Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

ΌΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ

   
   Είναι τώρα δεκαπέντε μέρες που η κυρία Σαρίκη βρίσκεται σε μεγάλη κίνηση· όσο δηλαδή τής επιτρέπουν τα μισοπιασμένα της πόδια και τα εβδομήντα οχτώ της χρόνια. Μα τι ήταν, αλήθεια, και τούτο το ξαφνικό; Για όλο τον άλλο κόσμο, βέβαια, δεν είναι τίποτα. Να: ένας χορός· ή καλύτερα, μια οικογενειακή γιορτή· ένα πράμα δηλαδή συνηθισμένο. Μα, για την κ. Σαρίκη και για την κόρη της, τη δεσποινίδα Αννίτσα -ακόμα τήνε λένε έτσι- το πράμα διαφέρει. Και όχι μόνο διαφέρει, αλλά και τις ταράζει σε απίστευτο βαθμό. Ορίστε μια λίμνη ατάραχη. Άξαφνα κάποιος, για χάζι, σού πετάει μια πετρούλα μες στη μέση και στα κάνει όλα μούσκεμα. Βάζει σε κίνηση το κοιμισμένο νερό, τις ακίνητες καλαμιές, τα φωλιασμένα πουλιά... Ας είναι.
   Και δεν πρόκειται μόνο για το χορό· το πιο σπουδαίο είναι πως στη γιορτή θα παρευρεθεί κι ένας υπουργός. Ναι. Ακούτε; Ένας υπουργός! Αχ, Θεέ μου!... Και ο υπουργός είναι ανύπαντρος, γεροντοπαλίκαρο!... Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου!... Όλα γίνονται. Τα φέρνει έτσι ο Θεός που όλα γίνονται. Ταιριάζει τ' αταίριαστα, μερώνει τ' ανήμερα, φτάνει να θέλει. Είναι τώρα δεκαπέντε μέρες, λοιπόν, που η κ. Σαρίκη πολεμάει να καταπείσει την Αννίτσα να πάει στη γιορτή. Ναι. Δεν ξέρω τώρα τελευταία, τι έπαθε και τούτο το ευλογημένο το κορίτσι!  Κλείστηκε και δε μπορεί να πάει πουθενά. Λες και τήνε πήρανε τα χρόνια!...
   Η γριά έχει το λογαριασμό της. Έχει δηλαδή τα εβδομήντα οχτώ της χρόνια για μέτρο αλάθευτο: το τυλίγει και το ξετυλίγει και μετρά και λογαριάζει και δεν πέφτει ρούπι έξω. Πού, λοιπόν, σε παρακαλώ, εβδομήντα οχτώ και πού τριάντα επτά! Έχει η Αννίτσα ακόμα μπροστά της καιρό, ου, σαράντα ένα χρόνια. Τι χτυπητοί, αλήθεια, που γίνονται οι αριθμοί από τα είκοσι πέντε κι απάνω! Τριάντα, τριάντα πέντε, σαράντα, πενήντα... Τα λες και σού γεμίζουνε το στόμα. Τα συλλογιέσαι και θαρρείς πως καμπάνες σού ξεκουφαίνουν τ' αυτιά. Τέλος, και για να μην τα πολυλογούμε, εδώ και δυο βδομάδες ήρθε η εγγόνα της κ. Σαρίκη, η Κλειώ -το τσακλοκούδουνο, το χτεσινό μωρό... «Γιαγιά, σήμερα δεκαπέντε κλείνω χρόνο που παντρεύτηκα. Ο Γιώργος θέλει να γιορτάσουμε το γεγονός. Κοίταξε να καταφέρεις τη θεία την Αννίτσα να 'ρθει... Αν δεν έρθει, ξέρεις, θα τού κακοφανεί του Γιώργου.  Και εκτός αυτού... Άκουσε, γιαγιά, η γιορτή είναι οικογενειακή, βέβαια, μα θα 'χουμε και τον κύριο Φαντά, τον υπουργό... είναι αδελφικός φίλος του Γιώργου, φίλος μας, κι έχουμε το λογαριασμό μας. Ξέρεις, γιαγιά, όλα γίνουνται...»
   Αχ, μα τι ήταν τούτο που τής είπε! Αφήνουμε πια τα άλλα· γιατί τής είπε κι άλλα, ένα σωρό μικροπράματα, μα τούτο το τελευταίο ήτανε που την έβαλε στα αίματα. Δεκαπέντε μέρες τώρα, λοιπόν, τής έβγαλε την ψυχή της καημένης της Αννίτσας. «Εγώ στην ηλικία σου έκανα τούτο... εγώ στην ηλικία σου έκανα κείνο... Ναι! Σαν κι εσένα εγώ ήμουνα πεταλούδα! Μ' έπαιρνε ο μακαρίτης ο πατέρας σου και πηγαίναμε σε όλους τους χορούς. Τις απόκριες γλεντούσαμε από τη μια άκρη της βδομάδας ως την άλλη. Δε λογάριαζα κούραση· δεν την ένιωθα. Τώρα εσύ, αν βγεις το πρωί, δε μπορείς να βγεις το απόγευμα. Αν έχεις να πας το βράδυ πουθενά, πρέπει να 'σαι ξαπλωμένη όλο το απομεσήμερο· εκδρομή δε θες να πας, γιατί, λέει, μετά το φαΐ βαραίνεις, κλείνουν τα μάτια σου, γίνεσαι σαλάτα. Άκου... Παιδί πράμα, να σού κάνει τέτοιες κουβέντες!... Μα, αν δε μπεις, αν δε βγεις, αν δεν κουνηθείς, πώς θα σε δει κι ένας άνθρωπος, ε; Είδα κι έπαθα να σε καταφέρω να κόψεις τα μαλλιά σου. Όλες σου οι φιλενάδες φαίνουνταν μικρότερες κι εσύ μεγαλύτερη μ' εκείνο τον κότσο!... Έλα, εμπρός, σήκω!... Φώναξε τη μοδίστρα, πήγαινε στα μαγαζιά, άνοιξε τα μπαούλα, βγάλε να δούμε... Να, ξήλωσε τούτο, σιδέρωσε κείνο... Άμα το μαντάρεις αυτό εδωνά, δε θα φαίνεται· να, θα πιαστεί στο δέσιμο. Έλα!... Φόρεσε τα γάντια σου, χωσ' τα στη μπενζίνα... τρίφ' τα τώρα...»
   Αχ, Παναγία μου, πώς τήνε βασανίζει η μάνα της! Πώς τήνε παιδεύει, χωρίς να το νιώθει! Πώς θα 'θελε, Χριστούλη μου, να την αφήσουν κει δα, σε μια γωνιά, ήσυχη, μες στο αποκάρωμα που τής έφερε το πνίξιμο των ονείρων της εδώ και τόσα χρόνια! -Μαύρη θάλασσα, γιομάτη ναυάγια... Ό,τι τής λέει η μητέρα της το κάνει· δε λέει όχι· γιατί να τής χαλάσει την καρδιά; Γιατί να την πικράνει; Αυτή τη μάνα έχει όλη, όλη. Μαζί εγεράσανε.
   Τώρα πώς να τής πει: «Καημένη μαμά, ναι, εσύ στην ηλικία μου, έτρεχες, πήγαινες, γλεντούσες, μα είχες τον άντρα σου από δεκαοχτώ χρονών· τον αγάπησες, τόνε πήρες, έζησες. Ναι, με κατάφερες να κόψω τα μαλλιά μου, μα δεν ξέρεις... Την πρώτη μέρα που βγήκα έξω ένα κοριτσάκι του δρόμου, ένα παλιοκόριτσο βέβαια, στάθηκε, με κοίταξε καλά - καλά από πάνω ως κάτω και είπε σαν να το 'λεγε στον εαυτό του: “Μπα... μια γριά με κομμένα μαλλιά!...” Ζαλίστηκα. Ήμουνα έξω, στη δροσιά, κι όμως ένιωσα μια τέτοια φωτιά στα σωθικά μου, που νόμισα πως θα πέσω χάμω. Επροχώρησα κι ένιωθ' ακόμα το φοβερό μάτι του παιδιού να μ' ακολουθεί, να μπήγεται σαν καρφί στο κορμί μου. Ναι, έκανα πως δεν κατάλαβα, μα ως πότε θα κάνω βέβαια πως δεν καταλαβαίνω!... Μαμά, βαρέθηκα, μ' ακούς;... Βαρέθηκα τη ζωή μου. Άφησέ με εδωνά, στη γωνιά μου, δε θέλω, δεν επιθυμώ πια τίποτα, τίποτα!» Και τα δάκρυά της στάζουνε βροχή μες στην καρδιά της, ώσπου ήρθε και η κρίσιμη μέρα.
   Η Αννίτσα κοιτάζει τον ουρανό και παρακαλεί: Να 'τανε, λέει, να 'πιανε καμιά μπόρα κειδά κατά το βραδάκι, πριν ν' αρχίσει να ντύνεται. Αχ, όλα γίνουνται... δεν τό 'χει για τίποτα, να σού γεμίσει άξαφνα ο ουρανός με σύννεφα και να σού αρχίσει μια μπόρα, μα από κείνες τις μπόρες! Να βροντά, ν' αστράφτει, να ορμούν τα ποτάμια, να παφλάζουν όξω από τις πόρτες, ξεριζώνοντας, σέρνοντας ό,τι βρούνε· να γίνει τέλος πάντων η συντέλεια των αιώνων, μόνο και μόνο για ν' αποφύγει το χτένισμα, το βάψιμο, το παπούτσωμα, το κορσάρισμα... μ' ένα λόγο: το ντύσιμο, γιατί, όσο για τ' αποδέλοιπα, αμ' έχει κι αυτή το λογαριασμό της, όπως τον έχουνε κι όλοι οι άλλοι. Μα σού είναι σήμερα ένας καιρός, καλοκαιράκι! Και τούτο το βράδυ, ασυγνέφιαστο, γαλήνιο, με τα άστρα του στη θέση τους, ατάραχα, με τ' αεράκι του, με τη μακρινή του βουή που δείχνει πως η κίνηση της μέρας άρχισε να καταλαγιάζει...
   Η Αννίτσα κοιτάζει τώρα τη μητέρα της: Θεούλη μου, πού τη βρίσκει τούτη την όρεξη; Ντουλάπια, συρτάρια, κουτιά ανοιχτά. Βουτά τα χέρια της και βγάζει: φτερά, κορδέλες, μπιχλιμπίδια... Εβδομήντα οχτώ χρονών; Ποια; Λάθος. Αυτή τώρα με τον άντρα της ανεβοκατεβαίνει, στριφογυρίζει... Σαλόνια, κόσμος, μουσικές...
   «Στάσου!... Βάλε κορσέ να περιμαζευτείς... μην παρασφίγγεσαι, θ' ανέβει το αίμα στο κεφάλι σου. Βάλε τη ζώνη πιο χαμηλά... Όχι, αυτό δε σού πάει, βγάλτο... ναι, έτσι. Κάρφωσε στα μαλλιά σου αυτή τη μαργαρίτα... Όχι, βάλε καλύτερα τούτο το στεφανάκι... είδες; Όλα τα θυμηθήκαμε, μόνο τα λουλούδια ξεχάσαμε να φρεσκάρουμε. Μα δεν πολυδιακρίνονται ανάμεσα στα μαλλιά... Ναι, έτσι· όσο να σού τα κρατάει, για να μην ανασηκώνονται, καθώς θα χορεύεις. Γιατί ο άλλος να δει πως έχεις μια, δυο τρίχες άσπρες; Θα κάθεσαι τώρα να τους δίνεις λογαριασμό πως τις είχες από δεκάξι χρονών;... Πουντράρισε, καημένη, τα μπράτσα σου... έχουνε διαφορά από το πρόσωπο...»
   Η Αννίτσα κοιτάζει τώρα στον καθρέφτη τη στεφανωμένη της απελπισία.
   Αχ, Θεέ μου, τι όμορφη που είναι από μακριά η ψεύτικη ομορφιά της που δε θα βαστάξει απάνω από δυο ώρες!... Τι κουρασμένες που είναι από τώρα, κάτω από την τεχνητή τους λάμψη, οι γραμμές της!... Κι αυτές οι σάρκες που κρέμασαν λίγο γύρω από το σαγόνι... Κάνει να χαμογελάσει και μοιάζει σα μάσκα, που θέλοντας κάποιος να την κάνει γελαστή, τής τραβά προς τ' απάνω τις γωνιές των χειλιών με δυο γραμμίτσες. Τα μάτια, το μέτωπο, τα μάγουλα βαριά. Αχ, γιατί να μη μπορεί να ελευθερωθεί απ' αυτή τη λυπημένη μάσκα, που την κοιτάζει μες από τις ξεφτισμένες της τρύπες με κάτι μάτια μαραμένα, τσουρουφλισμένα, από το πέρασμα της μεγάλης φλόγας... Και ωστόσο ακούει τις οδηγίες της μάνας της.
   «Ναι, ναι, μαμά...»
   «Μα εσύ, δε με προσέχεις».
   «Προσέχω: να, φροντίζω να 'χω πάντα πίσω μου το φως. Αυτό δε μού 'πες;»
   «Ναι. Και να μην είσαι σκουντούφλα, ακούς;... Να μην αρχίσεις να νυστάζεις...»
   «Μα τι λες τώρα, μαμά;...»
   «Να είσαι ομιλητική. Εσύ ξέρεις να συζητάς πολιτικά. Ένας υπουργός, κατάλαβες;... Θα τού κάνεις εντύπωση... θα σε προσέξει. Δεν την ξέρει κανείς την τύχη του κοριτσιού... όλα γίνουνται».
   Με τα λόγια τούτα και με χίλιες δυο άλλες παραγγελιές μάνα και κόρη καλονυχτίζουνται. Αχ, να βαστούσαν τα πόδια της και σού 'λεγα εγώ!... Μα τι να σού κάνει, που μόλις μπορεί πιάνοντας εδώ κι εκεί να φτάσει από το μεντέρι στο κρεβάτι της· αλλιώς, αντίς η γριά τους υπηρέτρια, θα τήνε πήγαινε η ίδια στο χορό να την καμαρώσει. Να κάθεται έτσι δα  σε μιαν άκρη να βλέπει, και να μη χορταίνει...
   Πόρτες ανοίγονται, κλείνονται, ομιλίες ακούγονται... ύστερα το ταξί που σταματά από κάτω με το ρυθμικό του βράσιμο -σωστός μαστροφασαρίας- ύστερα το ξεκίνημα κι ύστερα η απόλυτη ησυχία. Όλα τούτα δίνουν έναν τόνο γιορτής στην ατμόσφαιρα του ησυχασμένου δρόμου και του κλεισμένου σπιτιού.
   Μόνο κάτω, κειδά στην είσοδο, κοντά στη σκάλα, τουρτουρίζει μπαμπουλωμένη η Αννίτσα· περιμένει πέντε - δέκα λεπτά να καταλαγιάσει το χτυποκάρδι της.
   Να την τώρα που μπαίνει σαν κλέφτης στη σάλα. Κάθεται ξυλιασμένη στον καναπέ κι ανασαίνει δύσκολα. Άκρα ησυχία βασιλεύει στο σπίτι. Η μητέρα της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, θα ονειριάζεται στο μισοΰπνι της πως η κόρη της είναι η βασίλισσα της βραδιάς.
   Αν ήτανε ποτέ δυνατό να πάει σε μια τέτοια συγκέντρωση!... Να βλέπει την Κλειώ, το τσακλοκούδουνο, να τήνε συσταίνει δεξιά κι αριστερά: -«Η θεία μου!...» -«Κύριε Υπουργέ!...» Κι αυτός να τη μετρά με το μάτι, να κάνει τη σύγκριση, να υποκλίνεται: -«Κυρία!...» Ύστερα θα πληροφορηθεί και στη δεύτερη βόλτα θα κάνει παντοίους τρόπους να την πλησιάσει μόνο για να διορθώσει τη γκάφα: -«Δεσποινίς!...» Θα τρέξει κοντά της και καμιά από τις παντρεμένες φιλενάδες της... -«Μα το Θεό, Αννίτσα μου, να μη σε ματιάσω, στέκεσαι μια χαρά! Ε, τι λες; Ακόμα κανένας γαμπρός;» «Ακόμα»! Τι μαχαιριά! Πόσες φορές δεν τ' άκουσε αυτό το «ακόμα»! Θα κάνει ό,τι μπορεί να μην το ξανακούσει. 
   Όλα γύρω της είναι άδεια, κι αυτή χωρίς θέση μες στη χαρά του κόσμου, άχρηστη, βάρος της γης και του εαυτού της. Να 'χει ένα ταίρι δίπλα της, να την κοιμίζει στην αγκαλιά του, να τής δίνει το χέρι και να τη σηκώνει ψηλά, μες στο φως -ο δυνατός, ο άντρας, ο προστάτης. Τώρα ζει στο μισόφωτο, τριγυρισμένη από την αδιάφορη και γι' αυτό πιο σκληρή  ειρωνεία των ανθρώπων. Φοβάται να πάει στο θέατρο· κάπου θα ξεπηδήσει «η γεροντοκόρη», σάτιρα, φαρμάκι για την καρδιά της, απόλαυση για το πλήθος που χασκογελά. Τρέμει ν' ανοίξει βιβλίο: «... η στεγνή ψυχή της γεροντοκόρης...» Δεν αγγίζει εφημερίδα: «... η σκούπα του δρόμου, αυτή η γεροντοκόρη του Δημαρχείου...»
   Αχ!... Ήτανε μια χρυσή κλωστή που την έδενε με τον κόσμο· η κλωστή κόπηκε κι αυτή κατρακυλάει κι όλο πάει πίσω, κι όλο βγαίνει από τον κύκλο, ώσπου να 'ρθει η καλούμενη ώρα και να κλείσει τα μάτια. Δεν περιμένει πια τίποτα.
   Τώρα κάθεται κει, στον καναπέ, σωστό φάντασμα μες στο σκοτάδι και ζει μια δική της ζωή, έντονη, γιομάτη πρόσωπα, γιομάτη φως, όνειρα, χτυποκάρδια, απελπισία! Η τωρινή και η περασμένη της ζωή στριφογυρίζουν ανάκατα, μπερδεύονται μέσα της και τα γεγονότα που την έκαψαν, ξεπηδούν ολοζώντανα, σαν να 'τανε χτες. Γιορτές, τρεχάματα, ανυπομονησίες, εξάψεις, όρκοι, δάκρυα, σχέδια μελλοντικά, ίσον μηδέν. Άνοιξε ένας γκρεμός και τα κατάπιε. Αυτή μόνο έμεινε να τριγυρίζει απάνωθέ τους σαν φάντασμα και να μη μπορεί να γλιτώσει απ' αυτά. Να!... Θυμάται μια Πρωτομαγιά, και μες στη χλαλοή της γιορτής, μες στα λιγώματα των κομμένων λουλουδιών, τα γρήγορα λόγια του αγαπημένου της, η νεανική του ορμή, η κομμένη από τον πόθο ανάσα του, που τήνε τύλιγε σαν φλόγα και τη μεθούσε... Κι ύστερα η πρότασή του... Να τος, τόνε βλέπει μπροστά της ολοζώντανο!... Ω, Θεέ μου!... Τι είναι τούτο που τής λέει; «...Ναι... Όποτε θέλεις, Αννίτσα μου, ε;... Και να φύγουμε από 'δω, να πάμε να ζήσουμε μακριά από τον κόσμο, αγάπη μου... αγάπη μου, οι δυο μας -αχ, οι δυο μας!- έτσι, για λίγο καιρό... ναι, ναι... εσύ κι εγώ... μαζί!...» Κι αμέσως ένας αναστεναγμός που δεν έμοιαζε με καμιά ανθρώπινη φωνή, ένα σφίξιμο, που τήνε τρόμαξε, τήνε πάγωσε, κι ύστερα ένα βάρβαρο σπρώξιμο: - «Δε μ' αγαπάς!» Εκείνη δε βγάζει μιλιά. Δυο - τρία λουλούδια που βαστούσε, έπεσαν από τα χέρια της, χωρίς να το καταλάβει και γύρισε σπίτι της άνανθη, στεγνή, άδεια.
   Είναι από τότες δεκατέσσερα χρόνια κι ακόμα κλαίει. Κλαίει και για όλες τις άλλες αγάπες: για την πρώτη με το πρώτο φιλί, τα πρώτα δάκρυα, την πρώτη απόγνωση· κι έπειτα τις άλλες: όλες θερμές, ορμητικές στην αρχή, κι ύστερα ξένες, απόμακρες και πάντα πρόσκαιρες. Να τώρα, που πρέπει ν' ανοίξει ένα φέρετρο... Το παλικάρι που κοίτεται μέσα, ήταν ένα παιδί ζωηρό και ανήσυχο που την αγάπησε παράξενα, που φοβόταν να την αγγίξει και τής φιλούσε μόνο τα δάχτυλα... που έκλαιγε με το τίποτα και που πέθανε πάλι με το τίποτα, έτσι, όπως σβήνει η λάμπα με μια αναπνοή. Ως και ο θάνατος στάθηκε μπρος στη χαρά της κι εθέρισε μια αγάπη, που μπορεί και να μη μαραινόταν ποτές!...
   Αχ, κι απόψε νιώθει την καρδιά της γιομάτη απ' όλες αυτές τις αγάπες... Όχι!... Δεν έχει κανένα μίσος, μόνο παραπονιέται που ποτέ κανένα δεν εγέλασε και πάντα αυτή γελάστηκε. Γιατί;... Ρωτά και όλα σωπαίνουν γύρω της και κανείς δεν είναι να τής δώσει απόκριση. Μόνο τα δάκρυά της πέφτουνε ζεστά στα μαραμένα της χέρια -τα χέρια που ονειρεύτηκαν δημιουργίες κι έμειναν στείρα κι άχαρα.
   Σε μια στιγμή η Ανίτσα σηκώνεται, ανάβει ένα σπίρτο, κοιτάζει το ρολογάκι της: τρεις. Τυλίγεται στο πανωφόρι της, πάει στην κάμαρά της κάνοντας θόρυβο.
   Η μητέρα της αναπετιέται.
   «Ήρθες;»
   «Ναι».
   «Δε σ' άκουσα».
   «Θα κοιμόσουνα».
   «Τι ώρα είναι;» 
   «Μα... θα 'ναι τεσσαρεσήμιση».
   «Μπράβο...» θαυμάζει η γριά και συλλογάται τι γλέντι θα 'γινε στης Κλειώς. «Σ' έφερε ο Γιώργος;»
   «Ναι».
   Ανάβει το φως για να γδυθεί.
   «Πωπώ, τα μάτια σου κόκκινα! Χόρεψες πολύ;»
   «Ου!»
   «Είχανε κόσμο;»
   «Αρκετό».
   «Και ο υπουργός;...»
   «Δε μ' άφησε στιγμή».
   «Για πες μου...»
   «Αύριο, μαμά, γιατί δε μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Νυ - στά- ζω!... Τα μάτια μου κλείνουνε».
   «Καλά... καλά. Διασκέδασες;» 
   «Πολύ. Ου! Αύριο θα στα πω».
  Και οι δυο γυναίκες κουκουλώνονται. Η μια κάνει ησυχία της άλλης.  Της μιανής η σκέψη πάει κατακόρυφα, ορμάει στο φως κι από την πολλή λάμψη τα μάτια της θαμπώνουν και τα δάκρυα τρέχουν στα γερασμένα της μάγουλα· η άλλη πάει του βυθού και ποτέ δεν αγρυπνήσανε και οι δυο με τόσα δάκρυα στα μάτια, όσο κείνη τη νύχτα που η μια συλλογιόταν πως όλα γίνουνται και η άλλη πως όλα τέλειωσαν.  
 
Δάφνη Αιμιλία
Περιοδικό «Νέα Εστία»,
τεύχος 11,
Σεπτέμβριος 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου