Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Ο ΚΑΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

   Α'
   Η Χρυσούλα κι η Χριστίνα ήτανε γειτονοπούλες και φιλενάδες, ή, όπως το 'λεγαν στη γλώσσα τους, κολέισσες (1). Εμεγάλωναν στο ίδιο καντούνι, το κατάστενο, όπου τα σπίτια τους κοιτάζουνταν αντικρυστά, παλιά φτωχά σπιτάκια μονόπατα, με κατώγι το καθένα και μ' ανώγι.
   Το κατώγι της Χριστίνας ήτανε χωρισμένο σε δυο, με λεπτό ξυλότοιχο, που δεν έφθανε ως το ταβάνι και που είχε μια στενή στενή πορτούλα χωρίς φύλλο, αλλά με κουρτίνα από διάνα πλουμιστή. Στο ένα μέρος, προς το δρόμο, εδούλευε ο πατέρας της, ο μαστρο - Δήμος με τον τόρνο του, κι έφτιανε κοπανέλια για τα κρητικά μέρλα (2), ωραία τελάρα για τα κεντίσματα, γουδοχέρια για τα πέτρινα γουδιά και δείχτες για τους πρωτόσκολους του Πούμπλικου (3). Το μικρό του αργαστήρι μύριζε πάντα κυπαρισσόξυλο, αλλά ο μαστρο - Δήμος εμύριζε πάντα κρασίλα. Έπινε πολύ κι εδούλευε λίγο... Τι να σού κάμει κι αυτός, γέρος άνθρωπος τώρα ο κακομοίρης, χήρος και χαροκαμένος, που από τόσα παιδιά δεν τού απόμεναν παρά το στερνογέννι του, η Χριστίνα, κι ένας γιος μεγαλύτερος, ο Νιόνιος ο προκομμένος, που έλειπε χρόνια στον Πύργο και τους είχε απαρνηθεί...
   Στο άλλο χώρισμα, στο βάθος, προς την αυλή, δούλευε η Χριστίνα. Είχε στημένο τον αργαλειό της εκεί κοντά στο μεγάλο παράθυρο, που σχεδόν το γέμιζε η θαμπή πρασινάδα μιανής συκιάς, κι έφαινε λογής - λογής  διασίδια  καλοδιάσιδα, κρουστά δίμιτα, αγανές μπόλιες και παρδαλά μπούρδινα. Στο πεζούλι του παραθυριού, συντροφιά στη δουλειά, είχε πάντα μια γάστρα βασιλικό και μια κασέλα με μπουγαρινιά, κι από πάνω κρεμασμένο ένα μεγάλο κλουβί με γαρδέλι, κι ένα μικρούτσικο κλουβάκι, τόσο δα, με τριζόνι (4). Τα καλοκαιριάτικα δειλινά, την ώρα που έπαυε τα ολημερνά κελαηδήματα το πουλί, η μπουγαρινιά στολιζότανε με λευκά αστράκια που μεθυστικά μοσχοβολούσαν, και το τριζόνι, χορτασμένο καρπουζόφλουδα, εκούρδιζε δειλά τα φτερά του, για ν' αρχίσει το μονότονο, τ' ολονύκτιο τραγούδι του. Μα του κάκου! Του κάκου! Η Χριστίνα ήταν άσχημη.
   Ένα μεγάλο, στρογγυλό μούτρο -ε, πάντα δροσερό, όπως να πεις, σαν δεκαεφτά χρονών κοπέλας, μα ψυχρό κι ανέκφραστο- κάτι μάτια γατίσια, ανοικτοπράσινα κι αγριωπά, ένας λαιμός χωμένος μεσ' στους ώμους, ένα κορμί κοντό κι άγαρμπο, ένα στήθος σαν πλάκα. Την κοίταζες και σού 'ρχόταν να γελάσεις· σ' εκοίταζε κι εκείνη και τη λυπόσουν κατάκαρδα. Ήτανε γερή, ακέρια, κι όμως σού έκαν' εντύπωση σακάτισσας. Λες κι είχε σακατευθεί, μέσ' στην κοιλιά της μάνας της, η ίδια ευμορφιά της. Λες κι ήταν για να βγει ωραία, κι από μια κακοτυχιά, την τελευταία στιγμή, βγήκε άσχημη. Η συχωρεμένη η μαστρο - Δήμαινα έλεγε πως την είχε «κακοπιάσει» η μαμμή. Κάτι παράξενο!
   Η Χρυσούλα όμως ήταν εύμορφη. Στο σπίτι της αυτή δεν είχε ούτε πουλιά, ούτε λουλούδια, ούτε αργαλειό -μα ήταν εύμορφη!... Έμοιαζε σαν αχτίδα του ήλιου, χωρίς να είναι ξανθή. Καστανά τα μαλλιά της κι άφθονα, και σγουρά σαν κυματάκια, και γυαλιστά. Τα μάτια της βαθιά, σχεδόν μαύρα, μεγάλα κι αστραφτερά. Αιωνίως γελαστό, το κοραλένιο στόμα έδειχνε κάτι δοντάκια μαργαριτάρια, κι ήταν το κρέας της κάτασπρο, όλο δροσιά και χυμός, σα ζυμωμένο με γιασεμιά και μπουγαρίνια. Τα μάγουλά της, γεμάτα λακκάκια, μόλις εκοκκίνιζαν ελαφρότατα, άτακτα· κι ήταν ψηλή, κι ήταν χοντρή και καλοδεμένη, γυναικάρα λαχταριστή, με κεφάλι παιδακίσιο. Δεκαπέντε χρονών, φαινότανε πολύ μεγαλύτερη κι από την κολέισσα Χριστίνα, που ήταν δεκαεφτά. Κι αυτή δεν εδούλευε. Ας ήταν καλά ο πατέρας της, ο κυρ - Λάμπρος ο μπακάλης, που 'χε το μαγαζί του στο κατώγι του σπιτιού του, κι επουλούσε απ' τα χαράματα ως τη νύχτα τα διάφορα σαλουμικά (5) -σαρδέλες και σαρδούνια σαν ασημένια, χρυσούς σκουράντζους (6), ρόδινους σολωμούς, χλωμούς σπάρους, χαβιάρια και τυριά ραριτές (7)- σβέλτος,  φωνακλάς και μπαρτζολετάντες (8). Η Χρυσούλα πότε καθότανε κι αυτή στο μπακάλικο, κοντά στη μάνα της τη Φιορέττα -μια βαρέλ' από σάρκες πρόστυχες σαν ταραμάς- για να τραβάει με τα γλυκά της μάτια μουστερήδες, πότε ανέβαινε απάνω να κάμει λίγη συντροφιά της αδελφής της τής μεγαλύτερης, της Έλενας, που κεντούσε τα προικιά της, και πότε έβγαινε στο δρόμο. Αυτό, φαίνεται, την ευχαριστούσε περισσότερο. Γιατί κοπέλα της ρούγας από φυσικό της ήταν η Χρυσούλα. Το καντούνι τους, εκεί κοντά στον Άμμο και στον Άγιο Διονύσιο, ήταν αυλακωμένο καταμεσίς από τον οχετό, τον απαίσιο γάτουλα, ξεσκέπαστο και, τον περισσότερο καιρό, όταν μάλιστα δεν έβρεχε, ξεχειλισμένο από ένα πρασινόμαυρο βούρκο. Έτσι ήταν εκεί οι απόκεντροι δρόμοι στα χρόνια τα παλιά. Κι η εύμορφη Χρυσούλα έμοιαζε σαν άνθος με παχύσαρκα και λαμπρόχρωμα φύλλα, που ξεφύτρωσε στον ήλιο μέσ' από κείνη την κοπριά. Λιγδιασμένη, ακατάστατη, ανάμαλλη, και ξετραχηλισμένη, πολλές φορές με την κάλτσα πεσμένη από αφροντισιά, ώστε που φαινότανε γυμνή και λίγη γάμπα -τριγύριζε, σουλατσάριζε απάνω - κάτω, στεκότανε στις πόρτες, φλυαρούσε με τις γειτόνισσες, επείραζε τους διαβάτες κι εγελούσε, αξέννοιαστη πάντα σαν το πουλί. Κάπου - κάπου ο πατέρας της τη θυμόταν -άμα προ πάντων άκουγε το γέλιο της, ένα γέλιο κρυστάλλινο, χαρά γεμάτο κι υγεία και καλοσύνη- κι εκεί που διαλαλούσε τις σαρδέλες του με λιγοθυμισμένα επιφωνήματα θαυμασμού: «Ω! Ω! Ω!»- τής έβγαζε άξαφνα μιαν άγρια φωνή:
   «Μωρήηη!...»
   «Έφτασα!» φώναζε η Χρυσούλα βιαστικά· αλλ' ώσπου να τελειώσει την κουβέντα της με τη γειτόνισσα, άρχιζε άλλη κι εξεχνούσε να γυρίσει στο μπακάλικο. Πάλι σε λίγο:
   «Μωρήηηη!...» 
   «Τώρα γιαμά (9), τώρα!»
   Καμιά φορά ο κυρ - Λάμπρος έχανε την υπομονή, έβγαινε στο δρόμο και την κυνηγούσε. Μα πάντα η Χρυσούλα τού ξέφευγε μέσ' απ' τα χέρια μ' ένα τσαχπίνικο τρέξιμο, κι ετρύπωνε πρώτη στο μαγαζί, κι εκρυβόταν οπίσω από τα πάχη της μάνας της.
   «Τζιριτζάντζουλες (10) μού κάνεις, μαγάρα (11)!» τής έλεγε ο κυρ - Λάμπρος σαν εγύριζε λαχανιασμένος, χαμογελώντας κι ο ίδιος. Ήταν αγαθός και ποτέ δεν εκτυπούσε τα παιδιά του. Ξεθύμαινε μόνο με φωνές. Ο μαστρο - Δήμος όμως, ο γερο - παράξενος, χειροτονούσε κάπου - κάπου τη Χριστίνα.
   Είναι περίεργο πώς δύο τόσο διαφορετικά κορίτσια, η Χρυσούλα κι η Χριστίνα, μπορούσε να είναι δεμένα με φιλία. Κολέισσες η άσχημη με την εύμορφη, η φρόνιμη με τη σουρουλού,  η ακαμάτρα με τη δουλεύτρα, η γεμάτη έννοιες με την αξέννοιαστη, η ρέμπελη με τη νοικοκυρούλα, η πάντα χαρούμενη με την πάντα λυπημένη!... Θα έλεγε κανείς ακόμη μια φορά πως τ' αντίθετα κάνουν την αρμονία· αλλά το πράγμα εξηγιέται κι απλούστερα. Έτσι συνήθισαν από μικρές. Είχαν την ίδια πάνω - κάτω ηλικία κι εμεγάλωσαν  στην ίδια γειτονιά. Από την πρώτη ώρα που γνώρισαν τον κόσμο -τη ρούγα τους με τα παλιά φτωχά σπιτάκια και με το γάτουλα στη μέση- ζούσαν κι έπαιζαν μαζί. Ως τα δώδεκα χρόνια της, έτσι αλευρογύριζε τη γειτονιά κι η Χριστίνα. Έπειτ' άρχισε να μασσουρίζει στη σβίγα τα γνέματα της μάνας της, που είχε τον αργαλειό, και στο τέλος, αφού πέθανε η μαστρο - Δήμαινα, κάθισε στον αργαλειό κι αυτή. Η Χρυσούλα έμεινε να τριγυρίζει μονάχη της· η φιλία τους όμως φιλία. Δυο και τρεις φορές την ημέρα, η Χρυσούλα έπαιρνε τη βόλτα της κι από το αργαστήρι της Χριστίνας, κι εστεκότανε δίπλα στον αργαλειό, ορθή πάντα, να βλέπει την κολέισσά της πώς πετούσε τη σαΐτα και πώς εδούλευε τα ποδαρικά. Το βράδυ, άμα έπαυε η δουλειά, τα έλεγαν μαζί, καθισμένες στο κατώφλι, πότε της μιανής πότε της άλλης, και την Κυριακή ή τη γιορτή, που έβαζαν τα καλά τους, κουβέντιαζαν από τ' αντικρυστά τους παράθυρα.
   Η Χριστίν' αγαπούσε τη Χρυσούλα γιατ' ήταν γλυκοαίματη, καλόβολη κι εύμορφη -μα την εζήλευε κιόλα γι' αυτά. Και με τα χρόνια, η αγάπη λιγόστευε κι η ζήλια  μεγάλωνε... Όσοι νέοι περνούσαν απ' το καντούνι την Κυριακή -νέοι απ' άλλες γειτονιές, που τριγύριζαν για κυνήγι- τη Χρυσούλα εκοίταζαν χασκισμένοι, που έλαμπε στο παραθύρι της. Κανένας ποτέ δεν εγύρισε να ιδεί και την άμοιρη Χριστίνα στο δικό της, όσο κι αν ήτανε στολισμένη... Κι αυτό, άμα ήλθε στην ηλικία που κατάλαβε καλύτερα τον κόσμο -τη ρούγα της πάλι με τα παλιά φτωχά σπιτάκια και με το γάτουλα, ναι, μα και με τη γαλάζια λουρίδα τ' ουρανού από πάνω, με τα πουλιά και με τ' αστέρια- αυτό την εφαρμάκωνε. Κι ήταν για τη Χριστίνα μια μαχαιριά στην καρδιά, κάθε που άκουγε τώρα καμιά γειτόνισσα να λέει με θαυμασμό για τη Χρυσούλα «όμορφο το μάγαρο!» -ενώ γι' αυτή καμιά ποτέ δεν είπε άλλο, παρά πως είναι «χρυσοχέρα»... Κι επερίμενε να τής το πουν; Μήπως δεν είχε μάτια κι αυτή; Δεν είχε κι έναν καθρέφτη μεγάλο, από πάνω απ' το κομμό, που τής έδειχνε όλο της το κορμί, κι έναν άλλο μικρό του χεριού, που τον εκολλούσε στα μούτρα της για να τής δείχνει κάθε απελπιστική λεπτομέρεια;...
   Μα όσ' ήταν η μυστική της λύπη για όλ' αυτά, άλλη τόση κι η μυστική της χαρά, όταν άκουε να κατηγορούν την εύμορφη φιλενάδα της. 
   «Κοτζα - κοπέλα τώρα», έλεγε η θεία Νικολέτα, η γειτόνισσα, «να ξημεροβραδιάζεται στσι ρούγες και στα παρεθύρια, και να χασκογελάει με τον ένανε και με τον άλλονε; Να ζέβει από τη βρώμα σαν σγαρίλιος του Άμμου, και να μην πηγαίνει απάνου μια στιγμή, να ράψει κάνε ένα κουμπί στη σκαμπαβία (12) τση, που καμία ώρα θα φανούνε και τα βυζία τση,  δε ντρέπεται;... Δε βλέπει την αδρεφή τση την Έλενα, την καλή κοπέλα, που δε λείπει το βελόνι από το χέρι τση;... Μα τον άγιο Διονύσιο, κι εγώ δεν ηξέρω πώς θα καταντήσει εφτούνη η κοπέλα».
   «Τση τα λέω κι εγώ», απαντούσε η Χριστίνα, «τση τα λέω, μα εφτούνη, γιε μου, δεν ακούει κανένανε».
   «Αγκαλά μου, τίνος αλλουνού θα μοιάσει παρά τση μάνας τση; Γιατί, να λέμε την αλήθεια και να μη ξεροκοκκινίζουμε... εδωπά που τα λέμε... η Φιορέττα η Λάμπραινα ποτέ τση δεν εστάθηκε νοικοκυρά... Δεν τη βλέπεις κατάντια που έχει; Βαριέται να κουνηθεί και δε δίνει φαρδίνι (13) τσακισμένο για τίποτσι... Ως και τη γιορτή ακόμα, που βάνει το πράσινο μεταξωτό και πηγαίνει στην εκκλησία -σού ορκίζουμαι, μάτια μου, γιατί την άκουσα στο γυναιτίκι (14) με τη μύτη μου- βρωμάει σαρδέλες. Ναι μα το άγιο Κορμάκι του Προστάτη μας!»
   «Eμέ θα μού πεις;» απαντούσε η Χριστίνα. «Μπα! Αν δεν είχανε κι εκείνη την Έλενα, θα ψωριάζανε ούλοι τους σαν το γάτο τους».
   «Ας είναι... όποιος έχει αλλού το νου του, δε μπορεί να τον έχει εκεί που χρειάζεται. Και το νου τση Φιορέττας, τώρα στα γεράματα, τση τον επήρε ο Γερόλυμος ο μακελάρης. Ψέματα;...»
   «Ε», απαντούσε η Χριστίνα. «Από πίσω από το δάχτυλό του δε μπορεί κανένας να κρυφτεί».
   Αυτό ήτανε βέβαιο. Ο Γερόλυμος ο μακελάρης ο μεσόκοπος, με το χοντρό και κατακόκκινο σβέρκο, είχε λιμπισθεί τα πάχη της μπακάλαινας, κι η πονόψυχη Φιορέττα ήταν τώρα η αγαπητικιά του. Πολλά αδιάκριτα μάτια τον είδαν να μπαίνει τη νύχτα στο κατώγι, στο παραμάγαζο... Το ήξεραν πια ως κι οι πέτρες της ρούγας, το ήξερε ακόμα κι ο κυρ Λάμπρος. Έλεγαν μάλιστα πως αυτή δεν ήταν η πρώτη πονοψυχιά της Φιορέττας του. Ο κυρ Λάμπρος όμως δεν ήταν από κείνους που σκοτώνουν ή που δέρνουν ή που διώχνουν. Φωνές μόνο ήξερε, κι από φωνές δεν ίδρωνε τ' αυτί της Φιορέττας του. Στο τέλος βαρέθηκε πια και να φωνάζει ο αγαθός άνθρωπος κι έκανε πως δε βλέπει. Ας τα να πάνε στο διάολο!...
   Κι αν ήθελε ακόμα, γι' αγάπη της φιλενάδας της, πώς μπορούσε η Χριστίνα να τ' αρνηθεί και να τ' αποσκεπάσει τα ολοφάνερα; Αλλά κι αυτός ο εξευτελισμός της μάνας, που ήταν εξευτελισμός της οικογένειας όλης και της Χρυσούλας της ίδιας, την ευχαριστούσε κατάβαθα. Εύμορφη ναι, όσο θες· μα μια που είχε τέτοια μάνα, ποίος θα την έπαιρνε; Αυτή όμως ήταν νοικοκυρά, δουλεύτρα κι από τίμιο σόι. Ποτέ της δεν ακούστηκε στο παραμικρό  η συχωρεμένη η μάνα της, και όσες τρέλες κι αν έκαμε ο αδελφός της ο Νιόνιος, πριν φύγει στον Πύργο -παιδιάστικα πράματα- όπως να πεις άντρας ήταν... Κάθε καλός νέος, σαν τον Τζώρτζη του Μενεγή, το μπαρμπέρη, μπορούσε να το 'χει τιμή του και καμάρι του, να την κάμει μια μέρα γυναίκα του, με τιμημένο στεφάνι και με την ευχή γονιών και Θεού. Η Χρυσούλα όμως... η εύμορφη... το πολύ - πολύ μπορούσε να την σπιτώσει κι αυτήν κανέν' αρχοντόπουλο για την ευμορφιά της... Και θυμόταν η Χριστίνα άλλες δυο κοπέλες από τη γειτονιά, την Αριέττα και την Πάτρα -εύμορφες κι αυτές, μα όχι σαν τη Χρυσούλα- που τώρα ζούσαν σ' άλλες γειτονιές, κι οι δυο σπιτωμένες, η μία από έναν αφέντη γέρο, παντρεμένο, με θηλυκά παιδιά της παντρειάς -δεν ντρέπεται!- η άλλη από ένα κοντόπουλο, ένα λεβέντη σαν το κρύο το νερό... Μα καμιά δεν εζήλευε η Χριστίνα· ούτε την Αριέττα που είχε τον πλούσιο γέρο, ούτε την Πάτρα που είχε τον εύμορφο νιο. Έτσι χωρίς στεφάνι; Καλύτερα να πάει στην τσίμα του πόρτου, και να πνιγεί...
   Μια μέρα, η θεία Νικολέτα, η καλή γειτόνισσα που πήγε να τής βοηθήσει στο διασίδι, τής είπε μες στ' άλλα:
   «Η κολέισσά σου γλήγορα, μού φαίνεται, θα πάρει τον κακό δρόμο, αν δεν τον επήρε κιόλας... Σού λέω, παιδί μου, για το καλό σου, να μην έχεις  πολλά νταραβέρια με δαύτηνε».
   «Και τι νταραβέρια έχω εγώ;» αποκρίθηκε η Χριστίνα. «Μπορώ γιαμά να τής κόψω και την καλημέρα, γειτόνισσες που είμαστ' εδώ πα, αναστημένες από τα μικρά μας χρόνι' αντάμα; Στο σπίτι τους έχω ν' ανεβώ από τον καιρό που πέθανε η μάνα μου... Πως έρχεται εδώ; Τι με τούτο; Ούτε τα μυστικά της μού λέει, ούτε έχω εγώ να τής πω... Καθένας για λόγου του, και ο Θεός για ούλους».
   «Έχεις δίκιο, δε σού λέω... μα τώρα - τώρα αρχίνησε να φιλιέται και στη ρούγα. Να, εψές το βράδυ, αργά, η μάνα τση την έστειλε να πάρει μέντα από το καπνοπουλειό του Κατζή (15), γιατ' είχε, λέει, κόψιμο».
   «Ναι, την είδα κι εγώ...»
   «Ε, μπράβο!... Εκεί το λοιπόν που γύριζε από του Κατζή, την εστρίμωξε στην καντουνάδα εκείνος ο πιλάτος, ο Τζώρτζης, ο γιος του Μενεγή, ο μπαρμπέρης καλέ...» 
   «Τόνε ξέρω, κυρά μου, τόνε ξέρω...»
   «Ναίσκε... την εστρίμωξε, που λες, και τση έδωκε ένα φιλί στο στόμα... σκαστό φιλί που τ' άκουσα εγώ με τ' αυτιά μου. Και γέλια εκείνη! Και «ψυχή μου» εκειός!... Τι άλλο δεν ηξέρω, γιατ' ήτανε σκοτάδι και δεν έβλεπα. Μα για το φιλί, παίρνω όρκο και στην Κάσα του Αγίου μας».
   Η Χριστίνα εσάστισε, κτύπησε τις παλάμες, εσήκωσε το κεφάλι κι άνοιξε το στόμα κάτι να πει· μα τη στιγμή εκείνη τής ήρθε κι εφταρνίστηκε.
   «Γεια σου κι αλήθεια λέω!» είπε η θεία Νικολέτα.
   Η Χριστίνα χαμογέλασε κι έπειτα πάλι βυθίστηκε στην απορία της. Μπα! Μπα!  Ακούς, καλέ;  Ίσια μ' εκεί λοιπόν έφτασε η κυράτσα Χρυσούλα; Κρίμα στην κοπέλα!... Κι όμως δυσκολευόταν να πιστέψει τέτοιο πράμα η Χριστίνα, γιατί τη φιλενάδα της την ήξερε άγρια. Λόγια και γέλια όσα θες, μα χειρονομίες όχι... Πολλές φορές οι διαβάτες κι οι γειτόνοι τής ρίχνουνταν στα σκοτεινά, και κάτι νέοι χαροκόποι ή γέροι κολασμένοι, που την έβλεπαν να τριγυρίζει στο βούρκο, την ενόμιζαν του χεριού τους και ξεθάρρευαν απάνω της. Μα πάντα η Χρυσούλα γινόταν σκυλί· «κάτου τα ξεράδια σου!» ξεφώνιζε, και δεν το 'χε για τίποτα το αγοροκόριτσο, να σηκώσει και πέτρα να σπάσει κεφάλι. Ψέματα λοιπόν έλεγε η θεία Νικολέτα;
   Όχι, η γειτόνισσα έλεγε την αλήθεια. Ο Τζώρτζης του Μενεγή, ο μπαρμπέρης, τής το πήρε το φιλί εκείνο το βράδυ. Και η Χρυσούλα δεν ηύρε δύναμη ν' αντισταθεί. Αντί να φωνάξει, εγέλασε -κι αντί να σηκώσει πέτρα, αγωνίσθηκε μόνο να λυτρωθεί από το σφίξιμό του και να τού φύγει, να κρυφτεί στο σπίτι της... Ε, μα δεν ήταν σαν τους άλλους ο Τζώρτζης! Λεβεντόπαιδο, παλικαράς ίσια μ' εκεί πάνου, χεροδύναμος, που μπορούσε να τη στύψει ολάκερη σαν λεμονόκουπα. Κι όταν άπλωνε απάνου της, τα χέρια του δεν έτρεμαν σαν των αλλονών, ούτε η φωνή του εγινόταν βραχνή κι αγνώριστη. Τίποτα το σκοτεινό και τίποτα το φοβισμένο. Άπλωνε γελαστός, με θάρρος και με αφέλεια, και με μια ωραία ορμή, σαν να ήθελε όχι να κλέψει, αλλά να πάρει κάτι δικό του. Κι η Χρυσούλα μπροστά σ' αυτό το δυνατό, έχανε κάθε της δύναμη.
   Η ιστορία του βραδινού φιλιού και γι' άλλο λόγο επλήγωσε κατάκαρδα τη Χριστίνα. Δεν το είχε πει καλά - καλά ούτε στον εαυτό της, μα για το Τζώρτζη τής πονούσε λιγάκι το δόντι. Γι' αυτόν τής κελαϊδούσε όλη - μέρα το γαρδέλι της, γι' αυτόν μοσχοβολούσε ο βασιλικός κι η μπουγαρινιά της· κι όταν έκανε όνειρα για το μέλλον, αχνόβλεπε μια Χριστίνα ήσυχη, φρόνιμη, ευτυχισμένη γυναικούλα του νέου μπαρμπέρη. Έτσι είναι πάντα τρελά της νιότης τα ονείρατα... Και τώρα να, η Χρυσούλα, η λιγδού κι η ακαμάτρα, τής τον έπαιρνε με την ευμορφιά της και την αδιαντροπιά...
   Ωστόσο, το αίσθημα αυτό της ζήλιας της απόκρυψης, ήταν το βαθύτερο κατακάθισμα της αληθινής φρίκης, που αισθανόταν, τώρα στην αρχή, σαν τίμια νοικοκυροπούλα, για το κατρακύλισμα της φιλενάδας της. Να στέκεται έτσι να τη φιλούν στο δρόμο οι άντρες;!... Και σαν ήχος μακρινής καμπάνας, αντηχούσαν στ' αυτιά της ξανά και ξανά, τα λόγια της γειτόνισσας: «Η Χρυσούλα θα πάρει τον κακό δρόμο, αν δεν τον επήρε κιόλας». Τον κακό δρόμο... μα και βέβαια που τον πήρε, μ' αυτά που άρχισε να κάνει, γιατί τι άλλο ήταν ο δρόμος ο κακός; Και από κείνη την ημέρα θεωρούσε τον εαυτό της πραγματικά και τελειωτικά χωρισμένο από την κολέισσα. Γιατί αυτή, η Χριστίνα, μόνο τον καλό δρόμο θ' ακολουθούσε, το δρόμο της δουλειάς και της τιμής, το δρόμο της μάνας της και του πατέρα της. Κι επειδή μια καθαρή μεταφορά δε μπορούσε να κρατηθεί στο ακαλλιέργητο μυαλό της χωρίς κάποιο υλικό αποκούμπι, τής άρεσε να φαντάζεται το Τρίστρατο που σχηματίζουνταν εκεί στην άκρη του καντουνιού τους: Ένας δρόμος, ο δικός τους· δεύτερος δρόμος, εκείνος που πήγαινε τον ανήφορο, μακρύς, προς τις απάνω γειτονιές, προς το λόφο και το βουνό· και τρίτος δρόμος, ο άλλος, που κατηφορούσε αντίθετα κι έβγαινε σύντομα στον Άμμο και στη θάλασσα.
   Έτσι ήταν: Με τη Χρυσούλα χειροπιασμένες, ετράβηξαν μαζί ως το τρίστρατο, ως την άκρη του καντουνιού τους. Ήταν τα πρώτα τους χρόνια, τα παιδικά, τ' αθώα και τ' ανήξερα. Μ' από 'κει και πέρα έλυναν τα χέρια, αποχαιρετιούνταν κι εχωρίζουνταν. Η Χρυσούλα έπαιρνε τον ένα δρόμο, τον εύκολο κατήφορο, που οδηγούσε στη θάλασσα και στον πνιγμό. Κι η Χριστίνα έπαιρνε τον άλλο, τον ανήφορο τον τραχύ και λαχανιασμένο, που οδηγούσε όμως στα ψηλά, στο λόφο με το ξωκκλήσι και με τα κόκκινα σπιτάκια, στο βουνό με τα πράσινα πλάγια, στον ουρανό... Έτσι ο δρόμος της ζωής τους, ο κοινός ως τα τώρα, εκεί στο τρίστρατο, στον κρίσιμο σταθμό της νιότης, χωριζότανε στα δυο: Αντίο, Χρυσούλα... -Έχε γεια, Χριστίνα...
 
Β'
   Το δρόμο τον κακό, που κατηφορούσε προς τ' ακρογιάλια του Άμμου, τον πήρε στ' αλήθεια, μια νύχτ' ανοιξιάτικη, η Χρυσούλα, στο μπράτσο του Τζώρτζη του αγαπημένου της.
   Ο μαστρο - Δήμος ο ίδιος, γυρίζοντας την ώρα εκείνη από τα «πραματευταρεία» της Πλατείας Ρούγας, όπου είχε πάει να δώσει διασίδι και να πάρει γνέματα της κόρης του, κι είχε παραργήσει γιατ' ήταν Σαββατόβραδο και οι πραματευτάδες είχαν σκοτούρες -απάντησε το ένοχο ζευγάρι στον έρημο δρόμο. Είδε τη Χρυσούλα, κι αν και κουκουλωμένη στο μαύρο μαντηλόνι της, την εγνώρισε. Κι όταν έφτασε στο σπίτι, φορτωμένος γνέματα και αγανάκτηση, η πρώτη του δουλειά ήταν να τα πει όλα της Χριστίνας.
   «Ούτε καλημέρα δε θέλω να 'χεις άλλο (16) μ' εφτούνη την πατσαβούρα!» την επρόσταξε.
   «Μπα, μπα, μπα, που θα καταδεχθώ εγώ να τής ματαπώ καλημέρα!» εδήλωσε, υπάκουη πάντα της, η Χριστίνα.
   Δεν εφάνηκε πως έδωσε μεγαλύτερη προσοχή στη διήγηση του πατέρα της -Πφ! Μόνο καταφρόνεση τής άξιζε της βρώμας!- κι αφού δειπνήσανε οι δυο τους με κολοκυθάκια και τηγανιστές μαρίδες, η Χριστίνα έπεσε στο κρεβάτι κι εκαμώθηκε την κοιμισμένη. Ύστερα όμως, μόλις άκουσε το γέρο να ροχαλίζει, σηκώθηκε κι επήγε στο παράθυρο, μπροστά στην κλεισμένη γρίλια. Εκεί είχε την υπομονή να καθίσει και να παραμονέψει ώρες ολόκληρες. Ήθελε να βεβαιωθεί αν εκείνη που είδε στον κακό δρόμο ο πατέρας της, στο μπράτσο του Τζώρτζη, ήταν η Χρυσούλα. Μα και ποια άλλη μπορούσε να ήταν;... Κι ήθελε ακόμα να ιδεί πώς και τι ώρα θα γύριζε στο σπίτι της η παραστρατισμένη... Την εκρατούσε άγρυπνη -και κακή- η ζήλια και η περιέργεια. Επέρασαν τα μεσάνυχτα, βγήκε κατακόκκινο το μισοφέγγαρο, το τριζόνι γαργαλισμένο δυνάμωσε το τραγούδι του... Στο δρόμο ψυχή, όλα κατάκλειστα και βαθυκοιμισμένα. Θα ξημέρωνε κιόλας, κι ακόμα να φανεί η Χρυσούλα. Μήπως δεν θα ξαναγύριζε καθόλου; Μήπως ο Τζώρτζης θα την κρατούσε για πάντα;... Μα όχι, δεν το πίστευε αυτό. Ο Τζώρτζης ήταν πολύ νέος ακόμα, είχε μάνα κι αδελφές. Δε θα 'κανε τέτοια μεγάλη τρέλα... Και θυμόταν η Χριστίνα: έτσι και την Αριέττα, πριν τη σπιτώσει εκείνος ο πλούσιος γέρος, την είχε πάρει μια νύχτα ένας φτωχός νέος, και την είχε γυρίσει στο σπίτι της κατά την αυγή... Μη δεν είχε βουΐξει η γειτονιά; Και η Χρυσούλα τώρα τα ίδια... Είχαν, βλέπεις, το καλό παράδειγμα... κι εκείνος κι εκείνη.
   Και να τους, τέλος πάντων! Γυρίζουν. Βουβοί, με φοβισμένα βήματα, σιγά - σιγά, περπατούν κι οι δυο τους σαν τους κλέφτες. Κανένας να μη τους ακούσει, κανένας να μη τους ιδεί. Πού να το ξέρουν πως η κλειστή γρίλια είχε άγρυπνα μάτια γι' αυτούς!... Η Χριστίνα τους βλέπει, ω, πώς τους βλέπει!... Τα μάτια της τα γατίσια θέλουν να σχίσουν το νυχτερινό μισοσκόταδο για να διακρίνουν κάθε λεπτομέρεια επάνω στις δυο εκείνες ανθρώπινες σκιές, για να διαβάσουν ως και τη ντροπή, γραμμένη, αν ήταν, στο πρόσωπο της Χρυσούλας... Μα το πρόσωπο αυτό είναι όλο σχεδόν σκεπασμένο με το μαύρο μαντηλόνι, και σκύφτει, ω πώς σκύφτει, σαν να ήθελε να κρυφτεί κι από τον Τζώρτζη τον ίδιο!... Να τους, έφθασαν... Μπροστά στην πόρτα της, η Χρυσούλα χώνει το κλειδί στην κλειδαρότρυπα, και αγάλια - αγάλια, χωρίς κρότο, το γυρίζει. Να, η πόρτα τώρα χάσκει... Το κεφάλι της βάνει στοίχημα η Χριστίνα, πως η φιλενάδα της την είχε λαδωμένη αποβραδίς σ' όλους της τους αρμούς, για να μην τρίξει ούτε όσο τρίζει η γάτα που χαίρεται. Κι ακόμη βάνει στοίχημα το κεφάλι της, πως ήταν συνεννοημένη με την αδελφή της, με την Έλενα -εκείνο το σιγαλό ποτάμι- να τής τραβήξει από μέσα τον καδινάτσο (17), που θα τον έβαλε βέβαια ο κυρ Λάμπρος -ο κακομοίρης- πριν πέσει να κοιμηθεί... Μπορεί και με τη μάνα της. Γιατί όχι; Τέτοια μάνα που είχε!... Άξιζε τώρα να βγάνει κι εκείνη το μακελάρη της, και να συναπαντηθούν εκεί στη μπασία, Χρυσούλα και Φιορέττα, Τζώρτζης και Γερόλυμος... χα, χα, χα!...
   Σε μια στιγμή μέσα, πέρασαν από το νου της Χριστίνας όλοι αυτοί οι στοχασμοί. Τόσο χρειάσθηκε κι η Χρυσούλα για ν' αγκαλιάσει τον Τζώρτζη της, να τού δώσει ένα βιαστικό και μουγγό φιλί, το τελευταίο, να γλιστρήσει στο σκοτεινό άνοιγμα και να κλείσει πίσω της την πόρτα. Τώρα η πόρτα λιγάκι ακούσθηκε. Ακούσθηκε κι ο καδινάτσος που ξαναμπήκε από μέσα. Ακούσθηκαν και τα βήματα του Τζώρτζη, που ξεκίνησε ξέθαρρα. Σα να έλεγαν με όλα κι οι δυο τους: Εμείς είμαστε. Τώρα δεν έχουμε ανάγκη...
   Τον πήρε λοιπόν τον κακό δρόμο εκείνη τη νύχτα η εύμορφη Χρυσούλα. Κι εβγήκε βέβαια στη θάλασσα. Μ' από κει πού; Σε σπίτι ή σ' ακρογιάλι; Αυτό η Χριστίνα δε μπορούσε να το ξέρει. Κάτι άλλοι όμως -κάτι παστρικοί, απονύχτεροι, που έβγαναν κοντραμπάντο καφέ και ζάχαρη, στο έρημο εξοχικό ακρογιάλι του Αγίου Χαραλάμπη, τους είδαν από εκεί να περνούν και να τραβούν ίσια κι άφοβα κατά την Εκκλησιά. Η Εκκλησιά έχει μια ευρύχωρη λόζα απάνω στη θάλασσα, με ωραία πλατιά πεζούλια, όπου μπορεί κανείς να καθίσει και να ξαπλωθεί, κι ένα μεγάλο σαρκοφάγο, ασβεστωμένο, στην άκρη. Είναι το ρομαντικό καταφύγι των εραστών, κι εκεί μέσα επήγαν να στήσουν την εφήμερη φωλιά τους, ο Τζώρτζης κι η Χρυσούλα. Δε φοβούνταν να τους έβλεπε κανείς, κι εκείνοι που τους είδαν πριν να πηγαίνουν, εμάντευαν βέβαια την παρανομία, μα κι αυτοί δεν ήταν λιγότερο παράνομοι... Το κύμα εφλοίσβιζε στα πόδια τους, η αύρα τούς έφερνε τα θαλάσσι' αρώματα, κι οι νέοι, ξαπλωμένοι στην ολόστρωτη πέτρα, εκεί στη γωνιά της λόζας, κοντά στον παλιό σαρκοφάγο, δίπλα στο θάνατο, εχαίρουνταν τη μεγάλη ζωή... Το πού δε μπορούσε βέβαια να το ξέρει η Χριστίνα. Αλλά τι με τούτο; Την ένοιαζε που η Χρυσούλα επήρε τον κακό δρόμο και περισσότερο που τον πήρε μαζί με τον Τζώρτζη. Τώρα πάει!... Ποιος το ξέρει πότε θα ξέμπλεκε από τα δίκτυα της και θα γλίτωνε από τα μάγια της το καλό παιδί!... Πόσοι νέοι δεν εχάθηκαν για πάντα, μια που μπλέξανε με τέτοιες...
   Εκείνη τη νύχτα η Χρυσούλα μπορεί να κοιμήθηκε. Η Χριστίνα όμως δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Τι παράξενο! Η Χρυσούλα έκαμε την αμαρτία, και η Χριστίνα κυλιόταν και ψηνότανε σαν αμαρτωλή στο παρθενικό κρεβάτι... Εσπάραξε η καρδιά της, μα πήρε την απόφασή της -και δεν έβλεπε την ώρα πότε να ξημερώσει ο Θεός την ημέρα.
   Κι εξημέρωσε Κυριακή. Το καμπαναριό του Αγίου εξέχυνε σ' όλη τη χώρα την αιθέρια συναυλία του, κι ο μαστρο - Δήμος πρωί - πρωί, αφού ψώνισε, έφυγε για την Εκκλησιά. Η Χριστίνα σηκώθηκε, λούστηκε, άλλαξε, κτενίσθηκε, έστειλε το κρέας στο φούρνο με το μικρό Νικόλα που τής έκανε τα θελήματα, κι ετοιμάσθηκε για την ευχάριστη κυριακάτικη αργία της φάντρας: λούσο, παράθυρο και πόρτα όλη την ημέρα, κουβέντα με τις γειτόνισσες, χαιρετούρες με τους γνώριμους διαβάτες, καμιά βιζιτούλα συγγενική, κανένα τραγουδάκι με την κιθάρα, και... ό,τι άλλο έστελνε ο Θεός. Έκανε, κι είχε πάντα το νου της στ' αντικρινά παραθύρια. Το ένα είχε ανοίξει από πολύ πρωί: ο κυρ Λάμπρος κι η Φιορέττα είχαν σηκωθεί κι αυτοί για την Εκκλησιά. Αλλά το άλλο, της κάμαρας των κοριτσιών, ξακολουθούσε να μένει κλειστό. Ο κυρ Λάμπρος εγύρισε κιόλας κι άνοιξε το μαγαζί του, η Φιορέττα με το πράσινο μεταξωτό που μύριζε σαρδέλα, ανέβηκε στο σπίτι να ξαλλάξει -μα το παράθυρο των κοριτσιών δεν άνοιγε ακόμα.
   «Πού τόνε βάνουνε, γιε μου, τόσον ύπνο εφτούνες οι κοπέλες!» συλλογιζόταν η Χριστίνα ανυπόμονη. «Αγκαλά, ύστερ' από τ' αποψινά... η Χρυσούλα με το δίκιο της... βέβαια!...»
   Αργά, περασμένες οι οκτώ, το παράθυρο τέλος πάντων άνοιξε. Κι εφάνηκε μια στιγμή η Έλενα, χλωμή, πρασινωπή, ασπροφόρα, ξεστήθιαστη, με τα μάτια πρησμένα, με τα ολόμαυρα μαλλιά της στα χαρτιά.
   «Καλημέρα, Χριστίνα μου!» 
   «Καλημέρα», αποκρίθηκε σοβαρά - σοβαρά η Χριστίνα.
   «Κάτι ανόρεχτη σήμερα;»
  «Ε, έτσι κι έτσι... Μα με τα πράματα που βλέπει κι ακούει κανένας... και νύχτα και μέρα... μπορεί να έχει όρεξη;»
  «Μη σε βαργόμησε ο γέρος;» ρώτησε σιγά - σιγά η Έλενα, ανύποπτη όλως διόλου.
   «Όχι!» έγνεψε η Χριστίνα. 
   «Ας είναι, μού τα λες ύστερα... τώρα πάω να συγυριστώ... γιατ' είναι και αργά».
   Άκουσε, φαίνεται, την ομιλία από μέσα η Χρυσούλα, κι επετάχτηκε.
   «Καλημέρα! Καλημέρα, αγάπη μου!» εφώναξε στη φιλενάδα της, γελαστή και πρόσχαρη όπως πάντα.
   Η Έλενα είχε τραβηχθεί.
   «Καλά σου ξυπνητούρια!» αποκρίθηκε η Χριστίνα αγέλαστη, μ' ένα ύφος σαν να την έβριζε.
   Κι εκοίταζε τη Χρυσούλα κατάμματα με κακία και με περιέργεια.
   Ήταν όπως είχε σηκωθεί απ' το κρεβάτι. Το άσπρο νυχτικό της άφηνε γυμνό τον αφράτο λαιμό και τα χοντρά μπράτσα ως τους αγκώνες. Άτακτα ήταν σαν αφάνες τα σγουρά μαλλιά της, και σαν σβησμένα φαίνουνταν τα συμπαθητικά κοκκινάδια του προσώπου της. Τα μάτια της εμαύριζαν ελαφρά στα κάτω βλέφαρα, και τα μαυράδια εκείνα, σαν καμωμένα επίτηδες με το πινέλο, μεγάλωναν ακόμη τη λάμψη τους. Όλα της ήταν εύμορφα, μα ο λαιμός της ευμορφότερος απ' όλα.
   «Αλήθεια», έκαμε μ' ένα μορφασμό που τής εζάρωνε χαριτωμένα τη μυτούλα, «άργησα σήμερα να ξυπνήσω...»
   «Μα με το δίκιο σου», αποκρίθηκε αυθάδικα η Χριστίνα, «τέτοια ώρα που έπεσες εψές το βράδυ...»
   «Α, μπα! Όχι να σε χαρώ... την ίδια ώρα που πέφτω πάντα».
   «Μωρέ τι μού λες!» έκαμε η Χριστίνα, κατεβάζοντας τα μάτια μ' ένα χαμόγελο περιπαιχτικό.
   Η Χρυσούλα ξαφνιάστηκε λιγάκι... Καθώς στεκόταν από μέσ' από το παράθυρο, εδάγκασε με τα κάτασπρα δόντια το κοραλένιο χείλι, εσούφρωσε το μέτωπο μ' απορία κι έκλινε το κεφάλι μπροστά, σα να ήθελε ν' ακούσει καλύτερα. «Τι;»
   Μα η Χριστίνα δεν έλεγε τίποτα. Εξακολουθούσε να κατωβλέπει, με τα μούτρα ξινισμένα. Τι άσχημη που ήταν εκείνη τη στιγμή!
   «Μα δε μού πιστεύεις;» τη ρώτησε σε λίγο η Χρυσούλα.
   «Πώς; Αφού μού το λες!» είπε με το ίδιο ύφος η Χριστίνα. «Σού πιστεύω... βέβαια... εψές το βράδυ κοιμήθηκες με τσι κότες...»
   «Ούτε με τσι κότες, ούτε με τσι κοκόρους», είπε με κάποια συγκίνηση η Χρυσούλα. «Την ίδια ώρα, κυρά μου, που κοιμάμαι πάντα». 
   «Ναι... ναι... να σε χαρώ!»
   Μα έξαφνα η Χριστίνα άλλαξε ύφος:
   «Α θες λοιπόν να ξέρεις, να στο πω εγώ: εψές το βράδυ εκοιμήθηκες με τσι κοκόρους... παναπεί την ώρα που κράζανε οι κοκόροι!...»
   Μπήκαν ψύλλοι στ' αυτάκια της Χρυσούλας, μα επάσχισε να γελάσει, σαν να μην ήξερε τι τής λένε.
   «Ας τα τώρα τα γέλια, Χρυσούλα», έκαμε η Χριστίνα θυμωμένη, «κι άκου τι σού λέω».
   Κι ετραβήχθηκε πάρα μέσα, ώστε τα λόγια της, κτυπητά, φυτευτά, μα σχεδόν ψιθυριστά, να πηγαίνουν ίσια στη Χρυσούλα, χωρίς ν' ακούει άλλος κανείς. Ούτε καν η Έλενα που συγυριζότανε στην ίδια κάμαρα. Έπειτα το καντούνι ήταν στενό, και τ' αντικριστά παράθυρα δεν απείχαν πολύ.
   «Τα ξέρω ούλα... Απόψε ήσουνα με... μ' εκείνον που ξέρεις. Σε πήρε από εδώ τη νύχτα, εκεί κοντά στις έντεκα, και σ' εγύρισε πάλι τρεις ώρες πριν να ξημερώσει... Ένας άνθρωπος σάς είδε στη ρούγα που κατηφορίζατε, και μού το είπε... Κι εγώ σάς εφύλαξα, και σάς είδα με τα μάτια μου, από μέσα από τη γρίλια, την ώρα που γυρίσατε...»
   Η Χρυσούλα άλλαζε χρώματα, κι εδάγκανε τα κρινοδάκτυλά της, κι έκλεινε τα μάτια της, κι έγνεφε μ' απελπισιά της Χριστίνας,  να πάψει, να σωπάσει, αμάν για το Θεό, να μην ακούσει κανείς... Μα η Χριστίνα αμείλικτη, ακράτητη και βιαστική, ξακολουθούσε:
   «Δεν είναι τίμια πράματα εφτούνα, Χρυσούλα! Μία κοπέλα που ξεπορτίζει τη νύχτα με άντρες, δεν μπορεί να λογαριάζεται στην κοινωνία. Από σήμερα και στο εξής, δε θέλω ούτε τη φιλία σου, ούτε την καλημέρα σου. Σου μιλώ για υστερνή φορά και στο λέω για να το ξέρεις».
   Άλλαξε ύφος κι η Χρυσούλα, μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια. Σήκωσε το κεφάλι με αυθάδεια, πρόβαλε το στήθος με αναίδεια, κι εστήριξε τους γρόθους στα γοφιά της. Κι εφώναξε, όσο μπορούσε στο θυμό της σιγότερα:
   «Για να σού πω, κυρά μου! Να μού κάμεις τη χάρη!... Και ποίος σ' έβαλε του λόγου σου κριτή σε ό,τι κάνω εγώ; Μη σώσεις και μού ματαπείς άλλη βολά καλημέρα! Δε με νοιάζει ούτε για τη φιλία σου, ούτε για την έχτρα σου. Εγώ δεν έχω ανάγκη κανένανε, και να μού κάμεις τη χάρη να με αφήνεις ήσυχη, και να κοιτάς τον αργαλειό σου και τσι μπομπές του αδρεφού σου!»
   «Ό,τι έκαμε ο αδρεφός μου, είναι άντρας!» αποκρίθηκε ξεφρενιασμένη πια η Χριστίνα. «Και δεν είσαι άξια να έχεις τ' όνομά του στο στόμα σου, εσύ, μωρή, που εψές το βράδυ ο Τζώρτζης...»
   «Όρσε!» τής έστειλε ένα φάσκελο η Χρυσούλα, και τής εβρόντησε κατάμουτρα το παράθυρο.
   «Άτιμη!» την έφτυσε η Χριστίνα, κι έκλεισε κι εκείνη το δικό της. 
 
   Όλη την ημέρα η Χριστίνα ήταν ανόρεχτη, κατσουφιασμένη, πολυσυλλογισμένη και χλωμή. Δε μπόρεσε να φάει το μεσημέρι, δεν τής πήγε ύπνος το απομεσήμερο, μόλις και μετά βίας κατόρθωσε να συγυρισθεί το δειλινό γιορτινά, για να προβάλει κι αυτή στο παρεθύρι. Έβραζε από μέσα της και την εκυρίευαν το 'να πίσω στ' άλλο, τα πιο αντίμαχα αισθήματα. Μια μετανοούσε γιατί τα χάλασε τόσο άσχημα και βιαστικά με τη φιλενάδα της, και μια μετανοούσε γιατί δεν την έβρισε χειρότερα να ξεθυμάνει... Πότε τής ερχότανε να πάει να τη βρει, να τής γυρέψει συμπάθιο και να τη φιλήσει, και πότε τής ερχότανε να ξεφωνίσει την ατιμία της από το παράθυρο, να τη διαλαλήσει σ' όλο τον κόσμο, να εκδικηθεί με το σκληρότερο τρόπο... Πρέπει να ήταν, αλήθεια, πολύ δυνατή η πρωτινή αγάπη της για την εύμορφη κοπέλα, ώστε ν' αντέχει ακόμα ένα λείψανο, ένα ίχνος της, μέσα στη θάλασσα του μίσους, που την πλημμυρούσε, και να την βασανίζει. Μα κι αυτό το συντρίμμι καταποντίσθηκε τέλος στα κατάβαθα, και δεν έμεινε παρά το μίσος, που τής το μεγάλωνε ολοένα η προκλητική, η περιφρονητική συμπεριφορά της Χρυσούλας. Παλιοκόριτσο, αλήθεια, μάγκας του διαόλου και σγαρίλιος του Άμμου με φουστάνια, που 'κανε την κακή χωρίς να είναι. Εκείνο το πρώτο φάσκελο το πρωινό, έλαβε στο διάστημα της ημέρας όλων των ειδών τις συνέχειες. Από το δρόμο, από το μαγαζί, από το παράθυρο, μόλις αντίκριζε τη Χριστίνα, την εφασκέλωνε. Κρυφά και φανερά, γιατί δεν την ένοιαζε για τίποτα, κι είχε μιαν αψηφισιά η αδιάντροπη, που δε λέγεται... Κάποτε στεκότανε παράμερα στο παράθυρο, από μέσα, στην άκρη, και χωρίς να φαίνεται αυτή, έβγαζε μόνο το χέρι της. Κι άξαφνα, εκεί που περνούσε βιαστική ή επρόβαινε ανύποπτη η Χριστίνα, αντίκριζε έν' ασώματο χέρι να φασκελώνει. Αυτό την ελυσσούσε, την εδαιμόνιζε. Μα τι να κάμει; Να φασκελώσει κι αυτή; Δεν ήταν, έλεγε, της «αναθροφής» της. Κι εκαμωνότανε πια πως δεν βλέπει...
   Η αλήθεια είναι πως πολλά μπορούσε να κάμει. Μα την εσάστισε, την ξαρμάτωσε και την ενίκησε η αφάνταστη αψηφισιά της Χρυσούλας. Στην περίσταση αποκαλύφθηκε ό,τι ήταν· και φαίνεται να ήταν κάτι δυνατό και τρομερό το βρωμοθήλυκο εκείνο, το αναίσθητο, που μπροστά του η αδύνατη Χριστίνα γονάτιζε. Κι όσο ζάρωνε αυτή, κι εχλώμιαζε, κι εκιτρίνιζε, λες και μίκραινε από το κακό της, λες κι ήθελε να κρυφθεί από το φόβο της -τόσο μεγάλωνε η άλλη, κι εθέριευε, κι απλωνόταν, σωστή λαμάσσα, ασίκισσα, γυναικάρα δεκάξη χρονών με παιδιάτικο κεφάλι. Καρφί δεν τής καιγότανε! Όπως κάθε Κυριακή, και σήμερα καλοντύθηκε, στολίσθηκε, έβαλε χάνδρες στο λαιμό και κόκκινη κορδέλα στο κεφάλι. Κι επρόβαινε στο παράθυρο όσο μπορούσε πιο μπροστά, για να φαίνεται όλη, και κουβέντιαζε με τις παραπέρα γειτόνισσες δυνατά -είχε μια φωνή κρυσταλλένια- και κατέβαινε στο δρόμο για να ιδούν και τα καινούργια κίτρινα μποτίνια της με τα κουμπιά ως απάνω, κι εγύριζε από πόρτα σε πόρτα με το κοντό ρόδινο φουστάνι της, κι έριχνε πόντους για την κακία και την περιέργεια του «κόσμου», κι επείραζε σαν πάντα τους διαβάτες που λιγώνουνταν μπροστά στα κάλλη της, και πάλι γελούσε το γέλιο της το γεμάτο χαρά και υγεία και καλοσύνη, κι ανέβαινε στο σπίτι κι εχανότανε, για ν' ακουσθεί σε λίγο από μέσα το τσαχπίνικο τραγούδι της που το ακομπανιάριζε με την κιθάρα η Έλενα:
Και κάμε τόνε, Δέσποινα, εδώθες να περάσει
να στρίψει το μουστάκι του και να χαμογελάσει... 
   Καρφί δεν τής καιγότανε, αλήθεια. Δεν ήξερε τάχα το τι είχε κάμει εκείνη τη νύχτα, ή μην εβίαζε τώρα τον εαυτό της να κάνει παραπανιστά, για να «σκάει», να πεισματώνει τη Χριστίνα; Πρέπει να ήταν και τα δυο, μα πολύ περισσότερο το πρώτο. Για να πάψει τα τραγούδια και τα γέλια η Χρυσούλα και ν' αρχινήσει τα κλάματα, έπρεπε να χαλάσει πρώτα ο κόσμος.
   «Ιδές τηνε», συλλογίσθηκε μια στιγμή η Χριστίνα. «Ιδές τηνε! Λες και είναι η πιο ευτυχισμένη κοπέλα της γειτονιάς!»
   Και γι' αυτό απορούσε πολύ η Χριστίνα. Εκείνη, έλεγε, στη θέση της Χρυσούλας, θα κρυβότανε στα τάρταρα και στα καταχθόνια. Η άλλη δεν ήξερε πώς να φανεί και ν' ακουσθεί περισσότερο! Αλήθεια, όποιος την έβλεπε σήμερα, θα έλεγε πως είναι η πιο ευτυχισμένη κοπέλα της γειτονιάς. Όπως, αν έβλεπε και τη Χριστίνα, θα έλεγε πως είναι η πιο δυστυχισμένη... Αγέλαστη, αμίλητη, άσχημη, σαν απομονωμένη με το βουβό της μίσος, και σαν παραπεταμένη στην κυριακάτικη χαρά της γειτονιάς, αυτή την εντύπωση έκανε και στον ίδιο τον εαυτό της. Κι άρχισε να το συλλογίζεται και να το βρίσκει πολύ - πολύ παράξενο, πώς, αφού η άλλη έκαμε την αμαρτία, αυτή υπόφερνε και δυστυχούσε, σαν τη χειρότερη αμαρτωλή...
   Κι ο γοργός αυτός στοχασμός, που τον εξέχασε κιόλας σε λίγο, ήταν μολοντούτο η πρώτη - πρώτη αστραπή του νου, χλωμή ακόμα σαν ημέρας, που τής έδειχνε τη Μοίρα της.
   Μυστικό κάποιο νήμα την κρατούσε δεμένη αιώνια με τη Χρυσούλα. Ας την αποχαιρέτισε στο τρίστρατο, ας τής έκοψε και την καλημέρα· μόνο το μυστικό νήμα της Μοίρας δεν μπορούσε να κόψει. Κι έτσι θα ήταν πάντα: Όσο θα προχωρούσε στην αμαρτία η Χρυσούλα, τόσο θα μεγάλωνε -αμείλικτη Μοίρα!- και της Χριστίνας η δυστυχία...
 
Γ'
   Πέρασαν δυο - τρία χρόνια. Σ' αυτό το διάστημα, είχε παντρευθεί η Έλενα μ' ένα ράφτη που έπαιζε και βιολί στην ορχήστρα του θεάτρου -πάντ' από ντόπιους μουσικούς- κι ο αγαθός εκείνος κυρ Λάμπρος είχε πεθάνει από μιαν αγαθή αρρώστια σαν κι αυτόν, που τον επήρε σε τρεις μέρες χωρίς πολλά βάσανα. Τώρα το μπακάλικο το διατηρούσε η χήρα Φιορέττα, κι είχε για δεξί της χέρι το Γιάννη, τον παλιόν υπηρέτη, ένα ξανθό άνοστο παιδί, με άχρωμα μάτια και με άσπρο σχεδόν απ' την ξανθάδα μουστακάκι, που τού έτρεχαν τα σάλια όταν έβλεπε τη Χρυσούλα και που έτρωγε απ' αυτήν, πότε στ' αστεία και πότε στα σοβαρά, κατραπακιές αλύπητες. Η Χρυσούλα ήταν τώρα δεκαεννιά χρονών κοπελάρα, εύμορφη όπως την ξέρουμε κι ακόμη ευμορφότερη, με κάτι ώριμα στήθια που θρασομανούσαν, με κάτι μπράτσα σαν Κουταλιανού, με παιδακίσιο μουτράκι, λαμπρό σαν ήλιος, με μακριά φουστάνια, λιγδωμένα αιωνίως και ξεχαρβαλωμένα, και, καθώς έλεγαν οι καλές ακόμα γλώσσες, με δυο - τρεις αγαπητικούς.
   Στο αντικρινό σπιτάκι καμιά σπουδαία αλλαγή. Ο μαστρο - Δήμος ξακολουθούσε να πίνει γενναία και να τορνεύει τα κοπανέλια του· η Χριστίνα, σκοτεινή πάντα και λυπημένη -η Χρυσούλα φορούσε τα μαύρα, κι αυτή λες κι είχε το πένθος- να φαίνει τα μπούρδινά της· κι ο Νιόνιος να λείπει πάντα στον Πύργο, όπου εμάθαιναν  πως «πάει καλά», αλλά χωρίς να θυμάται ούτε πατέρα ούτε αδελφή. Κι η συκιά στην αυλή, η ίδια, ξακολουθούσε να σκεπάζει με τους βαρείς της ίσκιους τη φάντρα· και το γαρδέλι, το ίδιο, να κελαηδεί στο μεγάλο κλουβί· και το τριζόνι, καινούργιο κάθε καλοκαίρι, να τρίζει στο κλουβάκι· κι η έχθρα για τη Χρυσούλα να βόσκει στην καρδιά της Χριστίνας βουβή. Εκράτησε το λόγο της η χλωμή πεισματάρα. Από την ημέρα εκείνη, δεν τής ξανάπε ποτέ πια ούτε καλημέρα. Ακόμα και στη θανή του πατέρα της, δεν εμαλάκωσε για να πάει να συγκλάψει. Μα και πώς να πήγαινε;... Ο μαστρο - Δήμος με κανένα τρόπο δεν θα τής έδινε την άδεια. «Με τέτοιες βρώμες δε θέλω σχέσες!» τής έλεγε και τής ξανάλεγε. Δεν ήταν, βλέπεις, τα καμώματά τους τουλάχιστον αποσκεπασμένα. Μάνα και κόρη είχαν χάσει πια κάθε υπόληψη στη γειτονιά. Καμιά καλή οικογένεια δεν τις συναναστρέφουνταν, καμιά τίμια γυναίκα δεν πατούσε στο σπίτι τους· μόνο μερικές παστρικές σαν και δαύτες και κάτι άλλες, πολύ αγαθές και καταδεκτικές, που δεν είχαν κορίτσια για να φοβηθούν...
   Κι η Χριστίνα έκανε πως δεν την νοιάζει ούτε τρίχα αν ζουν ή αν πεθαίνουν οι αντικρινές. Κρυφά όμως, οπίσω από τη μισόκλειστη γρίλια της, δεν έπαυε να παραμονεύει τη Χρυσούλα, με μάτια που τα κρατούσε «πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα» η έχθρα κι η ζήλεια. Ήξερε ποιος έβγαινε και ποιος έμπαινε στο σπίτι της Λάμπραινας -με ποιον μιλούσε καλόκαρδα στο δρόμο και με ποιον αγρίευε η Χρυσούλα- ποιος διαδέχθηκε στην καρδιά της το Τζώρτζη και ποιος πάλι διαδέχθηκε το δεύτερο αγαπητικό -ποιον δεχότανε τη νύχτα στην κάμαρά της και ποιον ακολουθούσε στο δρόμο που έβγαινε στα έρημ' ακρογιάλια. Εξεψάχνιζε όλα της Χρυσούλας τα μυστικά κι ήξερε τη ζωή της, βήμα προς βήμα, καλύτερα κι από την ίδια. Και κάθε τόσο έλεγε του γέρου του πατέρα της, με μια λύπη στο πρόσωπο, λες και την είχε πλακώσει η μεγαλύτερη συφορά:
   «Κι εφτούνη η Χρυσούλα!... Ανυπόφερτη είναι!... Μα δεν κάνει και κατά Θεού, η βλοημένη!... Κρίμα στην κοπέλα!...»
   «Και τι σε γνοιάζει εσένανε;» απαντούσε ο γέρος. «Δεν αφήνεις τον κόσμο να κάνει ό,τι θέλει; Ψείρα που δε σε τρώει, άστηνε κι ας βόσκει!»
   Πολλές φορές η Χριστίνα απορούσε μέσα της κι η ίδια, γιατί αλήθεια να τη νοιάζει τόσο, μια που είχε κόψει κάθε σχέση με την παραστρατισμένη... Κι αποφάσιζε να μην τη νοιάσει πια «ούτε για τίποτσι». Μα εκεί που το 'λεγε ίσια - ίσια, άκουγε άξαφνα τη φωνή της Χρυσούλας πνιγμένη, άκουγε αποκάτω κι έν' ανδρίκιο ψίθυρο, και πεταγόταν απ' το κρεβάτι κι έτρεχε στο παράθυρο κρυφά, να ιδεί με ποιον κουβεντιάζει πάλι η «βρωμούσα»... 
   Την ίδια εποχή έφθασε απ' το Μοριά κι ο άνθρωπος εκείνος που ήταν προορισμένος να δώσει την περισσότερη τροφή στη νοσηρή περιέργεια της Χριστίνας, δίνοντας και το τελειωτικό κτύπημα στην ετοιμοθάνατη της Χρυσούλας υπόληψη. Τον έλεγαν Αλεξόπουλο κι ήταν ένας μεσόκοπος σταφιδάς, νοικοκύρης, ευκατάστατος, σοβαρός, μελαχρινός, γενάτος, μ' ένα μεγάλο λεκέ μελιτζανί στο μάγουλο, ίσια - ίσια εκεί που άρχιζαν τα γένια, με χονδρή χρυσή καδένα στο στήθος και μ' ένα σωρό δακτυλίδια στα χέρια. Μεσ' στα δακτυλίδια αυτά, υπήρχε και βέρα. Γιατί ο Αλεξόπουλος ήταν στο χωριό του παντρεμένος. Η γυναίκα του όμως δεν έκανε παιδιά. Κι επειδή το φταίξιμο ήταν δικό της, κι επειδή ήταν άγια γυναίκα -ή κι επειδή ήταν απόλυτη ανάγκη κληρονόμου κι ο Αλεξόπουλος, φαίνεται, την εφοβέριζε με χωρισμό- τού έδωκε την άδεια να πάρει, απ' άλλον τόπο, μια κοπέλα με το αριστερό του χέρι και να την κρατήσει όσο που να τού κάμει παιδί αρσενικό. Έτσι ο Αλεξόπουλος κατέβηκε στη Ζάκυθο, κι επειδή είχε κάτι φίλους από τον Άμμο, που γνώρισε άλλοτε στην Πάτρα, οι πρώτες γειτονιές που έμαθαν τον ξένο και το σκοπό του, ήταν εκείνες - εκεί ολόγυρα. Μίλησαν με τρόπο οι φίλοι, εφλυάρησαν οι γυναικούλες, ενέργησαν οι σοφές μεσίτρες· μα καμιά τίμια Ζακυθινοπούλα δεν καταδεχότανε τέτοιο ρεντίκολο γάμο. Εκείνες πάλι που δεν είχαν τιμή να χάσουν, όπως η Χρυσούλα, δεν τις καταδεχόταν ο Αλεξόπουλος... Μια Κυριακή όμως, το απόγευμα, πέρασε από το «καντούνι της μπακάλαινας» -έτσι το 'λεγαν και ζώντας ακόμη του κυρ Λάμπρου- είδε κατά τύχη τη Χρυσούλα στολισμένη στην πόρτα της, τού άρεσε πολύ και την εγύρεψε. Τού είπαν τι και πώς, μα ο άνθρωπος, θαμβωμένος από τ' αφράτα εκείνα κάλλη κι από τις ματιές που τού είχε ρίξει η κοπέλα, δεν ήθελε ν' ακούσει λόγια.
   «Δε με νοιάζει», είπε. «Γερή φτάνει να 'ναι. Το κάτω - κάτω της γραφής, μήπως θα τη στεφανωθώ;»
   «Δε με νοιάζει», είπε κι η Φιορέττα, όταν άκουσε τι είδους γάμο τής επρότειναν για τη Χρυσούλα. «Πλούσιος φθάνει να 'ναι. Και στο ύστερο, άμα προικίσει τη θεγατέρα μου καλά, δεν παίρνει με στεφάνι τον καλύτερο της;»
   Η Χρυσούλα δεν είπε τίποτα. Εγελούσε μόνο, εσπαρτάριζε από τα γέλια, κι άφηνε να την κάνουν όπως θέλουν. Κατάβαθα τής άρεσε και τής ερχότανε το σκάνδαλο. Ήθελε να δαιμονίσει τους αγαπητικούς της, έτσι μισοπαντρεμένη, και να κάμει τις γυναικούλες της γειτονιάς, τις σιγανοπαναγιές, να φρυάξουν από το κακό τους. Και πρώτα - πρώτα τη Χριστίνα.
   Ω, η Χριστίνα! Τι έβλεπε, τι έβλεπε εκείνες τις ημέρες, κρυμμένη πίσω από τη γρίλια της!... Και τι άκουγε, τι άκουγε!... Όλα τής γεννούσαν στο φανερό την αηδία και την περιφρόνηση. Μα κι η ζήλια, στα βάθη της καρδιάς της, πάντα ζήλια. Όπως να πεις, για τη Χρυσούλα τύχη ήταν κι αυτός ο γάμος ο μισός. Μια κοπέλα, έλεγε, που πήρε πια τον κακό δρόμο, τι περισσότερο μπορούσε να ποθήσει;... Κακόμοιρη Χριστίνα! Πού να 'ξερες πως και το περισσότερο  γρήγορα θα τ' αποκτούσε, χωρίς να το ποθήσει καν η φιλενάδα σου, και πως κι αυτό εσύ θα το πλήρωνες!...
   Ωστόσο ο «γαμπρός» -έτσι τον έλεγαν στη γειτονιά τον Αλεξόπουλο για να γελούνε- κουβαλούσε «της νύφης», κουβαλούσε... Λουλούδια, γλυκά, στολίδια, φουστάνια... Ένα Σάββατο κουβαλήθηκε κι ο ίδιος, και για πρώτη φορά κοιμήθηκε στο σπίτι της Φιορέττας, που χαρούμενο κι αδιάντροπο διαπλάτωσε τα παράθυρα της φάτσας του, μισόκλειστα -«λιμπρέτα»- ως την ημέρα εκείνη για το πένθος... Εξημέρωνε η Κυριακή της Πεντηκοστής, κι είχε διαδοθεί στη γειτονιά πως ο γαμπρός κι η νύφη θα έβγαιναν το απόγευμα για να πάνε στο μεγάλο τριήμερο πανηγύρι, που γίνεται έξω στην Αγιά Τριάδα. Πραγματικώς, τρεις ώρες πριν να βασιλέψει ο ήλιος, έν' αμάξι με δυο ωραία άλογα, και με καθρέφτες στα πορτόνια, ήλθε και στάθηκε απ' έξω από το σπίτι. Χρόνια είχε να ιδεί αμάξι εκείνο το καντούνι· και στενό καθώς ήταν, εφράχθηκε στη μέση απ' το μεγάλο λαντό κι η κυκλοφορία σταμάτησε. Οι μισοί διαβάτες εστάθηκαν μπροστά στ' άλογα, κι οι άλλοι μισοί πίσω απ' την κουκούλα. Ένα παιδάκι εδοκίμασε να περάσει ανάμεσα τοίχου και τροχών, και το ετράβηξαν ευθύς με φωνές τρομάρας. Η ώρα περνούσε. Κι όλες οι γυναίκες, στα παράθυρα και στις πόρτες, ανυπόμονες επερίμεναν, μαζί με τους σταματισμένους στο δρόμο, να κατέβει τελος πάντων η νύφη.
   Πρώτη παρουσιάσθηκε στο κατώφλι της η Φιορέττα, η χήρα, με φόρεμ' από μαύρο αλπακά και με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, και παχιά καθώς ήταν, δυσκίνητη κι αδέξια, ανέβηκε με πολύ κόπο κι εθρονιάστηκε στο αμάξι. Έπειτα η Έλενα, που είχεν έλθει από το πρωί για τη χαρά, πουδραρισμένη, με σταχτί φόρεμα μισοπένθιμο και μ' αχυρόχρωμη μαντίλα με άσπρα κρόσια, κι από πίσω της αμέσως η Χρυσούλα. Αυτή, σα νύφη, φορούσε μουσελίνα πορτοκαλιά και μαντίλα σαν της αδελφής της. Γελαστή - γελαστή και κατακόκκινη, εχαιρέτησε, πριν καθίσει, δεξιά κι αριστερά προς τις πόρτες και προς τα παράθυρα, και με τα δυο της χέρια, σ' ένα κίνημα θριάμβου και χαράς που δεν ψηφά τίποτα. Ύστερα, αφού τοποθετήθηκαν, με πολλά βάσανα, οι γυναίκες, ανέβηκε και κάθισε κοντά στη Χρυσούλα ο Αλεξόπουλος, χλωμός λιγάκι κι ευχαριστημένος, μ' ένα ύφος φαγά χορτασμένου. Τελευταίος βγήκε ο άντρας της Έλενας, ο ράφτης που έπαιζε βιολί, κι αφού κλείδωσε το σπίτι, ντροπιασμένος αυτός και σα βρεμένη γάτα, ανέβηκε μολοντούτο -τι να κάμει;- κι εκάθισε κοντά στον αμαξά.
   «Βάρδα μπρος!... Μπρος!... Μπρος!...»
   Και σιγά - σιγά, με μεγάλη προφύλαξη, ενώ οι μπροστά σταματισμένοι χαζοί έτρεχαν να χωθούν σε κανένα κούφωμα και να κάνουν τόπο, τ' ωραίο αμάξι ξεκίνησε, προχώρησε, έστριψε κι εχάθη.
   Τότε μόνο η Χριστίνα άνοιξε ολωσδιόλου τη γρίλια της κι επρόβαλε, κι έσκυψε καλά, σα να ήθελε ακόμα να ιδεί... Το αμάξι ακούσθηκε να τρέχει ελεύθερα και γλήγορα, μόλις βρέθηκε σε πλατύτερο δρόμο. Σε λίγο σβήστηκε κι ο κρότος του. Και όμως η Χριστίνα εξακολουθούσε να είναι καρφωμένη εκεί, κοιτάζοντας κατά τη γωνία που έστριψε, σα να ήθελε ακόμα να βλέπει... Κι έβλεπε, ναι, έβλεπε ολοένα με τη φαντασία της, σαν οπτασία, τη Χρυσούλα χαρούμενη, πανεύμορφη και καταστόλιστη μες το ωραίο τ' αμάξι, κάτω απ' τη μεταξωτή ομβρέλα της που θα την άνοιξε βέβαια πάρα - πέρα, δίπλα σ' έναν άνδρα που την αγαπούσε κι εξόδευε γι' αυτή, να τρέχει μαζί με όλο τον άλλο κόσμο τον ευτυχισμένο, τους αφεντάδες με τ' άλογά τους, τις αρχόντισσες και τις αρχοντοπούλες με τ' αμάξια τους, να τρέχει κι αυτή προς την Αγίαν Τριάδα την εξοχική, προς το μεγάλο πανηγύρι, προς το ξεφάντωμα και τη χαρά...
   Ποτέ η ζήλια δεν την εδάγκασε τόσο δυνατά όσο τη στιγμή εκείνη. Κι αποτραβήχθηκε η άσχημη, η έρημη κι η τίμια, με τα μάτια βουρκωμένα απ' το παράπονο, κι έγειρε πάλι τη γρίλια, κι έπεσε 'κει δίπλα στο διβάνι, κι εκράτησε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της.
   Το πανηγύρι της αγίας Τριάδος... τι ωραίο! Από μικρή το θυμάται, που πήγαινε κάθε χρόνο με τον πατέρα της και με το Νιόνιο, κι έτρωγαν «παστέλια» και «φριτούρες» σε κάτι ωραία, ευρύχωρα κιόσκια, που είχαν για σκεπή χρυσοπράσινες κληματαριές, και για τοίχους λευκά και γαλάζια σεντόνια τεντωμένα, μ' ένα γλυκό, μαλακότατο φως από μέσα, και με κάδρα ολόγυρα, που εικόνιζαν ωραία κεφάλια γυναικών. Λες και τα βλέπει ακόμα μπροστά της. Πολλά απ' αυτά έμοιαζαν της Χρυσούλας, μα της Χριστίνας κανένα... Αχ, ήταν άσχημη αυτή, και καταφρονεμένη, κι από τον κόσμο κι από τους δικούς της... Ο πατέρας της την ήθελε κλεισμένη, πάντα να ρέβει στον αργαλειό. Ο αδελφός της έλειπε στα ξένα και ούτε τη θυμόταν... Ποιος να γυρίσει να την ιδεί;... Δεν ήταν ζωή η δική της, όχι... Η Χρυσούλα, κι ας πήρε τον κακό το δρόμο, ήταν πολύ πιο ευτυχισμένη απ' αυτή... Όλα σε καλό τής έβγαιναν της Χρυσούλας. Μα θάνατοι, μα αρρώστιες, μα βάσανα, εκείνη πάντα με το γέλιο και με το τραγούδι στο στόμα. Και τώρα να, στολισμένη και χαρούμενη σα βασιλοπούλα, με τ' αμάξι και στο πανηγύρι. Κι η Χριστίνα πάλι μονάχη της, έρμη και σκότεινη, να περιμένει πότε θα γυρίσει ο πατέρας της από την ταβέρνα, ο γεροπαράξενος, μισομεθυσμένος, για να φάνε οι δυο τους, σαν τους κούκκους, το ψητό τραγί που περίσσεψε από το μεσημέρι. Η Χρυσούλα όμως είχε σήμερα και του πουλιού το γάλα στο τραπέζι της. Ως και «σαλουμικά» εψώνισε ο γαμπρός από το μπακάλικο του Φόρου, για να μην πάρουν από της Φιορέττας, που ήταν παρακατιανά. Και καλά να τής έλειπε μόνο το καλό φαΐ... Μα μην είχε τα λούσα της; Τις «βγαρσίες» (18) της; Το σεργιάνι της; Τις βίζιτές της; Την εκκλησιά της; Ως και στην εκκλησιά δεν ήθελε να την παίρνει ο πατέρας της, γιατί δεν  αφιδεβόταν (19), έλεγε, να την αφήνει μοναχή της στο γυναικωνίτη. Κι όμως στο σπίτι την άφηνε και την παράφηνε... Ό,τι ήθελε μπορούσε να κάνει, αν ήθελε... Μα έλα, που για μία τιμή και για μία υπόληψη υπόφερε κι εκείνη τόσα μαρτύρια.
   Και θυμήθηκε πάλι τον αδελφό της το Νιόνιο, και τον επόθησε όπως ποτέ δεν τον είχε ποθήσει, πέντε χρονάκια τώρα που 'λειπε στα ξένα... Και την επήρε το παράπονο, κι έκλαψε ώρα πολλή, πεσμένη στο διβάνι, με αναφιλητό που κάπως την εξαλάφρωσε. Κι έπειτα, πήρε μια κόλλα χαρτί από το συρτάρι του μαστρο - Δήμου, που 'χε πάντα για τα σχέδιά του, και μ' ένα μολύβι από τα σύνεργα, και με τα κολυβογράμματα που ήξερε, έκατσε κι έγραψε του Νιόνιου... Ω, το γράμμα εκείνο! Με το αίμα της να το 'γραφε, δεν θα μπορούσε να φανερώσει καλύτερα της καρδιάς της τον πόνο! Ήταν η ψυχή της η ίδια, που εσπαρτάριζε κι εφρούμαζε, πιασμένη θα 'λεγες απ' τα τσιγγέλια των θεοχάρακτων εκείνων γραμμάτων, που με μεγάλες πλατιές λέξεις, σαν ξεσυρμένες φωνές, εφώναζαν σπαρακτικά στον σκληρό αδελφό: «Έλα! Λυπήσου με κι έλα να με σώσεις!...»
   Και το γράμμα αυτό εθαυματούργησε. Ο σκληρός αδελφός εμαλάκωσε... Κι έστειλε παράδες, κι έστειλε βούτυρο και γιαούρτι, κι έστειλε κι ένα φουστάνι της αδελφής του... Κι έγραψε πως θα 'ρχόταν, μα τον άγιο Διονύσιο θα 'ρχόταν, χωρίς άλλο, μόλις θα βόλευε κάτι δουλειές του... Και να τος κιόλας, ύστερ' από ένα μήνα, από τον Πύργο πίσω στη Ζάκυθο γυρνά ο Νιόνιος, λεβέντης ίσα μ' εκεί πάνω, καλοντυμένος, με μαύρο σγουρό μουστακάκι -που άργησε, αλήθεια, να τού φυτρώσει- και με παραδάκια, που αυτά, φαίνεται, τα έκαμε κάπως πιο γρήγορα... Ανοικτόκαρδο παιδί κι έξυπνο, τρελό απ' όξω μα και σοβαρό από μέσα, με τύχη βουνό, από τους ανθρώπους εκείνους που ζουν στον κόσμο και προοδεύουν, μ' όλες τους τις τρέλες και τις στραβοτιμονιές...
   Φαινότανε πολύ μετανοημένος για τα παιδιακίσια του καμώματα και προπάντων για την αφηφισιά  που έδειξε στους δικούς του, κι ορκιζότανε πως πάνε τώρ' αυτά, ετελείωσαν, και πως είχε σκοπό ν' αφοσιωθεί και να βοηθήσει τον πατερούλη του, και να παντρέψει την αδελφούλα του, και να έρχεται να τους βλέπει συχνά, όσο οι δουλειές του θα τον κρατούσαν στο Μοριά. Έφεξε το σπίτι του μαστρο - Δήμου με τον ανέλπιστο ερχομό του ξενιτεμένου, κι η Χριστίνα, το κακόμοιρο το κορίτσι, ξαναβρήκε το γέλιο που είχε να γελάσει απ' τα μικράτα της. Γελούσε ακόμα κι όταν ο Νιόνιος την επείραζε εκεί που τής πονούσε, και τής έλεγε:
   «Στάσου, μωρή Χριστίνα, να σε ιδώ. Πώς εγίνηκες έτσι εσύ; Μπα διάολε! Εκατσιπόδιασες, καημένη, κι έκαμες ένα καλάθι μούτρα. Μα για να βρεθεί χριστιανός να σε πάρει εσένανε, θα μού γυρέψει, μωρέ μάτια μου, μια κολώνα δίστηλα ίσια με το μπόι σου!...»
   «Μη σώσει να βρεθεί! Χρεία που έχω!» απαντούσε η Χριστίνα.
   Κι εγελούσε... Τι την έγνοιαζε τώρα κι αν δεν ήταν όμορφη, τι κι αν δεν την έπαιρνε κανένας;... Τής έφθανε που είχε τον αδελφούλη της, τής έφθανε που ξανάβρισκε το χαμένο της στήριγμα, τη συντροφιά της, την παρηγορία της. Έναν αδελφό είχε κι εκείνη στον κόσμο, για μοναχή ελπίδα... Κι η χαρά της τώρα πως τον έφερε πίσω, παράξενη, ασυνήθιστη χαρά πλάσματος πάντα λυπημένου, ήταν πιο τραγικότερη κι απ' την ίδια της τη λύπη.
   Η χαρά όμως του μαστρο - Δήμου ήταν αστεία. Ψηλός, ξερακιανός, κοκαλιάρης, μ' άσπρο μουστάκι φαγωμένο κάτω από μεγάλη μύτη καμπούρα, φορούσε πάντα και μια σκούφια μαύρη με φούντα, που τον έκανε να μοιάζει ακόμα περισσότερο του Φασουλή. Δε μιλούσε πολλά, λες κι είχε πάθει αφασία, μον' άκουγε τα λόγια της κόρης του και του γιου του σα χρησμούς, με μάτια κρασοπατέρα δακρυσμένα και μ' εξακολουθητικό μακάριο χαμόγελο, επιδοκιμάζοντας με νευρικά κουνήματα του κεφαλιού, που έκαναν τη φούντα της σκούφιας να τρεμουλιάζει. Κι ενώ κουνούσε το κεφάλι του ο γέρος, η Χριστίνα έλεγε στον αδελφό της:
   «Φώτιση Θεού ήτανε να 'ρθεις, Νιόνιο μου... Ο πατέρας ο καημένος εγέρασε και δε μπορεί άλλο. Δεν είναι τώρα κι οι δουλειές που ήξερες στη Ζάκυθο... φτώχεια μεγάλη. Έτσι τον έχουμε τον τόρνο, για τα μάτια και για να λέει ο καημένος ο γέρος πως κάτι κάνει... Εγώ πάλι με τον αργαλειό μου... τι να καζαντήσω; Ούλα μάς τα τρώνε οι έμποροι... Εκείνοι, μάτια μου, χτίζουνε παλάτια με τον ιδρώτα τση φτωχολογιάς κι εμείς δεν έχουμε ν' αλλάξουμε κότολο (20)... Τι να πρωτοκάμουμε μ' έναν αργαλειό; Το νοίκι να πλερώσουμε ή να φάμε, ή να ντυθούμε, ή να ποδεθούμε;... Ω, Νιόνιο μου, να 'ξερες τη ζωή μας τούτα τα ύστερα χρόνια!... Ναι, φώτιση Θεού ήτανε να 'ρθεις, να ιδούμε κι εμείς λίγη βοήθεια, να καταλάβουμε πως ζούμε σε κόσμο και χαιρόμαστε ζωή!»
   Μα μόλις επισοπλάτιζε ο γέρος, η Χριστίνα χαμήλωνε τη φωνή κι έλεγε στον αδελφό της:
   «Μεθάει, Νιόνιο μου, μεθάει!... Κάθε βράδυ γένεται κούρνια στην ταβέρνα!... Ναι, να σε χαρώ, Νιόνιο μου, πολλές φορές μού τόνε φέρνουνε βασταχτό... Καλά που ήρθες να τόνε συμμαζώξεις, γιατί εγώ δε βαστάω άλλο... Κι είναι παράξενος, Παναγία μου, τι παράξενος... και μ' έχει κλεισμένη, σα να ήμουνα σε μοναστήρι... Ούτε στην Εκκλησία δε μ' αφήνει ο βλοημένος να πηγαίνω!...»
   «Έγνοια σου, Χριστίνα μου», απαντούσε ο Νιόνιος, «μη μού πικραίνεσαι, και τώρα που ήρθα εγώ, εφινίρανε (21) ούλα. Και στην Εκκλησία σου θα πηγαίνεις και στον περίπατό σου, και στο Ψήλωμα με μένανε κάθε Κυριακή, και με τη βάρκα στο Κρυονέρι, και στα πανηγύρια... και λούσα θα σού κάνω, και μπάνια θα σού κάνω, και ό,τι θες. Ας τόνε το γέρο στον τόρνο του. Και να μεθάει θέλει; Ας μεθάει! Εμείς δε θα χαλάσουμε χατήρι κανενός».
   Απάνω σε τέτοιες καλοσύνες και τρυφερότητες, μια στιγμή, ο Νιόνιος διαπλάτωσε τη γρίλια και... σώπασε σαστισμένος. Στ' αντικρινό παράθυρο ήτανε προβαλμένη η Χρυσούλα, κι αδιάφορα τάχα έκανε πως κοιτάζει πέρα, κατά την άκρη του καντουνιού, όπου γινόταν ένας μικροκαυγάς.
   «Μωρέ η Χρυσούλα είναι τούτη;» ρώτησε ο Νιόνιος σιγά - σιγά την αδελφή του. «Κυρά που γίνηκε!... Μ' από μικρή έδειχνε πως θα γίνει πολύ όμορφη... Και δεν κοιτάει από δώθε να τήνε χαιρετήσω!»
   Η Χριστίνα ετράβηξε το Νιόνιο από τη γιατέκα (22).
   «Όχι, όχι!» τού εσφύριξε. «Κάμε πως δεν τήνε βλέπεις... Είμαστε τσακωμένες!»
   Θέλοντας και μη, ο Νιόνιος αποτραβήχθηκε.
   «Μα γιατί;» ρώτησε. «Εσείς που από μικρές είσαστε φιλενάδες;»
   Η Χριστίνα έσεισε το κεφάλι περίλυπη.
   «Δεν είναι για μένανε εφτούνη!...» είπε.
   Κι εκοντοστάθηκε, σα συλλογισμένη. Έπειτα αμέσως, με ορμή, σίμωσε το στόμα της στ' αυτί του Νιόνιου και τού είπε:
   «Επήρε τον κακό δρόμο!... Τώρα είναι κακή γυναίκα!»
   «Μωρέ τι μού λες!» έκαμε ο Νιόνιος κι εγούρλωσε τα μάτια του. «Κρίμας στην κοπέλα! Κρίμας!»
   Η Χριστίνα φοβήθηκε. Κάτι τής έλεγε μέσα της πως έπρεπε να φοβηθεί... Κι αφήνοντας τη ντροπή στην πάντα τού τα είπε του Νιόνιου όλα. Τού είπε για τον Τζώρτζη, τον πρώτο της, τού είπε για το κοπάδι των διαδόχων του, τού είπε και για τον Αλεξόπουλο το Μοραΐτη, τον υστερνό της, που τον είχ' ένα μήνα στο σπίτι σαν άντρα της ξεστεφάνωτο -μπομπές και γάνες- και που την άφησε τώρα, δεν είναι πέντε μέρες, κι έφυγε στη δουλειά του και στη γυναίκα του, με την υπόσχεση να ξαναγυρίσει. Τού είπε ακόμα πως δε βλέπει η βρώμα την κατάντια της, παρά πως έχει ακόμα μούτρα να μιλεί και για δαύτονε, το Νιόνιο, και να λέει «ντροπές» τα παλιά του παιδιαροκαμώματα, τα ξεχασμένα, λες και δεν ήταν άνδρας αυτός και δεν μπορούσε να κάμει ό,τι θέλει. Και αφού πια τού τα είπε όλα, τον εξόρκισε: 
   «Νιόνιο μου, να σε χαρώ... στην ψυχή της μάνας μας... να μην καταδεχθείς ποτέ να τής μιλήσεις της βρώμας... ούτε καλημέρα! Ακούς, Νιόνιο μου;»
   «Μπα! Μπα! Μπα!» εφώναξε ο Νιόνιος, «που θα καταδεχθώ εγώ ποτέ... ήτανε και περιττό να μού το πεις...»
   «Ξέρω κι εγώ...»
   «Μπα! Μπα! Μπα!»
   Και το 'ριξαν στο αστείο ο Νιόνιος, γιατ' ήταν πολύ σοβαρό, κι όλη την ώρα πια τής έλεγε «Μπα! Μπα! Μπα!» κι εγελούσε σα μεθυσμένος, κι από μέσα από τη γρίλια κρυφοκοίταζε ολοένα την εύμορφη Χρυσούλα, που δεν το κουνούσε από το παράθυρο...
 
Δ'
   Ο Νιόνιος δεν καταδέχθηκε να μιλήσει της Χρυσούλας -μια που ήταν μαλωμένα τα σπίτια- καταδέχθηκε όμως η Χρυσούλα να μιλήσει του Νιόνιου.
   Και την άλλη αυγή, την ώρα που σηκώθηκε ο νέος, αργά κάπως σαν ταξιδιώτης μουσαφίρης -ενώ κάτω στα ισόγεια είχε αρχίσει πια η δουλειά, κι η μπακάλαινα βρισκότανε στη μπάνκα της, βαρέλα μέσα σε βαρέλες, κι ο μαστρο - Δήμος στον τόρνο του, κι η Χριστίνα, πάντα πρωινή και βιαστική, στον αργαλειό της- η Χρυσούλα, αργοξυπνημένη κι αυτή, με μαυράδια στα μάτια και κοκκινάδια στα μάγουλα, βρέθηκε στο παραθύρι της. Και μόλις είδε το Νιόνιο, ο κρότος του αργαλειού φαίνεται πως τής έδωκε το θάρρος να τού γελάσει σαν καλή γειτονοπούλα και σιγά - σιγά να τον καλωσορίσει.
   «Καλημέρα, κυρά μου, καλώς σάς ηύρα!» αποκρίθηκε προθυμότατα ο νέος, αλλά σιγά - σιγά κι αυτός, γιατί φοβότανε τη Χριστίνα.
   «Ήθελα να σε χαιρετίσω κι από ψες», είπε η Χρυσούλα, «μα έκανες πως κοίταζες αλλού...»
   «Εγώ ή εσύ;» διαμαρτυρήθηκε ο Νιόνιος. «Μού φαίνεται πως εσύ...»
  «Μα ξέρω κι εγώ...» παραδέχθηκε η Χρυσούλα. «Έλεγα μην τής κακοφαινότανε της κυρίας Χριστίνας να σού μιλήσω... γιατί, ξέρεις, χρόνια τώρα δεν τα 'χουμε καλά... Τση εσκότωσα, βλέπεις, τη μάνα και τον πατέρα...»
   «Μπα! Και τι έχει να κάμει;» είπε ο Νιόνιος. «Με τη Χριστίνα μπορεί να μη μιλιόσαστε, μα εμείς δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα. Φίλοι ήμαστε και φίλοι θα 'μαστε πάντα, ε;»
   «Λέω κι εγώ...»
   «Ακούς εκεί! Να 'χω τέτοια όμορφη γειτονοπούλα, μία κυρά, και να μη μπορώ ούτε να την καλημερίζω;... Μα τέτοιο άδικο για μένανε, δεν το θέλει, ψυχή μου, ούτε ο αφέντης ο Θεός!»
   Η Χρυσούλα εγέλασε με νάζι κι εσήκωσε και τα δυο της χέρια ψηλά, και τα ένωσε οπίσω στο κεφάλι με σκέρτσο. Τότε τα πλατιά μανίκια της τριανταφυλλένιας καμιζόλας της έπεσαν κάτω, κι εφάνηκαν τα χονδρά μπράτσα της γυμνά, το ένα μάλιστα ως την χρυσότριχη την αμασχάλη. Σ' αυτή τη στάση, αποτραβηγμένη προς τα μέσα, εσείσθη με το γέλιο κι ελυγίσθη σα να χόρευε, κι επρόβαλε ξεπεταγμένο προκλητικά το άφθονο στήθος της, που στρογγυλεύουνταν ηδονικότατα κάτω απ' τον πλούσιον εκείνο και κάτασπρο λαιμό, τον θαυμάσιο, στολισμένο τώρα με διπλή κολλάνα από κοράλια βενέτικα. Ήτανε δώρο του γαμπρού, όπως και κάτι βίδες με διαμαντάκια, που ιριδοβολούσαν στις αχνοκόκκινες ρώγες  των αυτιών της, ίδιες φράουλες ξέθωρες.
   Κι ο Νιόνιος είχε τραβηχθεί από μέσα, και την εκοίταζε με τρυφερά και γλαρωμένα μάτια... Ήταν οι δυο τους στην ίδια θέση ακριβώς, που είδαμε εδώ και τέσσερα χρόνια τη σκληρή Χριστίνα και την αμαρτωλή Χρυσούλα, την αλησμόνητη εκείνη αυγή που βριστήκανε και τα χαλάσανε για πάντα. Τέτοια ώρα ήταν απάνω - κάτω, κι έτσι σιγά, έτσι πνιχτά, μιλούσαν από τ' αντικριστά παράθυρα οι δυο τους, για να μην τους ακούνε ούτε από τα σπίτια ούτε από το δρόμο... Θα 'λεγες πως τούτη εδώ η σκηνή ήταν η απόδοση κι η εκδίκηση της άλλης. Και όμως τίποτα δεν έκανε ξεπίτηδες η Χρυσούλα, τίποτε με σκοπό καταχθόνιο εκδικητικό. Εκεί την έφερναν η φύση της, το ψυχόρμητό της, τα πράγματα τα ίδια. Μίλησε του Νιόνιου γιατί έτσι τής άρεσε -και γιατί έτσι τής άρεσε, άκουσε τα κομπλιμέντα του με νάζι και με σκέρτσο- και γιατί έτσι τής άρεσε τού ξετύλιξε τα κάλλη της και τα γητέματά της -και γιατί έτσι τής άρεσε, τού έστειλε στο τέλος με τα κρινοδάκτυλά της ένα φιλί και τού πέταξε ένα κλαδί γαρουφαλιάς με τρία φλογοκόκκινα λουλούδια... Ω, ναι, αθώα κι αγνή κι αγαθή κι αμόλυντη από κάθε κακία, μέσα στη διαφθορά της και στην ατιμία της, η εύμορφη Χρυσούλα. Τέτοια δεν ήταν, μ' όλη της την αρετή και τη χρηστότητα, η άσχημη Χριστίνα, όχι!...
   Κι έγινε τίγρισσα, άμα κατάλαβε πως ο αδελφός της αθέτησε το λόγο του και καταδέχτηκε -Μπα! Μπα! Μπα!- να μιλήσει της Χρυσούλας... Τής ήλθε να πεταχθεί όξω, να την πιάσει από το λαιμό και να την πνίξει ένα δειλινό που την είδε στην πόρτα της, να κράξει το Νιόνιο, την ώρα που έβγαινε για περίπατο, και να τού δώσει ένα χωνί από άσπρο χαρτί, γεμάτο μπουγαρίνια. Κρατήθηκε όμως και μόνο το βράδυ, όταν εγύρισε ο αδελφός της, τού κλαύτηκε πικρά σαν προδομένη γυναίκα. Κι ο Νιόνιος, που δε μπορούσε να τ' αρνηθεί, γιατί τους είδε με τα μάτια της, την αποπήρε:
   «Το ξέρεις που είσαι ανόητη;» τής είπε. «Τι κάνεις έτσι; Άντρας είμαι εγώ και δεν έχω χρεία κανένανε! Εσύ βέβαια, σαν κοπέλα που είσαι, κάνεις πολύ καλά να μην τής μιλείς. Ούτε εγώ θα σε άφηνα... Μα τι μ' ανακατώνεις και μένανε; Χάνω τίποτα εγώ να 'χω σα νέος φιλία με μια όμορφη γειτονοπούλα ό,τι κι αν είναι; Αν χάνει κανείς, χάνει εκείνη. Και να μού κάμεις τη χάρη, Χριστίνα, να μη μού ματαμιλήσεις για δαύτη, γιατί πάω από κει που ήρθα. Α! Ούλα κι ούλα!»
   Για να μιλεί έτσι ο Νιόνιος, θα πει πως ήταν ερωτευμένος με τη Χρυσούλα στα γερά. Ναι· ο έρωτάς του ήτανε μια λαχτάρα που από μέρα σε μέρα εθέριευε. Γιατί εύρισκε δυσκολίες που δεν τις περίμενε. Καθώς τού είχαν παραστήσει τα πράγματα οι γειτόνισσες, οι φίλοι του, η Χριστίνα η ίδια, και καθώς έβλεπε τη Χρυσούλα τόσο καλοπρόθυμη γι' αυτόν, ενόμιζε πως σήμερ' αύριο θα τού άνοιγε νύχτα την πόρτα της -γιατί όχι και μέρα;- και θα τον δεχότανε μια χαρά στην κάμαρά της. Μα η Χρυσούλα ούτε να τ' ακούσει τέτοιο πράγμα. Τής το επρότεινε ο ίδιος με όλους τους τρόπους, και τού το αρνήθηκε με όλους τους τρόπους κι εκείνη. Έβαλε μεσίτρα την καλόβολη γειτόνισσα, τη θεια - Νικολέτα, και τής έταξε λαγούς με πετραχήλια. Όχι, αποκρίθηκε στη γειτόνισσα η Χρυσούλα. Έβαλε στο ύστερο να μεσιτέψει και τη μάνα της την ίδια, την αθάνατη Φιορέττα, που τής καλάρεσαν οι παράδες του Νιόνιου και που δεν έδειξε καμιά δυσκολία να παρακινήσει την κόρη της για να τού τσιμπήσουν μερικούς. Όχι, αποκρίθηκε και στη μάνα της η Χρυσούλα. Όχι κι όταν μιλούσε τάχα το αίσθημα, ευγενικό, με όλα τα προσχήματα· όχι κι όταν μιλούσε ο ταπεινός πόθος, κυνικός, χωρίς πρόσχημα κανένα. Όχι, όχι! Κι ο Νιόνιος δαιμονιζόταν απ' αυτή την ανέλπιστη αντίσταση, την ανεξήγητη, και μια τού ερχότανε να πάρει το πιστόλι και να τη «σμπαράρει» (23) την άτιμη από το παράθυρο, και μια να τραβήξει κατά το πέλαγο και να πέσει να πνιγεί.
   Πολλές τρέλες είχε κάμει στη ζωή του για γυναίκες. Τα περίφημα παιδιαροκαμώματά του, που η Χρυσούλα τα είπε μια φορά «μπομπές», τρέλες για γυναίκες ήταν. Και τώρα να, για τη Χρυσούλα ήταν έτοιμος να κάμει τη μεγαλύτερη.
   Κι όμως, δεν ήταν αυτός ο σκοπός της Χρυσούλας! Τίποτα δεν έκανε με σχέδιο και με σκοπό η αγνή αυτή αμαρτωλή, το είπαμε... Κι αν τώρα δεν ήθελε να δεχθεί με κανέναν τρόπο το Νιόνιο, δεν ήταν ούτε για να τον αποτρελάνει, ούτε για να τον πάρει, ούτε, πολύ λιγότερο, για να κάμει κακό της Χριστίνας. Ήταν απλούστατα κι ειλικρινέστατα, γιατί ήθελε να μείνει πιστή στον Αλεξόπουλό της. Αυτός, έλεγε, δεν ήταν σαν τους άλλους, σαν τους πρώτους της αγαπητικούς, που αφήφιστα τους άλλαζε σαν πουκάμισα. Τον Αλεξόπουλο τον είχε σαν άντρα της. Από την ημέρα που μπήκε στο σπίτι της και κοιμηθήκανε φανερά σ' αντρογενιάρικο κρεβάτι, τής φαινότανε πως είχε παντρευθεί στ' αλήθεια. Δεν έλειψε παρά ένα στεφάνι. Όλα τ' άλλα όμως έγιναν σα σε γάμο αληθινό, ακόμα και τα συχαριάσματα. Παντρεύθηκε πια κι άλλαξε γνώμη και ζωή. Ήταν η πιστή γυναίκα του Αλεξόπουλου, και πιστά τον επερίμενε να τής γυρίσει. Χιλιάδες να τής έδιναν τώρα, βασίλισσα να την έκαναν, δεν θ' αποφάσιζε ποτέ να τον απατήσει με ξένον άνδρα. Γιατί έτσι ήθελε κι έτσι τής άρεσε, και γιατί ποθούσε να είναι πάντα «φάσκελο στα μάτια» των γυναικών της γειτονιάς, που την εζήλευαν και που δεν έφταναν ούτε το νυχάκι της. Κι έλεγε πως ήταν αποφασισμένη να ζήσει τίμια με το μισό της τον άνδρα όσο δεν θα την άφηνε αυτός, και πως από μέρος της δεν θα τον άλλαζε ποτέ, παρά μόνο γι' αγάπη ανδρός ολάκερου κι αληθινού που θα την έπαιρνε με το στεφάνι. Α, με στεφάνι, μάλιστα! Δεν το έλεγε αυτό για το Νιόνιο γιατί δεν ήξερε πόσο κι ως πού την αγαπούσε. Μα ούτε ήταν πάλι καμία μουρλή, για να διώξει την τύχη που θα τής έστελνε καμιά φορά ο Θεός, για την αγάπη ενός μεσόκοπου παντρεμένου...
   Η καλή γειτόνισσα τού τα εξήγησε όλ' αυτά του Νιόνιου, κι εκείνος, χωρίς καθόλου να σκεφθεί, λες κι είχε προ καιρού καμωμένη την απόφασή του, είπε:
   «Α, έτσι είναι; Τότες την παίρνω με στεφάνι».
   «Μα την έχει ο Αλεξόπουλος ξεστεφάνωτη...» 
   «Δε με γνοιάζει!»
   «Μα πριν την είχε ο Τζώρτζης του Μενεγή, κι ο Αλεβίζιος ο Μαγκλέουρας, κι ο Πέτρος του παπα - Στάθη...»
   «Δε με γνοιάζει!»
   «Μα λένε πως ακόμα και με το δούλο τση τα είχε, με το παιδί που έχουνε στο μπακάλικο...»
   «Δε με γνοιάζει!» 
   «Μα δεν είναι τση τάξης σου και τση σειράς σου... Έχεις ανύπαντρη αδρεφή... στοχάσου!» 
   «Δε με γνοιάζει! Έτσι ήτανε της τύχης μου, θεία Νικολέτα... Τι να σού κάμω, που δεν ετσακίσθηκα να γυρίσω στη Ζάκυθο δυο μήνες πριν, παρ' άφησα να έλθει μπροστήτερά μου ο Αλεξόπουλος... Θα 'μουνα εγώ στη θέση εκεινού... Στεφάνι θέλει τώρα; Στεφάνι μετά χαράς τση! Εδώ είμαι!»
   Έτσι έλεγε «δε με γνοιάζει» κι ο Αλεξόπουλος, δυο μήνες πριν, όπως τώρα ο Νιόνιος. Τίποτα δεν τους έγνοιαζε τους άνδρες, τρελούς για τη λευκορόδινη εκείνη σάρκα, όταν ήθελαν να τη χαρούν. Ήταν η Ευμορφιά, που κατάλυε δυνατή κάθε εμπόδιο κι έσπρωχνε αμείλικτη σε κάθε θυσία.
   Την απάντηση έτρεξε να τού τη δώσει η ίδια η Χρυσούλα από το παράθυρο, ενώ ακόμα η θεία Νικολέτα ήταν μέσα.
   «Νιόνιο... με στεφάνι ναι... είμαι δική σου ό,τι ώρα θέλεις!...»
   Ό,τι ώρα... Και τώρα μακάρι! Μα πώς; Πώς, που είχε το γέρο του και τη Χριστίνα; Πώς, που τα σπίτια τους ήταν τόσο γειτονικά, που τσα δεν μπορούσες να πεις στο ένα χωρίς ν' ακουσθείς από το άλλο;... Και να το, η ωραία απόφαση του Νιόνιου έφθασε κιόλας στ' αυτιά της Χριστίνας! Τα είπε η θεία Νικολέτα, η μεσίτρα; Ή από τη χαρά, δεν μπόρεσε να κρατήσει τη γλώσσα της η Φιορέττα;... Ωστόσο εβούιξε η γειτονιά πως ο Νιόνιος του μαστρο - Δήμου εβουρλίστηκε για τη Χρυσούλα της Λάμπραινας, και πως επειδή «εφτούνη - εφτού» δεν τον ήθελε, ο νέος τής έταξε στεφάνι.
   Τ' άκουσε η Χριστίνα, κι ούτε στιγμή δεν τής πέρασε απ' το νου να μην το πιστέψει. «Εφτούνη η κοπέλα», συλλογίσθηκε, «γεννήθηκε για τις αμαρτίες μου και για τη συφορά μου. Έτσι θα είναι! Δε μπορεί να μην είν' έτσι!» Μα μ' όλη αυτή την αθέλητη υποταγή σε κάποια μοίρα, δεν εννοούσε βέβαια να κλείσει το στόμα και να σταυρώσει ολότελα τα χέρια.
   «Νιόνιο», είπε του αδελφού της, «ανίσως κάμεις τέτοια βουρλισία, να το ξέρεις, εγώ τη ζωή μου δεν τη θέλω άλλο! Θα πάω στο πόρτο να πνιγώ, θα πιω σουλιμά να πεθάνω· ή, α δε θα 'χω το κουράγιο να κάμω το ένα ή το άλλο και ζήσω, θα πάρω κι εγώ τον κακό δρόμο, όπως τον επήρε η Χρυσούλα!»
   Ο Νιόνιος αγρίεψε και σήκωσε το χέρι του να τη βαρέσει. Μα καθώς την εκοίταξε και την είδε μπροστά του έτσι άσχημη, χλωμή και κακορίζικη, με τα γατίσια της μάτια και τον ασουλούπωτο κορμό της και την άλαιμη χοντροκεφάλα της, εγέλασε σαρκαστικά, και το χέρι του το σφιγμένο σε γρόθο θυμού, ανοίχθηκε σιγά - σιγά σε μούντζα:
   «Να, ξαφνικό να σού 'ρθει!» τής είπε. «Για ματαπές το να τ' ακούσω!... Μωρέ μούτρα για κακό δρόμο!... Έτσι σού φαίνεται, παναπεί, εσένανε· πως όποια θέλει, μπαίνει σ' όποιο δρόμο θέλει... Κακομοίρα μου, κακομοίρα μου!... Και δεν τον παίρνεις να σε ιδώ; Μούτρα!»
   Ο σαρκασμός αυτός του αδελφού της, υστερνή καταδίκη, την ετελείωσε. Έπεσε σ' ένα κάθισμα σαν τσακισμένη και δε βρήκε τη δύναμη να προφέρει ούτε λέξη. Σπαράζουνταν η καρδιά της η μαύρη, την ίδια στιγμή που η Χρυσούλα ονειρευόταν ένα στεφάνι κι έπλεε στα κυανά της μεγάλης χαράς, εκεί που την έβγαζε ίσια ο κακός της ο δρόμος -ο κατήφορος του πελάγου- σα να ήταν ο δρόμος ο καλός, ο ανήφορος που οδηγούσε ψηλά στο βουνό και στα ουράνια... Κι έβλεπε πάλι τη Μοίρα της την άδικη και την παράλογη. Κάθε χαρά της Χρυσούλας ήταν γι' αυτή λύπη και πόνος κι η πιο μεγάλη χαρά της -η πιο μεγάλη της λύπη!
   Κι ο Νιόνιος ο ίδιος τη λυπήθηκε και προσπάθησε να την ησυχάσει.
   «Έλα, έλα», τής είπε καλοπιαστά, «μην ακούς και μην πιστεύεις το τι λέει ο κόσμος. Εγώ δεν εβουρλίσθηκα ακόμα για να πάρω γυναίκα μία Χρυσούλα, και όποιος σού το πει, αυτή την απόκριση να τού δώσεις από μέρος μου. Ακούς;... Έλα τώρα, ντύσου να κατεβούμε στον Άμμο. Είπα του Σφοντίλη να ετοιμάσει τη βάρκα για να πάμε ίσιαμε το Αργάσι να φάμε σύκα. Έλα, να σε χαρώ, γιατί πόσον καιρό θα μ' έχεις ακόμα κοντά σου;... Οι δουλειές με τη σταφίδα όπου κι αν είναι αρχινάνε και πρέπει να γυρίσω στον Πύργο... Την άλλη εβδομάδα λογαριάζω να φύγω... Και πού είσαι; Μη μού πικραίνεσαι!... Μόλις τελειώσει η σταγκιόν (24), θα με ιδείς οπίσω για ούλο το χειμώνα! Έλα γεια σου! Κι αν είπα και κανένα λόγο παραπάνου, συχωρεμένος να 'μαι, γιατ' είπες  και συ ένα λόγο που δεν έπρεπε να τόνε πεις ποτέ... Ας είναι! Νερό κι αλάτι ούλα!» 
   Η Χριστίνα τότε ξέσπασε σε κλάματα· κι αφού ξέκλαψε και όμως ξεθύμανε, ντύθηκε ήσυχα - ήσυχα και βγήκε με το Νιόνιο... Στη βάρκα που τους πήγαινε στ' Αργάσι, συλλογιζότανε με πείσμα: «Ας ήμουν εγώ άξια να πάρω τον κακό δρόμο, κι ας έπαιρνες και συ τη Χρυσούλα· δε θα μ' έγνοιαζε να!»
   Ωστόσο, με την πονηριά του ο Νιόνιος την αποκοίμισε. Ήλθε κιόλας η μέρα να φύγει, να πάει στη δουλειά του, κι η Χριστίνα ενόμιζε πια πως το τελευταίο που είχε στο νου του ήταν η Χρυσούλα. Εμάζεψε τα ρουχαλάκια του, έκλεισε τις βαλίτσες του, εδείπνησε με τους δικούς του κι εξαπλώθηκε να λαγοκοιμηθεί στο διβάνι, ώσπου θα 'ρχότανε να τού κουρταλήσει ο Σφοντίλης. Το βαπόρι θα έφθανε στη μία μετά τα μεσάνυκτα από Κεφαλλονιά, και θα 'φευγε αμέσως για Γλαρέντζα. Η Χριστίνα ήθελε να τον ξεπροβοδίσει ως τη σκάλα τουλάχιστο· μα δεν ήταν εύκολο: πώς θα γύριζε μοναχή της τέτοια ώρα; Ο γέρος, ανήμπορος, είχε πέσει κιόλας στο κρεβάτι. Έτσι η Χριστίνα περιορίσθηκε ν' αποχαιρετίσει τον αδελφό της κάτω στην πόρτα, την ώρα που πρωτοσφύριξε το βαπόρι, βραχνά κι άγρια μέσα στην ήσυχη νύχτα, κι ήλθε ο Σφοντίλης τρεχάτος κι εφορτώθηκε τις βαλίτσες... Μ' όλη της τη συγκίνηση, η Χριστίνα είχε και το νου της να ιδεί αν θα προβάλει η Χρυσούλα... Τίποτα! Πόρτα και παράθυρο του τιμημένου Λαμπρέικου κατάκλειστα και σκοτεινά... ησυχία κι απ' όξω κι από μέσα... Και μοναχός του ο Νιόνιος, με το τελευταίο φιλί της αδελφής του στο στόμα, ξεκίνησε βιαστικός οπίσω από το βαρκάρη, κρατώντας το παλτό του και την ομπρέλα του δεμένα μαζί με δυο μπαστούνια.
   «Στο καλό, Νιόνιο μου!... Στο καλό, ψυχή μου!... Και καλές αντάμωσες ογλήγορα!...» 
   «Έχε γειά! Έχε γεια, Χριστίνα!»
   Κι έτρεχε ο Νιόνιος, έτρεχε λες και τον κυνηγούσαν ή λες και κάποιον κυνηγούσε αυτός...
   «Μα γύρισε, καημένε, να κοιτάξεις και πίσω σου!... Είναι κακό να μη γυρίσεις ούτε μία βολά!»
   «Ουφ, ανοησίες! Άμε απάνου τώρα!... Γεια σου!»
   Κι έστριψε στην καντουνάδα, εκεί στο τρίστρατο, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του.
   Αυτό την πίκρανε τη Χριστίνα περισσότερο κι από το χωρισμό. «Ωιμέ! Δε θα ματαγυρίσει άλλο!» συλλογίσθηκε. Κι ανέβηκε στο σπίτι με την καρδιά τόσο βαρεμένη, που δεν μπορούσε ούτε να κλάψει για να ξαλαφρώσει.
   Έπεσε στο κρεβάτι, την ώρα που το βαπόρι άφηνε το δεύτερο σφύριγμα. Τι άγριο που ήταν!... Άγρυπνη άκουσε και το τρίτο, ακόμ' αγριότερο. Ώρες έκαμε να κλείσει μάτι. Και τα χαράματα, μόλις είχε αποκοιμηθεί, την εξύπνησαν με τρόμο κάτι αγριοφωνάρες.
   Η Φιορέττα απ' αντίκρυ ούρλιαζε:
   «Η Χρυσούλα μου!... Μού 'φυγε η Χρυσούλα μου!... Ξεπόρτισε η Χρυσούλα μου!... Μού κλέψανε τη Χρυσούλα μου!... Ωιμέ! Βοηθάτε, Χριστιανοί!...»
   Την κατεργάρα τη Φιορέττα!...
   Αυτόν τον σπαρακτικό τρόπο σοφίσθηκε για να κηρύξει στη γειτονιά, και προπάντων στο αντικρινό, τη μεγάλη είδηση, που την ήξερε πολύ καλά από βραδίς. Η Χρυσούλα, συντροφευμένη από το γαμπρό της -το ράφτη που έπαιζε βιολί- ξεπόρτισε λιγάκι νωρίτερα, πήρε πάλι τον κατήφορο του πελάγου, ήσυχα κι όμορφα, μπαρκαρίστηκε πρώτη κι επερίμενε το Νιόνιο της στο βαπόρι.
   Όπως τα είχαν προσχεδιασμένα, πήγαιναν μαζί στον Πύργο, να στεφανωθούν.
 
Ε'
   Ούτε στο πέλαγο έπεσε να πνιγεί, ούτε σουλιμά ήπιε να πεθάνει, ούτε τον κακό δρόμο πήρε η Χριστίνα, άμα έμαθε τον ωραίο γάμο του αδελφού της. Μόνο κλείσθηκε πάλι και ξανάρχισε την συνηθισμένη της ζωή, σκοτεινή κι έρημη, τίμια και δυστυχισμένη... Δεν καταδέχτηκε να γράψει του Νιόνιου, δεν αποκότησε να παραπονεθεί της Φιορέττας, γιατί φοβότανε τη γλώσσα της. Έβρισε μόνο τη Νικολέτα τη γειτόνισσα, την παστρική μεσίτρα που τους έκανε και τη φιλενάδα, και τής είπε να μην ματαπατήσει στο σπίτι τους, και ξεθύμανε -όσο μπορούσε πια να ξεθυμάνει τόση πίκρα και τόσο μίσος που είχε σωριασθεί στη μαύρη της καρδιά.
   Έτσι πέρασαν ημέρες, εβδομάδες, μήνες. Ήλθε κι ο χειμώνας, χωρίς να γυρίσει ο Νιόνιος... Αριά και πού, ερχότανε κανένας Ζακυθινός από τον Πύργο ή από το Κατάκωλο, και πληροφορούσε το μαστρο - Δήμο πως ο γιος του ήταν καλά  και ζούσε φρόνιμα με τη γυναίκα του. Ο ίδιος όμως ούτε τους έστελνε πια τίποτα, ούτε τους μηνούσε. Λησμονησιά σαν την πρώτη και χειρότερη. Παντρεμένος τώρα, πού θα γύριζε να κοιτάξει πατέρα κι αδελφή! Κάτι παραδάκια που τους είχε αφήσει φεύγοντας, τελείωσαν με το δεύτερο μήνα κι άρχισαν πάλι οι φτώχειες κι οι στενοχώριες. Το χειρότερο ήταν που ο γέρος έπαθε τώρα - τώρα παραλυσία της μέσης από τα σπίρτα, και καρφώθηκε σε μια πολυθρόνα, κι ούτε δουλειά ούτε κάματος... Κι η Χριστίνα, από την ημέρα της συφοράς, εδούλευε λιγότερο. Ώρες στεκότανε συλλογισμένη με τη σαΐτα στο χέρι, και το διασίδι επερίμενε. Κι ένα κοριτσάκι που είχε πάρει από τη γειτονιά για να τής μασουρίζει το γνέμα, καθότανε κι αυτό και την έβλεπε σαστισμένο... Τη λίγη δουλειά που έβγανε τώρα η φάντρα, τής την ψωμότρωγαν «οι εμπόροι που κτίζουν τα παλάτια με τον ιδρώτα τση φτωχολογιάς». Κι έρχουνταν ημέρες που δεν είχαν στου μαστρο - Δήμου να φάνε ψωμί.
   Την πρώτη φορά που η Χριστίνα, αφού έδωσε στον άρρωστο πατέρα της τ' αποφαγούδια του μεσημεριού, αναγκάσθηκε αυτή να πέσει στο κρεβάτι νηστική, μ' ένα ξεροκόμματο μόνο βουτημένο στο νερό, «που το τρως και σε τρώει» -την πρώτη εκείνη νύχτα της μεγάλης δυστυχίας, μέσα στην ψυχή της κόρης έγινε αληθινή επανάσταση.
   Είχε μείνει άγρυπνη ως την αυγή, κι η αυγή τη βρήκε με μια καινούργια απόφαση:
   Θα έπαιρνε κι αυτή τον κακό δρόμο.
   Ψέματα -έλεγε- τόνε λένε έτσι οι ψεύτες οι άνθρωποι! Ψέματα, ψέματα!... Ο κακός δρόμος είναι ο καλός, και ο καλός είναι ο κακός. Ανάποδα όλα στον ψεύτη τον κόσμο! Να η Χρυσούλα που πήρε τάχα τον κακό δρόμο, τι ευτυχισμένη που ήταν, και τώρα και πάντα της. Να κι αυτή που είχε μείνει τάχα στον καλό, σε τι δυστυχία είχε φθάσει! Από το κακό στο χειρότερο πάντα, ώσπου κατάντησε να μην έχει να φάει ψωμί... Τι άλλο τής έμενε τώρα, παρά να πάει να πέσει να πνιγεί. Και τι άλλο λοιπόν ήταν ο δρόμος της, αυτηνής, παρά ο κατήφορος που έβγανε ίσια στο γκρεμό και στο πέλαγο;...
   Θυμότανε, σαν ήτανε μικρή και πήγαινε στο σχολείο, εκεί, απάνου από μια στενή πορτούλα του παλιού και περίπλοκου σπιτιού, η δασκάλα είχε γράψει με χάρτινα ψαλιδισμένα γράμματα μαβιά, καρφωμένα στον ασβεστωμένο τοίχο: «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός...» Παρακάτω δεν θυμότανε τα λόγια, μα θυμότανε πως πολλές φορές η δασκάλα τούς τα είχεν εξηγήσει: «Στεν' είναι η πόρτα και κακορίζικος ο δρόμος που οδηγεί στην ευτυχία, και λιγοστοί οι διαβάτες του». Αυτό την είχε παρηγορήσει στη βασανισμένη ως τώρα ζωή της. Ενόμιζε πως αυτή ήταν από τους «λιγοστούς». Και πως είχε πάρει το στενό, τον κακορίζικο και δύσκολο δρόμο, που τής επλήγωνε τα πόδια και την έκανε να υποφέρει, αλλά πως μ' αυτόν θα έφθανε μια μέρα σίγουρα στην ωραία ζωή, στην ευτυχία και στη χαρά... Και τώρα να, ο δρόμος ετελείωνε κι έχασκε μπροστά της ο γκρεμνός της πείνας και του θανάτου! Ψέματα όλα! Κι αυτά που γράφουν τα χαρτιά, κι αυτά που γράφουν οι τοίχοι των σκολειών, κι αυτά που λένε οι δάσκαλοι κι οι πνεματικοί...
   Αλήθεια, ο πνεματικός της, όσες φορές τού παραπονιότανε για τη θλιμμένη της ζωή, τής έλεγε πως η «αληθινή ευτυχία» βρίσκεται μόνο στον Παράδεισο, όπου θα πάνε, παιδί μου, όσοι βασανίστηκαν στον κόσμο... Το πίστευε κι αυτό η Χριστίνα, όσο είχε να τρώγει βραστά κολοκυθάκια με τηγανιτές μαρίδες -και την Κυριακή σούπα βοδινή μ' αυγολέμονο ή τραγί στο φούρνο με πατάτες- και φανταζότανε για παρηγοριά της, που αυτή δεν έκανε λούσα και δεν ξεφάντωνε στα πανηγύρια, πως η Χρυσούλα, σαν αμαρτωλή, θα πήγαινε ίσια στην Κόλαση... Μα τώρα, που δεν είχε ούτε ψωμί, κι αυτό ακόμα δεν το πίστευε. Ψέματα, έλεγε, ψέματα! Οι τέτοιες καλύτερα πηγαίνουν στον Παράδεισο! Γιατί έχουνε λεφτά, και κάνουνε ψυχικά, κι ανάβουνε λαμπάδες χοντρές στην Εκκλησιά, και στα μεσοκοπήματα μετανιώνουν, και στα γεράματα, πολλές φορές, μπαίνουν σε Μοναστήρι...
   Όχι, όχι! Τα ψέματα τελείωσαν. Θα έπαιρνε κι αυτή τον κακό δρόμο. Να χαρεί τη ζωή της, που είχε γίνει είκοσι πέντε χρονών κοπέλα, χωρίς να την γνωρίσει ακόμα· να χορτάσει φαΐ, πιοτό, λούσο, τραγούδι και χαρά... Και να εκδικηθεί τον αδελφό της, όπως τού άξιζε, να τον εκδικηθεί που την απαράτησε έρμη κι απροστάτευτη μ' ένα γέρο σακάτη, και σηκώθηκε να παντρευτεί με τέτοια βρώμα, αφήνοντάς της για παρηγοριά το σκληρό εκείνο λόγο, τον αλησμόνητο: πως αυτή δεν ήταν άξια... ούτε για να πάρει τον κακό δρόμο... ούτε για να γίνει κακή γυναίκα, σαν τη Χρυσούλα!...
   Έγνοια του, έγνοια του, και θα τού δείξει του σιορ - Νιόνιου -που κι αυτός τον «κακό» δρόμο είχε πάρει από παιδί, κι εντοσούτω ήταν πάντα ευτυχισμένος- θα τού δείξει αυτή πως «όποια θέλει μπαίνει σ' όποιο δρόμο θέλει». Η τιμή είναι δύσκολη, μα η ατιμία, ω, το ευκολότερο του κόσμου! Κι όσο άσχημη κι αν είναι μια κοπέλα, πάντα θα 'βρει έναν άντρα, δε δύνεται! Κι ένα μοναχά; Όρεξη να 'χει ν' αλλάζει. Τους ξέρουμε δα τώρα τους άντρες: με στεφάνι δύσκολα παίρνουν και την ομορφότερη· μα χωρίς στεφάνι, κάνουν μετάνοιες και στην ασχημότερη. Η Κούλα της Ζαμπέλας, η αλλήθωρη, ήταν τάχατες πιο όμορφη από τη Χριστίνα, που την είχε δυο χρόνια ο Σκιαπάς ο γιατρός; Μπα!...
   Έτσι πήρε τη μεγάλη της απόφαση, την τρελή, γιατί βέβαια η λύπη κι η πείνα τής είχαν κουνήσει το μυαλό... Κι ευθύς από την άλλη μέρα, η Χριστίνα που δεν ήξερε παρά την αθώα πούδρα, κι αυτή λιγοστή -ασπρίστηκε με σουλιμά, κοκκίνισε τα μάγουλά της με κρεμέζο, κατέβασε τα μαλλιά της κατσαρά ως τα φρύδια, εφόρεσε ένα καφετί πουκαμισάκι με βυσσινί βελούδο στο λαιμό, κι επέρασε το απόγεμά της μισό στο παράθυρο και μισό κάτω στην πόρτα, κάνοντας τα γλυκά μάτια -όσο πια μπορούσε- στους νέους της γειτονιάς και στους σπάνιους διαβάτες του καντουνιού.
   Οι γειτόνισσες την έβλεπαν κι έκαναν το σταυρό τους.
   «Καλέ τι έπαθε η Χριστίνα;» ρωτιούταν.
   Κι η θεία Νικολέτα, που «έπνεε μένεα», με χαμόγελο σατανικό, απαντούσε:
   «Αμ' δεν το ξέρετε;... Άλλες αρχινάν από μικρές, κι άλλες καρτερούνε πρώτα να μεστώσουν... Ε, ήρθε κι εφτουνής η ώρα τση!» 
   Αυτό το παιγνίδι βάσταξε κάμποσες ημέρες  χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα η Χριστίνα παρατήρησε πως μόνον ένας άντρας, τελοσπάντων, συγκινήθηκε από τη μεταμόρφωσή της: Ήταν ο Γιάννης ο μπακάλης, ο παλιός υπηρέτης της Φιορέττας. Αυτός εκρατούσε τώρα το μπακάλικο του μακαρίτη του κυρ Λάμπρου. Γιατί η χήρα, αφού αποκατάστησε και τις δυο της θυγατέρες, αποτραβήχτηκε από το εμπόριο και πήγε να καθίσει με την Έλενα, που άρχισε να γεννοβολά σαν την κουνέλα κι είχε ανάγκη από τη μάνα. Το σπίτι το νοίκιασαν τότε σε ξένη οικογένεια, γιατί ο ράφτης που έπαιζε βιολί, είχε το πατρικό του στον Άη - Βασίλη τον Απάνου. Και το μαγαζί, όπως ήταν και βρισκότανε, το πήρε για λογαριασμό του ο Γιάννης.
   Η φιλοδοξία της Χριστίνας δεν ήταν βέβαια να τραβήξει τον άνοστο εκείνο ξανθό, με το αχερένιο μουστάκι και τα νερένια μάτια, το χθεσινό δούλο, τον καταφρονεμένο, που η Χρυσούλα τον είχε για «μπαίγνιο» της. Μα στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι. Κι αφού είδε κι απόειδε, πως δεν ήταν εύκολο να βρει τον καλύτερο, η απελπισμένη κοπέλα αποφάσισε να παραδοθεί στο Γιάννη. Επιτέλους «καλός» ήταν· «μαγαζιάτορας», μοναχός του, με μια γριά μάνα, και νέος, σχεδόν ακόμα παιδί. Και τού πουλιού το γάλα αν δε θα τής έφερνε, το λούσο της και τη διασκέδασή της πάντα με δαύτονε θα τα 'χε. Και πάντα θ' άλλαζε ζωή -γιατί αυτό απ' όλα περισσότερο ποθούσε: ν' αλλάξει τη ζωή της.
   Έτσι, ύστερ' από λίγον καιρό -όχι μα την αλήθεια, πολύ δυστυχισμένο- που τον πέρασαν μ' αγάπες πλατωνικές, η Χριστίνα, μια νύκτα, άνοιξε την πόρτα της και δέχτηκε στο σπίτι της το Γιάννη... Από εκείνη τη νύκτα, έκανε το ίδιο κάθε νύκτα, κρυφ' από τον πατέρα της, παράλυτο πάντα καρφωμένο. Κι επερίμενε πια να έλθει η χαρά, η ευτυχία, η διασκέδαση, το γέλιο και το τραγούδι... σαν της Χρυσούλας.
   Τίποτα, τίποτα δεν ερχόταν!
   Ποτέ της δεν πέρασε τόσο θλιμμένη και δυστυχισμένη νύκτα η άμοιρη Χριστίνα, σαν την πρώτη εκείνη της παράνομης αγάπης!
   Την άλλη μέρα, δεν είχε όρεξη ούτε για γέλια ούτε για τραγούδια, ω, κάθε άλλο!... Κι ούτε την άλλη μέρα, ούτε καμιά... Κι από εκείνα τα χαροποιά που ζητούσε, ο Γιάννης δεν ήξερε τίποτα. Φοβότανε τη γειτονιά, έτρεμε τον κόσμο, και με κανένα τρόπο δεν ήθελε ν' ακουσθεί γι' αγαπητικός της Χριστίνας, να φανεί έξω μαζί της,  να την πάει στο πανηγύρι ή να γλεντήσει στο σπίτι με κιθάρες. Μπα, Θεός φυλάξοι, τέτοιες ντροπές! Είναι για τιμημένο άνθρωπο και για μπακάλη;... Το μόνο που ήθελε ο Γιάννης, ήταν να βοηθεί όσο μπορούσε τη Χριστίνα στη δύσκολη ζωή της -τώρα που δεν εδούλευε κι ο καψερός ο γέρος- και να περνάει μαζί της, σα νέος, την καλή του νύκτα, ήσυχη κι αυτή, φρόνιμη, μετρημένη, και κρυφή, κρυφή, που να μην την ξέρουν παρά οι δυο τους κι ο Θεός... Έτσι η Χριστίνα πήρε τον κακό δρόμο, μα τη χαρά δεν τη γνώρισε. Τής φαινόταν πως ο δρόμος αυτός έμοιαζε πολύ με τον άλλο, τον πρώτο. Κι ερωτούσε: Μην έχει δίκιο ο αδελφός μου;...
   Μια μέρα, ο Γιάννης τής είπε:
   «Χριστίνα, τέτοια ζωή δε μπορώ να την υποφέρω άλλο. Θα μάς μάθει ο κόσμος και θα χάσουμε την υπόληψή μας για πάντα. Έλα, να σε χαρώ, να στεφανωθούμε, για να βγούμε από το ψέμα κι από την αμαρτία. Έχω μια γριά μάνα, κι έχεις ένα γέρο πατέρα... Θα δουλεύουμε κι οι δυο, εγώ στο μαγαζί, εσύ στον αργαλειό, και θα ζούμε. Κι αν μάς δώσει ο Θεός και παιδιά, θα τ' αναστήσουμε καλά. Έλα, να σε χαρώ, να στεφανωθούμε!...»
   Πρέπει να ήταν τέλεια τρελή η Χριστίνα, για να πει όχι σε τέτοιο λόγο. Κι όμως το είπε: Όχι! Όχι! Αυτή ήθελε να βγει από τα βάσανα κι όχι να μπει σε καινούργια. Ήταν πολύ φτωχοί για να παντρευθούνε και να περάσουνε τα νιάτα τους με χαρά. Θα περνούσανε με λύπες και με πόνους. Γέννες, παιδιά, αρρώστιες, σκοτούρες, καυγάδες. Πού καιρός και πού καρδιά για γλέντια και για πανηγύρια!... Όχι, όχι. Ποτέ δε θα 'παιρνε ένα φτωχο - νοικοκύρη με στεφάνι. Γι' άλλο δεν αποφάσισε να μπει στον κακό δρόμο, παρά για να ευτυχήσει η ίδια και για να εκδικηθεί τον άτιμο τον αδερφό της. «Έτσι για πινιό (25) του Νιόνιου!...» Τι εκδίκηση θα 'ταν αυτή, να στεφανωθεί τώρα το Γιάννη; Όχι, όχι, ποτές!...
   Ο καιρός περνούσε. Ο Γιάννης αφορμή εγύρευε να ξεμπλέξει και να σώσει την υπόληψή του κι η Χριστίνα τραβούσε μελαγχολικά τον κακό της δρόμο, που έμοιαζε τόσο με τον καλό... Σ' όλο αυτό το διάστημα, μόνο μια φορά αισθάνθηκε χαρά αληθινή, κι αυτή όχι από εκεί που την περίμενε: την ημέρα που ο Γιάννης, πληροφορημένος από τη Φιορέττα, τής έφερε την είδηση πως η Χρυσούλα τού 'φυγε του Νιόνιου, γιατί τής έκανε, λέει, κακή ζωή και την έδερνε, κι από τον Πύργο μπήκε, λέει, στο σιδηρόδρομο και τράβηξε κάνε για την Πάτρα, κάνε για την Αθήνα, ζητώντας τύχη καινούργια. 
   «Ψέματα λέει!» φώναξε η Χριστίνα. «Ο Νιόνιος να τής κάμει κακή ζωή; Ο Νιόνιος να τη βαρέσει; Όχι! Τού 'φυγε γιατί δε μπορούσε να ζήσει σαν τίμια νοικοκυρά και πήγε στη μεγάλη πολιτεία, για να κάνει αγνώριστη εκείνα που 'ξερε από μικρή. Μα καλά να πάθει ο αδρεφούλης μου, καλά! Έτσι τού έπρεπε. Όποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες. Να τον αφήσει και να φύγει. Έτσι ήθελα κι εγώ!...» 
   Όμως, στο βάθος, το πίστεψε πως μπορούσε ο Νιόνιος να τής έκανε ζωή κακή και να την κτυπούσε, και στο βάθος φαντάστηκε μια φορά τη Χρυσούλα δαρμένη, κλαμένη, δυστυχισμένη, κι εχάρηκε. Και ποιος το ξέρει, έλεγε μέσα της, σε τι δυστυχίες θα βρίσκεται τώρα. Ο αδρεφός μου κάτω - κάτω άνδρας ήταν και δεν έπαθε τίποτα. Μα εκείνη να ιδούμε πώς θα τα 'βγαζε πέρα στην ξενιτιά και πώς θα καταντούσε... Καλά να πάθει! 
   Κι από κείνη την ημέρα, η Χριστίνα άρχισε να συλλογίζεται, πως μια φορά που ήλθαν έτσι τα πράγματα, μπορούσε κι αυτή να στεφανωθεί το Γιάννη. Ωστόσο περίμενε...
   Ύστερ' από καιρό, μιαν αυγή, έτυχε να πάει για δουλειές του αργαλειού στο Μακρύ - Καντούνι, να ιδεί μιαν άλλη φάντρα, που δούλευε κι αυτή για τον ίδιο έμπορο. Και στο γυρισμό, εκεί που περνούσε από την εκκλησία του αγίου Διονυσίου, τής ήλθε να μπει μέσα να κάμει το σταυρό της και ν' ανάψει ένα κερί στη Χάρη του. Όπως κιόλας μπήκε, προσκύνησε την ασημένια κάσα του Αγίου, άναψε το κερί της και ξεκίνησε για να βγει. Ήταν Απρίλης, καθημερνή, δέκα η ώρα απάνω κάτω, και 'κει απ' έξω, στα πέτρινα σκαλοπάτια της εκκλησίας, όπου έπεφτε η σκιά του πανύψηλου καμπαναριού και που ερχόταν από τη θάλασσα ένα δροσερότατο αεράκι, η Χριστίνα εστάθηκε λίγο να ξανασάνει. Γύρω ψυχή. Ένας καλόγερος μονάχα κοντός κι άσχημος, καθότανε στην είσοδο σε ξύλινο σκαμνάκι, και μια άμαξα καινούργια, με δυο ωραία άλογα, ερχόταν από τη Στράτα - Μαρίνα.
   Η Χριστίνα έριξε μια ματιά κι είδε μέσα στην άμαξα έναν κύριο και μια κυρία. Ξένοι θα ήταν και θα 'ρχόνταν, δίχως άλλο, ν' ανοίξουνε τον Άγιο· ή μπορεί να ήταν και τίποτε ντόπιοι αφεντάδες, που να το είχανε τάμα... Περίεργη, η Χριστίνα εστάθηκε εκεί για να ιδεί... Κι αν ήταν, αλήθεια, για ν' ανοίξουν την κάσα, γιατί να χάσει κι αυτή τη σπάνια ευκαιρία, να φιλήσει τα ίδια τα πόδια του Αγίου;
   Η άμαξα έφτασε κι εστάθηκε μπροστά στα πέτρινα σκαλοπάτια. Ο κοντός καλόγερος ετσακίστηκε να κατεβεί και ν' ανοίξει το πορτόνι. Κι η Χριστίνα, πριν ιδεί και την γνωρίσει η κυρία που ετοιμαζότανε να κατεβεί από τ' αμάξι, έτρεξε και κρύφτηκε ανάμεσα στην κολώνα της θύρας και στα διπλά θυρόφυλλα...
   Από 'κει χωρίς να τη βλέπουν, έβλεπε.
   Όχι, δεν την εγέλασαν τα μάτια της. Η μεγάλη εκείνη κυρία, η αρχόντισσα, η πλούσια και η όμορφη, ήταν η Χρυσούλα! Μόνο που είχε αδυνατίσει λιγάκι κι ίσως που είχε ψηλώσει. Στ' άλλα απαράλλακτη, όμορφη κι ομορφότερη από πρώτα. Τ' ολοστρόγγυλο το πρόσωπό της, το παιδιακίσιο, με τα ολόξανθα μαλλιά -α! πώς είχαν γίνει τώρα έτσι;- έσταζε μια γλύκα κι είχε μιαν έκφραση ουράνιας καλοσύνης, που έμοιαζε σαν αγγέλου. Τι ωραία που τής πήγαινε το μεγάλο εκείνο καπέλο με το μεγάλο κάτασπρο φτερό, που το τριγύριζε όλο και κρεμόταν από πίσω -και το μεταξωτό φόρεμα το ευγενικό, σκοτεινό και σκοτωμένο μαβί με ασημένια νερά- κι εκείνη η πλούσια μπέρτα, όλο μαύρες δαντέλες και γαγάτες- κι η ομπρελίνα με το μακρύ  κοκκαλένιο μπαστούνι, από το ίδιο ύφασμα του φορέματος -και το ασημένιο τσαντάκι στο ασπρογαντωμένο χέρι... Ήταν μια κυρά, μια βασίλισσα... Και κοντά της ένας «γεραλέος» κύριος, αφέντης ξανθοκόκκινος και γαλανός, σοβαρός και γλυκός, με μακριά γένια, με πλούσια ολόμαυρα ρούχα και με χοντρή χρυσή καδένα, την εσυντρόφευε κι έμοιαζε να ήταν άνδρας της. Ποιος ξέρει αν την είχε με στεφάνι ή χωρίς; Ξένος όμως φαινόταν, και καλοσεβγάμενος (26), και πλούσιος, και πρέπει να την αγαπούσε πολύ... Να, τύχη που τη βρήκε μια φορά, για ν' αφήσει το Νιόνιο που την έδερνε, και για να φύγει στην Πάτρα κάνε στην Αθήνα!...
   Το ζευγάρι με τον καλόγερο προχώρησαν κατά το Ιερό, και τότες άφοβα η Χριστίνα βγήκε από τα θυρόφυλλα και στάθηκε πίσω, εκεί κοντά στα πέτρινα κάγκελα που χωρίζουν το Καθολικό, για να βλέπει σαν να 'βλεπε όνειρο. Ναι, θ' άνοιγαν τον Άγιο. Κατέβηκαν αμέσως οι καλόγεροι από το μοναστήρι, κι εφόρεσαν τα πετραχήλια τους, κι άναψαν τις τόρτσες, κι έβαλαν θυμιατά, κι άρχισαν τις προσευχές και τις ψαλμωδίες. Έπειτα εκρότησαν καθαρά τ' ασημένια κλειδιά της μεγάλης ασημένιας κάσας, κι υψώθηκε από πάνω το βαρύ σκέπασμα, με τον άγγελο που κρατεί το στεφάνι στην κορφή, και κατέβηκε το μπροστινό πλευρό, και φάνηκε μέσα ξαπλωμένο το Άγιο Λείψανο μέσα σε άλλη θήκη ολόχρυση, σκεπασμένη εμπρός με γυαλί, ξέχωρα από το κάτω μέρος, όπου επρόβαλαν, μέσα σε χρυσοκέντητα «πασουμάκια» τα ιερά πόδια του Αγίου. Θεά ευωδία, από τη λάρνακα, σκορπίσθηκε σ' όλο το ναό.
   Η Χρυσούλα εγονάτισε 'κει μπροστά: Παρά πίσω είχε γονατίσει κι η Χριστίνα. Έκλαιγαν κι οι δυο, και τα δάκρυά τους έσταζαν στις πλάκες... Σηκώθηκε η Χρυσούλα πρώτη κι ανασπάστηκε μ' ευλάβεια τα πόδια του Αγίου... Έπειτα ο σύντροφός της... Έπειτα οι γειτόνοι κι οι περαστικοί που άκουσαν την ψαλμωδία και μπήκαν μέσα με χαρά για τη μεγάλη καλοτυχία. Και τελευταία απ' όλους η Χριστίνα... 
   Όχι, τώρα δεν την έγνοιαζε, αν θα την έβλεπε η Χρυσούλα. Ούτε τη φοβότανε πια, ούτε την ντρεπόταν, ούτε την εζήλευε, ούτε τη μισούσε. Εκεί, μέσα στην Εκκλησία, την ώρα που έκλαιγαν γονατιστές, ένα αόρατο χέρι λες κι έκοψε δια μιας το μυστικό το νήμα, που απ' τα μικρά τους χρόνια τις κρατούσε δεμένες μαζί. Κι η Χριστίνα κατάλαβε πως τίποτα πια δεν την ενώνει με τη Χρυσούλα. Εκείνη έμεινε στον τόπο της, κι η Χρυσούλα έφυγε, πέταξε, πάει. Εκεί που στεκότανε τώρα, τόσο ψηλά, πώς θα μπορούσε ποτέ να τη φθάσει; Ούτε αυτός ο δρόμος που είχε πάρει τώρα, ούτε ο άλλος δεν ήταν ο δρόμος ο ίδιος της Χρυσούλας! Άλλος άνθρωπος αυτή, ξεχωριστός, είχε τραβήξει δρόμο δικό της. Ο Νιόνιος είχε δίκιο μεγάλο: «Όποια θέλει δεν παίρνει όποιο δρόμο θέλει!...»
   Στο δίσκο της Εκκλησίας, εκεί που η Χριστίνα άφησε δειλά - δειλά ένα δίλεπτο, η Χρυσούλα έριξε μια λίρα.
   Έπειτα, χωρίς να καλοκοιτάξει γύρω της και χωρίς να ιδεί τη Χριστίνα, που στεκόταν εκεί ζαρωμένη αλλά ήρεμη, βγήκε από την εκκλησιά, μεγαλόπρεπη, γελαστή και τρισευτυχισμένη, ανέβηκε στ' αμάξι με το σύντροφό της -και το αμάξι ξεκίνησε.
   Με το τελευταίο λείψανο της περιέργειάς της για τη Χρυσούλα, η Χριστίνα εστάθηκε πάλι στα σκαλοπάτια για να ιδεί κατά πού θα επήγαιναν. Να, να, καλά το είπε: το αμάξι έστριψε στο καντούνι της Φανερωμένης, για να πάρει τις απάνω μεριές. Χωρίς άλλο, η Χρυσούλα επήγαινε να ιδεί τη μητέρα της.
   Κι η Χριστίνα, ήσυχα και φρόνιμα, γύρισε στο σπιτάκι της... γιατρεμένη. Ναι, μα τη Χάριση του Αγίου!
   Τώρα πια ήξερε καλά, πως καθένας γεννιέται με τη μοίρα του και πως ό,τι κι αν κάμει από μίσος κι από ζήλια, δεν μπορεί ν' αλλάξει της ζωής του τα δάκρυα σε γέλια.
   Τη μοίρα της την είδε. Σ' όποιο δρόμο κι αν έμπαινε αυτή, με τιμή ή μ' ατιμία, με τρέλα ή με φρονιμάδα, δεν είχε ν' απαντήσει παρά τη λύπη και τη συφορά. Δεν ήταν γεννημένη αυτή για τις χαρές και τις ευτυχίες, για τα πλούτη και τα μεγαλεία... Και για να μην αντιστέκεται περισσότερο του κάκου, σε μια Δύναμη που την κατανικούσε, αμείλικτη σαν κατάρα, υποτάχτηκε με γενναιότητα και μ' εγκαρτέρηση χριστιανική...
... κι εστεφανώθηκε το Γιάννη!...
 
Ξενόπουλος Γρηγόριος
Ο κακός δρόμος κι άλλα καινούργια διηγήματα  (1908 -1911)
Εκδοτικός οίκος Γεωργίου Φέξη, Αθήνα 1912
Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης
 
Σημειώσεις:
 
(1) κολέισσα: συντρόφισσα, από το κολέγας
(2) κρητικό μέρλο: δαντέλα πλεγμένη με κοπανάκια
(3) Πούμπλικο: το Δημοτικό Σχολείο
(4) τριζόνι: ο γρύλλος
(5) σαλουμικά: αλμυρά
(6) σκουράντζος: η ρέγκα
(7) ραριτές: σπάνια πράγματα
(8) μπαρτζολετάντες: αστείος, χωρατατζής
(9) γιαμά: λοιπόν
(10) τζιριτζάντζουλα: σκέρτσο, νάζι, πονηριά, ελιγμός 
(11) μαγάρα: χαϊδευτικά εδώ, παλιοκόριτσο 
(12) σκαμπαβία: καμιζόλα 
(13) φαρδίνι: χάλκινο νόμισμα 
(14) γυναιτίκι: ο γυναικωνίτης της Εκκλησίας
(15) Εκείνο τον καιρό τα καπνοπωλεία ήταν και ρακοπωλεία. Τα δε μπακάλικα πουλούσαν μόνο σαλουμικά. 
(16) άλλο: πια, στο εξής 
(17) καδινάτσος: ο σύρτης 
(18) βγαρσία: η έξοδος
(19) αφιδέβουμαι: εμπιστεύομαι 
(20) κότολο: φουστάνι  
(21) εφινίρανε: ετελείωσαν 
(22) γιατέκα: το σακάκι 
(23) σμπαράρω: πυροβολώ 
(24) σταγκιόν: η εποχή 
(25) πινιό: πείσμα 
(26) καλοσεβγάμενος: από καλή οικογένεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου