Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑΘΕΡΟΣ ΠΕΡΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΈΡΩΤΑ

  
   Έξι μήνες κι έντεκα μέρες πριν απ' το θάνατό του, ο γερουσιαστής Ονέσιμο Σάντσες βρήκε τη γυναίκα της ζωής του. Τη συνάντησε στην Τριανταφυλλιά του Αντιβασιλέως, ένα φανταστικό χωριό που τη νύχτα ήταν παράνομο λιμανάκι για τα πλοία των λαθρεμπόρων και στο φως της μέρας έδειχνε ο πιο άχρηστος ορμίσκος σ' όλη την έρημο, αντίκρυ σε μια άψυχη κι αδιέξοδη θάλασσα, τόσο πίσω απ' τον ήλιο ώστε να μη μπορεί κανείς να βάλει με το νου του πώς θα 'ταν δυνατό να ζει σ' αυτή την τρύπα άνθρωπος ικανός ν' αλλάξει τη μοίρα κάποιου άλλου. Ακόμα και τ' όνομά του ήταν ένα είδος φάρσας, αφού το μοναδικό τριαντάφυλλο που υπήρχε στο χωριό το φορούσε ο γερουσιαστής Ονέσιμο Σάντσες την ημέρα που συνάντησε τη Λάουρα Φαρίνα.
   Ήταν μια αναπόφευκτη στάση στην προεκλογική περιοδεία που έκανε κάθε τέσσερα χρόνια. Οι πανηγυριώτικες άμαξες είχαν έρθει το πρωί κι ακολουθούσαν τα καμιόνια με τους μισθωμένους Ινδιάνους που τους μετέφεραν από πόλη σε πόλη για να κάνουν μπούγιο στις δημόσιες παράτες. Λίγο πριν απ' τις έντεκα, μαζί με τη μουσική, τις ρουκέτες και τα τζιπ της συνοδείας, έφτασε και το υπουργικό αυτοκίνητο σε χρώμα χυμού φράουλας. Ο γερουσιαστής Ονέσιμο Σάντσες φάνταζε ατάραχος και άχρονος μέσα στο κλιματιζόμενο αυτοκίνητό του, αλλά μόλις άνοιξε την πόρτα τον χτύπησε μια πύρινη πνοή και το μεταξωτό του πουκάμισο έγινε μουσκίδι από μια ασπρουλιάρικη σούπα. Ξαφνικά ένιωσε πολύ πιο γερασμένος και πολύ πιο μόνος. Μόλις είχε κλείσει τα σαράντα δύο. Είχε αποφοιτήσει με άριστα από τη σχολή μηχανικών μεταλλουργίας του πανεπιστημίου του Γκέτιγκεν και καταβρόχθιζε Λατίνους κλασικούς σε άθλιες μεταφράσεις και χωρίς αξιόλογα αποτελέσματα. Ήταν παντρεμένος με μια φανταχτερή Γερμανίδα που του 'χε κάνει πέντε παιδιά, κι ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι στο σπιτικό του, κι αυτός ευτυχέστερος απ' όλους, ως την ημέρα, τρεις μήνες πριν, που του είπαν πως τα επόμενα Χριστούγεννα θα 'ταν πεθαμένος για καλά.
   Ώσπου να ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες για τη μεγάλη πολιτική συγκέντρωση, ο γερουσιαστής κατάφερε να ξεκλέψει μια ωρίτσα για ν' αναπαυθεί στο σπίτι που του είχαν κρατήσει. Πριν ξαπλώσει, έβαλε σ' ένα ποτήρι νερό το τριαντάφυλλο που είχε διατηρήσει ζωντανό διασχίζοντας όλη την έρημο, γευμάτισε με διαιτητικά δημητριακά που κουβάλαγε μαζί του για ν' αποφύγει τις επανειλημμένες μερίδες τηγανιτής γίδας που τον περίμεναν στο τέλος της ημέρας και κατάπιε κάμποσα αναλγητικά χάπια πριν απ' την καθορισμένη ώρα για να προλάβει τον πόνο. Μετά έβαλε τον ηλεκτρικό ανεμιστήρα κοντά στη μπάντα του και ξάπλωσε ολόγυμνος ένα τέταρτο της ώρας στη σκιά του τριαντάφυλλου, κάνοντας προσπάθεια ν' αποσπάσει το μυαλό του απ' τη σκέψη του θανάτου όσο λαγοκοιμόταν. Εκτός απ' τους γιατρούς, κανένας δεν ήξερε πως ήταν καταδικασμένος να πεθάνει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Είχε αποφασίσει ν' αντέξει ολομόναχος το μυστικό του, λιγότερο από περηφάνια και περισσότερο από ντροπή.
   Εντελώς κυρίαρχος του εαυτού του, με την ψυχή στυλωμένη απ' τα παυσίπονα, ξανάκανε τη δημόσια εμφάνισή του στις τρεις το απόγευμα, καθαρός και ξεκούραστος, φορώντας ένα χοντρό λινό παντελόνι κι ένα λουλουδάτο πουκάμισο. Ωστόσο, ο θάνατος τον είχε διαβρώσει βαθύτερα απ' όσο πίστευε, γιατί καθώς ανέβαινε στην εξέδρα αισθάνθηκε μια παράξενη περιφρόνηση γι' αυτούς, που τσακώνονταν για το προνόμιο να του σφίξουν το χέρι, και δεν ένιωσε λύπηση, όπως άλλες φορές, για τους ξυπόλητους Ινδιάνους που μόλις άντεχαν την κάψα της νιτρικής χόβολης της μικρής άγονης πολιτείας. Κουνώντας το χέρι του θυμωμένα, επέβαλε σιωπή στο πλήθος που χειροκροτούσε κι άρχισε την ομιλία του ήρεμα και χωρίς χειρονομίες, με τα μάτια προσηλωμένα στη θάλασσα που στέναζε απ' τη ζέστη. Η αργή και βαθιά φωνή του είχε την ποιότητα του ακίνητου νερού, αλλά η ομιλία του, αποστηθισμένη κι αναμασημένη κάμποσες φορές, δεν ήταν προορισμένη για την αλήθεια· προοριζόταν μάλλον να αναιρέσει μια μοιρολατρική γνώμη που εκφράζει ο Μάρκος Αυρήλιος στο 4ο βιβλίο των Εις εαυτόν.
   «Βρισκόμαστε εδώ με σκοπό να νικήσουμε τη φύση», άρχισε να λέει σε πείσμα όλων του των πεποιθήσεων. «Δε θα είμαστε πια τα έκθετα τέκνα της ίδιας μας της χώρας, τα ορφανά του Θεού στο βασίλειο της δίψας και της δυσκρασίας, εξόριστοι στην ίδια μας τη γη. Θα είμαστε κάτι άλλο, κυρίες και κύριοι, θα είμαστε ένας μεγάλος ευτυχισμένος λαός».
   Η όλη παράσταση ήταν τέλεια σκηνοθετημένη. Την ώρα που μιλούσε, οι βοηθοί του πέταγαν με τις χούφτες στον αέρα τα χάρτινα πουλιά και τα ψεύτικα πλασματάκια ζωντάνευαν, πετούσαν γύρω απ' την εξέδρα και χάνονταν στη θάλασσα. Την ίδια ώρα, άλλοι βοηθοί παίρναν απ' τις άμαξες ζωγραφιστά δέντρα με πάνινα φύλλα και τα φύτευαν στο νιτρικό χώμα, πίσω απ' το πλήθος. Στο τέλος, έστησαν ένα χαρτονένιο ντεκόρ από ψεύτικα σπίτια με κόκκινα τούβλα και ζωγραφιστά τζάμια που 'κρυβε τις άθλιες καλύβες της πραγματικής ζωής.
   Ο γερουσιαστής παρέτεινε την ομιλία του με δυο λατινικά αποσπάσματα για να δώσει χρόνο στους βοηθούς του να ολοκληρώσουν τη φάρσα. Υποσχέθηκε βροχοποιητικές μηχανές, φορητά εκτροφεία ζώων προοριζομένων για το τσουκάλι, το λάδι της ευτυχίας που θα έκανε τα λαχανικά να φυτρώνουν στο νιτρικό χώμα και τους πανσέδες να φουντώνουν στις ζαρντινιέρες των παραθυριών. Όταν είδε πως ο πλαστός κόσμος του είχε πια στηθεί, άπλωσε το χέρι του και τον έδειξε:
   «Να πώς θα ζούμε, κυρίες και κύριοι», φώναξε. «Έτσι θα ζούμε. Κοιτάξτε!»
   Το πλήθος γύρισε. Ένα υπερωκεάνιο από ζωγραφιστό χαρτί περνούσε πίσω απ' τα σπίτια· ένα υπερωκεάνιο ψηλότερο κι από τα πιο ψηλά σπίτια της ψεύτικης πόλης. Ο γερουσιαστής ήταν ο μόνος που πρόσεξε πως η χάρτινη πόλη, με τα συνεχή στησίματα και ξηλώματα, με τις μεταφορές από το ένα μέρος στο άλλο, με το φοβερό κλίμα της περιοχής, είχε φαγωθεί κι είχε καταντήσει τόσο φτωχική, τόσο σκονισμένη και τόσο θλιβερή όσο κι Τριανταφυλλιά του Αντιβασιλέως.
   Πρώτη φορά μέσα σε δώδεκα χρόνια ο Νέλσων Φαρίνα δεν πήγε να χαιρετίσει το γερουσιαστή. Άκουγε το λόγο στα διαλείμματα του ύπνου του, χωμένος στη μπράντα του, στη δροσερή σκιά της δράνας ενός σπιτιού φτιαγμένου από απελέκητα σανίδια με τα χέρια του φαρμακοποιού, τα ίδια χέρια με τα οποία είχε κομματιάσει την πρώτη του γυναίκα. Είχε δραπετεύσει από τις ποινικές φυλακές της Καγιένα κι εμφανίστηκε στην Τριανταφυλλιά του Αντιβασιλέως μ' ένα καράβι φορτωμένο αθώους παπαγάλους, μαζί με μια όμορφη και βλάστημη νέγρα που 'χε βρει στο Παραμαρίμπο, με την οποία είχε κάνει μια κόρη. Λίγο αργότερα, η νέγρα πήγε από φυσικό θάνατο και δεν είχε την τύχη της προηγούμενης που τα κομμάτια της λίπαναν τα κουνουπίδια του ίδιου της του λαχανόκηπου, αν και θάφτηκε κανονικά στο τοπικό κοιμητήριο, με το ολλανδέζικο όνομά της. Η κόρη είχε κληρονομήσει το χρώμα και την κοψιά της μάνας της, και τα κίτρινα, έκπληκτα μάτια του πατέρα της που είχε κάθε λόγο να πιστεύει πως ανάτρεφε την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου.
   Από τότε που γνώρισε το γερουσιαστή Ονέσιμο Σάντσες, κατά την πρώτη προεκλογική του περιοδεία, ο Νέλσων Φαρίνα του ζητούσε επίμονα να τον βοηθήσει να αποκτήσει μια πλαστή ταυτότητα για να γλιτώσει από την τσιμπίδα του νόμου. Κι ο γερουσιαστής αρνιόταν, φιλικά μεν, αλλά σταθερά. Ο Νέλσων Φαρίνα, πάλι, ποτέ δεν το 'βαλε κάτω και κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία επανέφερε το αίτημά του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σαν άκουσε τα χειροκροτήματα στο τέλος, σήκωσε το κεφάλι του πάνω απ' τα ξύλα του φράχτη κι είδε την πίσω πλευρά της φάρσας: τα στηρίγματα των κτιρίων, τα ξυλοδεσίματα των δέντρων, τους κρυμμένους ταχυδακτυλουργούς που έσπρωχναν το υπερωκεάνιο. Κι έφτυσε χωρίς κακία.
   «Merde», είπε. «C' est le Blacaman (1) de la politique».
   Μετά το λόγο, όπως ήταν η συνήθεια, ο γερουσιαστής περπατούσε στους δρόμους του χωριού, συνοδευόμενος από μουσικές και ρουκέτες, περικυκλωμένος απ' τους ντόπιους που του λέγανε τα βάσανά τους. Ο γερουσιαστής τους άκουγε καλότροπα κι έβρισκε πάντα δυο λόγια παρηγοριάς χωρίς να χρειαστεί να κάνει σπουδαία ρουσφέτια. Μια γυναίκα ανεβασμένη πάνω σε μια στέγη, περιτριγυρισμένη από τα έξι παιδιά της, κατάφερε ν' ακουστεί παρ' όλο το πανδαιμόνιο και τα πυροτεχνήματα.
   «Δεν ζητάω μεγάλα πράματα, κυρ - γερουσιαστή μου», είπε. «Ένα γαϊδουράκι μόνο να κουβαλάω νερό απ' το Πηγάδι του Πνιγμένου».
   Ο γερουσιαστής πρόσεξε τα έξι καχεκτικά παιδιά. «Τι έγινε ο άντρας σου;» ρώτησε.
   «Πήγε στη νήσο Αρούμπα να βρει την τύχη του», απάντησε κεφάτα η γυναίκα, «και το μόνο που βρήκε είναι μια ξένη γυναίκα, από κείνες που βάζουνε διαμάντια στα δόντια τους».
   Η απάντησή της έκανε το πλήθος να ξεσπάσει στα γέλια.
   «Εντάξει», είπε ο γερουσιαστής, «θα τον έχεις το γάιδαρό σου».
   Λίγο αργότερα, ένας απ' τους βοηθούς του έφερε στο σπίτι της γυναίκας ένα γερό γομάρι για φόρτωμα και στα καπούλια του ήταν γραμμένο, με ανεξίτηλη μπογιά, ένα εκλογικό σύνθημα. Κανείς δε θα ξεχνούσε πια πως ήταν δώρο του γερουσιαστή!
   Στη σύντομη βόλτα του έκανε κι άλλες, μικρότερες χειρονομίες, κι έφτασε στο σημείο να δώσει μια κουταλιά φάρμακο σ' έναν άρρωστο που είχε βγάλει το κρεβάτι του στην πόρτα του σπιτιού για να τον δει. Στη γωνιά του δρόμου, ανάμεσα στους πασσάλους του φράχτη, είδε το Νέλσωνα Φαρίνα ξαπλωμένο στη μπράντα του, κάτωχρο και σκυθρωπό. Ο γερουσιαστής τον χαιρέτισε ψυχρά.
   «Πώς είστε;»
   Ο Νέλσων Φαρίνα γύρισε πάνω στη μπράντα του και τον ρούφηξε μέσα στην κεχριμπαρένια θλίψη της ματιάς του.
   «Mois, vous savez», είπε.
   Η κόρη του βγήκε στην αυλή μόλις άκουσε το χαιρετισμό. Φορούσε μια φτηνή, ξεθωριασμένη ρόμπα ινδιάνικη, το κεφάλι της ήταν στολισμένο με πολύχρωμους φιόγκους, και το πρόσωπό της πασαλειμμένο με κρέμα για τον ήλιο· αλλά βλέποντάς τη κανείς, ακόμα κι έτσι, ατημέλητη, μπορούσε να φανταστεί πως η ομορφιά της δεν είχε ταίρι σ' όλο τον κόσμο. Του γερουσιαστή του πιάστηκε η ανάσα. «Να με πάρει ο διάολος και να με σηκώσει!» στέναξε ξαφνιασμένος. «Παράξενες ιδέες έχει καμιά φορά ο Θεός!»
   Το βράδυ, ο Νέλσων Φαρίνα στόλισε την κόρη του με τα καλύτερα ρούχα της και την έστειλε στο γερουσιαστή. Δυο ένοπλοι φρουροί, που κουτούλαγαν απ' την πολλή ζέστη, τη διέταξαν να περιμένει στη μοναδική καρέκλα που υπήρχε στον προθάλαμο.
   Ο γερουσιαστής είχε συνεδρίαση στο διπλανό δωμάτιο με τα σπουδαία πρόσωπα της Τριανταφυλλιάς του Αντιβασιλέως στα οποία έψελνε τις αλήθειες που είχε αφαιρέσει απ' τους δημόσιους λόγους του. Έμοιαζαν τόσο πολύ μεταξύ τους αυτά τα σπουδαία πρόσωπα που συναντούσε σε κάθε πόλη της ερήμου, ώστε κι ο ίδιος είχε μπουχτίσει κι αηδιάσει μ' αυτές τις αιώνιες βραδινές συνεδριάσεις. Το πουκάμισό του ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και προσπαθούσε να το στεγνώσει με το ζεστό αέρα ενός ανεμιστήρα που βούιζε σαν αλογόμυγα μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου.
   «Εμείς, φυσικά», είπε, «δε μπορούμε να καταπίνουμε χάρτινα πουλιά. Εσείς κι εγώ ξέρουμε πως τη μέρα που θα φυτρώνουν δέντρα και λουλούδια σ' αυτόν τον κοπρότοπο τον μαγαρισμένο απ' τις καβαλίνες των γιδιών, τη μέρα που τα πηγάδια θα 'χουν σαρδελομάνες αντί για σκνίπες, εκείνη την ημέρα ούτε σεις ούτ' εγώ θα έχουμε καμιά θέση εδώ πέρα· συνεννοηθήκαμε;»
   Κανένας δεν απάντησε. Την ώρα που μιλούσε ο γερουσιαστής είχε σκίσει ένα φύλλο απ' το ημερολόγιο κι είχε φτιάξει με τα χέρια του μια πεταλούδα. Την έριξε αφηρημένα μέσα στο ρεύμα του ανεμιστήρα. Η πεταλούδα πέταξε μέσα στο δωμάτιο και βγήκε απ' τη μισάνοιχτη πόρτα. Συνέχισε την ομιλία του με θαυμαστή αυτοκυριαρχία που στηριζόταν στη συνενοχή του θανάτου.
   «Γι' αυτό», κατέληξε, «δε χρειάζεται να επαναλάβω κάτι που γνωρίζετε λίαν καλώς: η επανεκλογή μου συμφέρει εσάς περισσότερο από μένα, γιατί εγώ έχω μπουχτίσει με τα λιμνασμένα νερά και τον ιδρώτα των Ινδιάνων, ενώ εσείς κερδίζετε τη ζωή σας μ' αυτά».
   Η Λάουρα Φαρίνα είδε τη χάρτινη πεταλούδα να βγαίνει απ' τη μισάνοιχτη πόρτα. Μόνο αυτή την είδε, επειδή οι φρουροί είχαν αποκοιμηθεί στα σκαλιά του προθαλάμου με τα όπλα τους στην αγκαλιά. Ύστερα από μερικούς γύρους, η λιθογραφημένη πεταλούδα ξεδιπλώθηκε τελείως και πήγε και κόλλησε πάνω στον τοίχο. Η Λάουρα Φαρίνα προσπάθησε να την ξεκολλήσει με τα νύχια της. Ένας απ' τους φρουρούς, που τον είχαν ξυπνήσει τα χειροκροτήματα στο διπλανό δωμάτιο, πρόσεξε τη μάταιη προσπάθειά της.
   «Δε μπορείς να την ξεκολλήσεις», της είπε μισοκοιμισμένος. «Είναι ζωγραφισμένη στον τοίχο».
   Η Λάουρα Φαρίνα ξανακάθισε όταν οι άντρες άρχισαν να βγαίνουν απ' το πλαϊνό δωμάτιο. Ο γερουσιαστής στεκόταν στην πόρτα του δωματίου με το χέρι στη μπετούγια και μόνο σαν άδειασε ο προθάλαμος πρόσεξε τη Λάουρα Φαρίνα.
   «Τι γυρεύεις εδώ;»
   «C' est de la part de mon pére», είπε εκείνη.
   Ο γερουσιαστής κατάλαβε. Κοίταξε εξεταστικά τους κοιμισμένους φρουρούς, ζύγισε με το βλέμμα τη Λάουρα Φαρίνα που η ομορφιά της ήταν πιο απαιτητική απ' τον πόνο του, κι έκρινε πως ο θάνατος είχε αποφασίσει για λογαριασμό του.
   «Έλα μέσα», της είπε.
   Η Λάουρα Φαρίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό μόλις πάτησε το κατώφλι της πόρτας: χιλιάδες χαρτονομίσματα πετούσαν στον αέρα, φτεροκοπώντας σαν την πεταλούδα. Αλλά ο γερουσιαστής έκλεισε τον ανεμιστήρα και τα χαρτονομίσματα που έχασαν την κινητήρια δύναμή τους πήγαν και κούρνιασαν πάνω στα πράγματα του δωματίου.
   «Βλέπεις», της είπε χαμογελώντας, «ακόμα και τα σκατά πετάνε».
   Η Λάουρα Φαρίνα κάθισε όπως θα καθόταν σ' ένα θρανίο. Το δέρμα της ήταν λείο και τεντωμένο, κι είχε το ίδιο χρώμα και την ίδια ηλιακή πυκνότητα με το ακάθαρτο πετρέλαιο. Τα τεράστια μάτια της ήταν λαμπερότερα κι απ' το φως. Ο γερουσιαστής ακολούθησε το νήμα της ματιάς της κι έφτασε στο τριαντάφυλλο που είχε θαμπώσει απ' το νίτρο.
   «Είναι τριαντάφυλλο», της είπε.
   «Το ξέρω», είπε κείνη με κάποια αμηχανία. «Είδα τριαντάφυλλα στη Ριοάτσα». 
   Ο γερουσιαστής κάθισε σ' ένα κρεβάτι εκστρατείας και μιλούσε για τριαντάφυλλα την ώρα που ξεκούμπωνε το πουκάμισό του. Στο μέρος που υπέθετε ότι βρισκόταν η καρδιά του είχε ένα τατουάζ που παράσταινε μια καρδιά τρυπημένη από ένα βέλος, σαν κι αυτές που έχουν οι πειρατές. Πέταξε στο πάτωμα το μουσκεμένο του πουκάμισο και παρακάλεσε τη Λάουρα Φαρίνα να τον βοηθήσει να βγάλει τις μπότες του.
   Εκείνη γονάτισε μπροστά στο κρεβάτι. Εξακολούθησε να την περιεργάζεται σκεφτικός και την ώρα που του έλυνε τα κορδόνια αναρωτιόταν ποιος απ' τους δυο τους θα 'βγαινε περισσότερο δυστυχισμένος απ' αυτή τη συνάντηση.
   «Παιδί 'σαι ακόμα», είπε.
   «Μη νομίζετε», απάντησε εκείνη. «Τον Απρίλη κλείνω τα δεκαεννιά».
   Ο γερουσιαστής έδειξε ενδιαφέρον.
   «Ποια μέρα;» 
   «Στις έντεκα», είπε.
   Ο γερουσιαστής ένιωσε καλύτερα. «Είμαστε κι οι δυο στον Κριό», είπε. Και πρόσθεσε χαμογελώντας:
   «Είναι το ζώδιο της μοναξιάς».
   Η Λάουρα Φαρίνα δεν πρόσεχε επειδή δεν ήξερε τι να κάνει με τις μπότες του. Ο γερουσιαστής, απ' τη μεριά του, δεν ήξερε τι να κάνει με τη Λάουρα Φαρίνα· δεν ήταν συνηθισμένος στις απρόβλεπτες ερωτικές περιπέτειες, κι εξάλλου, καταλάβαινε πως σ' αυτή την περίπτωση η περιπέτειά του είχε μια ταπεινωτική προέλευση. Για να κερδίσει χρόνο να σκεφτεί, έσφιξε τη Λάουρα Φαρίνα μέσα στα γόνατά του, την αγκάλιασε στη μέση, κι έγειρε πίσω στο κρεβάτι εκστρατείας. Τότε κατάλαβε πως ήταν ολόγυμνη κάτω απ' το φόρεμά της γιατί το σώμα της ανάδινε τη σκοτεινή ευωδιά ενός ζώου του δάσους, αλλά η καρδιά της χτύπαγε από φόβο και στο κορμί της έτρεχε κρύος ιδρώτας.
   «Κανένας δε μας αγαπάει εμάς», αναστέναξε.
   Η Λάουρα Φαρίνα προσπάθησε να πει κάτι αλλά δεν της είχε απομείνει αέρας στα πλεμόνια. Την ξάπλωσε δίπλα του για να τη βοηθήσει· έσβησε το φως και το δωμάτιο έμεινε στη σκιά του τριαντάφυλλου. Εκείνη αφέθηκε στο έλεος της μοίρας της. Ο γερουσιαστής τη χάιδευε αργά, απαλά, αναζητώντας ψαχουλευτά το κορμί της, μα εκεί που περίμενε να βρει την πεμπτουσία της σκόνταψε σ' ένα σιδερένιο μαραφέτι.
   «Τι έχεις εκεί πέρα;»
   «Ένα λουκέτο», είπε.
   «Τι μαλακία!» φώναξε ο γερουσιαστής οργισμένος, και ρώτησε αυτό που ήξερε πάρα πολύ καλά. «Πού είναι το κλειδί;» 
   Η Λάουρα Φαρίνα αναστέναξε με ανακούφιση.
   «Το 'χει ο πατέρας μου», απάντησε. «Μου 'πε να σου πω να στείλεις έναν απ' τους ανθρώπους σου να το πάρει· και μ' αυτή την ευκαιρία να του στείλεις μια γραπτή υπόσχεση ότι θα τακτοποιήσεις το ζήτημά του».
   Ο γερουσιαστής έγινε μπαρούτι. «Μπάσταρδε του κερατά», μουρμούρισε με αγανάκτηση. Έκλεισε τα μάτια για να καλμάρει τα νεύρα του και μέσα στο σκοτάδι βρήκε τον εαυτό του. Θυμήσου, συλλογίστηκε, πως είτε για σένα πρόκειται είτε για κάποιον άλλο. Δε θα περάσει πολύς καιρός που εσύ θα είσαι πεθαμένος και δε θα περάσει πολύς καιρός που θα έχει ξεχαστεί ακόμα και το όνομά σου.
   Περίμενε λίγο να του περάσει το σύγκρυο.
   «Ένα πράγμα θέλω να μου πεις», είπε τότε. «Τι έχεις ακούσει για μένα;» 
   «Με το χέρι στην καρδιά;»
   «Με το χέρι στην καρδιά».
   «Καλά λοιπόν», τόλμησε να ψιθυρίσει η Λάουρα Φαρίνα. «Λένε πως είσαι χειρότερος απ' τους άλλους επειδή είσαι αλλιώτικος».
   Ο γερουσιαστής δεν ταράχτηκε. Έμεινε πολλή ώρα αμίλητος με τα μάτια κλειστά κι όταν τα ξανάνοιξε ήταν σαν να γύριζε από τα πιο βαθιά κρυμμένα ένστιχτα του.
   «Σκατά», συμπέρανε. «Πες στον ρουφιάνο τον πατέρα σου ότι θα το τακτοποιήσω το ζήτημά του».
   «Αν θέλεις, μπορώ να πάω μόνη μου να πάρω το κλειδί», είπε η Λάουρα Φαρίνα.
   Ο γερουσιαστής την κράτησε.
   «Ξέχασέ το το κλειδί», είπε, «και κοιμήσου λίγο δίπλα μου. Κάνει καλό να 'χεις κάποιον κοντά σου όταν είσαι μόνος».
   Εκείνη τότε έβαλε το κεφάλι του στον ώμο της και κάρφωσε το βλέμμα της στο τριαντάφυλλο. Ο γερουσιαστής κρατώντας τη απ' τη μέση βύθισε το πρόσωπό του στη μασχάλη του ζώου του δάσους, κι αφέθηκε στον τρόμο. Έξι μήνες κι έντεκα μέρες αργότερα πέθανε στην ίδια στάση, ατιμασμένος κι απομονωμένος λόγω του σκανδάλου με τη Λάουρα Φαρίνα, κλαίγοντας από λύσσα που πέθαινε μακριά της.
 
 Μάρκες Γκαμπριέλ Γκαρσία
 (Μετφρ. Σπύρος Τσακνιάς)
Περιοδικό «Γράμματα και τέχνες»,
τεύχος 14, Φεβρουάριος 1983
 
Σημειώσεις:
(1) Ήρωας άλλου διηγήματος του Μάρκες που έχει τίτλο «Μπλάκαμαν, ο καλός πωλητής θαυμάτων», με άλλα λόγια ο θαυματοποιός.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου