθόλου όλο ετούτο το καλοκαίρι. Στάθηκε με το χέρι όρθιο, κοίταξε τη Σούλμα. Ένας θόρυβος σαν να ερχόταν από την πέτρινη σκάλα του κήπου, όμως τέτοια ώρα κανείς δεν ερχόταν στο σπιτάκι, κανείς δεν είχε έρθει ποτέ βραδιάτικα. Από την κουζίνα άναψε το φως· φωτίστηκε το κοντινότερο μέρος του κήπου, δεν είδε τίποτα και το έσβησε. «Κανένας σκύλος που ψάχνει να βρει τίποτα να φάει», είπε η Σούλμα. «Περίεργα ηχούσε, σαν μούγκρισμα σχεδόν», είπε ο Μαριάνο. Στο μεγάλο παράθυρο φάνηκε μια πελώρια άσπρη κηλίδα, η Σούλμα έβγαλε μια πνιχτή κραυγή, ο Μαριάνο -που στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη- στράφηκε μεμιάς, αλλά ήταν πολύ αργά, το τζάμι έδειχνε μόνο τις σκιές από τους πίνακες και τα έπιπλα του σαλονιού. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει, το μούγκρισμα αντήχησε κοντά στον τοίχο που έβλεπε βορεινά, σαν χλιμίντρισμα πνιχτό, όπως η κραυγή της Σούλμα που με τα χέρια της έφραζε το στόμα της κι ακουμπούσε στον τοίχο του βάθους, έχοντας τα μάτια της καρφωμένα στο μεγάλο παράθυρο. «Άλογο είναι», είπε ο Μαριάνο, χωρίς να το πιστεύει, «ακούγεται σαν άλογο, άκουσα τα πέταλά του, καλπάζει στον κήπο». Η χαίτη, τα ρουθούνια, σα ματωμένα· ένα πελώριο άσπρο κεφάλι ζωγραφίστηκε στο μεγάλο παράθυρο, το άλογο μόλις που τους κοίταξε, η άσπρη κηλίδα γλιστρούσε προς τα δεξιά, άκουσαν πάλι τα πέταλα, μια απότομη σιωπή από τη μεριά της πέτρινης σκάλας, το χλιμίντρισμα, το τρέξιμο του αλόγου. «Ωστόσο, δεν υπάρχουν άλογα σ' ετούτα τα μέρη», είπε ο Μαριάνο, που είχε αρπάξει τη μπουκάλα το ρακί από το λαιμό, χωρίς να το καταλάβει και τώρα πήγαινε να την ακουμπήσει πάλι πάνω στο τραπεζάκι. «Θέλει να μπει», είπε η Σούλμα, ακουμπισμένη στον τοίχο του βάθους. «Όχι βέβαια, τι βλακείες, θα ξέφυγε από κανένα παχνί εκεί κάτω στην κοιλάδα κι ήρθε στο φως». «Σου λέω πως θέλει να μπει, είναι λυσσασμένο και θέλει να μπει». «Απ' ό,τι ξέρω, τ' άλογα δεν τα πιάνει λύσσα», είπε ο Μαριάνο, «μου φαίνεται πως έφυγε, πάω να δω από το παράθυρο». «Όχι, όχι, μείνε εδώ, το ακούω κιόλας, είναι στη σκάλα της βεράντας, ποδοπατάει τα φυτά, θα ξαναγυρίσει κι αν σπάσει το τζάμι, θα μπει». «Μην είσαι χαζή, τίποτα δε θα σπάσει», είπε αδύναμα ο Μαριάνο, «καλύτερα είναι να σβήσουμε τα φώτα και θα φύγει». «Δεν ξέρω, δεν ξέρω», είπε η Σούλμα, γλιστρώντας αργά, μέχρι που κάθισε στον πάγκο, «άκουσα να χλιμιντρίζει, βρίσκεται εκεί πάνω». Άκουσαν τα πέταλα να κατεβαίνουν τη σκάλα, το νευρικό φυσομανητό μπροστά στην πόρτα, ο Μαριάνο νόμισε πως αισθάνθηκε σαν μια πίεση στην πόρτα, ένα άγγιγμα που επαναλήφθηκε κι η Σούλμα έτρεξε προς το μέρος του, ουρλιάζοντας υστερικά. Την έσπρωξε αβίαστα, άπλωσε το χέρι προς το διακόπτη. Στο μισόφωτο (υπήρχε το φως της κουζίνας, όπου κοιμόταν η μικρή), το χλιμίντρισμα κι ο ήχος από τα πέταλα δυνάμωσαν, όμως το άλογο δεν έστεκε μπροστά στην πόρτα, ακουγόταν να πηγαινοέρχεται στον κήπο. Ο Μαριάνο έτρεξε να σβήσει το φως της κουζίνας, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στη γωνία, όπου είχαν βάλει τη μικρή να ξαπλώσει. Γύρισε ν' αγκαλιάσει τη Σούλμα που κλαψούριζε, της χάιδεψε τα μαλλιά και το κεφάλι, την παρακαλούσε να σωπάσει, για να μπορεί ν' ακούει καλύτερα. Στο μεγάλο παράθυρο, το κεφάλι του αλόγου τρίφτηκε πάνω στο τζάμι, χωρίς μεγάλη δύναμη, η άσπρη κηλίδα φαινόταν διάφανη στη σκοτεινιά. Ένιωσαν πως το άλογο κοίταζε στο εσωτερικό, σαν ν' αναζητούσε κάτι, όμως δε μπορούσε να τους διακρίνει κι έτσι συνέχιζε να χλιμιντρίζει και να ξεφυσάει, με απότομα τραντάγματα, μια από εδώ και μια από εκεί. Το σώμα της Σούλμα γλίστρησε ανάμεσα στα χέρια του Μαριάνο, που τη βοήθησε να καθίσει πάλι στον πάγκο, ακουμπώντας τη στον τοίχο. «Μην κουνιέσαι, μη λες τίποτα, θα φύγει, θα δεις». «Θέλει να μπει», είπε αδύναμα η Σούλμα, «ξέρω πως θέλει να μπει· κι αν σπάσει το παράθυρο, τι θα γίνει τότε, αν το σπάσει κλωτσώντας;» «Σσσς», είπε ο Μαριάνο, «σώπα, σε παρακαλώ». «Θα μπει», μουρμούρισε η Σούλμα. «Και δεν έχω ούτε καραμπίνα», είπε ο Μαριάνο, «θα του τραβούσα πέντε ντουφεκιές στο κεφάλι, γαμώ την πουτάνα του». «Δεν είναι πια εκεί», είπε η Σούλμα και πετάχτηκε απότομα όρθια, «το ακούω πάνω, αν δει την πόρτα της βεράντας, είναι ικανό να μπει». «Είναι κλεισμένη στα σίγουρα, μη φοβάσαι, σκέψου πως στο σκοτάδι δεν πρόκειται να μπει σ' ένα σπίτι, όπου ούτε καν θα μπορούσε να κουνηθεί, μην είσαι ανόητη». «Ναι», είπε η Σούλμα, «θέλει να μπει, θα μας λιώσει πάνω στον τοίχο, ξέρω πως θέλει να μπει». «Σσσς», επανέλαβε ο Μαριάνο, που σκεφτόταν το ίδιο πράγμα και που δε μπορούσε να κάμει τίποτ' άλλο, παρά να περιμένει με την πλάτη του μούσκεμα από κρύο ιδρώτα. Τα πέταλα αντήχησαν γι' άλλη μια φορά στις πελεκημένες πέτρες της σκάλας κι ύστερα μεμιάς έπεσε σιωπή, τα τριζόνια μακριά, ένα πουλί στην κορφή της καρυδιάς.
Χωρίς ν' ανάψει το φως, τώρα που το μεγάλο παράθυρο άφηνε να μπαίνει η αβέβαιη ανταύγεια της νύχτας, ο Μαριάνο γέμισε ένα ποτηράκι ρακί και το κράτησε μπροστά στα χείλια της Σούλμα, υποχρεώνοντάς την ύστερα να πιει, αν και τα δόντια της χτυπούσαν πάνω στο γυαλί και το πιοτό χυνόταν στη μπλούζα της. Ύστερα, αρπάζοντας τη μπουκάλα από το λαιμό, ήπιε μια μεγάλη γουλιά και πήγε μέχρι την κουζίνα να δει τι έκανε η μικρή. Με τα χέρια κάτω από το μαξιλάρι, σαν να φοβόταν πως το πολύτιμο περιοδικό θα της έφευγε από τα χέρια, φαινόταν απίστευτο που κοιμόταν και δεν είχε ακούσει τίποτα. Νόμιζε κανείς πως ίσα - ίσα βρισκόταν εκεί, ενώ στο σαλόνι το κλάμα της Σούλμα κοβόταν κάθε λίγο από ένα πνιχτό λόξυγγα, κάτι σαν κραυγή. «Πάει, πέρασε· πάει, πέρασε», είπε ο Μαριάνο. Κάθισε κοντά της και την κούνησε μαλακά. «Μας τρόμαξε λίγο». «Θα ξαναγυρίσει», είπε η Σούλμα, με τα μάτια καρφωμένα στο μεγάλο παράθυρο. «Όχι, πάει κιόλας πέρα, είναι βέβαιο πως ξέφυγε από κάποιο φραγμένο μέρος κάτω εκεί στην κοιλάδα». «Κανένα άλογο δεν κάνει τέτοια πράγματα», είπε η Σούλμα, «κανένα άλογο δε θέλει να μπει έτσι σ' ένα σπίτι». «Παραδέχομαι πως είναι σπάνιο», είπε ο Μαριάνο, «καλύτερα να ρίξουμε μια ματιά λίγο πιο πέρα, έχω εδώ το φακό». Όμως η Σούλμα είχε την πλάτη της στον τοίχο, δεν της περνούσε από το νου ν' ανοίξει την πόρτα, να βγει, να προχωρήσει προς την άσπρη σκιά που ίσως έστεκε κάπου κοντά, περίμενε κάτω από τα δέντρα, έτοιμη να επιτεθεί. «Κοίταξε, αν δε βεβαιωθούμε πως έφυγε, κανείς μας δεν πρόκειται να κοιμηθεί σήμερα το βράδυ», είπε ο Μαριάνο. «Ας αφήσουμε να περάσει λίγη ώρα ακόμα, να φύγει, στο μεταξύ ξάπλωσε εσύ και θα σου δώσω το ηρεμιστικό σου· διπλή δόση, καημενούλα, εξάλλου την έχεις ανάγκη».
Η Σούλμα δέχτηκε στο τέλος, παθητικά. Χωρίς ν' ανάψουν τα φώτα, πήγαν μέχρι τη σκάλα, ο Μαριάνο χρειάστηκε να τη βοηθήσει να μπει στο υπνοδωμάτιο, παρά λίγο να κουτουλήσει στο πάνω μέρος της πόρτας. Από το παράθυρο που έβλεπε στο χαγιάτι, κοίταξαν την πέτρινη σκάλα, την πάνω βεράντα του κήπου. «Έφυγε, βλέπεις», είπε ο Μαριάνο, ταχτοποιώντας το μαξιλάρι της Σούλμα, βλέποντάς τη να ξεντύνεται με κινήσεις μηχανικές, με τη ματιά της κολλημένη στο παράθυρο. Της έδωσε να πιει τις στάλες της, την έτριψε με κολόνια στο λαιμό και στα χέρια, ανέβασε μαλακά το σεντόνι μέχρι τους ώμους της Σούλμα, που είχε κλείσει τα μάτια κι έτρεμε. Της σκούπισε τα μάγουλα, περίμενε μια στιγμή και κατέβηκε να ψάξει για το φακό. Κρατώντας τον σβηστό στο ένα χέρι και μ' ένα πελέκι στο άλλο, κατέβασε σιγά - σιγά το χερούλι της πόρτας του σαλονιού και βγήκε στην κάτω βεράντα, απ' όπου μπορούσε να ελέγξει όλη την πλευρά του σπιτιού που έβλεπε κατά την ανατολή. Η νύχτα ήταν ίδια με τόσες άλλες νύχτες του καλοκαιριού, ακούγονταν μακριά τα τριζόνια, ένας βάτραχος άφηνε να πέφτουν δυο επαναλαμβανόμενες στάλες της φωνής του. Δε χρειάστηκε ν' ανάψει το φακό ο Μαριάνο για να δει το παρτέρι με τις πασχαλιές ποδοπατημένο, πελώρια ίχνη στις αλέες με τους πανσέδες, τη γλάστρα αναποδογυρισμένη στη βάση της σκάλας. Δεν επρόκειτο λοιπόν για παραισθήσεις και καλύτερα που το πράγμα ήταν έτσι. Το πρωί θα πήγαινε με τον Φλορένσιο να επισκεφθούν τους στάβλους της κοιλάδας, να επαληθεύσουν, δεν θ' άφηνε να ξαναγίνει το ίδιο. Πριν να μπει στο σπίτι, έστησε τη γλάστρα όρθια, πήγε μέχρι τα πρώτα δέντρα και πρόσεξε για ώρα πολλή τα τριζόνια και το βάτραχο. Όταν στράφηκε προς το σπίτι, η Σούλμα ήταν στο παράθυρο του υπνοδωματίου, γυμνή, ακίνητη.
Το κοριτσάκι δεν είχε κουνηθεί, ο Μαριάνο ανέβηκε στ' ακρόνυχα κι άρχισε να καπνίζει δίπλα στη Σούλμα. «Βλέπεις, έφυγε, μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι, αύριο βλέπουμε». Την έφερε σιγά - σιγά προς το κρεβάτι, γδύθηκε, ξάπλωσε ανάσκελα, καπνίζοντας συνεχώς. «Κοιμήσου, τα πάντα είναι εντάξει, δεν ήταν παρά μια παράλογη τρομάρα». Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά της, τα δάχτυλά του γλίστρησαν στον ώμο της, άγγιξαν το στήθος της. Η Σούλμα γύρισε πλευρό, του γύρισε την πλάτη, χωρίς να πει λέξη. Κι αυτό ήταν όπως τόσες άλλες νύχτες του καλοκαιριού.
Θα έπρεπε να μην είχε εύκολο ύπνο, αλλά ο Μαριάνο αποκοιμήθηκε απότομα, μόλις έσβησε το τσιγάρο του. Το παράθυρο είχε μείνει ανοιχτό κι οπωσδήποτε θα έμπαιναν κουνούπια, όμως ο ύπνος τον κυρίεψε πρώτα, χωρίς εικόνες, το απόλυτο τίποτα, απ' όπου βγήκε κάποια στιγμή, είχε ξυπνήσει από ανείπωτο πανικό, τα δάχτυλα της Σούλμα τού έσφιγγαν τον ώμο, κοντανάσαινε. Πριν καλά - καλά να καταλάβει, η προσοχή του ήταν κιόλας στραμμένη στους ήχους της νύχτας, στη σιωπή που έσπαζαν τα τριζόνια. «Κοιμήσου, Σούλμα, δεν είναι τίποτα, θα ονειρεύτηκες». Επέμενε να παραδεχτεί όσα της έλεγε, επέμενε να ηρεμήσει, να του γυρίσει την πλάτη, όμως αυτή είχε κιόλας τραβήξει το χέρι της, ήταν καθιστή, άκαμπτη, κοίταζε την κλειστή πόρτα. Σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Σούλμα, ανίκανος να την εμποδίσει ν' ανοίξει την πόρτα και να προχωρήσει ως εκεί που άρχιζε η σκάλα, κολλημένος πάνω της. Αναρωτιόταν αόριστα μήπως θα ήταν καλύτερα να την αρπάξει, να τη φέρει με τη βία στο κρεβάτι, να επιβληθεί επιτέλους σ' αυτή την πετρωμένη απομάκρυνση. Στη μέση της σκάλας, η Σούλμα στάθηκε, το χέρι της είχε πιάσει την κουπαστή. «Ξέρεις γιατ' η μικρή στέκεται εκεί;» Η φωνή της αποτελούσε μέρος του εφιάλτη. «Η μικρή;» Κατέβηκε δύο σκαλιά ακόμα, βρισκόταν στη στροφή της σκάλας κι έβλεπε στην κουζίνα. «Σούλμα, σε παρακαλώ. Σούλμα, σε παρακαλώ». Η φωνή της ήταν σπασμένη, φάλτσα σχεδόν. «Στέκεται εκεί για να το αφήσει να μπει, σου λέω πως θα το αφήσει να μπει». «Σούλμα, μη με φέρεις στο σημείο να κάμω καμιά ανοησία». Κι η φωνή της, σαν να θριάμβευε κιόλας, σε τόνο διαρκώς ψηλότερο. «Κοίταξε, κοίταξε σου λέω, αν δε με πιστεύεις, άδειο το κρεβάτι, το περιοδικό στο πάτωμα». Μ' ένα πήδημα, ο Μαριάνο απομακρύνθηκε από τη Σούλμα, όρμησε στο διακόπτη. Η μικρή τούς κοίταζε, στεκόταν με τη ροζ πιτζάμα της μπροστά στην πόρτα που οδηγούσε στο σαλόνι, το μούτρο της ήταν νυσταγμένο. «Τι κάνεις όρθια τέτοια ώρα», είπε ο Μαριάνο, τυλίγοντας με μια πετσέτα τη μέση του. Η πιτσιρίκα κοίταξε τη γυμνή Σούλμα, νυσταγμένη και ταυτόχρονα ντροπιασμένη, την κοίταξε σα να έψαχνε να γυρίσει στο κρεβάτι της, έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Σηκώθηκα για πιπί μου», είπε. «Και βγήκες στον κήπο, ενώ εμείς σου είπαμε ν' ανέβεις στο μπάνιο». Η μικρή άρχισε να κάνει γκριμάτσες, με τα χέρια αστεία χωμένα στις τσέπες της πιτζάμας της. «Δεν είναι τίποτα, πήγαινε στο κρεβάτι σου», είπε ο Μαριάνο και της χάιδεψε τα μαλλιά. Την σκέπασε, της έβαλε το περιοδικό κάτω από το μαξιλάρι. Η μικρή γύρισε προς τον τοίχο, έβαλε το δάχτυλό της στο στόμα, σαν για να παρηγορηθεί. «Ανέβα», είπε ο Μαριάνο, «βλέπεις πως δε συμβαίνει τίποτα, μην κάθεσαι έτσι σαν υπνοβάτης». Την είδε να κάνει δύο βήματα προς την πόρτα του σαλονιού, διασταυρώθηκε μαζί του στο πέρασμά της, όλα είχαν τακτοποιηθεί τώρα, τι διάβολο! «Μα δεν καταλαβαίνεις πως του άνοιξε την πόρτα», είπε η Σούλμα, μ' εκείνη τη φωνή που δεν ήταν η δική της. «Παράτα τις βλακείες, Σούλμα». «Πήγαινε να δεις αν δεν είναι αλήθεια ή άσε με να πάω εγώ». Το χέρι του Μαριάνο έσφιξε το μπράτσο της που έτρεμε. «Ανέβα τώρα αμέσως». Την έσπρωξε μέχρι που την έφερε στο κατώφλι της σκάλας, κοιτάζοντας στο πέρασμά του την πιτσιρίκα, που δεν είχε καν κουνηθεί, που κοιμόταν κιόλας. Στο πρώτο σκαλοπάτι, η Σούλμα έβαλε τις φωνές και θέλησε να ξεφύγει, όμως η σκάλα ήταν στενή κι ο Μαριάνο την έσπρωχνε με όλο του το σώμα, η πετσέτα λύθηκε κι έπεσε στην αρχή της σκάλας. Την κρατούσε από τους ώμους και σπρώχνοντας την έφερε μέχρι την κορφή της σκάλας, την πέταξε μέσα στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Θα το αφήσει να μπει», έλεγε και ξανάλεγε η Σούλμα, «η πόρτα είναι ανοιχτή και θα μπει». «Ξάπλωσε», είπε ο Μαριάνο. «Σου λέω πως η πόρτα είναι ανοιχτή». «Δεν πειράζει», είπε ο Μαριάνο, «ας μπει αν του κάνει κέφι, τώρα δε δίνω πεντάρα τσακιστή αν μπει ή δεν μπει». Άρπαξε τα χέρια της Σούλμα, που προσπαθούσαν να τον απωθήσουν, την έσπρωξε από τους ώμους πάνω στο κρεβάτι, έπεσαν μαζί, η Σούλμα κλαψούριζε και παρακαλούσε, δεν ήταν σε θέση να κουνηθεί κάτω από το βάρος ενός σώματος που την έσφιγγε όλο και περισσότερο, την υποχρέωνε να υποκύψει σε μια θέληση που μουρμούριζε στόμα με στόμα, λυσσασμένα, ανάμεσα σε δάκρυα και σε βωμολοχίες. «Δε θέλω, δε θέλω, δε θέλω ποτέ πια», όμως ήταν πολύ αργά η δύναμη κι η περηφάνια της υποχωρούσαν σε αυτό το βάρος που την γκρέμιζε, την ξανάφερνε στο αδύνατο παρελθόν, στα καλοκαίρια χωρίς γράμματα κι άλογα. Κάποια στιγμή -είχε αρχίσει να χαράζει- ο Μαριάνο ντύθηκε στα μουγγά, κατέβηκε στην κουζίνα. Η μικρή κοιμόταν με το δάχτυλο στο στόμα, η πόρτα του σαλονιού ήταν ανοιχτή. Η Σούλμα είχε δίκιο, η μικρή είχε ανοίξει την πόρτα, όμως το άλογο δεν είχε μπει στο σπίτι. Εκτός κι αν -σκέφτηκε, ανάβοντας το πρώτο του τσιγάρο και κοιτάζοντας τη γαλάζια γραμμή των λόφων- εκτός κι αν η Σούλμα είχε και σ' αυτό δίκιο και το άλογο είχε μπει στο σπίτι, όμως πώς να το μάθει κανείς, αν δεν το είχαν ακούσει, αν όλα ήταν στη θέση τους, αν το ρολόι συνέχιζε να μετράει τη μέρα που ξημέρωνε κι ύστερα, αφού ο Φλορένσιο θα ερχόταν να πάρει την πιτσιρίκα, στην καλύτερη περίπτωση, γύρω στις δώδεκα, θα εμφανιζόταν ο ταχυδρόμος, σφυρίζοντας από μακριά, αφήνοντας πάνω στο τραπέζι του κήπου τα γράμματα που αυτός ή η Σούλμα θα έπαιρναν, δίχως να πουν λέξη, μια στιγμή πριν αποφασίσουν, κοινή συναινέσει, τι ταίριαζε να ετοιμάσουν για το γεύμα.
Κορτάσαρ Χούλιο
(Μετφ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής)
Περιοδικό «Τραμ»,
τεύχος 9, Μάιος 1978

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου