Το γλυκό ονοματάκι που σκεπάζει τας ολίγας αυτάς σελίδας, με μίαν υποσημείωσιν: Η σελίς του Έρωτος και του Θανάτου, το ευρίσκω εις ένα φύλλον του σημειωματαρίου μου, το οποίον έχει γεμίσει με τας λησμονημένας περιπετείας ενός ορεινού ειδυλλίου.
Από τας μισοσβησμένας αυτάς σημειώσεις αναπλάττω τώρα όλην την πένθιμον ιστορίαν, μια κοινοτάτην ιστορίαν έρωτος, από τας οποίας -αλίμονον!- είναι γεμάτος ο κόσμος.
Ανάμεσα εις τα έλατα του Αίνου είχα περάσει το περασμένον καλοκαίρι. Εις τας ειρηνικάς, τας αιωνίας σκιάς των ορεινών ασύλων, εις τας μεγάλας πνοάς των ανέμων, εις την βαλσαμώδη καταχνιάν της πρασινάδας, εις τας ναρκωτικάς αναθυμιάσεις του δάσους, είχα φέρει με πίστιν, προσκυνητής ευσεβής της μεγάλης Φύσεως, την αρρωστημένην, την πληγωμένην πεδινήν μου ψυχήν.
Ένα πρωί είχα κατεβεί εις το χωριό -έν' από τα πολλά με τα οποία είναι σπαρμένον το Μεγάλο Βουνό. Πώς ομοιάζουν το ένα με το άλλο τα κάτασπρα αυτά χωριά, με τα μικρά, τα ασβεστωμένα των σπιτάκια, με τους στενούς δρόμους, χωρισμένους από χαμηλές ξερολιθιές, επάνω εις τας οποίας πλέκει τα αγκάθια του και τα άσπρα του λουλούδια ο άγριος βάτος, με τα ολίγα δένδρα που τριγυρίζουν κάθε σπίτι, με τα μαγαζιά τους τα καθαρά, τα πλακωστρωμένα, τα στολισμένα με κλαδιά ελάτων, με τα παιδάκια τα ηλιοκαμένα, που παίζουν ξεσκούφωτα και ζωηρά εις τους δρόμους και με τα κορίτσια που κάθονται εις τις πόρτες, εις το πλάγι των ηλικιωμένων γυναικών και κεντούν βυθισμένα εις το γλυκύ όνειρον του γάμου, που φωτίζει έξαφνα τα μελαχρινά πρόσωπά των, όταν σηκώνουν τα ωραία, μεγάλα των μάτια από το εργόχειρον.
Μόλις εκατέβηκα εις το χωριό επήγα κατευθείαν εις το σπίτι του ιατρού. Ήτο παλαιός μου συμμαθητής, ένας υψηλός συμπαθητικός νέος, που είχε κλείσει την νεότητά του και την επιστήμην του μέσα εις το μικρό χωριό και εσκορπούσε με αφοσίωσιν τα άγια δώρα της ιατρικής, τα βάλσαμα της θεραπείας εις τους δυστυχισμένους χωρικούς. Την ώρα που έφθασα εις την θύραν του ιατρού δύο γυναίκες βιαστικές, σαστισμένες, με τα δάκρυα εις τα μάτια, με ευχάς και παρακλήσεις εις τα χείλη, με χειρονομίες απελπισίας και τρόμου, γυναικείας χειρονομίας ατελειώτους, επερίμεναν τον ιατρόν εις το κατώφλιον. Ο ιατρός ενδύθηκε βιαστικά, μ' επήρεν από το χέρι και ετραβήξαμεν όλοι μαζί.
Εις τον δρόμον που επερνούσαμεν ήτο μεγάλη κίνησις και αι γυναίκες, εις ομίλους πυκνούς, θορυβώδεις, ωμίλουν ζωηρά, με πρόσωπα αναμμένα, ερεθισμένα από την διήγησιν. Η αφορμή της συγκινήσεως αυτής δεν εφαίνετο να είναι η διάβασίς μας. Απαρατήρητοι σχεδόν επεράσαμεν. Μόνον μία γριά, που εκάθητο μόνη εις ένα σκαλοπάτι και έγνεθε την ρόκα της, αδιάφορη εις το σούσουρο που εγένετο τριγύρω της, κάτι ερώτησε την μίαν από τας γυναίκας που μας συνόδευαν. Εις την απάντησιν την βιαστικήν της γυναικός η γριά εκούνησε λυπητερά το άσπρο της κεφάλι, εστάθηκε μίαν στιγμήν -τον καιρόν που θυσιάζει κανείς δια τους ξένους πόνους- και έπειτα εσάλιωσε πάλιν το χέριν της και εγύρισε το σφονδύλι της ρόκας της με αδιαφορίαν. Αλλά το σούσουρο εξακολουθούσε εις τον δρόμον. Ο ιατρός -ως να εμάντευε την περιέργειάν μου- «Σήμερα έχομε φασαρία στο χωριό», μου είπε. «Ένας χωριανός βοσκός έκλεψε το ωραιότερο κορίτσι του χωριού, την μοναχοκόρη ενός πελάτου μου, που έχει μαγαζί εδώ παραπάνω. Η κόρη φαίνεται πως τον αγαπούσε καιρό, τα είχαν συμφωνήσει, και ένα βράδυ η Αγγελική, τρελό κορίτσι, εσηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του γαμβρού, σαν να πήγαινε στο σπίτι της. Ο βοσκός την επερίμενε εκεί και έτσι ήσυχα, ήσυχα, σαν να έκαναν το απλούστερο πράγμα του κόσμου, εκλέφτηκαν, αν μπορείς να το πεις κλέψιμο αυτό. Μη σου φαίνεται παράξενο», εξηκολούθησεν ο ιατρός που μ' έβλεπε χάσκοντα εμπρός του, «εις το χωριό μας έχουμε πολύ συχνά τέτοιου είδους κλεψίματα. Και τι να σου πω αυτή η αφέλεια, αυτή η φυσικότης -γιατί ξέρεις και οι γονείς δεν παρασκοτίζονται πολύ, ούτε ακονίζουν τα μαχαίρια τους να σφάξουν το γαμπρό και το κορίτσι τους- αυτός ο σεβασμός, να το πούμε έτσι, του έρωτος μού φαίνεται πως μυρίζει πολύ πολιτισμό. Και γιατί όχι. Ο γάμος εξαγιάζει σε λίγες μέρες την ένωσή τους και τα ερωτευμένα αυτά ζευγαράκια ζούνε μια χαρά».
Ο ιατρός εσιώπησεν. Είχαμε φθάσει εις το σπίτι του αρρώστου. Πριν εμβούμε εις την αυλή μία γυναίκα, μία χονδρή γυναίκα που δεν την εχωρούσε η πόρτα, με ένα προσποιημένον ύφος συγκινήσεως εις το παχύ, γυαλιστερό, αναίσθητον πρόσωπόν της, επλησίασεν τον ιατρόν και με τόνον εκμυστηρεύσεως τού είπε: «Γιατρός και πνευματικός, παιδί μου, είναι ένα πράμα. Να σου το πω λοιπόν να το ξέρεις, γιατρέ μου, γιατί εγώ είμαι γειτόνισσα και την αγαπώ την κυρα - Γιάνναινα και την πονώ, που πάει να χάσει το κορίτσι της έτσι άδικα. Το καημένο το κορίτσι, αχ, γιατρέ μου, τι κουτά που είναι τα κορίτσια! Αγαπούσε τον Γιάννη τον Παυλάτο, αυτόν που έκλεψε σήμερα την Αγγελικούλα. Η αγάπη αυτουνού την έφερε σ' αυτό το χάλι και την αρρώστησε. Σήμερα το πρωί κάποια γειτόνισσα -τρομάρα της!- ευρέθηκε να της πει -τι το 'θελε τώρα η στρίγγλα να το πει του κοριτσιού! μα θα πεις όλα μαθαίνονται στο χωριό- ευρέθηκε να της πει πως ο Γιάννης ο Παυλάτος έκλεψε την Αγγελική. Και ακόμη δεν της το είπε, της ήλθε αμέσως ένα αίμα ποτάμι, πήγε να μείνει στον τόπο. Αχ, γιατρέ μου! Εγώ σου το είπα να το ξέρεις, γιατί γιατρός και πνευματικός είναι ένα πράμα, παιδί μου...» Και εσφούγγισε με το μανίκι της η χονδρή γυναίκα φανταστικά δάκρυα εις τους οφθαλμούς της, ενώ ο ιατρός μού έριπτεν ένα βλέμμα, το οποίον ετόνιζε και υπεσημείωνε τα λόγια της γυναικός και την διήγησιν την ιδικήν του.
Εμβήκαμεν μαζί εις το μικρό, το πτωχικό σπιτάκι. Κλεισταί ήσαν θύραι και παράθυρα και μόλις επατήσαμεν το κατώφλιον, η βαρεία, η ασφυκτική ατμόσφαιρα της νόσου μ' έκαμε ν' ανατριχιάσω. Ο ιατρός διέταξε ν' ανοίξουν τα παράθυρα. Ο μοσχοβολημένος αέρας του βουνού εχύθηκε εις το στενόν δωμάτιον και εσκόρπισε τριγύρω μια ευωδία βασιλικού, από δύο γλάστρες που ήσαν στημένες, φουντωτές και πράσινες, απ' έξω από το παράθυρον. Εις την γωνιά επάνω, σ' ένα κρεβάτι με στρίποδα που ήτο το μόνον έπιπλο του σπιτιού με δύο καρέκλες ακόμη και ένα τραπεζάκι ξύλινο, ήτο εξαπλωμένη η άρρωστη, ένα σβησμένο κορμί, που μόλις διεκρίνετο από κάτω από τα πτωχικά σκεπάσματα. Το κεφάλι της άρρωστης, ένα ξανθό κεφαλάκι μικρού παιδιού, έβγαινε μόνο από τα σενδόνια, πιο χλωμό και πιο άσπρο από το πρόστυχον πανί του σενδονιού, και ακουμπούσε επάνω εις το μαξιλάρι το σκληρό, με μια έκφραση πόνου, που εχύνετο από τα παραπονεμένα γαλανά μάτια της επάνω εις την αχνή χλωμάδα του προσώπου. Η μητέρα της, κοντά εις το κεφάλι της, αμίλητη, σαστισμένη, με φροντίδες αδιάκοπες, σκυμμένη επάνω εις το κορίτσι της, τής εδιόρθωνε με αγάπη το προσκέφαλο, και εις τις παραξενιές της άρρωστης που τίποτε δεν της άρεσε, που τώρα ήθελε το μαξιλάρι χαμηλότερα και τώρα πάλιν παραπάνω, που τώρα την έκοβε το στρώμα της και τώρα την έπνιγαν τα σενδόνια, εις τα λόγια τα πικρά της αρρώστιας: «Καλύτερα να με πάρει ο Θεός να γλιτώσω από τα χέρια σας», η πτωχή μητέρα απαντούσε με γλυκιές παρηγοριές και με φροντίδες νέες και φιλήματα.
Ο ιατρός επλησίασε. Η άρρωστη επροσπάθησε ν' ανασηκωθεί και εις το κίνημα το βιαστικόν ένα σύννεφο πόνου επέρασε το πρόσωπό της. Ο ιατρός την εχάιδεψε εις τον ώμον και της είπε να καθίσει. Εκείνη εκατάπιε ένα στεναγμό, και άρχισε να λέει πώς πρωτοαρρώστησε. Αλλ' ως να επέρασε από τα μάτια της μια εξαφνική ενθύμησις, λυγμοί την έπνιξαν, τα χέρια της, τα μικρά αχαμνά χεράκια, ήρχισαν να τρέμουν, και εγύρισεν εις την μητέρα της: «Πες τα εσύ, μητέρα, του γιατρού γιατί εγώ δεν μπορώ». Ο ιατρός την εχάιδεψε πάλιν εις τον ώμον.
«Πρώτα, πρώτα πού αρρώστησεν», ήρχισεν η μητέρα, φοβισμένη εμπρός εις τον ιατρόν μήπως δεν διηγηθεί καλά την ιστορίαν της αρρώστιας, μήπως της διαφύγει τίποτε εις την ταραχήν της, ρίπτουσα αλλεπάλληλα ανήσυχα βλέμματα επί του ιατρού και της κόρης της, «πρώτα, πρώτα, τι να σου πω, γιατρέ μου, μού το μάτιασαν το κορίτσι μου. Κακό μάτι έπεσεν επάνω της. Από τότε καλήν ημέραν δεν είδε...»
Ο ιατρός εκίνησε με θυμόν το κεφάλι του, εις το γελοίον αίτιον που ήκουσε. Η κόρη με νέαν προσπάθειαν, με έναν πόθον να διηγηθεί μονάχη της τον πόνο της, διέκοψε την μητέρα της.
«Όχι, μητέρα. Την ημέρα που εγύριζα με τα ξύλα από το βουνό», και λυγμοί την έπνιξαν πάλιν, «εκρύωσα. Από τότε δεν είδα καλή ημέρα».
Η μητέρα εξηκολούθησε.
«Έκοβε ξύλα στο βουνό. Όταν κατέβαινεν εις το χωριό την εφύσησε ο αέρας και εκρυολόγησε. Να πεις πως έπεσε εις το κρεβάτι, δεν έπεσε. Μα από τότε άρχισε να μαραίνεται, ένας ξερόβηχας την ετυρανούσε, έχασε την όρεξή της...»
Πτωχή μητέρα! Μην καταριέσαι το αέρι του βουνού. Φορτωμένη με τα κλαδιά η κόρη σου κατέβαινε με τ' άλλα κορίτσια από το βουνό. Μα δεν εγύριζε μονάχη. Την ίδια ώρα, το δειλινό, εκατέβαινε κάτω στη στάνη με τα πρόβατά του ο βοσκός ο έμορφος. Απ' όλα τα κορίτσια τα μάτια του έπεφταν στην κόρη σου. Μια ημέρα που είχε μείνει πίσω η Ειρηνούλα για ν' ακουμπήσει μια στιγμή το φόρτωμά της, εσίμωσε ο βοσκός και της είπε ένα γλυκό λόγο. Τα μάτια τους αντικρυσθήκανε μια στιγμή και μέσα εις τα στήθη τ' άπλερα της κόρης σου άρχισε να κτυπά η καρδιά της δυνατά. Εις τη ματιά εκείνη του βοσκού ήτο κρυμμένο, πτωχή μητέρα, το πρώτο φαρμάκι της αρρώστιας.
Η μητέρα εξηκολούθησε.
«Άμα την είδα έτσι, χλωμή και αρρωστημένη, της είπα να μην ξαναπάει στο βουνό, να μείνει στο σπίτι να πάρει επάνω της. Μα αυτή τίποτε. Αυγή, αυγή εξεκινούσε με τ' άλλα κορίτσια του χωριού. Μια βραδιά εγύρισε άλλος άνθρωπος, τρομασμένη, με τα μαλλιά της άνω κάτω, φλόγες έβγαζαν τα μάγουλά της. Ενόμισα πως είχε θέρμη. “Τίποτε δεν είναι, μητέρα”, μου είπε. “Ένα σκυλί μ' εκυνήγησε από μια στάνη κι εσκιάχθηκα και καθώς έτρεχα εκουράσθηκα κι επιάσθηκε η αναπνοή μου”. Ύστερα ησύχασε. Μα τη νύχτα ήτο ανήσυχη, επαραμιλούσε, επαράδερνε στο κρεβάτι της και τα χέρια της έκαιαν σαν κάρβουνα».
Πτωχή μητέρα! Μην καταριέσαι το μανδρόσκυλο της στάνης. Όταν εγύριζε η Ειρηνούλα από το δάσος, ο βοσκός την ακολουθούσε πάλι από πίσω. Κι εκεί στην ίδια πέτρα που εκάθησεν να ξαποστάσει την πρώτη φορά, εκεί που ο τρελός βοσκός της είπε τα γλυκά λόγια, αυτή τη φορά εκοντοστάθηκε επίτηδες και τον επερίμενε. Εζύγωσε ο Γιάννης, και την ώρα που τα άλλα τα κορίτσια έστριβαν το μονοπάτι, την άρπαξε μέσα στην αγκαλιά του, της έσφιξε το παιδιακίστικο κορμί μέσα εις τη λεβέντικη αγκαλιά του και με μανία τής εκόλλησε χίλια φιλιά εις τα αφράτα, τα παρθενικά της μάγουλα, τα μάτια τα μεγάλα, εις το μέτωπο, εις τα μαλλιά τα πουπουλένια, εις το λαιμό, τα χείλη, σαν τρελός. Όταν εξέφυγε από τα χέρια του βοσκού, σα μεθυσμένη, δειλή, ντροπιασμένη, δεν έβλεπε να περπατήσει εμπρός, το αίμα είχεν ανεβεί να την πνίξει, της εθάμβωνε τα μάτια της και τα μάγουλά της έκαιαν σαν κάρβουνα αναμμένα. Έβαλε τα χέρια επάνω εις τα μάγουλά της για να καταλάβει αν είναι κόκκινα, και τα ετράβηξεν με φόβον. Α, πώς έκαιαν! Εδάγκασε τα χείλη της, διόρθωσε τα μαλλιά της μ' ένα κίνημα νευρικό, σαν να την έβλεπαν χίλια μάτια τριγύρω, και ετράβηξε τον δρόμον της. Έτρεμαν τα πόδια της στο δρόμο και τα γόνατά της ελύγιζαν. Η καρδιά της ήτον φουσκωμένη, τα δάκρυα την έπνιγαν και μέσα εις το στήθος της επλημμυρούσεν ένα καινούριο, άγνωστο, παράξενο αίσθημα, σα λύπη και χαρά μαζί, σαν εντροπή και σαν καύχημα, και ανέβαινε από το στήθος και της έσφιγγε το λαιμό και ήθελε να κλάψει, να κλάψει πολύ, να χύσει ποταμούς δάκρυα, μα όχι εις την αγκαλιά της μητέρας της, όχι στα χέρια των φιλενάδων της, αλλά σε άλλα στήθη τώρα, σε στήθη που ως χθες της ήσαν ξένα και που από σήμερα της ήσαν πιο γνώριμα και πιο αγαπημένα από την αγκαλιά της μητέρας της, από τα χέρια των φιλενάδων της, εις τα στήθη του βοσκού... Εκατέβαινε μόνη εις το μονοπάτι και όλη η φύσις τριγύρω, τα δένδρα τα υψηλά, τα βαθυίσκιωτα, το ταπεινό χορτάρι της γης, τ' αγριολούλουδα που η εσπερινή αύρα τα εκουνούσε καμαρωτά επάνω εις τη χλόη και τα μικρόπουλα που επετούσαν ανήσυχα από δένδρο σε δένδρο, για να 'βρουν κλαρί να κοιμηθούν, και το γλυκό βασίλεμα του ήλιου, της εμιλούσαν όλα τώρα, σαν σε όνειρο, γλυκά λόγια. Α, πώς την έπνιγαν τα δάκρυα, και, όταν άκουσε από μακριά ένα φύσημα φλογέρας να σβήνει σπαρταριστό μαζί με το φως της ημέρας, πώς εξέσπασε μέσα της ο μυστικός πόνος και πώς έκλαψε, πόσον έκλαψε! Κι όταν επλησίασε στο χωριό, κι εσήκωσε την κεντημένη της ποδιά να σφουγγίσει τα δάκρυά της, πώς της εφαίνοντο ξένα και άγρια όλα τα μέρη εκείνα, που εγεννήθη και ανεστήθηκε. Και όταν εμπήκε εις το σπίτι της και την αρώτησες με αγάπη και με φόβο, πτωχή μητέρα, τι έχει που είν' έτσι, μήπως δεν είναι καλά, μήπως εκρύωσε εις το βουνό, τι ξένα, τι βαρετά που ήσαν γι' αυτήν τα μητρικά σου λόγια και πώς σου εκακομίλησε και πώς σου εγύρισε το πρόσωπο από την άλλη μεριά και πώς είχεν αλλάξει η χαϊδεμένη σου η κόρη! Και συ την εσυμπάθησες, είπες πως είναι από την κούραση, είπες πως είναι από την παραξενιά της αρρώστιας και την νύχτα, που επαράδερνε και επαραμιλούσε εις το στρώμα της, έμεινες άγρυπνη, δυστυχισμένη μητέρα, κι εσηκώθηκες κρυφά κρυφά και της εφίλησες τα χέρια και το μέτωπο, με τα δάκρυα στα μάτια. Ποιος ξέρει αν την ώρα που τα μητρικά σου χείλη ακουμβούσαν στο αναμμένο πρόσωπό της, αν δεν ονειρευότανε εκείνη άλλα χείλη πιο ζεστά, τα χείλη του βοσκού, που είναι το φίλημά τους γλυκύτερο από τον ήχο της φλογέρας;
Η μητέρα εξηκολούθησε:
«Από τη βραδιά εκείνη δεν είδαμε ημέρα καλή. Η όρεξή της εκόπηκε, ο ύπνος της εχάθηκε, έγινε παράξενη, τίποτε δεν της άρεσε, εγκρίνιαζε όλη την ημέρα τα 'βαζε με μένα, με τον πατέρα της, όλα της έφταιγαν, ετρωγότανε με τα ρούχα της. Όλες οι γειτόνισσες που δεν την είχαν ακούσει ως τώρα να βγάλει λόγο κακό από το στόμα, την έβλεπαν κι έκαναν το σταυρό τους. “Ε, κυρά Γιάννενα”, μου έλεγαν, “είναι της αρρώστιας, είναι της αδυναμίας, μην την ξεσυνερίζεσαι, άμα πάρει επάνω της θα της περάσουν”. Μα πού να πάρει επάνω της, γιατρέ μου! Η γκρίνια της την έφαγε. Μας αρρώστησε όλους εδώ μέσα. Δεν ήθελε πια να βγει από το σπίτι, δεν ήθελε να πάει στο βουνό, έπεσε στο στρώμα, έκλαιγε μέρα νύχτα, έφαγε τα νιάτα της. Σήμερα το πρωί με φώναξε τρομασμένα. “Δε μπορώ, μητέρα”, μου είπε. “Έχω ένα πλάκωμα στο στήθος. Ο λαιμός μου με γαργαλάει...” Δεν επρόφθασε να τελειώσει το λόγο, ένας βήχας εξαφνικός της ήλθε, κι ένα αίμα ποτάμι, κόκκινο άλικο αίμα, αφρισμένο, εκύλισε από το στόμα της. Αχ, γιατρέ μου, ενόμισα πως θα μου μείνει στον τόπο. Ο άγιος την εφύλαξε...»
Καημένη μητέρα, για τους αγαπημένους όλος ο κόσμος είναι ξένος, ξένα είναι ακόμα και της μάνας τα στήθη... Αν δεν ήτον έτσι, η Ειρηνούλα σου θα έπεφτε μια ημέρα στην αγκαλιά σου και θα σου έλεγε, τι δεν θα σου έλεγε. Θα σου έλεγε πως ο βοσκός, που της είχε κλέψει τη μικρούλα της καρδιά, μια ημέρα εχάθηκε, την άφησε, δεν ξαναφάνηκε πια από το ίδιο μονοπάτι, την ώρα του δειλινού που κατέβαιναν όλα τα κορίτσια στο χωριό. Επέρασαν ημέρες και δεν τον είδε. Κάθε ημέρα που εξημέρωνε μια καινούρια ελπίδα εις τα στήθη της Ειρηνούλας και κάθε βράδυ η ελπίδα αυτή έσβηνε μέσα στα κρυφά δάκρυα. Μια ημέρα, που καθότανε στην πόρτα κι εκεντούσε ένα μαντίλι μεταξωτό για τον αγαπημένο της, άκουσε μια γειτόνισσα που έλεγεν ότι η τρελή η Αγγελική, που εξελόγιαζε και τους γέρους του χωριού, είχε ξελογιάσει τον μικρό βοσκό... Αν όλος ο κόσμος δεν ήτο ξένος για τους αγαπημένους, πτωχή μητέρα, η μικρούλα σου θα έπεφτε στην αγκαλιά σου και θα σου έλεγεν ότι εις το λόγο τον πικρό της γειτόνισσας ένιωσε μέσα στα στήθη της κάτι τι να σχισθεί βαθιά και ένα μαύρο σύννεφο να σκεπάσει τα μάτια της, και θα σου έλεγε πως από κείνη την ημέρα η ζωή της άρχισε να σβήνει. Και σήμερα, σήμερα που από τα χλωμά, τα άσπρα χείλη της, εκύλισε ποτάμι το κόκκινο, το άλικο αίμα της καρδιάς της, θα σου έλεγε, πτωχή μητέρα, ποια μαχαιριά τής έσχισε το στήθος της, θα σου έλεγε πως η μαχαιριά αυτή ήτο ο λόγος ο πικρός, που άθελα τής είπαν οι γειτόνισσες, ήτο το μαύρο μήνυμα -ω, πώς δεν έπεσε νεκρή, Θεέ μου!- το μήνυμα πως ο αγαπημένος της δεν ήτο πια δικός της, της τον πήρε μια σκύλα, της τον επήρε για πάντα. Και θα σου έλεγεν ακόμη, πτωχή μητέρα, ότι δεν ήτο ανάγκη να φέρεις γιατρούς και να της κάμεις ευχέλαια, γιατί τώρα ήθελε να πεθάνει, ήθελε να κλείσει τα μάτια της και να κατεβάσει μαζί μέσα στον τάφο με ζήλια τα τελευταία φιλιά του βοσκού, που δεν ήτο δικός της πλέον!...
Ο ιατρός επλησίασεν εις το κρεβάτι. Η άρρωστη έκαμε ν' ανασηκωθεί, έκαμε κάτι να πει, αλλά ο ιατρός την εμπόδισε, της είπε να μην κινηθεί καθόλου και να μη ομιλήσει όλην την ημέρα. Έσυρε μόνο το ελαφρό σκέπασμα και εξεσκέπασε το στήθος της κόρης. Ένα βαρύ πρόστυχον υποκάμισο από αλεύκαντο πανί εσκέπαζε το κάτασπρο σώμα, επλήγωνε τη βελουδένια επιδερμίδα του μαρμαρένιου λαιμού. Το μικρό, το άπλερο κορμί, δεν το είχε στραγγίσει ακόμη η αρρώστια. Τώρα μόλις τα λεπτοκαμωμένα κόκαλα των ώμων και του στήθους άρχισαν να φαίνονται από κάτω από το κάτασπρο δέρμα. Οι ώμοι έπεφταν χυτοί ακόμη από τον λαιμόν, στολισμένοι με τα ξανθά, τα μεταξένια μαλλιά, και το πρόστυχο πανί του υποκαμίσου εμπρός εις το στήθος ανεσηκώνετο ελαφρά σε μια χυτή στρογγυλάδα. Η αναπνοή η γρήγορη και οι κτύποι της καρδιάς ανεσήκωναν με χάρη το ταραγμένο στήθος. Ο ιατρός έσκυψε το συλλογισμένο πρόσωπό του και ακούμπησε το αυτί του εις το στήθος της μικρούλας. Όταν εσήκωσε το κεφάλι του, είδα τα μάτια του βαριά. Είπε μερικά παρηγορητικά λόγια, μ' ένα χαμόγελο, προσποιημένο, πένθιμο χαμόγελο, κάτι έγραψε εις ένα χαρτί, κάτι παρήγγειλε, μ' επήρε από το χέρι κι εβγήκαμεν έξω. Όλο το δρόμο δεν εμιλήσαμε λέξη. Εις τις πόρτες των σπιτιών αι γυναίκες μαζωμένες εσουσούρευαν ακόμη για το νέο της ημέρας, για το κλέψιμο της τρελής Αγγελικής.
Εμπρός εις τα μάτια μου, μου έμενε καρφωμένο το μισοσβησμένο κορμί της κόρης, με το χλωμό πρόσωπο και τα παραπονεμένα μάτια. Έβλεπα εμπρός μου το ραγισμένο φαρφουρί του στήθους της ν' ανασηκώνεται με αγωνία από κάτω από τα σκεπάσματα, να λαχταρίζει από την τρικυμία που έκλεινε μέσα του. Τι τρικυμία, Θεέ μου! Αδύνατο πλάσμα, κορμί ασθενικό, είχε κλείσει μέσα του όλη τη μπόρα της ζήλιας, της εκδικήσεως, του πόνου. Ω, πώς θα την εμισούσε τη γυναίκα εκείνην που της είχε αρπάξει, που της είχε κλέψει την αγάπη της, που την έβλεπε εις το δρόμο με βλέμματα περιγελαστικά, και εγελούσε πίσω της όταν περνούσε από σιμά της. Α, πώς θα την εμισούσε! Και δεν είχε την δύναμη, πτωχό κορμί, δειλή ψυχούλα, να ορμήσει επάνω της, να την αρπάξει από τα μαλλιά, την κλέφτρα, να την ξεσχίσει με τα νύχια της, να την ποδοπατήσει και να της τρίψει μέσα εις τη λάσπη το πρόσωπο, που ήτο πιο όμορφο από το δικό της, τα μάτια τα πλανετικά, που ήσαν πιο ερωτικά από τα δικά της, να της σβήσει μέσα εις τα χώματα την ομορφιά τη διαβολική που της είχε πλανέσει τον αγαπημένο της, που της τον είχε κλέψει, γιατί αυτός ήτον καλός, την αγαπούσε τρελά, και δεν τον μισεί αυτόν και θα πεθάνει με τ' όνομα εις τα χείλη της. Τι τρικυμία, Θεέ μου, κλεισμένη μέσα στο αρρωστημένο εκείνο κορμί! Τι μπόρα ζήλιας και εκδικήσεως και πόνου μέσα εις το δειλό το ραγισμένο ανθογυάλι των παρθενικών στηθιών!
... Καιρός επέρασεν έκτοτε. Μια ημέρα που εκατέβαινα από το δάσος, με το τουφέκι μου στον ώμο, είδα κάτω εις το χωριό, εις το δρόμο που πηγαίνει προς τη μικρούλα εκκλησιά, κόσμον πολύν που αργοπερπατούσε σα μαύρο βουβό σύννεφο. Όταν είδα τον κόσμον εκείνον και εσταμάτησε από κάτω από τα ψηλά κυπαρίσσια της εκκλησιάς, η καρδιά μου εκτύπησε δυνατά. Κάτι μου έλεγε, ότι ήτο το λείψανο της δυστυχισμένης μικρούλας. Οι καμπάνες της εκκλησιάς εσήμαιναν λυπητερά. Και ενώ τα τελευταία κτυπήματα εσβύνοντο εις τον αέρα, εσκεπτόμουν ότι αύριο οι ίδιες καμπάνες τρελές θα σημαίνουν με χαρά εις το γάμο του βοσκού. Και ενωμένοι μες στο νου μου οι δυο αταίριαστοι ήχοι μού εσυμβόλιζαν όλη την πικρή ειρωνεία της ζωής...
Συνηθισμένη ιστορία! Μία από τις ιστορίες, που είναι, αλίμονον, γεμάτος ο κόσμος!
Νιρβάνας Παύλος
Ελληνικά Διηγήματα,
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1896
(Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου