Με λένε Νικόλα· το παρανόμι μου είναι Βρίζας -Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια, τώρα σαραβαλιάστηκα σαν γέρικο άλογο, μα ήμουνα κι εγώ μια φορά νιος. Την καθημερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.
«Τι λεβέντης!» εθαύμαζαν οι γυναίκες που μ' έβλεπαν.
Μου έστελναν προξενιές από πολλά σπίτια και με το έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα εκείνη που ήθελε η καρδιά μου.
Τώρα εγέρασα· -έτσι θα ειπεί καθένας σαν ιδεί το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένια και το απρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ, δε γερνάνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάσει κανείς ό,τι αγαπάει, άμα θάψει στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλπιζε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχει ένα ακουμπιστήρι στον κόσμο... ναι, τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύει χαράμι.
Είπα πως έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ' από τ' άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ' απίθωσα κοντά στη μάνα τους την άμοιρη Γιαννούλα. Απ ώρα σ' ώρα, όταν απαντήσει ο Χάρος στο δρόμο του κι εμένα, θα με πάρει στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κανείς πώς ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είναι μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδες μπηγμένες στα μνήματα -σταυρός πουθενά. Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν κι εμένα φτωχό και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα εύρουν και μια κάσα να έχει δυο σκέλεθρα.
«Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα;» θα ρωτήσουν.
Ακούστε την ιστορία του.
Ήταν στα εβδομήντα το Δεκέμβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ' η καρδιά μου. Όση λύπη ετράβηξα για τ' άλλα όλα, ετράβηξα για κείνη μονάχα. Θα μου ειπείτε γιατί; Τα άλλα δεν ήσαν παιδιά σου; Δεν είναι όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια· όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είναι άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ, ναι. Εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα -πού να το ξέραμε!- είμαστε η αιτία να μη χαρεί τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας· εμείς την πεθάναμε από το 'να κι η τύχη της η κακή από τ' άλλο. Αν εμείς δεν εφερνόμαστ' έτσι, μπορεί και να ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα κι εγώ αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ' ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: Παππούλη! Παππούλη! Κι εγώ θα γλίτωνα από τις πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα και στο μνήμα. Αχ, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα. Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβησε σαν το κερί. Και τι; Ούτ' ένα παράπονο δεν έβγαλε από το στόμα του.
Πάσα ημέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε άνθρωποι φτιαγμένοι. Αν είναι να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πως όλοι θα το παινέψουν· αν το κάμει άλλος, θα το γυρίσουμε από 'δω, θα το παίξουμε από 'κει κι έπειτα θα ειπούμε: Δεν είναι καλό πράμα. Απάνω σ' αυτό κάτι θα σας ειπώ. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πως αν έπαιρν' άλλη θα έπαιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα και όλοι ενόμισα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτ' αγάπησε τον Αντώνη εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω κι εγώ. Μα τι εκέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου; Δάκρυα μονάχα. Επήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.
Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλικάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε όταν έπιασαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε γιατί δεν έκαναν τρέλες. Έβλεπε μια φορά την εβδομάδα ο ένας τον άλλον κι έμεναν ευχαριστημένοι. Όταν έφτασε τα δεκαφτά -κι ήτανε μια ομορφονιά!- την εγύρεψαν από καλά σπίτια μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο στρέμματ' αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο επάντρεψε την αδερφή του -μια είχε- και της τα έδωκεν όλα. Βλέπεις κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη γυναίκα μου εφέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε, τον λέγαμε χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα και όλο άδικα γιατί ήταν καλός, με τ' όνομα στο χωριό. Η κόρη όμως δεν έβγαζε μιλιά ούτε σηκωνότανε να φύγει από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό «αχ!» να βγαίνει από τα στήθη της.
«Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήσει», ελέγαμε οι κουτοί.
Να μη τα πολυλογώ είδα κι απόειδα έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνει με θέλημά μου. Το κορίτσι δεν επήγαινε καλά· εμαράθηκε το χειλάκι της. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, εβουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη της να πουντιάσει. Έπρεπε ν' αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το δώσω του Αντώνη. Μια ημέρα έκατσα κι εσκέφτηκα μοναχός μου: Τ' είν' ο κάβουρας τ' είν' το ζουμί του; Τ' είμ' εγώ τ' είν' το έχει μου; Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που ημπορούσε να το πουλήσει ο δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, εσήκωνα χρήματα για καλλιέργεια και κάθε τι για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά κι επούλαγα σταφίδα, επλέρωνα τον έμπορο· αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του οξωμάχου τέτοια είναι πάντα· ώσπου να πεθάνει δουλεύει για τους άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέσει. Εμείς οι φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα.
Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω. Το είπα της γυναίκας μου, της ξινοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε κι εκείνη το σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη εκάναμε τους αρραβώνες. Τα παιδιά επέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα χέρια τα δικά μου πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!
«Αν πάει καλά ο Άγουστος, τον Άη Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους», είπα.
Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλια της, να φτιάνει κανένα ρουχαλάκι.
Η χρονιά επήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα, τέλος, τα σπαρτά, τα μποστάνια, καλά πηγαίνανε. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν με τον καιρό.
«Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε;»
«Ναι, αν βαστάξει έτσι, καλά θα πάμε».
Και αυτά όλα για τη μαύρη τη σταφίδα!
Εγώ εσήκωνα χρήματα από το γέρο Γιάννη. Τώρα πέθανε, σαν με ξεπουπούλιασ' εμένα πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή· αλίμονο σ' εκείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα, άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν είχα πού να δανειστώ, εγύρεψα του γέρο Γιάννη. Μου έδωκ' εκατό δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατόν πενήντα. Τι να κάμω; Τις πήρα.
Όταν σηκώθηκ' από την αρρώστια, επήρα τη μισακή σταφίδα. Για καλλιέργεια εσήκωσα πάλι από το γέρο Γιάννη. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι κι εκάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές. Μαζί πηγαίνανε και μετρητά και ψώνια και ο ψήφος μου.
Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος, τρύγος -πόλεμος! Η εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει· πανηγύρι γένεται!
Εδώ είναι σημαδεμένο· άμα πέσει η σταφίδα στ' αλώνι αρχίζουν και τα σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι· όλοι στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.
«Να βαστάξει να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο... ο Θεός ας κάμει το θέλημά Του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι».
«Αχ, να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!... Παρακαλούμε άμα ρίξουμε και το δεύτερο».
Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να είχε λείψει.
Ωστόσο ο καιρός επήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη σωριάσαμε, την κάναμ' έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ' ώρα σ' ώρα περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρραβωνιασμένοι εμετρούσαν τις ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια με κοίταζαν.
«Ακόμα... μη βιαζόσαστε!» τους έλεγα.
Μια ημέρα που γύρισ' από το μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και μου σφυρίζει στ' αυτί.
«Ο γερο Γιάννης έστειλε να πάρει τη σταφίδα».
«Να πάρει τη σταφίδα! Πώς θα πάρει τη σταφίδα;...»
Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω στα πόδια, τον παρακαλώ να μ' αφήσει να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά του.
«Όχι», επιμένει. «Δε γένεται· θα την ρίξεις στην αποθήκη· θα την πουλήσω εγώ».
«Μα γέρο Γιάννη...»
«Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου· αν δεν την φέρεις, θα την κατασκέσω σήμερα».
Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη του τοκιστή. Μου φάνηκε πως πήγαινα στην ατιμία την κόρη μου.
Πέρασε ο Άη Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέμβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, μα δεν έλεγε να κάμει λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου.
«Δε θα κάνουμε γέρο Γιάννη λογαριασμό; Να μου δώκεις ό,τι μένει να πορέψω το σπίτι μου».
«Να σου δώκω ή να μου δώκεις!» φωνάζει αγριεμένος εκείνος. «Να μου δώκεις ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρεις γλήγορα γιατί θα σου πουλήσω την κούρνια!...»
Σπασμοί μ' έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!... Και τα δόλια τα παιδιά; Πάω στο σπίτι.
«Ε, τι έκαμες, πατέρα;»
«Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα, κι εσείς!»
Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου πούλησε το σπίτι μισοτιμής και μ' έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε δρόμους. Έπειτ' από τέτοια, ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε όρεξη δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.
«Δεν πειράζει, πατέρα», μου είπε. «Τον αφήνουμε για του χρόνου. Να δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα».
«Ήταν της μοίρας μας», είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.
Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. Άλλο ανάποδο πράμ' από τη σταφίδα δεν είναι· ολοχρονικίς δε θέλει να λείψει ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθεί ο καρπός από τ' αλώνι πάλι αρχίζει ο κλαδοκάθερος.
Εκείνη τη χρονιά επήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για εξακόσες δραχμές· ψώνια, θειάφες, ημεροδούλια, όλ' αποκεί. Εγώ, ο Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλο μέσα στη μισακή παλεύαμε. Ο Αλωνάρης ήρθε με βροχούλες. Το λέμ' εδώ: τον ποντισμένο τον καιρό, τον Αλωνάρη βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε καλά· έγιναν γουλές - γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος· έστρωσε ο καιρός· ο τρύγος άρχισε στα γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός -βλέπεις τον καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι- ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.
Μια ημέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι, μα είχε ακόμη ρόγα. Έν' αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν ενύχτωσε φάγαμε ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι· φτάνει να έχουμε να γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν σε μια άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπει κι η προεστή μου.
Όταν έπεσα να κοιμηθώ ήταν αστροφεγγιά. Μα την αυγή που σηκώθηκα μ' έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιασμένος ουρανός. Αλήθεια, το καλοκαίρι το νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχει στο ένα χτήμα και στ' άλλο όχι. Τι να κάνω; Τρέχω με τον Αντώνη να μαζέψουμε από το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Και ο ουρανός όσο πήγαινε κι εμαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ κι εκεί σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή εβούιζε σαν σφηκοφωλιά· φωνές, κακό, τρεχάματα σ' όλο τον κάμπο! Στους δρόμους καβαλάρηδες έφερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν με μιας από κάθε πανικό. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς και βαρυπλερωμένους ρουχισμούς που δεν έβγαιναν από τ' αρμάρια παρά σ' επίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνονται σαν κωλόπανα, στους δρόμους, να ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα εσώριαζαν ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στο άλλο μακινάριζαν· στο άλλο εφώναζαν μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες ετρέξαμε καταμεσίς στ' αλώνι χωρίς να ξέρουμε το γιατί.
«Πατέρα, στράφτει στο Στενό!» μου λέγει άξαφνα ο Αντώνης.
Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Τότε πάγωσα τέλεια. Και σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν πρώτα με ορμή κι έπειτ' άρχισε δαρτό το νερό. Εμείναμ' εδεκεί ξεροί· άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο χέρι, δεν εκάναμε τίποτα παρά εβλέπαμε το νερό που έβρεχε την άμοιρη σταφίδα. Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενού χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για μια στιγμή! Α, δε θέλεις άλλο χειρότερο! Να βλέπεις το αίμα της καρδιάς σου χάμου να χάνεται και να μην ημπορείς τίποτα να κάμεις. Σε ποιον να ξεσπάσεις; Τι να ειπείς; Με ποιον να τα βάλεις; Δεν έχεις να κάμεις άλλο παρά να δοξάσεις το Θεό!
Το νερό έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκαλο και ούτε το νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, εβρεχόνταν, έκλαιαν και κανένας δεν έλεγε να τα σηκώσει από κει. Τέσσερις ώρες εβάσταξε ο έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάν' από τ' αλώνια και τ' αυλάκια έπλεαν οι σταφίδες κι εμείς εβλέπαμε να τις παίρνει το ρέμα, να τις ρουφούν τ' αυλάκια, ακίνητοι σαν μαρμαρωμένοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι άλλοι ριχτήκαμε να τις κυνηγάμε σαν πεινασμένα σκυλιά τα ξεροκόμματα.
Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; Για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά; Άμα δε βγάλεις το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα μαζέψαμε, την πήρε ο δανειστής μας να την βγάλει ρακί.
Πέρασαν δυο - τρεις μήνες, τα παιδιά εμαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.
«Πατέρα, δος μου την Αννέτα κι όπως είναι της τύχης μου θα ζήσω· δε μπορώ πια τέτοια ζωή να την υποφέρω!»
Τι να ειπώ κι εγώ; Αποφάσισα μια βραδιά να κάνω το γάμο. Ακούς! Σαν χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα ούτ' έτσι ήταν γραφτό να τελειώσει. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό που την περόνιασε τον Άγουστο, εξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης αρρώστησε κι εκείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του γαμπρού του. Ερωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά πάντα. Ένα πρωί -ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθεί το παιδί- ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε υποψιάστηκε. Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι.
Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με σταυρωμένα χέρια:
«Μίλα μας, κυρά μου. Άνοιξε τα ματάκια σου να μας ιδείς», έλεγε η κακομοίρα η μάνα της.
Μιλιά εκείνη.
Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο τα παιδιά... Ε, τι τα θέλεις τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον επήρε και τον συγύρισε ο γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα ο γαμπρός τ' Αντώνη μου λέει:
«Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δεν ηθέλησε να τ' ανταμώσει. Δεν τα βάνουμε σ' ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα βάσανά τους;»
Έτσι εκάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι καλά μέσ' από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε.
Τ' άμοιρα! Ακόμα εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ' ανοίξει τον τάφο τους θα εύρει τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ να τα θάψει πάλι και να μη τα χωρίσει· οχι, ας μην τα χωρίσει!...
Καρκαβίτσας Ανδρέας
Παλιές αγάπες 1885-1897
Τυπογραφείο «Εστία», Αθήνα 1900
Βιβλιοθήκη Παν/μιου Κρήτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου