Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΆΝΝΑΣ

   
   Καθισμένος σε μια πολυθρόνα, κοίταξε με κάποια έκπληξη όλη αυτή τη νεολαία που χαιρόταν, τις μεσημεριανές αυτές ώρες, τη θάλασσα. Άκουε τις φωνές τους, τα γέλια τους, παρακολουθούσε τα παιχνίδια τους, έβλεπε τα γυμνά τους ηλιοκαμένα κορμιά, έβλεπε προ πάντων τη Λίζα. «Πόσο τολμηρά είναι τα σημερινά κορίτσια», σκέφτηκε για μια στιγμή. Ξανακοίταξε την κόρη του σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. Φορούσε, όπως αρμόζει στις μοντέρνες κοπέλες, ένα μπικίνι, αφήνοντας το γυμνό κορμί της ελεύθερο στα χάδια του ήλιου. Οι ωραίοι ώμοι, τα τεντωμένα μπράτσα, το προκλητικό στήθος, οι εξαίσιες γάμπες, κι εκείνο το νόστιμο πρόσωπο με τα βαμμένα χείλη, κι έπειτα τα χρυσαφένια μαλλιά με την αλογοουρά, έκαναν τη Λίζα να ξεχωρίζει σα μια μικρή θεά. Τα βλέμματα των νέων έπεφταν πάνω της σα δέσμες φωτός, λες κι ανίχνευαν σ' όλες τις λεπτομέρειες το σώμα αυτό που προσφερόταν στη βουβή λατρεία τους. Ο Παύλος θέλησε να τη φωνάξει, να της πει να ρίξει κάτι πάνω της, να πάψει να τρέχει σαν τρελή και να κυνηγιέται με τ' αγόρια. Μα δεν είχε το κουράγιο να κάνει μήτε μια κίνηση. Η βασανισμένη σκέψη του πέταξε στην Άννα και την είδε μπροστά του σ' όλη την αγέρωχη ομορφιά της, που κάποτε τον νεύριαζε τόσο πολύ, ώστε να χάνει την αυτοκυριαρχία του.
   Μήπως η Λίζα δεν έμοιαζε της μητέρας της; Μήπως η Άννα δεν είχε αφήσει την κόρη τους ελεύθερη, μόλις πάτησε τα δεκαοχτώ της χρόνια; Μήπως δε δικαιολογούσε όλες τις νεανικές τρέλες; Η Άννα δεν τις δικαιολογούσε μόνο, έκανε κι αυτή τα ίδια.
   Ήξερε πως ήταν μια ωραία γυναίκα, ζωηρή, χαρούμενη, με αρμονικό σώμα, ψηλή, και πως τα σαράντα χρόνια της γοήτευαν τους άντρες. Τους άφηνε να τη θαυμάζουν, να της λένε ερωτόλογα, να τη σφίγγουν πάνω τους στο χορό και να λιώνουν γι' αυτή. Όταν άναβε για καλά τους πόθους τους, τους παρατούσε σύξυλους μ' εκείνο το κρυστάλλινο γέλιο της που έμοιαζε σα μαχαιριά και τους έκανε να λυσσούν απ' το κακό τους. Κυνική, εγωίστρια, αλλόκοτη, η Άννα χαιρόταν τη ζωή και την απολάμβανε με το δικό της τρόπο. Ωστόσο, κάποιο υπόλειμμα αξιοπρέπειας την ανάγκαζε να σταματάει έγκαιρα στο χείλος του βαράθρου. Έτσι είχε μείνει πιστή στον Παύλο, μ' όλο που τα πενήντα πέντε χρόνια του και τα γκριζόμαυρα μαλλιά του την έκαναν να αναρωτιέται συχνά πώς είχε αποφασίσει, πριν από είκοσι χρόνια, να τον παντρευτεί. Η διαφορά αυτή της ηλικίας την έκανε ν' αγανακτεί κι όσο ο καιρός περνούσε τόσο η Άννα γινόταν πιο παράξενη, πιο εκκεντρική, λες κι ήθελε να δείξει στον Παύλο πως τον ανεχόταν εξαιτίας της κόρης τους της Λίζας. Ο Παύλος την αγαπούσε μ' όλες τις παραξενιές της, αλλά, στο βάθος, υπόφερε γιατί θα την ήθελε πιο λογική, πιο αυστηρή, πιο αδιάλλακτη. Έβρισκε πως μια παντρεμένη γυναίκα δεν έπρεπε να συμπεριφέρεται σαν ένα άμυαλο κορίτσι. Η Άννα όμως έτσι ήταν πλασμένη και δε μπορούσε ν' αλλάξει. Συχνά τσακώνονταν μαζί και η Άννα τότε τού πετούσε κατάμουτρα την ηλικία του και τις σκουριασμένες ιδέες του.
   Η ασυνεννοησία αυτή βασάνιζε τον Παύλο κι έτρεμε με την ιδέα πως μπορούσε να μην έχει, μια μέρα, πλάι του την Άννα. Κι όμως αυτό που τόσο φοβόταν είχε γίνει.
   «Ας χωρίσουμε», του είπε ένα βράδυ που ο Παύλος την κατηγορούσε για την ανάρμοστη διαγωγή της. «Δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε ποτέ κι ας είμαστε τόσα χρόνια παντρεμένοι».
   «Δεν είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο», της απάντησε ο άντρας της.
   Περιορίστηκε μόνο σ' αυτά τα ψυχρά λόγια, επειδή ήταν πάρα πολύ περήφανος για να της ομολογήσει πόσο σπάραζε η καρδιά του απ' το χωρισμό αυτό.
   «Τη Λίζα», πρόσθεσε μόνο, «θα την κρατήσω κοντά μου. Θα τη βλέπεις όποτε θελήσεις, θα σου τη στέλνω τακτικά, φτάνει να μου το ζητάς και να ξέρω πού βρίσκεσαι».
   Η Άννα δεν είπε τίποτα, μόνο δάγκωσε τα χείλη της. Έφυγε αγέρωχη, χωρίς καν να γυρίσει να τον κοιτάξει σαν να μην ήταν αυτός ο άντρας της, σα να μην είχε πλαγιάσει τόσα χρόνια στο πλευρό του. Όταν η σιλουέτα της έσβησε, ο Παύλος αναλύθηκε σε δάκρυα. Δεν είχε πάψει να την αγαπάει.
   Στην αρχή, ο Παύλος φαντάστηκε πως ο χωρισμός δε θα βαστούσε πάνω από μερικούς μήνες, πως ήταν κι αυτό ένα από τα πολλά καπρίτσια της. Ο καιρός όμως περνούσε κι όχι μόνο η Άννα δεν είχε γυρίσει, αλλ' ούτε καν του είχε γράψει. Έγραφε μόνο στην κόρη της. Η Λίζα διάβαζε τα γράμματα κι έπειτα τα παρατούσε στην τουαλέτα της. Ο χωρισμός αυτός δεν είχε αλλάξει τη ζωή της. Δεν την είχε αποσπάσει απ' τις συντροφιές της, απ' τα γλέντια της. «Είναι το ίδιο κυνική σαν τη μητέρα της», σκεφτόταν στην απελπισία του ο Παύλος. Ωστόσο, η εικόνα της Άννας δεν έφευγε από κοντά του και διάβαζε κρυφά τα γράμματα που 'στελνε στην κόρη της. Ένιωθε όμως πως η μεγάλη αγάπη του για τη γυναίκα του όλο και λιγόστευε. Είχαν αποφασίσει να μην πάρουν διαζύγιο για ν' αποφύγουν το σκάνδαλο. Ο Παύλος απαιτούσε να κρατήσει τ' όνομά του ψηλά. Έπειτα συλλογιζόταν τη Λίζα. Δεν ήθελε το παιδί του να πληγωθεί πιο πολύ. Όσο για τους γνωστούς του, είχε πει πως η Άννα είχε ανάγκη από κάποια κούρα για τα νεύρα της και θα 'λειπε αρκετό καιρό.
   Όλ' αυτά είχαν περάσει απ' το κουρασμένο μυαλό του, εκείνο το μεσημέρι, καθώς έβλεπε την κόρη του, σ' όλη τη νεανική ομορφιά της, να χαίρεται τον ήλιο και τη θάλασσα. Την κοίταξε με το κουρασμένο βλέμμα του και, καθώς ήταν σκυμμένη δίπλα σ' ένα νέο που την έτρωγε με τα μάτια, τού φάνηκε σαν την ίδια την Άννα που, όσο κι αν πάσκιζε, δεν έφευγε απ' τη σκέψη του. Δε μπόρεσε να κρατηθεί και τη φώναξε κοντά του.
   «Λίζα».
   Η κοπέλα έτρεξε αμέσως ξαναμμένη απ' τα παιχνίδια, χαμογελώντας ευτυχισμένη. Αλλά το χαμόγελό της έσβησε με μιας σαν είδε το κατάχλωμο πρόσωπο του πατέρα της και τα χείλη του που έτρεμαν.
   «Μπαμπά, τι έχεις; Είσαι άρρωστος;» τον ρώτησε με ειλικρινή ανησυχία.
   «Ντύσου γρήγορα και πάμε».
   Μπρος στη θλιμμένη έκφραση του συσπασμένου προσώπου του, η Λίζα έτρεξε να ντυθεί.
   Έφυγαν σιωπηλοί, σα να τους χώριζε μια άβυσσος. Σαν έφτασαν σπίτι, η Λίζα τον ρώτησε:
   «Πες μου τι έχεις, πατέρα;»
   «Τολμάς να με ρωτάς;» της απάντησε έξω φρενών. «Όλη την ημέρα τρέχεις, κυνηγιέσαι σαν τρελή με τους άντρες, χοροπηδάς, ξεφωνίζεις, χορεύεις, γυμνώνεσαι. Είσαι μια ξεδιάντροπη. Τι με κοιτάζεις έτσι; Μήπως δε σ' αρέσουν αυτά που σου λέω; Και μένα δε μ' αρέσουν τα όσα κάνεις».
   Η Λίζα τα είχε χάσει μπρος στο απροσδόκητο αυτό ξέσπασμα. Θα προτιμούσε να την είχε χαστουκίσει παρά να της μιλήσει μ' αυτόν τον τρόπο. Δάγκωσε δυνατά τα χείλη της για να μην κλάψει.
   «Είσαι ακόμα πολύ νέα για να με καταλάβεις», της είπε τώρα πιο ήρεμα. «Δε θέλω να τρέχουν πίσω σου οι άντρες. Δε θέλω να σε κοιτάζουν γυμνή. Κατάντησες σκάνδαλο σ' όλη την πλαζ. Είσαι μια ανόητη. Όλοι γελούν μαζί σου και μαζί μου».
   «Πάψε, πατέρα», φώναξε η Λίζα σα να πνιγόταν. «Πάψε πια! Ναι, είμαι το σκάνδαλο. Θα φύγω. Αύριο κιόλας».
   Είχε επαναστατήσει. Έτρεμε ολόκληρη κι ο Παύλος νόμισε πως είχε μπροστά του την άλλη, τη γυναίκα του, που το κυνικό ύφος της τόσο πολύ τον ερέθιζε. Η Λίζα έφυγε απ' το δωμάτιο, κλείνοντας με ορμή την πόρτα. Απόμεινε ολομόναχος. Τώρα η οργή είχε σβήσει. Ένιωθε μέσα του ένα κενό, ήταν μια πηγή που στερεύει. Οι τύψεις τον τύλιγαν. Έπρεπε να της είχε μιλήσει γλυκά, τρυφερά, να μην προσβάλει την παιδική της αθωότητα, να μην πληγώσει με τα σιχαμένα του λόγια την αγνότητά της. Σίγουρα έφταιγε, όπως έφταιγε και με τη γυναίκα του όταν της μιλούσε απότομα, πετώντας της κατάμουτρα τη ζωτικότητα των σαράντα της χρόνων. Ήταν ένας ηλίθιος, δε μπορούσε να συγχρονιστεί, να καταλάβει πως ένας νέος κόσμος είχε γεννηθεί, που είχε αντικαταστήσει τον παλιό, αυτόν όπου ο ίδιος εξακολουθούσε να ζει και να τον προσκυνάει σαν εικόνισμα. Αύριο, η Λίζα, το παιδί του, θα 'φευγε, θα πήγαινε να βρει τη μητέρα της, κι αυτός θα 'μενε, εκεί, έρημος, χαμένος, σαν ψάρι που είχε χάσει τα νερά του. Του ήρθε κάποια στιγμή να τη φωνάξει, να της γυρέψει συγγνώμη για τα σκληρά λόγια του, να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να της πει, με δάκρυα στα μάτια, πως τώρα πια δεν είχε άλλον κανένα στον κόσμο έξω απ' αυτή. Ήξερε όμως πόσο περήφανη ήταν η Λίζα και πόσο μάταιος ο πόνος του.
   Βγήκε στη βεράντα του σπιτιού για ν' αναπνεύσει. Κάθισε εκεί, ορθός, μεσ' στον ήλιο, αδιαφορώντας για την αφόρητη καλοκαιρινή ζέστη. Ο λαιμός του ήταν στεγνός, η καρδιά του χτυπούσε άρρυθμα, τα χέρια του έτρεμαν. Ένιωσε τα μάγουλά του να βρέχονται. Δεν ήταν όμως δάκρυα. Ήταν ιδρώτας, χοντρές στάλες από ιδρώτα, γιατί ο ήλιος έκαιγε πολύ.
 
   Το άλλο πρωί, η Λίζα έφυγε για τη Χαλκίδα. Από ένα σημείωμά της, που το βρήκε στην τουαλέτα της, έμαθε πως δεν πήγαινε στη μητέρα της, αλλά σε μια θεία της. «Πηγαίνω για λίγες μέρες στη θεία Μαρία. Έπειτα θα ξαναγυρίσω κοντά σου. Η μαμά το ξέρει, της το 'χω γράψει». Λοιπόν, η κόρη του είχε φύγει χωρίς ν' ανταλλάξουν μια λέξη, πήγαινε μακριά απ' αυτόν σαν κλέφτης. Μήπως δεν είχε κλέψει, φεύγοντας, τη χαρά του, την ευτυχία του; Η Λίζα ήταν ο μόνος σκοπός της ζωής του. Και η Λίζα είχε φύγει. Έγραφε πως θα ξαναγύριζε. Ποιος ξέρει. Καταλάβαινε τώρα πως ο δικός του χαρακτήρας ήταν αλλόκοτος. Κάθε τι που αγαπούσε, αντί να το κρατάει κοντά του, το 'διωχνε. Η οργή του, τα πικρά λόγια του είχαν διώξει τη Λίζα, είχαν διώξει την Άννα. Η μορφή της γυναίκας του παρουσιάστηκε έντονα μπροστά του. Ένιωθε πως την αγαπούσε ακόμα κι ας ήθελε να πιστεύει το αντίθετο. Νόμιζε την καρδιά του αδιάφορη κι όμως οι χτύποι της τον διέψευδαν. Τώρα η οδύνη του θα ήταν διπλή. Τα πλάσματα που ομόρφαιναν τη ζωή του, που τη φώτιζαν με τη λάμψη τους, είχαν πετάξει μακριά. Ένιωσε το λαιμό του να σφίγγεται από ένα κόμπο. Έξαφνα, μια σκέψη πέρασε απ' το μυαλό του. Αφού η Λίζα είχε γράψει στη μητέρα της πως πήγαινε να περάσει λίγες μέρες στο σπίτι της θείας της Μαρίας, σίγουρα η Άννα θα είχε κιόλας πάει εκεί. Νόμιζε πως άκουε την Άννα να λέει στην κόρη της: «Μα ναι, Λίζα μου, είναι πάντα ο ίδιος. Δεν αλλάζει. Αλλά δε φταίει, δε μπορεί να καταλάβει. Τον ανέχτηκα τόσα χρόνια, θυσιάστηκα γι' αυτόν, αλλά δε θέλω να θυσιαστείς κι εσύ κοντά του. Δε θέλω να ξαναγυρίσεις στο σπίτι του, θα μείνεις μαζί μου, για πάντα».
   Πέρασε μια μέρα γκρίζα, θλιμμένη, κι ας έλαμπε ο ήλιος. Απόμεινε νηστικός, ατημέλητος, βλέποντας απ' το παράθυρο της κάμαράς του τη θάλασσα όπου αγόρια και κορίτσια έπαιζαν. Κοίταζε αδιάφορα. Όλα τού ήταν ξένα, αφού η Λίζα του έλειπε. Πέρασε ώρες ατέλειωτες, μονότονες, σε μια πολυθρόνα, σχεδόν ακίνητος, βουβός σαν άγαλμα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να βασιλεύει όταν ο ταχυδρόμος έφερε ένα γράμμα. Ήταν για τη Λίζα απ' τη μητέρα της. Το άνοιξε μ' όλο που ένιωθε πως δεν έπρεπε να το παραβιάσει. Ήθελε όμως να μάθει. Αφού όμως σίγουρα η Άννα θα ήταν κι αυτή στη Χαλκίδα, μια και η Λίζα την είχε ειδοποιήσει, πώς της έγραφε; Μεσ' στην ταραχή του, άργησε να καταλάβει πως το γράμμα της Άννας ήταν σταλμένο από μέρες. Άναψε το φως και διάβασε:
   «Μου γράφεις πως σκέφτεσαι να φύγεις, επειδή ο πατέρας σου σε μαλώνει. Δεν πρέπει να κάνεις κάτι τέτοιο. Πρέπει να υπομείνεις τις παραξενιές του. Στο βάθος έχει δίκιο. Στο πρόσωπο το δικό σου βλέπει εμένα, υποφέρει, είμαι σίγουρη, για το χωρισμό μας. Αν του άνοιγες την αγκαλιά σου, αν του έλεγες δυο λόγια τρυφερά, θα τον έβλεπες να σε σφίγγει πάνω του και να κλαίει. Προσπάθησε να τον καταλάβεις, προσπάθησε να νιώσεις τον πόνο του, μη φύγεις ποτέ από κοντά του ό,τι κι αν συμβεί. Σκέψου πως η καρδιά του θα σπάσει και πως θα 'χεις τύψεις, όπως έχω κι εγώ, γιατί τον παράτησα πάνω σε μια στιγμή τρέλας.
   »Λίζα μου, δεν έχει άλλους από εμάς τις δυο. Σε ικετεύω, παιδί μου, να είσαι καλή μαζί του. Δείξε του αγάπη, τρυφερότητα, έχει τόση ανάγκη να τον αγαπούν. Δε θέλω να είσαι εσύ η αφορμή για να πονάει περισσότερο. Θέλω να είσαι η χαρά του, η ευτυχία του. Ξέρεις κάτι, Λίζα; Θα 'ρθω την Κυριακή με το τρένο να σε πάρω για λίγες μέρες μαζί μου. Μην του πεις τίποτε. Ίσως να μη θέλει να με δει ακόμα, μ' όλο που εγώ πολύ θα ήθελα να τον συναντήσω, γιατί πρέπει να ξέρεις πως, παρ' όλο τον επιπόλαιο χαρακτήρα μου, δεν έπαψα να τον αγαπώ, δεν έπαψε να είναι για μένα ο άντρας μου...»
   Απόμεινε, κρατώντας το γράμμα στα χέρια του σαν να μην πίστευε. Η Άννα τα έγραφε αυτά ή κάποια άλλη; Η Άννα μιλούσε για τύψεις, για πόνο, γι' αγάπη; Ήταν σαν ένας κόσμος να γκρεμιζόταν γύρω του και σαν ένας άλλος κόσμος να είχε γεννηθεί ξαφνικά. Ο Παύλος έβλεπε τώρα μπροστά του μιαν άλλη, άγνωστη Άννα, που ποτέ δεν την είχε υποπτευθεί. Μια Άννα καινούρια, που παρουσιαζόταν αναπάντεχα σαν να 'βγαινε μέσα από σύννεφα, γεμάτη οδύνη, το ίδιο έρημη και μόνη, όπως κι εκείνος. Έβλεπε κιόλας την Άννα να κατεβαίνει απ' το τρένο στο μικρό σταθμό, να γυρεύει με το βλέμμα τη Λίζα... Η Λίζα όμως ήταν αλλού. Άρα δεν ήξερε ακόμα πως η Λίζα είχε φύγει από κοντά του. Τότε, πήρε την απόφασή του: Θα πήγαινε αυτός στο σταθμό, θα συναντούσε την Άννα -μήπως δεν ήθελε κι αυτή;- θα της έλεγε πως η κόρη τους είχε πάει στη θεία της, τη Μαρία, και θα της πρότεινε, δειλά, πολύ δειλά, να μείνει μαζί του, έστω και για μια βραδιά. Η σκέψη αυτή τον ανακούφισε, τον γαλήνεψε.
   
   Πέρασαν τέσσερις ημέρες αγωνίας ώσπου να 'ρθει η Κυριακή. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο Παύλος φανταζότανε τον εαυτό του να υποδέχεται την Άννα, μόλις θα κατέβαινε απ' το τρένο, να την πλησιάζει δειλά, να της λέει πως η Λίζα ήταν στης θείας Μαρίας, έπειτα να την παρακαλεί να μείνει μαζί του, στο σπίτι τους, έστω και μια νύχτα. Η Άννα θα τον κοίταζε λίγο ντροπιασμένη στην αρχή, με πιότερο θάρρος ύστερα, θα τον μάλωνε για τον τσακωμό του με τη Λίζα, έπειτα θα τον έπιανε απ' το μπράτσο και θα πήγαιναν σιγά σιγά στο σπίτι τους. Εκεί θα μιλούσαν πολλή ώρα, θα ξαναθυμόντουσαν τα περασμένα, και στο τέλος, συγκινημένοι κι οι δυο, θα 'πεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έπειτα, η Άννα θα 'γραφε στη Λίζα να γυρίσει γρήγορα κοντά στον πατέρα της, όπως είχε γυρίσει κι εκείνη. Και οι τρεις πια θα ξανάρχιζαν μια άλλη ζωή...
   Τη νύχτα του Σαββάτου ο Παύλος δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Κοιμόταν και ξυπνούσε. Ήταν πάρα πολύ ανήσυχος. Η ανησυχία του μεγάλωσε πιο πολύ σαν είδε, κάποια στιγμή που είχε αποκοιμηθεί, την Άννα να τον καλεί σε βοήθεια, καταματωμένη, και τη Λίζα να στέκεται, απειλητική πάνω του και να του φωνάζει σπαρακτικά πως αυτός ήταν η αιτία που το τρένο είχε εκτροχιαστεί. Σαν ξύπνησε απ' το εφιαλτικό όνειρο, σαν είδε πως βρισκόταν στο κρεβάτι του, ανακουφίστηκε. Μόνο που ήταν ιδρωμένος απ' την αγωνία, αλλά συνήλθε γρήγορα. Από κείνη όμως τη στιγμή απόμεινε άγρυπνος, περιμένοντας το χάραμα.
   Σαν ξημέρωσε, έψησε έναν καφέ και κάπνισε δυο τσιγάρα. Ένιωθε τον εαυτό του πολύ εκνευρισμένο. Κάθε τόσο κοίταζε το ρολόι που δε βιαζόταν καθόλου να προχωρήσει. Οι αιώνες θα του φαίνονταν πιο σύντομοι. Βγήκε μια στιγμή κι αγόρασε μια εφημερίδα για να συμβουλευτεί το ωράριο των σιδηροδρόμων. Είδε πως δυο τρένα μονάχα περνούσαν απ' το μικρό σταθμό, το ένα στις εφτά το απόγευμα και το άλλο στις εννιά το βράδυ. Το πρώτο δε σταματούσε. Ήταν εξπρές. Είδε το ρολόι του: η ώρα μόλις ήταν τρεις. Η μισή μέρα είχε περάσει σε τόση αγωνία, που δεν την κατάλαβε. Ούτε κατάλαβε πως είχε μείνει νηστικός. Άνοιξε το ψυγείο, πήρε λίγο τυρί, ψωμί και φρούτα κι έφαγε για μεσημέρι. Οι μπουκιές κατέβαιναν μηχανικά. Η σκέψη του ήταν καρφωμένη, αμετακίνητη, στις εννιά.
   Έφτασε στο σταθμό μια ώρα πριν. Ο δροσερός βραδινός αέρας του 'κανε καλό. Ο Παύλος πρόσεξε πως δεν ήταν εκεί ψυχή. Το εξπρές είχε περάσει. Μόνο μισή ώρα πριν απ' τις εννιά ήρθαν μερικοί ταξιδιώτες με τις βαλίτσες τους. Και πέντε - έξι άλλοι που περίμεναν δικούς τους.
   Η σκέψη του τόσο απορροφημένη πώς θα πλησίαζε την Άννα και πώς θα της μιλούσε που δεν κατάλαβε πότε το τρένο μπήκε στο σταθμό. Την είδε να κατεβαίνει και να κατευθύνεται στην αίθουσα αναμονής. Φορούσε ένα μπλε ταγιέρ και του φάνηκε πιο αδύνατη, πιο ψηλή, αλλά πάντα όμορφη. Είχε μια χλωμή ομορφιά κι ένα ύφος σοβαρό που του έκανε εντύπωση. Νόμισε πως δεν ήταν η Άννα, αλλά μια άλλη, τόσο η έκφρασή της είχε αλλάξει. Θέλησε να τρέξει κοντά της, μα τα πόδια του λες κι ήταν καρφωμένα. Θέλησε να τη φωνάξει, αλλά τ' όνομά της πνίγηκε στο λαιμό του. Ωστόσο, με μεγάλη προσπάθεια, ο Παύλος προχώρησε ως την αίθουσα της αναμονής, μα δε μπήκε μέσα. Είδε την Άννα να κάθεται σ' έναν πάγκο, περιμένοντας καρτερικά τη Λίζα που δε φαινόταν. Δεν έδειχνε καμιά ανησυχία, μόνο μια θλίψη είχε χυθεί στο πρόσωπό της που είχε τώρα μια ασυνήθιστη γλύκα.
   Το τρένο δεν έμενε περισσότερο από εφτά λεπτά. Η Άννα έριξε μια ματιά στο ρολόι του σταθμού και βγήκε γρήγορα απ' την αίθουσα της αναμονής. Φαινόταν πιο ωχρή, πιο κουρασμένη. Ανέβηκε και πήγε στο διαμέρισμά της, στη θέση της. Κάθισε εκεί δίχως να κοιτάζει πουθενά. Έμοιαζε να βλέπει μπροστά της, να βλέπει ένα άγνωστο σημείο, ακατανόητο. Η μάζα του τρένου ξεκίνησε αργά, έπειτα πιο γρήγορα, και ο κρότος απ' τις ρόδες πάνω στις γραμμές έμοιαζε με σφυρί που χτυπούσε τα μηλίγγια του Παύλου. Στεκόταν, εκεί, ακίνητος, ενώ το τρένο είχε αρχίσει να χάνεται, μαύρη σκιά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Κι απόμεινε ακόμα εκεί, στην ίδια θέση, κι όταν τα φώτα του σταθμού έσβησαν και δεν έφεγγε πια παρά ένα λαμπιόνι, σαν τραγικό φάντασμα,  καρφωμένο, ασάλευτο, απ' τα νύχια της Μοίρας.
 
Πράτσικας Γιώργος
Περιοδικό «Νέα Πορεία»,
τεύχος 32 - 33, Οκτώβριος - Νοέμβριος 1957

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου