Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΦΟΒΟΣ

   Ο τοπογράφος Γκλεβ Γαβρίλοβιτς Σουριμνέφ έφτασε στο σταθμό του Γκελούκι.
   Τριάντα με σαράντα βέρστια (1) περίπου τον χώριζαν από το κτήμα, στο οποίο είχε προσκληθεί για να μετρήσει την έκταση.
   «Για πες μου, σε παρακαλώ, πού θα μπορέσω να βρω εδώ άλογα;» ρώτησε ο τοπογράφος τον φύλακα του σταθμού.
   «Άλογα; Εδώ καλά - καλά δε μπορεί να βρει κανείς ένα σκύλο της προκοπής σε ακτίνα εκατό βερστίων κι εσύ γυρεύεις άλογα; Πού θα πας;»
   «Στο Λιέβηνο, το κτήμα του στρατηγού Κοκοτώφ».
   «Λοιπόν», είπε ο φύλακας μ' ένα χασμουρητό, «για κοίταξε πίσω από το κτίριο του σταθμού. Εκεί μαζεύονται συχνά, στην αυλή, χωρικοί που μεταφέρουν τους ταξιδιώτες στα κοντινά μέρη». Ο τοπογράφος αναστέναξε και πήγε πίσω από το σταθμό όπως του 'πε ο φύλακας. Εκεί, ύστερα από αρκετό ψάξιμο, συζητήσεις και δισταγμούς βρήκε τελικά έναν μουζίκο (2), με κορμοστασιά Ηρακλή και πρόσωπο βλογιοκομμένο, αλλά με ρούχα κουρελιασμένα και παπούτσια σε άθλια κατάσταση.
   «Τι περίεργο που είναι το αμάξι σου», είπε ο τοπογράφος καθώς ανέβαινε στην άμαξα. «Είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς ποιο είναι το μπροστινό και ποιο το πίσω μέρος».
   «Και όμως δεν είναι καθόλου δύσκολο... Εκεί που είναι η ουρά του αλόγου είναι το μπροστινό μέρος κι εκεί που στέκεσαι εσύ είναι το πίσω μέρος!»
   Το άλογο ήταν νεαρό αλλά πολύ αδύνατο με πόδια στραβά και τ' αυτιά κατεβασμένα.
   Όταν ο αμαξάς ανασηκώθηκε και το χτύπησε με το καμουτσίκι του για να ξεκινήσει, το άλογο κούνησε μόνο το κεφάλι του χωρίς να προχωρήσει ούτε ένα βήμα.
   Όταν το χτύπησε για δεύτερη φορά, συνοδεύοντας το χτύπημα με μια βλαστήμια, το αμάξι άρχισε να τρίζει. Στο τρίτο χτύπημα το αμάξι κουνήθηκε. Στο τέταρτο ξεκίνησε.
   «Δε μου λες, έτσι θα πηγαίνουμε σ' όλο το δρόμο;» ρώτησε ο τοπογράφος τον χωρικό, μετά το ισχυρό τράνταγμα, θαυμάζοντας την ικανότητα των Ρώσων αμαξάδων στο να κατορθώνουν να συνδυάζουν την ταχύτητα της χελώνας με τραντάγματα που μπορούν να σου βγάλουν τ' άντερα.
   «Θα φτάσουμε!» είπε ο αμαξάς με ύφος καθησυχαστικό. «Η φοράδα μου είναι νέα και ζωηρή. Πρέπει μονάχα να πάρει φόρα. Ύστερα δε θα μπορώ να τη συγκρατήσω. Εμπρός, λοιπόν, καταραμένο ζωντανό!»
   Όταν η άμαξα άφησε πίσω της το σταθμό, είχε πια σουρουπώσει. Στα δεξιά τους, όπως πήγαιναν, απλωνόταν η ατέλειωτη χιονισμένη πεδιάδα. Ήταν τόσο αχανής, που, αν ήθελε κανείς να τη διασχίσει, κάποτε θα 'φτανε βέβαια και στην κατοικία ... του διαβόλου!
   Στ' αριστερά τους, μέσα στο σκοτάδι που 'χε αρχίσει να πυκνώνει, διακρίνονταν οι σκιές κάποιων αντικειμένων, πιθανόν τα σπίτια κάποιου χωριού. Ο τοπογράφος, όμως, δε μπορούσε να δει τίποτα απ' ό,τι ήταν μπροστά του, γιατί του έκρυβε τη θέα η τεράστια και πλατιά ράχη του αμαξά. Αν και δε φυσούσε δυνατός άνεμος, έκανε παγωνιά.
   «... Τι εγκατάλειψη κι ερημιά!» σκέφτηκε ο τοπογράφος προς στιγμήν, ανασηκώνοντας το γιακά του πανωφοριού του για να σκεπάσει τ' αυτιά του. «Ούτε ένα σπίτι τριγύρω, ούτε ψυχή ζώσα! Αν τυχόν μου 'καναν επίθεση και με λήστευαν, κανείς δε θα μάθαινε τίποτα. Ακόμη κι αν έριχνα κανονιές... Μα κι ο αμαξάς, δε μου εμπνέει και πολύ εμπιστοσύνη. Για κοίταξε πλάτη που έχει! Και μόνο να του 'ρθει να με σπρώξει με το 'να του δάχτυλο μοναχά, αλίμονό μου! Κι αυτός ο σβέρκος του, που θυμίζει άγριο θηρίο!» 
   «Ε, φίλε μου», τόλμησε κάποια στιγμή να ρωτήσει ο τοπογράφος, που ήταν τρομερά φοβιτσιάρης κι είχαν αρχίσει να τον ζώνουν τα φίδια, «πώς σε λένε, φίλε μου;»
   «Εμένα; Κλιμ». 
   «Για πες μου, Κλιμ, δεν είναι επικίνδυνα αυτά εδώ τα μέρη;»
   «Ποτέ! Ποιος θα μας ενοχλήσει; Μπα σε καλό σας!»
   «Καλά, αφού δεν έχει κανείς τίποτα να φοβηθεί, τόσο το καλύτερο. Εγώ, πάντως, κουβαλάω μαζί μου τρία ρεβόλβερ», είπε ψέμματα ο τοπογράφος. «Και τα ρεβόλβερ, ξέρεις, δε χωρατεύουν. Μπορείς μ' αυτά να ξαπλώσεις κάτω δέκα ληστές!...»
   Έπεφτε η νύχτα!
   Το αμάξι έστριψε ξαφνικά σ'  ένα δρομάκι στ' αριστερά.
   «... Πού με πάει;» σκέφτηκε ο τοπογράφος. «Ως τώρα πήγαινε ίσια μπροστά και ξαφνικά άλλαξε δρόμο, στρίβοντας αριστερά. Μήπως θέλει αυτός ο άθλιος να μ' οδηγήσει σε καμιά τρύπα... και... και...δεν είναι δα και η πρώτη φορά που συμβαίνουν τέτοιου είδους εγκλήματα!...»
   «Για λέγε μου», φώναξε ξανά απευθυνόμενος προς τον αμαξά, «είσαι απόλυτα βέβαιος ότι δεν είναι επικίνδυνος αυτός ο δρόμος; Κρίμα! Μ' αρέσει γενικά να πιάνομαι στα χέρια με ληστές. Μπορεί να φαίνομαι αδύναμος κι ασθενικός, αλλά έχω δύναμη βοδιού... Μια φορά έπιασα μόνος μου τρεις ληστές...  Τι νομίζεις ότι έγινε ύστερα; Χτύπησα τον ένα τόσο δυνατά στο κεφάλι, που ξεψύχησε αμέσως. Και τους άλλους δύο, χάρη σ' εμένα, τους έστειλαν στη Σιβηρία, σε ισόβια δεσμά. Πού τη βρίσκω αυτή τη δύναμη κι εγώ δεν ξέρω! Μπορώ ν' αρπάξω με το ένα μου χέρι έναν γίγαντα, να, σαν κι εσένα για παράδειγμα, και να τον ξαπλώσω μεμιάς χάμω...»
   Ο Κλιμ έριξε μια ματιά στον τοπογράφο, ανοιγόκλεισε τα μάτια του κι έδωσε μια καμτσικιά στ' άλογό του.
   «Έτσι που λες, φίλε μου»,  συνέχισε ο τοπογράφος, ενώ η καρδιά του πάγωνε από το φόβο. «Καλύτερα ο Θεός να σε φυλάξει παρά να τα βάλεις μαζί μου! Κι ο ληστής που θα τόλμαγε να με πειράξει, όχι μόνο θα 'μενε χωρίς χέρια και πόδια, αλλά θα 'πρεπε να δώσει λόγο και στη δικαιοσύνη... Γνωρίζω όλους τους τοπικούς διοικητές. Είμαι άνθρωπος που υπηρετεί την κυβέρνηση, άνθρωπος χρήσιμος, με επιρροή... Να, τώρα που ταξιδεύω οι αρχές το γνωρίζουν κι έχουν το νου τους και επιβλέπουν μη με πειράξει κανείς. Σε κάθε δρόμο, σ' όλο το μάκρος της διαδρομής μου, αγροφύλακες και μυστικοί αστυνομικοί έχουν διαταγή να βρίσκονται...» 
   Ο αμαξάς τ' άκουγε όλα αυτά και τα πίστευε, μένοντας μ' ανοιχτό το στόμα από θαυμασμό...
   «Στάσου, στάσου!» φώναξε ξαφνικά ο τοπογράφος μ' όλη τη δύναμη της φωνής του. «Πού με πας;»
   «Μα, δε βλέπεις; Είμαστε σ' ένα δάσος!»
   «...Μπα! Στ' αλήθεια είμαστε σε δάσος. Τζάμπα η τρομάρα που πήρα», σκέφθηκε ανακουφισμένος προς στιγμήν ο τοπογράφος. «Δεν πρέπει, ωστόσο, να φανερώσω το φόβο μου... Μου φαίνεται πως αυτός ο πονηρός ο αμαξάς έχει καταλάβει ότι φοβάμαι... Γιατί άραγε να με κοιτάζει έτσι συνέχεια; Κάτι κακό θα 'χει στο νου του σίγουρα... Στην αρχή το αμάξι του σερνότανε και τώρα το τρέχει σαν τρελός. Μωρέ, μην έχει βάλει στο μυαλό του να με σκοτώσει; Ας του κάνω τον άγριο...» 
   «Για λέγε μου, Κλιμ, γιατί  κάνεις τη φοράδα σου να τρέχει έτσι γρήγορα;»
   «Εγώ δεν την κάνω να τρέχει... Αυτή μονάχη της φεύγει μπροστά... Σαν αρχίσει να τρέχει, είναι αδύνατο να τη σταματήσει κανείς».
   «Ψέματα λες... ψέματα λες... Σε διατάζω να μην τρέχεις έτσι γρήγορα. Συγκράτησε το άλογό σου! Βάστα το, μ' ακούς;»
   «Για ποιο λόγο;»
   «Γιατί τέσσερις φίλοι μου έρχονται στο κατόπι μου... πρέπει να μας φτάσουν... μου υποσχέθηκαν να μ' ανταμώσουν σ' αυτό εδώ το δάσος...  Είναι καλύτερα να ταξιδεύουμε όλοι μαζί... Είναι και δυνατοί, θεριά κανονικά! Κι ο καθένας τους έχει κι από ένα πιστόλι. Μα δε μου λες, τι έχεις κι όλο με κοιτάς έτσι; Τι τρέχει;... Μου φαίνεσαι σαν να 'σαι ταραγμένος... σαν να κάθεσαι στα καρφιά... Δεν έχω δα και τίποτα πάνω μου, που να προκαλεί την προσοχή, εκτός από το... ρεβόλβερ. Μήπως θέλεις να σου το δείξω; Να! Το βγάζω αμέσως». 
   Ο τοπογράφος έκανε πως ψάχνει στις τσέπες του, που, φυσικά, δεν υπήρχε ούτε ρεβόλβερ ούτε κάτι άλλο...
   Και τότε συνέβη το αδιανόητο, αυτό που δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα συνέβαινε, όσο φοβιτσιάρης κι αν ήταν, ο κακομοίρης ο τοπογράφος.
   Ο Κλιμ πήδησε κάτω απ' την άμαξα σαν αστραπή και, τρέχοντας σχεδόν με τα τέσσερα, βιάστηκε να κρυφτεί μέσα στο δάσος φωνάζοντας:
   «Βοήθεια! Βοήθεια! Πάρε λεφτά, πάρε τ' άλογό μου και τ' αμάξι μου, αλλά μη με σκοτώσεις! Βοήθεια!»
   Ο τοπογράφος, ο οποίος δεν περίμενε ποτέ μια τέτοια εξέλιξη, πρώτα πρώτα προσπάθησε να σταματήσει το άλογο. Έπειτα κάθισε ήσυχα κι άρχισε να σκέφτεται την κατάσταση όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.
   «Έφυγε... Φοβήθηκε το ζώον... Και τώρα, τι θα κάνω; Να φύγω μόνος μου είναι αδύνατον. Δεν ξέρω το δρόμο κι έπειτα θα νομίσουν όλοι πως έκλεψα το άλογο. Τι να κάνω;»
   «Κλιμ! Κλιμ!»
   «Κλιμ;» ήρθε ως απάντηση η ηχώ. Στη σκέψη πως θα περνούσε μια νύχτα παγωμένη μέσα στη σκοτεινιά του δάσους, ακούγοντας τα ουρλιαχτά των λύκων, ο τοπογράφος ανατρίχιασε.
   «Κλιμ!» φώναξε ξανά.  «Φίλε μου, καλέ! Κλιμάκι μου! Πουλί μου!»
   Φώναζε έτσι τουλάχιστον δύο ώρες.
   Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος.
   «Κλιμ! Εσύ είσαι; Φίλε μου, Κλιμ! Έλα, έλα να φύγουμε. Έλα, Κλιμ, γιατί φοβάμαι ο δύστυχος!»
   «Θα με σκοτώσεις, δεν έρχομαι», ακούστηκε η φωνή του Κλιμ.
   «Χωράτευα, φίλε μου. Δεν έχω ρεβόλβερ, μα το Θεό! Έλεγα ψέματα από το φόβο μου. Έλα πάμε να φύγουμε, θα παγώσουμε εδώ πέρα...»
   Ο Κλιμ άρχισε να πείθεται πια πως δεν είχε να κάμει με κάποιον ληστή. Αν ο επιβάτης του ήταν ληστής, όπως είχε σκεφτεί αρχικά, θα 'χε φύγει κιόλας με τ' άλογό του και την άμαξα. Ξετρύπωσε, λοιπόν, μέσα από το δάσος και προχώρησε με βήμα διστακτικό προς τον ταξιδιώτη.
   «Χαζέ! Τι φοβάσαι; Εγώ χωράτευα κι εσύ τα πίστεψες αυτά που είπα; Έλα, ανέβα και πάμε να φύγουμε...» φώναξε ο τοπογράφος.  
   «Ο Θεός να σ' έχει καλά...» φώναξε ο Κλιμ, σκαρφαλώνοντας πάνω στ' αμάξι, «αλλά αν ήξερα από πριν πως θα μου συμβεί αυτό, δε θα σ' έπαιρνα μαζί μου ούτε για εκατό ρούβλια! Παρά λίγο να πεθάνω απ' την τρομάρα μου».
   Ο Κλιμ έδωσε μια καμτσικιά στ' άλογο για να ξεκινήσει. Ο τοπογράφος σκέπασε τ' αυτιά του με το γιακά του παλτού του και βυθίστηκε σε σκέψεις. Τόσο η διαδρομή όσο κι ο Κλιμ δεν του προκαλούσαν κανένα φόβο πλέον...
 
Τσέχωφ Άντον
Περιοδικό «Μπουκέτο» 
(γλωσσική επεξεργασία και επικαιροποίηση της αρχικής μετάφρασης του περιοδικού),
τεύχος 2, Μάιος 1924
 
Σημειώσεις:
(1) βέρστι: Ρωσική μονάδα μήκους, ισοδύναμη με 1,0668 χιλιόμετρα.
(2) μουζίκος: χωρικός. Οι μουζίκοι (από τον 17ο αιώνα ως και την Οκτωβριανή Επανάσταση) δεν είχαν δική τους ιδιοκτησία, αλλά εργάζονταν στα κτήματα των Ρώσων μεγαλογαιοκτημόνων εισπράττοντας ως αντάλλαγμα ένα μικρό αντίτιμο προερχόμενο από τα κέρδη της εκάστοτε σοδειάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου