Σα μακρινή στο ύστερο έφτασε η φωνή στ' αυτιά της γριούλας που, κουκουλωμένη ως απάνω απ' το κεφάλι, καθόταν ακόμα στη λίγη ζέστα του κρεβατιού της.
Ξεσκέπασε το κεφάλι κι αυτιάστηκε.
«Εσύ είσαι, κυρά Άννα;»
«Εγώ, εγώ!» έκανε πίσω απ' την κλεισμένη πόρτα της κάμαρης η φωνή της Άννας της παραδουλεύτρας. «Παραξενεύτηκα που 'χεις ακόμα σκοτεινά κι είπα...»
«Τώρα θα σηκωθώ, με μάζωξε το κρύο».
Η Κυράννα τράβηξε στις δουλειές της, γιατί όλο και κάτι έκανε απ' το πρωί μέσα σ' αυτό το πολυκατοικημένο παμπάλαιο σπίτι. Κι η γριούλα, ανατριχιάζοντας απ' το κρύο, σηκώθηκε. Ύστερα άνοιξε τα σκούρα του παραθυριού.
Φευγάτα συλλογίστηκε μια στιγμή πως έτσι ίσως πάλι καμιά φορά, σαν ιδούν πως δε σηκώνεται, αυτή που είναι πάντα πρωινή, θα υποχρεωθούν να φωνάξουν τ' όνομά της οι ξένοι άνθρωποι, μια, δυο, δέκα φορές χωρίς να παίρνουν απάντηση. Ύστερα θα σπάσουν την πόρτα της...
Πω πω! Τι κρύο! Βαρύς ο χειμώνας ετούτη τη χρονιά. Τα βουνά ένα γύρο, ο Υμηττός, η Πεντέλη, η Πάρνηθα, πασπαλισμένα με πηχτή σαπουνάδα. Το βοριαδάκι ξουράφι μονάχο, κι οι άνθρωποι στο δρόμο καμπουριασμένοι, κοκκινομύτες, πήγαιναν βιαστικοί.
Μέσα στην κάμαρα, μαζί με τ' αρρωστιάρικο συγνεφιασμένο φως, πετούσε μια παγωνιά κι ας ήτανε κλειστά, σα να 'τανε δρόμος. Η γριούλα την ένιωθε πιο πολύ στην άκρη της μύτης της και στα μάγουλά της επάνω.
Μαζωμένη πάλι τώρα απάνω στο κρεβάτι, με τη ράχη ακουμπισμένη σ' ένα μαξιλάρι ορθό στον τοίχο, έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ που είχε ετοιμάσει. Κι έτσι καθισμένη, αγνάντευε απ' το παράθυρο αντικρινά, πέρα μακριά μια χιονισμένη πλαγιά του Υμηττού, και κοντύτερα ένα κυπαρίσσι που τίναζε στον αέρα τη φούντα της κορφής του, σα να χόρευε τσάμικο.
Τα μάτια της γριούλας είχανε καρφωθεί εκεί αφαιρεμένα, με μια πίκρα ήμερη χυμένη στ' αδύνατο πρόσωπο με τ' ασημένια κυματιστά μαλλιά. Κι ήτανε η μορφή αυτή ευγενικιά, κερένια, σα φευγάτη. Μια φιγούρα άλλης εποχής μέσα στο σημερινό καιρό μας.
Άξαφνα, στην πλαϊνή κάμαρη, ακούστηκε ένα τραγούδι. Ήτανε ένας νοικάρης φοιτητής, που ήξερε πάντα το τελευταίο τραγουδάκι της μόδας:
Πες τι θέλεις να σου πάρω τώρα που 'μαι βασιλιάς!
Της γριούλας το πρόσωπο σα να ζωντάνεψε ακούοντας τη χαρούμενη φωνή. Της φάνηκε μάλιστα πως ζεστάθηκε κιόλα μια σταλιά.
Από την άλλη κάμαρη, νοικιασμένη σε μια φαμελιά με παιδιά, αρχίνησε ν' ακούεται φασαρία. Καρέκλες που σέρνονταν, κουβάδες που χτυπούσαν, φωνές, φωνούλες. Τότε είπε μέσα της: Ξύπνησαν και τα παιδιά! Να! Τώρα πλένουν το μικρό και φωνάζει. Τώρα τα ταΐζουν. Πουλάκια μου!...
Από τη γωνιά της ακολουθούσε ολοένα κάθε θόρυβο γειτονικό, γιατί έτσι απομόναχη που ήτανε, άρπαζε κλεφτά, μ' ευχαρίστηση, απ' τη ζωή των άλλων, λίγη ζωντάνια για τη δικιά της μοναξιά.
Κάθε τόσο μάζωνε περισσότερο τα πόδια της κουλουριασμένα κάτω απ' το φουστάνι. Είχανε ξενέψει ολότελα απ' το κρύο. Αλλά δεν είχε και παντούφλες της προκοπής. Καιρός ήτανε πια να φτιάσει ένα ζευγαράκι ζεστές, μάλλινες, φοδραρισμένες με βάτα. Πολλές φορές είπε να μεταχειριστεί γι' αυτό μια τσόχα από 'να παλιό εργόχειρο, που είχε κρυμμένη μέσα στο κομό και καθόταν χρόνια τώρα, γιατί της πονούσε η ψυχή να τη χαλάσει.
Αν δε γνοιαστεί η ίδια για τον εαυτό της, ποιος να τη γνοιαστεί; Οι πεθαμένοι της;
Πόσο μοναχή που ήτανε! Όλοι γύρω της μέσα σ' αυτό το πολύκοσμο σπίτι είχανε δικούς, για κάποιον λαχταρούσανε.
Μήπως κι αυτή δεν είχε τους δικούς της μια φορά κι έναν καιρό; Ήτανε τότε κοπελίτσα ψηλόλιγνη, με μια μακριά ξανθιά πλεξούδα ριγμένη στην πλάτη, με λίγες αφέλειες στο μέτωπο που ίσκιωναν τα μεγάλα της μάτια. Γιατί να ντραπεί να θυμηθεί πως ήτανε όμορφη; Μπα! Μήπως μιλάει για τον εαυτό της; Λέει για μιαν άλλη. Μια κοπέλα είκοσι χρονών που γνώρισε εδώ και πενήντα χρόνια. Φαντάσου!
Στη μέση από γονιούς, στη μέση από αδέρφια, αυτή μεγάλωνε στο νοικοκυρεμένο σπίτι της, σαν ένα ξεχωριστό λουλούδι σε περιβόλι μέσα...
Άξαφνα η χτυπητή μυρουδιά καβουρδισμένου κρεμμυδιού, την έκαμε να τιναχτεί μ' ένα μικρό ζωηρό κούνημα. Κοίταξε! Κοντεύει μεσημέρι, η γειτόνισσά της μαγέρευε. Πώς ξεχάστηκε έτσι. Έπρεπε κι αυτή να ετοιμάσει κάτι στο καμινέτο της, γιατί δεν είχε δικαίωμα στην κουζίνα. Χρόνια τώρα, που καθόταν σ' αυτό το σπίτι, είχε νοικιασμένη για οικονομία την κάμαρα μοναχή. Τι να κάνει;
Έβαλε ένα τσουκαλάκι στη φωτιά να βράσει μια ψευτόσουπα να ζεσταθεί.
Ύστερα άρχισε να πηγαινοέρχεται στο νοικοκυριό της με το ψηλό της κορμί λίγο καμπουριασμένο, σέρνοντας τα πόδια στις ξεχειλωμένες παντούφλες, με βηματάκια προσεχτικά, σα να σκιαζόταν μη σπάσει γυαλιά.
Ξεσκόνισε το ψηλό κομό, το τραπεζάκι, τα παμπάλαια κάδρα της. Έστρωσε το στενό κρεβάτι και κόλλησε τις δυο καρυδένιες καρέκλες της στον τοίχο. Έπειτα πήγε και μαζώχτηκε σε μια πολυθρόνα κοντά στο τζαμόφυλλο.
Τι κρύο! Τα κακόμοιρα τα πόδια της! Αυτά την τυραννούσαν πιο πολύ. Ήτανε ξύλα γινωμένα. Η ιδέα που την απασχολούσε απ' το πρωί, πάλι της φανίστηκε: Στα μαγαζιά πουλάνε βεβαια ωραίες παντούφλες ζεστές, μα λεφτά δεν περίσσευαν. Είχε κάτι οικονομίες που τις φύλαγε απείραχτες. Σαν θα φύγει για πάντα, θα χτειαστούν, θα χρειαστούν... Γιατί να βάλει τους ξένους ανθρώπους σε πείραξη;
Ωστόσο εκείνη η τσόχα που έλεγε... ή τίποτες άλλο αν ύπαρχε. Μα δεν πιστεύει να της σώζεται τίποτε πια.
Σηκώθηκε κι άνοιξε το απάνω συρτάρι του κομού. Εκεί μέσα ήτανε το πορτοφολάκι με τις οικονομίες. Εκεί ήτανε ωραία διπλωμένο ένα φόρεμα μολυβί μεταξωτό, κι ένα πουκάμισο μακρύ μακρύ με νταντέλα ψιλή στον κλειστό λαιμό και στα μανίκια. Τα πράματα αυτά, φυλαγμένα από χρόνια στην ίδια θέση, περίμεναν την ώρα τους να τη ντύσουν για το μακρινό ταξίδι. Πολλές φορές η γριούλα βρέθηκε σε μεγάλη ανάγκη, μα τίποτε απ' αυτά δεν πούλησε.
Μέτρησε πάλι τις οικονομίες της και κάτι λογάριασε. Όχι! Καλύτερα να μην πειράξει τίποτε. Έκλεισε ξανά το συρτάρι κι άνοιξε το δεύτερο. Καμιά φορά τα συρτάρια αυτά ήτανε γιομάτα τόσο, που δύσκολα κλείνανε. Τώρα, με το φόρεσε ή πούλα κάθε φορά, αδειάσανε πια. Ψαχουλεύοντας ολοένα ηύρε βαθιά κρυμμένο ένα δεματάκι, τυλιγμένο σε μαντήλι μεταξωτό. Ναι! Η τσόχα που έλεγε. Το πήρε, πήγε στην πολυθρόνα της, πήρε κοντά της μάλιστα κι ένα ψαλίδι.
Α μα δα! Ως πότε πια θα τη φυλάει, ως πότε; συλλογίστηκε παίρνοντας με κουράγιο την απόφαση. Κάθισε κι ακούμπησε το δέμα στα γόνατά της. Έκανε να λύσει τους κόμπους του μαντηλιού και τότε παρατήρησε πως τα χέρια της τρέμανε. Και δεν τρέμανε ούτε από κρύο, ούτε από γεράματα.
Το δεματάκι αυτό είχε ν' ανοιχτεί απ' τον καιρό που κλείστηκε... Τότε... τότε...
Τ' άφησε απείραχτο απάνω στα λιανισμένα γόνατά της και στύλωσε τα μάτια στη φούντα του κυπαρισσιού.
Από τότε...
Ήτανε τον καιρό που φορούσε ένα φουστάνι θαλασσί με βούλες άσπρες κι είχε ριγμένη την ξανθιά πλεξίδα στην πλάτη. Έτσι την είδε εκείνος στα βαφτίσια του παιδιού της Αντιγόνης. Ναι, έτσι ήτανε ντυμένη όταν πρωτογνώρισε τον...
Η γριούλα που συνήθιζε να μουρμουρίζει ό,τι συλλογιζόταν, δε θέλησε να προφέρει τ' όνομά του. Της έκανε τόσο κακό. Της έφερνε πάντα ένα πόνο πραγματικό μέσα της.
Τι αγάπη που τους είχε δέσει τότε. Με τι καρδιοχτύπια παραφύλαγε το διάβα του στο δρόμο της, μισοκρυμμένη πίσω από το πράσινο παντζούρι.
Πόσες νύχτες που είχε περάσει άυπνη μουσκεύοντας το μαξιλάρι της από τα δάκρυα. Πόσο θερμά παρακαλούσε το Θεό για την ευτυχία της. Μια φορά μάλιστα πήγε κρυφά στην εκκλησιά ένα τάξιμο. Μια μεγάλη λαμπάδα, μια λαμπάδα της δραχμής, κρυμμένη μέσα στο γαλάζιο ομπρελίνο της.
Τότε είχε διώξει και δυο γαμπρούς που επίμονα τη γυρεύανε. Κι όλα αυτά για χατήρι του. Αν όμως τη ζητούσε ο αγαπημένος της, αυτή αμέσως τότε θα 'λεγε το ναι· μα εκείνος δυσκολευόταν γιατί οι δικοί του ονειρεύονταν για το γιο τους νύφη με προίκα γερή, κι αυτή δεν είχε παρά την ομορφάδα της. Πολύ την είχανε πικράνει τότε τα λόγια τους που καλοθελητάδες τής απόσωναν.
Ωστόσο εκείνος, μ' όλες τις δυσκολίες που του πρόβαιναν, κατάφερε και μπήκε στο σπίτι της αρραβωνιαστικός. Μπορεί να ξεχάσει ποτέ αυτή τη μέρα; Την ώρα που πρωτανέβαινε τη σκάλα τους, η ψυχή της σαν τη δροσοσταλίδα στην άκρη του κλαδιού τρεμούλιαζε, έτοιμη να πέσει και να σκορπιστεί. Ψέματα όλα τής φαίνονταν. Ονειρευόταν ξυπνητή. Έστεκε αμίλητη και τίποτε δεν άκουε γύρω της, μοναχά δυο αγαπημένα μάτια έβλεπε που την κοίταζαν με λαχτάρα. Κι όταν ο αρραβωνιαστικός πήρε στο χέρι του το χεράκι της και το φίλησε, της Ελένης η καρδιά φούντωσε μονομιάς κι ένα παράπονο την έπνιξε στα κλάματα.
Τι γλύκα μα και τι πίκρα παράξενη, ύστερα από τόση τυραννία που είχε η αγάπη της!
Μέρες χρυσές κατόπι περάσανε μαζί. Δυο φορές τη βδομάδα -συχνότερα δεν τους άφηναν- ερχόταν αυτός στο σπίτι και την εύρισκε σκυμμένη απάνω σ' ένα εργόχειρο. Ήτανε μια εφημεριδοθήκη σε μαύρη τσόχα που την κεντούσε να του τη χαρίσει.
Σε κάθε βελονιά άλλαζαν και μια ματιά· κι όταν η μητέρα, η θεια ή ο αδερφός έκαναν πως βγαίνουν λίγο παρά όξω από την κάμαρη, εκείνος έσκυφτε βιαστικά και τη φιλούσε πάνω στα ζεστά και τρυφερά ματόφυλλα: Ψυχή μου! Κυρά μου!
Και το εργόχειρο προχωρούσε. Είχε κάτι παράξενα λουλούδια που τα φυλλαράκια τους ήτανε φτιασμένα από τσόχα, κι αυτή χρωματιστή, και γύρω γύρω μπιμπιλωμένα με φεστόνι. Στη μέση, για σπόρους, είχανε πούλιες χρυσές.
Κοντοζύγωνε το χειροτέχνημα να τελειώσει κι αυτό κοντά σε τόσα πράματα που ράβονταν στο σπίτι, κι ο γάμος σύντομα θα γινόταν. Όμως μια μέρα ο αρραβωνιαστικός τής μήνυσε να μην τον καρτερεί γιατί ήταν άρρωστος.
Με τα πεθερικά της δεν τα 'χανε καλά για να πάνε ή να στείλει να ρωτήσουνε. Έμαθε ωστόσο πως στο σπίτι του γίνηκε μια μεγάλη σύγχυση εξαιτίας της. Η αρρώστια του ήτανε ψέμα. Μοναχά μια ζαλάδα του 'ρθε δυνατή απάνω στον καυγά, γιατί όλοι τού ρίχτηκαν οι δικοί του, γιατί οι γονιοί του δεν τον άφηναν να στεφανωθεί, γιατί αν έκανε το γάμο του, θα τον αποκλήρωναν.
Οι μέρες περνούσανε κι εκείνος δε φαινόταν. Τότε και στο δικό της σπίτι πλάκωσε η συφορά. Η μητέρα της αμίλητη, φαρμακωμένη. Ο πατέρας τα μάτια κάτω. Τ' αδέρφια ανόρεχτα.
Αυτή, με μια πλάκα στα στήθια, βάλθηκε να πεθάνει. Να πεθάνει, μα έζησε. Μια μέρα είδε το εργόχειρο κάπου σε μιαν άκρη να σέρνεται. Ντράπηκε που παρουσιαζόταν ακόμα στη μέση αυτό το χειροτέχνημα που για εκείνον έφτιανε με τόσα όνειρα, εκείνον τον απαρνητή.
Δίπλωσε την τσόχινη εφημεριδοθήκη μέσα σε τσιγαρόχαρτο για να μη μαυρίσουν οι πούλιες οι χρυσές, κι ύστερα την τύλιξε σε μεταξωτό μαντήλι.
Σε μιαν άκρη της θλιμμένης καρδιάς της φύλαξε ωστόσο και μια ελπίδα κρυφή: Μπορεί και να ξανάρθει, μπορεί...
Όμως δεν ξαναγύρισε, κι αυτή λογάριασε τον εαυτό της για χήρα πια κι ας μην είχε ποτέ παντρευτεί...
Το κυπαρίσσι κουνούσε ακόμα την κορφή του χορεύοντας, μα τα μάτια της γριούλας που κοίταζαν κατά κει, τίποτε δε βλέπανε, τόσο θαμπά και νοτισμένα ήτανε τώρα. Τρεμουλιαστά τα χέρια της ξεδίπλωσαν το δέμα, ξετύλιξαν τη μαύρη τσόχα. Απάνω της τα χρωματιστά λουλούδια παρουσιάστηκαν φρέσκα και φανταχτερά καθώς τότε. Τίποτε δεν πάθανε, τίποτε. Ήτανε μάλιστα ποτισμένα και με μια μυρουδιά πολυκαιρινή λεβάντας...
Το κρύο δε χωράτευε σήμερα· τα πόδια της γριούλας γυρεύανε ζεσταμούς και το ψαλίδι περίμενε τη δουλειά του. Μα εκείνη το παραμέρισε μ' αποστροφή. Ένα αίσθημα ντροπής ήτανε τώρα καθισμένο στη μεταξωτή ψυχή της για την ιερόσυλη σκέψη που της ήρθε.
Κοίταξε καλά καλά τα λουλούδια, πέρασε χαϊδευτικά το ζαρωμένο χέρι απάνω τους, και δίπλωσε ξανά με προσοχή το δέμα. Το πήρε και τράβηξε κατά τον κομό πιο χλωμή και πιο καμπουριασμένη.
Τα γεροντικά της πόδια ήτανε κοκαλωμένα και η ψυχή της παγωμένη, σαν ένας κήπος θαμμένος στα χιόνια ήτανε.
Δίπλα - Μαλάμου Κλεαρέτη
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 14 -15
Οκτώβριος 1927
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου