Τι περίεργες αυτές οι παλιές αναμνήσεις που πάνε κι έρχονται μες στο νου και δε μπορούμε να τις διώξουμε!...
Αυτή που θα σάς διηγηθώ είναι τόσο παλιά ώστε δε μπορώ να καταλάβω πώς είναι τόσο ζωντανή μέσα στο μυαλό μου και πώς διατηρείται τόσο καιρό.
Είδα από τότε πολλά πράγματα απαίσια, συγκινητικά και τρομερά και έχω δίκιο ν' απορώ πώς δε μπορεί να περάσει μέρα χωρίς να νομίσω ότι βλέπω μπροστά μου το πρόσωπο της κυράς Κουτσάβλως, έτσι καθώς τη γνώρισα πριν από πολλά χρόνια όταν ήμουν δέκα ή δώδεκα χρονών.
Η Κουτσάβλω ήταν μια γερόντισσα, η οποία ξενόραβε και ερχόταν μια φορά τη βδομάδα σπίτι μας για να επιδιορθώνει τα ρούχα μετά την πλύση. Ο πατέρας κι η μητέρα κάθονταν τότε σε μια από τις εξοχικές εκείνες κατοικίες που τις λέμε «πύργους» και οι οποίες είναι απλούστατα παλιά μεγάλα σπίτια με μυτερή σκεπή.
Το χωριό, ένα μεγάλο χωριό, έπεφτε λίγο παρέκει, με τα σπίτια του στριμωγμένα γύρω από την εκκλησία, μια εκκλησία με κόκκινα τούβλα, τα οποία είχαν γίνει από την πολυκαιρία μαύρα.
Λοιπόν, κάθε Τρίτη, η κυρά Κουτσάβλω έφτανε κατά τις εξήμιση - επτά το πρωί και ανέβαινε αμέσως στο μέρος που είχαμε τα ασπρόρουχα για να εργαστεί.
Ήταν γυναίκα ψηλή, λιγνή και είχε και γένια ή μάλλον ήταν όλη τριχωτή. Είχε τρίχες σ' όλο της το πρόσωπο, τρίχες που σε ξάφνιαζαν, φυτρωμένες τούφες - τούφες, έτσι που να φαίνονται σαν να τις έσπειρε κανένας τρελός πάνω σε μια προσωπάρα χωροφύλακα... με φουστάνια! Είχε τρίχες πάνω στη μύτη, στα μάγουλα και στα φρύδια της τ' αλλόκοτα και αγριεμένα, που φαίνονταν σαν μουστάκια βαλμένα κατά λάθος πάνω από τα μάτια.
Κούτσαινε, όχι όμως καθώς κουτσαίνουν οι συνηθισμένοι ανάπηροι. Σκαμπανέβαζε μάλλον σαν καράβι σε τρικυμία! Στο κεφάλι της φορούσε πάντα μια τεράστια άσπρη σκούφια με κορδέλες που κυμάτιζαν προς τα πίσω. Την υπεραγαπούσα αυτή την κυρά Κουτσάβλω. Μόλις ξυπνούσα το πρωί ανέβαινα στο πάνω δωμάτιο όπου την έβρισκα να ράβει με τη φουφού κοντά στα πόδια της για να μην κρυώνει. Με υποδεχόταν πάντα με καλοσύνη και ποτέ δεν έδειχνε ψυχρότητα σε μένα. Μου διηγούνταν ιστορίες, ενώ επιδιόρθωνε τ' ασπρόρουχα με τα μακριά νυχάτα δάχτυλά της, τα οποία ήταν πολύ ευκίνητα. Τα μάτια της, κάτω από τα γυαλιά της με τους χοντρούς μεγεθυντικούς φακούς μού φαίνονταν τεράστια, αλλόκοτα βαθιά, διπλάσια απ' ό,τι ήταν...
Μού διηγούνταν τα διάφορα συμβάντα του χωριού, την ιστορία μιας αγελάδας, η οποία είχε φύγει από το στάβλο και την οποία βρήκαν έξαφνα μπρος στο μύλο του Μαλέ να κοιτάζει τα ξύλινα φτερά του, την ιστορία ενός αυγού που βρέθηκε στο καμπαναριό της εκκλησίας χωρίς κανείς ποτέ να μπορέσει να καταλάβει ποια όρνιθα ανέβηκε εκεί πάνω και το γέννησε, την ιστορία του Ζαν Πελάς, ο οποίος πήγε και ξετρύπωσε δέκα λεύγες μακριά από το χωριό το βρακί του αφέντη του που το 'χε κλέψει κάποιος διαβάτης ενώ ήταν απλωμένο για να στεγνώσει... Μού διηγούνταν τα τόσο απλά αυτά γεγονότα, τα οποία έπαιρναν στο παιδικό μου μυαλό διαστάσεις δραμάτων αλησμόνητων. Τα μεγάλα ηρωικά έπη και οι άλλες μυστηριώδεις φανταστικές ιστορίες που μού διηγούνταν κάθε βράδυ η μητέρα μου δεν είχαν καθόλου την ουσία, το γούστο, τη δύναμη των αφηγήσεων της Κουτσάβλως.
Μια Τρίτη που είχα περάσει όλο το πρωί ακούγοντας την κυρά Κουτσάβλω, θέλησα ν' ανέβω και πάλι να τη δω, μέσα στη μέρα, αφού πήγα με τον υπηρέτη και μάζεψα φουντούκια στο δάσος, πίσω από την έπαυλη του Ντουμπρέ. Τα θυμάμαι όλα αυτά πολύ καθαρά σαν να ήταν χθες.
Ανέβαινα, λοιπόν, να τη δω, αλλά καθώς άνοιξα την πόρτα του δωματίου είδα την κυρά Κουτσάβλω να είναι πεσμένη κάτω απ' το κάθισμά της, με το πρόσωπο πάνω στο πάτωμα, με τα χέρια ανοιχτά, τεντωμένα. Κρατούσε ακόμα το βελόνι της στο ένα χέρι και στο άλλο ένα μου πουκάμισο. Το ένα από τα πόδια της ήταν τεντωμένο κάτω από το κάθισμά της και τα γυαλιά της γυάλιζαν κοντά στον τοίχο που είχαν κυλήσει.
Βλέποντας το θέαμα αυτό τρόμαξα και το 'βαλα στα πόδια κραυγάζοντας δυνατά. Έτρεξαν τότε να δουν τι έχω, τους είπα τι είδα, ανέβηκαν γρήγορα πάνω και σαν ξανακατέβηκαν, έμαθα πως η δυστυχισμένη γριά ράφτρα είχε πεθάνει!...
Δε μπορώ να εκφράσω την τρομερή συγκίνηση, που μού βάρυνε την παιδική μου καρδιά ύστερα από το συμβάν αυτό. Ανέβηκα σιγά - σιγά στην αίθουσα και πήγα και χώθηκα σε μια σκοτεινή γωνιά, κοντά σ' ένα τεράστιο και παμπάλαιο ανάκλιντρο πάνω στο οποίο γονάτισα για να κλάψω.
Θα 'μεινα βέβαια πολύ ώρα κλαίγοντας γιατί με πήρε η νύχτα.
Έξαφνα ήλθαν στην αίθουσα με μια λάμπα, αλλά δεν με είδαν και άκουσα τον πατέρα και τη μητέρα να μιλούν με το γιατρό, του οποίου γνώρισα τη φωνή.
Έστειλαν και τον έφεραν επειγόντως και τους εξηγούσε τώρα τα αίτια του δυστυχήματος. Από τα λόγια του γιατρού δεν πολυκατάλαβα και πολλά πράγματα στην αρχή. Είχε καθίσει και τού πρόσφεραν ένα ποτηράκι λικέρ και ένα παξιμάδι.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ο γιατρός συνέχισε πάλι την κουβέντα του.
Τα λόγια που είπε αυτή τη φορά μείναν χαραγμένα στην ψυχή μου ως τώρα και δε θα τα λησμονήσω ώσπου να πεθάνω! Πιστεύω μάλιστα πως μπορώ να επαναλάβω εδώ ακριβώς τα ίδια του τα λόγια:
«Α! Την καημένη τη γυναίκα!» έλεγε. «Υπήρξε η πρώτη μου πελάτισσα εδώ στην εξοχή. Έσπασε το πόδι της την πρώτη μέρα που ήλθα. Και δεν πρόφτασα καλά - καλά να κατέβω από το αμάξι και να πλύνω τα χέρια μου, όταν ήρθαν και με πήραν με μεγάλη βιασύνη. Ήταν σοβαρό, πολύ σοβαρό το πράγμα...
»Ήταν δεκαεπτά ετών τότε, πολύ ωραία κοπέλα, πολύ ωραία, μα πάρα πολύ ωραία! Ποιος θα το πίστευε; Όσο για την ιστορία της, ποτέ άλλοτε δεν την είπα σε κανέναν και κανείς άλλος δεν την έμαθε εκτός από μένα και κάποιον ο οποίος δε μένει πια εδώ, στον τόπο αυτό. Τώρα πλέον που αυτή πέθανε, μπορώ να είμαι λιγότερο εχέμυθος.
»Εκείνη την εποχή είχε εγκατασταθεί στο χωριό ένας νεαρός βοηθός του δασκάλου, νέος όμορφος, με κορμί αρμονικό. Όλες οι κοπέλες τον ήθελαν και αυτός έκανε τον ακατάδεκτο, καθώς φοβόταν άλλωστε πολύ τον προϊστάμενό του το δάσκαλο, τον γερο - Γαρμπό, ο οποίος δεν ήταν συχνά στις καλές του.
»Ο γερο - Γαρμπό χρησιμοποιούσε για ράφτρα την ωραία Κοραλία, τη σημερινή Κουτσάβλω, που πέθανε μέσα στο σπίτι σας. Πήρε το όνομα Κουτσάβλω έπειτα από το πάθημά της. Ο βοηθός του δασκάλου έδειξε τέλος πως πρόσεξε ιδιαίτερα την ωραία αυτή κοπέλα, η οποία κολακεύτηκε γιατί προτίμησε αυτή και τον αγάπησε. Ο νεαρός βοηθός πέτυχε απ' αυτή ένα πρώτο ραντεβού στον αχυρώνα του σχολείου, έπειτα από το ράψιμο της ημέρας, ενώ σκοτείνιαζε...
»Η Κοραλία προσποιήθηκε πως φεύγει για να γυρίσει δήθεν στο σπίτι της, μα καθώς έβγαινε απ' το σπίτι του Γαρμπό, αντί να κατέβει τη σκάλα, ανέβηκε και πήγε και κρύφτηκε ανάμεσα στ' άχυρα για να περιμένει τον αγαπημένο της. Αυτός έφτασε σε λίγο εκεί και άρχισε να τής λέει λόγια γλυκά, όταν η πόρτα κάτω άνοιξε πάλι κι ακούστηκε η φωνή του δασκάλου, ο οποίος ρωτούσε:
«Τι κάνεις εκεί πάνω Εδμόνδε;»
»Ο νεαρός βοηθός κατάλαβε πως θα τον έπιαναν, τα 'χασε και μην ξέροντας τι να πει απάντησε ηλίθια στην ερώτηση του δασκάλου:
«Ανέβηκα για να ξαπλώσω λίγο πάνω στα δεμάτια, κύριε Γαρμπό».
»Ο αχυρώνας αυτός ήταν πολύ μεγάλος, τεράστιος, κατασκότεινος και ο Εδμόνδος έσπρωχνε προς το βάθος την έντρομη κοπέλα μουρμουρίζοντας:
«Προχώρησε ακόμη! Κρύψου!... Θα με κάνεις να χάσω τη θέση μου, κρύψου, σού λέω, χάσου!»
»Ο δάσκαλος ακούγοντας ψιθυρίσματα, ξαναφώναξε:
«Δεν είσαι λοιπόν μόνος σου εκεί;»
«Πώς! Ολομόναχος κύριε Γαρμπό!»
«Μα όχι, αφού μιλάς».
«Σάς ορκίζομαι πως είμαι ολομόναχος!»
«Τώρα θα δούμε», είπε τότε ο γέρος και, κλειδώνοντας την πόρτα μην τού ξεφύγουν, πήγε να πάρει ένα φως.
»Τότε ο νέος, άνανδρος, από εκείνους που συναντά κανείς συχνά, τα έχασε και άρχισε να φωνάζει σαν μανιασμένος:
«Μα κρύψου, κρύψου να μη σε δει. Θα μού καταστρέψεις την καριέρα μου... Κρύψου λοιπόν!»
»Σε λίγο άκουσε τον δάσκαλο να ξαναγυρίζει. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, η Κοραλία αποφάσισε να θυσιαστεί για χάρη εκείνου του άθλιου.
»Έτρεξε στο παραθυράκι, το οποίο άνοιγε προς το δρόμο, το άνοιξε αμέσως, έπειτα με φωνή σιγανή και αποφασιστική είπε:
«Θα 'ρθεις να με σηκώσεις μόλις φύγει», είπε στον άνανδρο φίλο της...
»Και πήδησε κάτω!...
»Ο γερο - Γαρμπό δε βρήκε κανέναν άλλο στον αχυρώνα και κατέβηκε πάλι γεμάτος απορία...
»Έπειτα από ένα τέταρτο, ο άνανδρος αυτός με επισκέφτηκε και μού διηγήθηκε το συμβάν. Η κοπέλα είχε μείνει εκεί κάτω κοντά στον τοίχο και τής ήταν αδύνατο να σηκωθεί, γιατί είχε πέσει από ύψος δύο ορόφων! Έπεφτε ραγδαία βροχή και μετέφερα στο σπίτι μου αυτή τη δυστυχισμένη, της οποίας το δεξί πόδι ήταν σπασμένο σε τρία μέρη, και τής οποίας τα κόκαλα είχαν τρυπήσει το κρέας και έβγαιναν έξω! Δεν παραπονιόταν κι έλεγε μόνο με θαυμαστή αυταπάρνηση:
«Τιμωρήθηκα! Δίκαια τιμωρήθηκα!»
»Έφερα κι άλλους να με βοηθήσουν, καθώς και τους γονείς της κοπέλας, στους οποίους είπα ένα ολόκληρο παραμύθι, πως δήθεν αφήνιασαν τα άλογα μιας άμαξας, την παρέσυραν και την τσάκισαν μπρος στην πόρτα μου!...
»Με πίστεψαν και η χωροφυλακή αναζητούσε μάταια, επί ένα μήνα, τον ένοχο αμαξά.
»Αυτή είναι η ιστορία της!
»Η γυναίκα ήταν αληθινή ηρωίδα. Αυτός ήταν και ο μοναδικός της έρωτας.
»Πέθανε παρθένα. Ήταν μια μάρτυρας, μια μεγάλη ψυχή! Ο Θεός να την αναπαύσει...»
Και ο γιατρός σώπασε...
Μωπασσάν Γκυ ντε
Περιοδικό «Μπουκέτο», Μάιος 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου